1006/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1006/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, θα πρέπει, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην προπαρατεθείσα διάταξη του άρθ. 576 ΚΠολΔ η συζήτηση επί της αιτήσεως αναιρέσεως να προχωρήσει χωρίς την παρουσία του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και ερευνηθεί η υπόθεση ως εάν ήταν παρών.
Full text
Απόφαση 1006 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1006/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ε. Κ. Δ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αρνέλλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 22-4-2015 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Ν. Ρ., κατοίκου ..., 2) Ι. Θ. Τ., κατοίκου ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΑΕΑΕ", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 2ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Οικονόμου, η 3η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Οικονόμου, ενώ ο 1ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-12-2009 και 19-6-2010 αγωγές του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με τις από 8-2-2010, 20-5-2010, 27-9-2010 και 9-12-2010 παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη 2ης των αναιρεσειουσών, με τις από 13-5-2010, 29-10-2010, 29-10-2010 και 29-12-2010 παρεμπίπτουσες αγωγές - αναγωγές της ήδη 3ης των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με τις από 10-5-2010 και 14-9-2010 κύριες παρεμβάσεις - αγωγές του "ΙΚΑ - ΕΤΑΜ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2551/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4365/2012 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 15-4-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Χυτήρογλου διάβασε την από 28-11-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου (εκ των αριθμών 1 και 19 άρθ. 559 ΚΠολΔ) λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως της 4365/2012 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και την απόρριψη του δεύτερου (εκ του αριθμού 12, ορθώς εκ του αριθμού 11α άρθ. 559 ΚΠολΔ).
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση από τις με αριθμούς 7946Γ/17-9-2014 και 11029Ε/29-12-2014 προσκομιζόμενες με επίκληση, εκθέσεις επίδοσης των αρμόδιων δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... και ..., αντίστοιχα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αίτησης αναίρεσης όπως και βεβαίωση αναβολής της υπόθεσης για την σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με κλήση να παραστεί κατ' αυτήν επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος δεν εμφανίστηκε, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Συνεπώς, θα πρέπει, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην προπαρατεθείσα διάταξη του άρθ. 576 ΚΠολΔ η συζήτηση επί της αιτήσεως αναιρέσεως να προχωρήσει χωρίς την παρουσία του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και ερευνηθεί η υπόθεση ως εάν ήταν παρών.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 και 932 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Ο από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν, δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού), και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.
Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν, από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Με την ένδικη αίτηση αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 άρθ. 559 Κ.Πολ.Δ.
διότι με τις ασαφείς ελλειπείς και αντιφατικές αιτιολογίες που περιέλαβε κατέστησε αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθ. 297, 298, 300, 330, 914 ΑΚ σχετικά με την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς της πρώτης αναιρεσείουσας και του επελθόντος αποτελέσματος, ήτοι, του τραυματισμού του παθόντος (πρώτου των αναιρεσιβλήτων), και την εξ' αυτού προκληθείσα ζημία του.
Κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου κατά το ενδιαφέρον μέρος έγιναν δεκτά τα εξής: "... Την 1-4-2009 και ώρα 11.10' περίπου, ο ενάγων Χ. Ρ., οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας ΧΖΜ ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, έβαινε στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Βεΐκου στην περιοχή Γαλατσίου, κατευθυνόμενος προς Νέο Ηράκλειο.
Η οδός Βεΐκου έχει δύο ρεύματα κυκλοφορίας που διαχωρίζονται μεταξύ τους με νησίδα ασφαλείας, ενώ το ρεύμα πορείας που κατευθύνεται προς το Ηράκλειο διαθέτει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας και έχει συνολικό πλάτος 10.70 μέτρα. Κατά την ώρα εκείνη η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή, επικρατούσαν συνθήκες φυσικού φωτισμού και το οδόστρωμα ήταν ξηρό, ενώ το ανώτατο όριο ταχύτητας ορίζεται σε 50χιλ./ώρα, δοθέντος ότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή.
