1006/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Legislator headnote
AI generated1006/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, και πρέπει να δικασθούν ερήμην, η συζήτηση όμως θα χωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ' ΚπολΔικ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1006 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1006/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ασπασία Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Μαρτίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Ζαμπάρα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων:1.Ά. Μ. του Γ. , συζ. Ε. Δ. , κατοίκου ... , ατομικώς και ως συνεχίζουσας τη δίκη για λογαριασμό της αποβιωσάσης Ε. Π. , 2. Ε. Β. του Χ. , κατοίκου ... , ατομικώς και ως συνεχίζουσας τη δίκη για λογαριασμό της αποβιωσάσης Ε. Π. , οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Νέστωρα, 3 Α. Β. του Β. , 4.Μ. ( Μ.) συζ. Α. Β. το γένος Π. Μ. , 5.Γ. Β. του Α. , 6.Β. Β. του Α. , κατοίκων ... , που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 5423/2011 του ιδίου Δικαστηρίου και 2688/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-9-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Παπανδρέου ανέγνωσε την από 23-11-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των παρόντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1) Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από τις 4849β,4850β,4852β και 4851β/18-1-2018 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Εφετείου Αθηνών Αναστασίας Ανδρικοπούλου, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι πρώτη και δεύτερη αναιρεσίβλητοι, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και της βεβαίωσης του γραμματέα του παρόντος Δικαστηρίου περί της αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης από την αρχική δικάσιμο της 6-12-2017 στη σημερινή δικάσιμο με κλήση να παραστούν στη συζήτηση επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στους τρίτο, τέταρτη, πέμπτη και έκτο αναιρεσίβλητους αντίστοιχα.
Οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, και πρέπει να δικασθούν ερήμην, η συζήτηση όμως θα χωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ' ΚπολΔικ.
2. Με την από 30-9-2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 2688/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (τακτικής διαδικασίας), με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ'ουσία η από 5-3-2012 και 28-2-2012 αντίθετες εφέσεις του αναιρεσείοντος και των τρίτου, τέταρτης, πέμπτης και έκτου αναιρεσίβλητων αντίστοιχα, κατά της 5423/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, (με την οποία είχε απορριφθεί η από 29-6-2007 αγωγή αποζημίωσης του αναιρεσείοντος). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 Κ.Πολ.Δ Είναι συνεπώς παραδεκτοί(άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
3. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει.
4. Κατά το άρθρο 2 του ΑΚ ο νόμος ορίζει για το μέλλον και δεν έχει αναδρομική δύναμη. Κατά δε το άρθρο 77 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος 1975 η αυθεντική ερμηνεία των νόμων ανήκει στη νομοθετική λειτουργία. Το δικαίωμα που παρέχεται με την ως άνω συνταγματική διάταξη στη νομοθετική εξουσία για έκδοση ερμηνευτικών νόμων υφίσταται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο ερμηνευόμενος νόμος είναι ασαφής και, λόγω της ασάφειάς του προέκυψαν ή μπορούσαν να προκύψουν διαφωνίες στη νομική επιστήμη ή στα δικαστήρια για την αληθινή έννοιά του.
Την ύπαρξη της προϋπόθεσης αυτής, δηλαδή της ανάγκης ερμηνείας, οπότε η ισχύς του ερμηνευτικού νόμου ανατρέχει στο χρονικό σημείο έναρξης της ισχύος του ερμηνευόμενου νόμου, δικαιούνται να ελέγξουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 389/1978, 186/1980, 10/1990). Αν όμως ο νόμος δεν είναι πράγματι ερμηνευτικός ισχύει μόνο από τη δημοσίευσή του, κατά τη ρητή επιταγή της δεύτερης παραγράφου του προαναφερθέντος άρθρου 77 του ισχύοντος Συντάγματος (Ολ ΑΠ 22/1997).Την ύπαρξη της προϋπόθεσης αυτής, δηλαδή της ανάγκης ερμηνείας, οπότε η ισχύς του ερμηνευτικού νόμου ανατρέχει στο χρονικό σημείο έναρξης ισχύος του ερμηνευόμενου νόμου, δικαιούνται να ελέγξουν τα δικαστήρια (βλ.
ΟλΑΠ 22/1997,10/1990, ΑΠ 1214/2000). 5. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από την επανεκτίμηση του συνόλου των εγγράφων που τα διάδικα μέρη προσκομίζουν και επικαλούνται αποδεικνύονται κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η εφεσίβλητος σε αμφότερες τις εφέσεις προσθέτως παρεμβαίνουαα κατά του Ελληνικού Δημοσίου στην Πρωτοβάθμια δίκη, Ε. Π. υπηρέτησε στο "…..", ως μόνιμη υπάλληλος στη θέση κλάδου …., μέχρι 31-03-1991, οπότε παραιτήθηκε και συνταξιοδοτήθηκε. Το ως άνω νομικό πρόσωπο σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη, με το άρθρο 6 παρ 1 του Ν 2646/1998 καταργήθηκε ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο και συγχωνεύτηκε με άλλα νομικά πρόσωπα στο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "….".