Όταν το εν λόγω όχημα έφθασε στο σημείο που η οδός Βεΐκου συμβάλλει από δεξιά, σε σχέση με την πορεία του με ανώνυμη οδό, συγκρούστηκε με το υπ' αριθμό ΥΧΖ ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος Ι. Τ. και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, του κατόχου και οδηγού του στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΝΕΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΑΕΑΕ".
Ειδικότερα, ο τελευταίος οδηγός, κινούμενος στην πιο πάνω ανώνυμη οδό, στη συμβολή της οποίας με την οδό Βεΐκου υφίσταται ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2 (SΤΟΡ) και προτιθέμενος να εισέλθει στην οδό Βεΐκου και να κατευθυνθεί προς Ηράκλειο, εισήλθε σ' αυτή, χωρίς προηγουμένως να πραγματοποιήσει έλεγχο για το αν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία των λοιπών οχημάτων που ήδη έβαιναν στην ως άνω οδό, και μάλιστα, επειδή η δεξιά λωρίδα ήταν εν μέρει κατειλημμένη από σειρά σταθμευμένων οχημάτων, εισήλθε στη μεσαία λωρίδα.
Κατά εκείνη ακριβώς τη στιγμή και ενώ το όχημά του βρισκόταν σε διαγώνια θέση, πλησιάζοντας να ευθυγραμμιστεί, η προαναφερόμενη μοτοσικλέτα, που είχε ήδη φθάσει στη διασταύρωση και εκινείτο επ' αυτής, επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα της στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος, (τροχός και φτερό), του αυτοκινήτου, με συνέπεια, το μεν αυτοκίνητο να ακινητοποιηθεί στη μεσαία λωρίδα, το δε δίκυκλο να ανατραπεί προς τ' αριστερά και ο οδηγός του να καταπέσει στο οδόστρωμα στο δεξιό άκρο της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, ενώ η μοτοσικλέτα, αφού σύρθηκε διαγωνίως προς τ' αριστερά, μέσα στην ίδια, (αριστερή), λωρίδα κυκλοφορίας, καταλείποντας χαραγές μήκους 11 μέτρων, προσέκρουσε στη διαχωριστική νησίδα και ακολούθως, μετά πάροδο δύο (2) περίπου δευτερολέπτων, παρασύρθηκε, από το επερχόμενο υπ' αριθμ.
ΥΗΧ ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που έβαινε στην αριστερή λωρίδα, το οποίο οδηγείτο από την τρίτη εναγομένη Ε. Δ. και ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" και το οποίο, την ώρα της πρώτης σύγκρουσης βρισκόταν σε απόσταση περίπου 50-60 μέτρων πιο πίσω. Συγκεκριμένα, το δίκυκλο εγκλωβίστηκε κάτω από το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου και παρασύρθηκε σε απόσταση περίπου 50 μέτρων - καταλείποντας στο αριστερό τμήμα του οδοστρώματος, ισόμετρη χαραγή - όπου τελικώς ακινητοποιήθηκαν και τα δύο οχήματα μαζί, με τη μοτοσικλέτα έμπροσθεν του αυτοκινήτου, με τη δεξιά πλευρά της επί του οδοστρώματος, παρότι είχε ανατραπεί προς τ' αριστερά, (βλ.
πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας Ν. Ιωνίας και προσκομιζόμενη φωτογραφία που απεικονίζει την τελική θέση). Το εν λόγω αυτοκίνητο, όμως, δεν παρέσυρε μόνο τη μοτοσικλέτα, αλλά όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια χτύπησε και παρέσυρε και τον οδηγό αυτής, τραυματίζοντάς τον. Και ναι μεν στο προσκομιζόμενο πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαία Νέας Ιωνίας, δεν αποτυπώνεται το πιθανό σημείο της πρώτης αρχικής σύγκρουσης της μοτοσικλέτας με το υπ' αριθμ.
ΥΧΖ ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, πλην όμως, με δεδομένες τις πορείες των δύο οχημάτων, τα σημεία σύγκρουσης αυτών και την σημαινόμενη στην αφετηρία της χαραγής, που τοποθετείται 4 μέτρα μετά το τέλος της συμβολής των οδών, το δικαστήριο κρίνει ότι η πρώτη σύγκρουση έλαβε χώρα στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας μετά το κέντρο της συμβολής των πιο πάνω οδών.
Ο εναγόμενος οδηγός Ι. Τ. ισχυρίζεται ότι εισήλθε στο οδόστρωμα της οδού Βεΐκου κατόπιν ελέγχου της κυκλοφορίας και αφού προηγουμένως παραχώρησε σ' αυτόν προτεραιότητα οδηγός άγνωστου λευκού αυτοκινήτου που έβαινε στη δεξιά λωρίδα της οδού Βεΐκου, με κατεύθυνση προς Ν. Ηράκλειο, ο οποίος προτίθετο να εισέλθει δεξιά στην ίδια ανώνυμη οδό από την οποία εξήρχετο ο πρώτος και ότι κατά τη στιγμή εκείνη, η προαναφερόμενη μοτοσικλέτα, υπερβαίνοντας από αριστερά το λευκό αυτοκίνητο, εμφανίσθηκε και εισήλθε στη διασταύρωση.
Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, διότι δεν ενισχύεται από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο, ούτε η όψιμη ενώπιον του πρωτοβάθμιου ακροατηρίου και αόριστη κατάθεση της μάρτυρος Χ. Μ. ότι "ήταν ένα IX 20 - 30 μέτρα μπροστά, είδαμε τη μοτοσικλέτα να προσπερνάει μπροστά στο αυτοκίνητο", είναι επαρκής να επιβεβαιώσει τον ως άνω ισχυρισμό.
Δοθέντος μάλιστα, ότι στην προανακριτική της κατάθεση τίποτε σχετικό δεν ανέφερε περί υπάρξεως άλλου αυτοκινήτου και υπερβάσεως τούτου από τη μοτοσικλέτα. Άλλωστε, ας σημειωθεί, ως εκ περισσού, πέραν της ουσιαστικής αβασιμότητας του ισχυρισμού αυτού, ότι παρίσταται και αλυσιτελής, διότι η παραχώρηση προτεραιότητας από ένα χρήστη της οδού, δεν αίρει την υποχρέωση του εναγομένου οδηγού να βεβαιωθεί ότι εισερχόμενος στην οδό Βεΐκου δεν θα δημιουργήσει κίνδυνο για τους λοιπούς χρήστες της οδού.
Περαιτέρω, ούτε η τελική θέση του μοτοσικλετιστή στο οδόστρωμα κατέστη δυνατόν να διακριβωθεί κατά την προανάκριση, παρά τις προσπάθειες των επιληφθέντων αστυνομικών οργάνων, (βλ. από 30-5-2009 ένορκη κατάθεση του αστυνομικού Ε. Λ.), εφόσον δεν υπάρχουν αντικειμενικά ευρήματα, (κηλίδες αίματος ή άλλο τι), και ο παθών είχε παραληφθεί από το ΕΚΑΒ, πριν από την μετάβαση των αστυνομικών αρχών.
Η έλλειψη τέτοιων ευρημάτων, όμως, έστω συνεπικουρούμενη και από τις καταθέσεις της μάρτυρος Χ. Μ., που επέβαινε στο υπ' αριθμ. ΥΗΧ ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, δεν είναι στοιχεία επαρκή, ώστε να ενισχύουν τον ισχυρισμό της τρίτης και τετάρτης των εναγομένων περί του ότι ο παθών, μετά την ανατροπή του δικύκλου κατέπεσε στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας και ουδόλως κτυπήθηκε ή παρασύρθηκε από το υπ' αριθμ.