Με την με αριθμό 9183/1999 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατόπιν σχετικής αγωγής της ανωτέρω κατά του …., αναγνωρίσθηκε ότι το τελευταίο οφείλει σε αυτήν ποσό δραχμών 2.500.140 δραχμές [ήδη 8.361 ευρώ], απόφαση η οποία κατέστη τελεσίδικη με την με αριθμό 6771/2001 απόφασης του διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η ανωτέρω με βάση τις ως άνω αποφάσεις ζήτησε και έλαβε την με αριθμό 2062/2003 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Αντίγραφο εξ απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής, με επιταγή προς εκτέλεση, επέδωσε στον Ε.Ο.Κ.Φ στις 24-03-2003 και στις 22-07-2003 προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση του επίδικου ακινήτου του τελευταίου, ήτοι των 2/3 εξ αδιαιρέτου οικοπέδου του.
εκτάσεως 831,89 τ.μ που βρίσκεται στην Κηφισιά, επί της οδού Ιωνίας αρ 31, το οποίο κατακυρώθηκε στους εναγόμενους και ήδη εφεσίβλητους υπερθεματιστές Ά. Μ. και Ε. Β. κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε έκαστο, οι οποίοι και μετέγραψαν νομίμως στο Υποθηκοφυλακείο Κηφισίας την υπ' αριθμ. 16767/2004 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, γεγόμενοι έτσι συγκύριοι του επίδικου ακινήτου.
Στη συνέχεια όμως δυνάμει του άρθρου 5 του Ν. 3106/20 "Ρυθμίσεις θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας" που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 10-02-2003 ορίστηκε ότι ο ανωτέρω οργανισμός καταργείται έξη [6] μήνες μετά την δημοσίευση του ανωτέρω νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι στις 10-08-2003.
Με το άρθρο ιδίου νόμου ορίστηκε ότι με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας , οι πιστώσεις του προϋπολογισμού του Ε.Ο.Κ.Φ, που αφορούν δαπάνες για το διάστημα από την κατάργηση του και μέχρι το τέλος του ιδίου οικονομικού έτους, μεταφέρονται στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας και στην συνέχεια κατανέμονται στους προϋπολογισμούς των Πε.ΣΥ.Π του Ε.Κ.Α.Κ.Β του Ε.Σ.Υ.ΚΦ και των Ο.Τ.Α, ανάλογα με τις προγραμματισμένες δαπάνες των υπηρεσιακών μονάδων του Ε.Ο.Κ.Φ που ενσωματώνονται και του προσωπικού που μεταφέρει στους παραπάνω φορείς.
Στη συνέχεια, με το άρθρο 21 παρ Α 1 του Ν. 3172.2003, μετά το πρώτο εδάφιο της παρ 1 του Ν. 3106/2003, προστέθηκε εδάφιο ως εξής: "ομοίως η κυριότητα και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του συνόλου της κινητής και ακίνητης περιουσίας του Ε.Ο.Κ.Φ , που χρησιμοποιείται από τις μονάδες αυτού που αναφέρονται στην παρ 2 του άρθρου 1 του Ν. 3106/2003, παρέρχεται αυτοδικαίως, χωρίς την τήρηση οποιουδήποτε τύπου, πράξης ή συμβολαίου και χωρίς αντάλλαγμα, στα Πε.Σ.Υ.Π στα οποία υπάγονται οι παραπάνω μονάδες του και με το άρθρο 21 παρ 2α του ιδίου Ν. 3172/2003 προστέθηκε στο ως άνω άρθρο 5 του Ν. 3 106/2003 παρ. 8 με την οποία ορίστηκε ότι "η κυριότητα της ακίνητης περιουσίας του Ε.Ο.Κ.Φ, η οποία δεν μεταφέρεται με τις διατάξεις του νόμου αυτού σε άλλους φορείς, περιέρχεται στο Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας, χωρίς την τήρηση οποιουδήποτε τύπου, πράξης ή συμβολαίου και χωρίς αντάλλαγμα, με την επιφύλαξη των κειμένων διατάξεων περί δωρεών, κληρονομιών και κληροδοσιών", ενώ δεν ορίστηκε προφανώς από παραδρομή, οτιδήποτε για την διαδοχή στις υποχρεώσεις του Ε.Ο.Κ.Φ.
Τελικώς, για την κάλυψη του ως άνω νομοθετικού κενού, με την διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 3209/2003 ορίστηκε ότι στο τέλος του άρθρου 5 του Ν. 3 106/2003 προστίθενται παράγραφοι 9-14 ως εξής: "10. Το Ελληνικό Δημόσιο υπεισέρχεται ως ειδικός διάδοχος στις υποχρεώσεις των Κεντρικών Υπηρεσιών του καταργούμενου με τις διατάξεις της παρ 1 του άρθρου 5 του Ν. 3106/2003 Εθνικού Οργανισμού Κοι¬νωνικής Φροντίδας [ Π.Ι.Κ.Π.Α και Ε.Ο.Π]".