ΥΗΧ ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο. Και τούτο, διότι ο ίδιος ο ενάγων στην από 30-4-4009 ένορκη προανακριτική κατάθεσή του, με τρόπο σαφή και πειστικό, βεβαίωσε κατηγορηματικά ότι ενόσω είχε καταπέσει στο οδόστρωμα, "ένοιωσε κάτι να τον κτυπάει στην πλάτη και να τον σέρνει στο οδόστρωμα", κατάθεση για την αξιοπιστία της οποίας δεν έχει λόγο να αμφιβάλει το δικαστήριο και η οποία δεν καταλείπει καμία αμφιβολία ότι το πιο πάνω αυτοκίνητο που οδηγούσε η Ε.
Δ., κτύπησε και παρέσυρε τούτον, χωρίς, βεβαίως από τις αποδείξεις να προκύψει ότι τον παρέσυρε το ίδιο το αυτοκίνητο ή η συρόμενη από τούτο μοτοσικλέτα, γεγονός, όμως, που είναι αδιάφορο, αφού και στις δύο περιπτώσεις δεν αίρεται, ούτε διακόπτεται η μεταξύ του οδηγικού πταίσματος της ως άνω οδηγού και του τραυματισμού του ενάγοντος, αιτιώδης συνάφεια.
Επομένως, η κατάθεση της ανωτέρω μάρτυρος, φίλης της Ε. Δ., που επέβαινε στο αυτοκίνητο της τελευταίας, ότι ο παθών μετά την ανατροπή της μοτοσικλέτας, βρίσκονταν πεσμένος στη μεσαία λωρίδα και παρέμεινε στο σημείο αυτό, ελέγχεται ως προς την αξιοπιστία της, και για τον πρόσθετο λόγο, ότι εάν τούτο ήταν αληθές, δεν θα είχε παρασυρθεί από το υπ' αριθμ.
ΥΗΧ ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που αποδεδειγμένα έβαινε στην αριστερή λωρίδα της οδού Βεΐκου. Επίσης, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η οδηγός του ανωτέρω οχήματος αντέδρασε αμέσως με τροχοπέδηση ή προέβη σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, αποφευκτική της παράσυρσης του δικύκλου και οδηγού του, όταν αντιλήφθηκε στο ορατό τμήμα της οδού, προς τα δεξιά της την προηγηθείσα σύγκρουση και την ανατροπή του δικύκλου.
Αντίθετα, η έλλειψη κάθε ίχνους πέδησης, και η περί τούτου εκφρασθείσα από την επιβαίνουσα στο αυτοκίνητό της αβεβαιότητα, (βλ. από 19-5-2009 προανακριτική κατάθεση της Χ. Μ.), καταδεικνύει ότι η οδηγός Ε. Δ., δεν προέβη σε καμμία ενέργεια, ώστε να αποφύγει ή έστω να ελαχιστοποιήσει τις συνέπειες της παράσυρσης του ενάγοντος, γεγονός που υποδηλώνει, ότι αυτή δεν είχε τεταμένη την προσοχή της και δεν βρισκόταν σε ετοιμότητα, αντιλήφθηκε δε με καθυστέρηση την προηγηθείσα σύγκρουση.
Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, που προκύπτουν ανενδοίαστα από τη συνολική αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων και κυρίως της εκθέσεως αυτοψίας, του συνοδευτικού διαγράμματος, των προσκομιζομένων φωτογραφιών και των μαρτυρικών καταθέσεων, καθώς και των κανόνων της κοινής πείρας και λογικής, το δικαστήριο άγεται στο συμπέρασμα ότι το ένδικο ατύχημα κι ο συνεπεία τούτου σοβαρός τραυματισμός του ενάγοντος οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα αμφοτέρων των εναγομένων οδηγών, επιμεριζόμενη σε ποσοστό 60% για τον οδηγό Ι.
Τ. και 40% για την οδηγό Ε. Δ.. Ειδικότερα, η αμέλεια του πρώτου συνίσταται στο ότι αυτός δεν επέδειξε, κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του, την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε, από τις περιστάσεις, να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής και της οδικής κυκλοφορίας, (άρθρο 330 εδ.
β' Α.Κ), και ειδικότερα, ενώ όφειλε, όταν προσέγγισε στη συμβολή της πιο πάνω ανωνύμου οδού με την οδό Βεΐκου, να ακινητοποιήσει το όχημά του, πριν από την υπάρχουσα στην πορεία του, πινακίδα SΤΟΡ, και να παραχωρήσει προτεραιότητα στο δίκυκλο που οδηγούσε ο ενάγων και κινείτο στην οδό Βεΐκου, δεν ενήργησε έτσι, (άρθρο 4 παρ. 1β' και 3, Ρ-2 ΚΟΚ), αλλά εισήλθε ανέλεγκτα στη διασταύρωση χωρίς να προβλέψει ότι η ενέργειά του αυτή μπορούσε να δημιουργήσει κίνδυνο στα οχήματα που έβαιναν από αριστερά του στην οδό Βεΐκου, με αποτέλεσμα να παρακωλύσει την ομαλή πορεία της υπ' αριθμ.
ΧΖΜ ... μοτοσικλέτας και να προκαλέσει το ένδικο ατύχημα, παρά το ότι είχε υποχρέωση να αναμείνει τη διέλευσή της και να εισέλθει στο οδόστρωμα με ασφάλεια, όταν οι συνθήκες της κυκλοφορίας το επέτρεπαν. Η αμέλεια που βαρύνει την οδηγό Ε. Δ., εξάλλου, συνίσταται στο ότι αυτή δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή και δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματός της, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες της κυκλοφορίας (πυκνή κίνηση), αλλά και το γεγονός ότι, ως εκ της ηλικίας της (78 ετών), κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, είχε περιορισμένη ικανότητα άμεσης και ταχείας αντιδράσεως, με αποτέλεσμα να μην ασκεί τον πλήρη έλεγχο του οχήματός της, ώστε, αν παρίστατο ανάγκη, να είναι σε θέση να ακινητοποιήσει τούτο προ οποιουδήποτε εμποδίου που βρίσκεται στο ορατό, εμπρός απ' αυτήν, τμήμα της οδού και το οποίο δεν είναι απρόβλεπτο.
Και στην προκειμένη περίπτωση, η ως άνω οδηγός δεν μπόρεσε να προβεί σε καμία αποφευκτική ενέργεια, παρότι αντιλήφθηκε, ή σε κάθε περίπτωση, ενόψει του ότι η οδός ήταν ευθεία, και η ορατότητά της δεν εμποδιζόταν, όφειλε να αντιληφθεί την ανατροπή της μοτοσικλέτας από απόσταση τουλάχιστον 50-60 μέτρων, όπως σαφώς συνάγεται από το χρόνο των δύο (2) δευτερολέπτων που μεσολάβησε από την πτώση του μοτοσικλετιστή και της μοτοσικλέτας στο οδόστρωμα, στην ευθεία της πορείας της μέχρι την παράσυρσή τους, (βλ.
κατάθεση Ι. Τ. στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου), αλλ' ακόμη και μετά την παράσυρση δεν αντέδρασε ουδόλως, όπως θα αντιδρούσε ο μέσος συνετός οδηγός με ακαριαία πέδηση, αλλά συνέχισε με αμείωτη ταχύτητα να παρασύρει τη μοτοσικλέτα σε ικανή απόσταση, με αποτέλεσμα να επιτείνει τις συνέπειες του συμβάντος.