Με βάση τα ανωτέρω όμως και σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αγωγή και στα διαλαμβανόμενα στην μείζονα σκέψη, το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής. Ειδικότερα όπως προαναφέρθηκε το Ελληνικό Δημόσιο είναι διάδοχος του καταργηθέντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Φροντίδας-Ε.Ο.Κ.Φ" το οποίο με την σειρά του ήταν διάδοχος του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Πατριωτικό ίδρυμα Κοινωνικής Πρόνοιας και Αντιλήψεως - Π.Ι.Κ.Π.Α".
Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις, αφενός είχε περιέλθει στο ενάγον και συγκεκριμένα στο Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας το επίδικο κατασχεθέν ακίνητο και αφετέρου, το ενάγον είχε καταστεί ειδικός διάδοχος των υποχρεώσεων του Ε.Ο.Κ.Φ και του Π.Ι.Κ.Π.Α και ως εκ τούτου οφειλέτης της επισπεύδουσας την κατάσχεση - προσθέτως παρεμβαίνουσας και ήδη εφεσίβλητης Ε.
Π. . Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτό υπεισήλθε στις υποχρεώσεις των ανωτέρω Ν.Π.Δ.Δ ως ειδικός διάδοχος αυτών μετά την διενέργεια του πλειστηριασμού, ήτοι μετά την 10-12-2003 και συγκεκριμένα την 24-12-2003, οπότε και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και άρχισε η ισχύς του Ν. 3209/2003 κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς ρητά στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου, το οποίο θεσπίστηκε ειδικά για την κάλυψη του νομοθετικού κενού που είχε δημιουργηθεί ως προς τις υποχρεώσεις των άνω καταργηθέντων ΝΠΔΔ, ορίστηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο υπεισέρχεται ως ειδικός διάδοχος στις υποχρεώσεις των Κεντρικών Υπηρεσιών του καταργούμενου με τις διατάξεις της παρ 1 του άρθρου 5 του Ν. 3 106/2003 Ε.Ο.Κ.Φ [Π.Ι.Κ.Π.Α] χωρίς κανένα άλλο περιορισμό ή εξειδίκευση.
Συνεπώς η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 2 Ν.3209/2003 είναι ερμηνευτική των διατάξεων του Ν. 3106/2003 και η ισχύς του ανατρέχει στον χρόνο κατάργησης του ως άνω ΝΠΔΔ. Κατά συνέπεια το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο είχε κατά τον χρόνο της διενέργειας του πλειστηριασμού την ιδιότητα του οφειλέτη, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναφέρθησαν στην μείζονα σκέψη, δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της υπό κρίση αγωγής, αλλά προστατευόταν μόνο με τις ανακοπές εκ του άρθρου 933 ΚπολΔ.". 6.
Έτσι κρίνοντας η προσβαλλόμενη, με τις προαναφερθείσες ορθές και επαρκείς αιτιολογίες, με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 2 του ΑΚ, 5 του ν.3106/2003 και 2 του ν. 3209/2003 και 1020 ΚΠολΔ έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου 2 ν.3209/2003 έχει αναδρομική ισχύ ανατρέχουσα στο χρόνο καταργήσεως του Ε.Ο.Κ.Φ αφού είναι ερμηνευτική εκείνης των άρθρων 5 παρ. 1,24 παρ.4 του Ν. 3106/2003 και σύμφωνη με το άρθρο 77 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον οι ερμηνευόμενες διατάξεις είναι ασαφείς και υπήρχε ανάγκη ερμηνείας, εφόσον δεν ρύθμιζαν όλες τις περιπτώσεις και ειδικότερα, από προφανή παραδρομή, το ζήτημα της διαδοχής του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου στις υποχρεώσεις του Ε.Ο.Κ.Φ.
Τα ανωτέρω δεν αντικρούονται από το γεγονός ότι δεν περιέχεται ρητή πρόβλεψη στο νόμο ότι αυτή η διάταξη θα εφαρμόζεται αναδρομικά, ενόψει της προηγούμενης παραδρομής του νομοθέτη και του χαρακτήρα της ρύθμισης ως ερμηνευτικής. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας, με την παραπάνω κρίση του, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και για το λόγο αυτό ο σχετικός μοναδικός, από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.
λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
7. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της. Τέλος, το αναιρεσείον που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων όμως, κατ' άρθρ. 22 παρ. 1 ν. 3693/ 1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 Εισ .Ν ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-9-2015 αίτηση αναίρεσης κατά της 2688/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της πρώτης και δεύτερου αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