Η πιο πάνω επιδειχθείσα αμελής συμπεριφορά των εναγομένων οδηγών συνιστά και παράβαση των διατάξεων του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) και ειδικότερα των άρθρων 4 παρ. 1β και 3, 12 παρ. 1 και 26 παρ. 1, 4 για τον οδηγό Ι. Τ. και 19 παρ. 1, 2 και 12 παρ. 1 για την οδηγό Ε. Δ. και οι παραβάσεις αυτές συνδέονται αιτιωδώς με το επίδικο τροχαίο συμβάν.
Στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε είδους υπαιτιότητα του ενάγοντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος δεν αποδείχθηκαν, εφόσον αυτός έβαινε σε οδό προτεραιότητας και είχε την πεποίθηση ότι μπορούσε να συνεχίσει την πορεία του ακώλυτα ακόμη και όταν έφθασε στην συμβολή με την πιο πάνω ανώνυμη οδό, ενώ από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι η ταχύτητά του υπερέβαινε την ανωτάτη επιτρεπόμενη ταχύτητα των 50 χιλ./ώρα ή ήταν τέτοια που αποστερούσε τον έλεγχο του οχήματός του.
Επίσης, δεν βεβαιώθηκε με θετικό τρόπο, αν αυτός είχε τη δυνατότητα να προβεί σε κάποια αποφευκτική ενέργεια, εφόσον η είσοδος του υπ' αριθμ. ΥΧΖ ... ΙΧΕ αυτοκινήτου στην πορεία του και μάλιστα στη μεσαία λωρίδα, όπου έβαινε αυτός, ήταν αιφνίδια και απρόσμενη και του αποστέρησε κάθε δυνατότητα αντίδρασης, πλην της πέδησης, στην οποία προέβη, η οποία, όμως ήταν αναποτελεσματική, λόγω της μικρής απόστασης που χώριζε τα δύο οχήματα.
Ακόμη, ο οδηγός Ι. Τ. και η ασφαλίζουσα το όχημά του εταιρία ισχυρίζονται, με το δεύτερο λόγο εφέσεώς τους, ότι οι συνέπειες του ατυχήματος και άρα οι ζημίες του ενάγοντος (τραυματισμός και ζημίες μοτοσικλέτας) δεν συνδέονται αιτιωδώς με το οδηγικό πταίσμα του ιδίου, διότι επήλθαν σε δεύτερο χρόνο, εξαιτίας της παράσυρσης του ενάγοντος και του οχήματός του από το αυτοκίνητο της συνεναγομένης οδηγού Ε.
Δ.. Ο ισχυρισμός αυτός που αποτελεί άρνηση της αγωγής του παθόντος, είναι απορριπτέος διότι, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες ειδικότερες περιστάσεις του ένδικου συμβάντος, οι παραλείψεις του ως άνω οδηγού τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με τον τραυματισμό του ενάγοντος, όπως αυτός θα περιγραφεί ειδικότερα παρακάτω, και την επέλευση βλαβών στο όχημά του και άρα με τη ζημία του τελευταίου, αφού οι πράξεις και παραλείψεις αυτές, (ανέλεγκτη είσοδος στην οδό Βεΐκου, παραβίαση προτεραιότητας), αποτελούν γεγονός καθεαυτό ικανό και δυνάμενο, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το τελικό επιζήμιο αποτέλεσμα, δηλαδή, την παράσυρση της αναφερόμενης μοτοσικλέτας και του καταπεσόντος στο οδόστρωμα οδηγού της, από άλλο αυτοκίνητο κινούμενο σε μία από τις λοιπές λωρίδες της έχουσας πυκνή κυκλοφορία ως άνω οδού ...
Ο ίδιος ισχυρισμός είναι ερευνητέος και εκτιμάται στα πλαίσια των παρεμπιπτουσών αναγωγών, με την έννοια της αιτιώδους συμβολής στην πρόκληση της ζημίας ή της υπαιτιότητας ... Τέλος, η εναγομένη Ε. Δ. και η ασφαλίζουσα το όχημά της εταιρία ισχυρίζονται με τον πρόσθετο λόγο εφέσεώς τους ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι συνυπαίτια του ατυχήματος είναι και η ίδια, μολονότι η συνεναγομένη ασφαλιστική εταιρία, που ασφάλιζε το όχημα του Ι.
Τ., ομολόγησε, εξωδίκως, ότι η ευθύνη βαρύνει τον ασφαλισμένο της και αποζημίωσε πλήρως τις προκληθείσες στο όχημά της υλικές ζημίες και ότι την ομολογία αυτή δεν έχει ανακαλέσει. Πράγματι, από την προσκομιζόμενη με ημερομηνία 1-6-2009 απόδειξη αποζημιώσεως της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΝΕΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΑΕΑΕ" αποδεικνύεται ότι η τελευταία κατέβαλε στην Ε.
Δ. το ποσό των 1390 ευρώ ως αποζημίωση των υλικών ζημιών που υπέστη το όχημά της κατά το προπεριγραφόμενο ατύχημα. Όμως, το δικαστήριο τούτο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, το οποίο σημειωτέον, επιδρά υποκειμενικά μόνο ως προς την ασφαλιστική εταιρεία, χωρίς να επηρεάζει τη θέση του ασφαλισμένου της, κρίνει ότι δεν συνιστά εξώδικη ομολογία περί αναλήψεως αποκλειστικής ευθύνης για τον τραυματισμό του ενάγοντος και τις εν γένει συνέπειες του ατυχήματος για όλους τους εμπλεκόμενους, αλλά μόνο για τις υλικές ζημίες - και μάλιστα μικρού ύψους - που προκλήθηκαν στο αυτοκίνητο της Ε.
Δ.. Συγκεκριμένα, αξιολογείται ως ομολογία του πταίσματός του που σχετίζεται με την παραβίαση του SΤΟΡ και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εκληφθεί ως ανάληψη συνολικής αποκλειστικής ευθύνης έναντι του ενάγοντος, τη σοβαρότητα τραυματισμού του οποίου δεν είχε υπόψη της η ως άνω εταιρία. Άλλωστε, το ως άνω έγγραφο δεν περιέχει ομολογία, επιβλαβών πραγματικών περιστατικών εκ μέρους της εταιρίας, τα οποία και μόνο αποτελούν αντικείμενο ομολογίας και όχι αξιολογικές κρίσεις για τον βαθμό υπαιτιότητας κάθε οδηγού.
Εξάλλου, ούτε από το περιεχόμενο των ένδικων αγωγών συνάγεται δικαστική ομολογία περί έλλειψης κάθε ευθύνης της πρώτης εναγομένης, όπως ισχυρίζεται η ίδια. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την ίδια αιτιολογία, η οποία πρέπει να συμπληρωθεί με αυτή της παρούσης έκρινε ότι για τις προσγενόμενες στον ενάγοντα ζημίες ευθύνονται σ' ολόκληρο όλοι οι εναγόμενοι και κατένειμε τα ποσοστά υπαιτιότητας κατά τον ίδιο τρόπο, ορθώς έκρινε.
Ορθώς, επίσης, απέρριψε την εκ μέρους των εναγομένων προταθείσα και επαναφερόμενη και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ένσταση περί συνυπαιτιότητας του παθόντος ...". Από τις παραδοχές της απόφασης όπως παρατέθηκαν ανωτέρω προκύπτει ότι υπάρχουν ελλειπείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το διά της αναιρέσεως πληττόμενο θέμα ήτοι την υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας οδηγού Ε.
Δ. οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθ. 914, 297, 298, 300, 330 ΑΚ. Ειδικότερα: 1) Δεδομένης, κατά τις παραδοχές της απόφασης, της μη συγκλίνουσας θέσης του σώματος του παθόντος και της μοτοσικλέτας του μετά την σύγκρουση με το αυτοκίνητο του δεύτερου και την ανατροπή της δεν διευκρινίζεται ποιά η πορεία του σώματος του παθόντος σε σχέση με εκείνη της μοτοσικλέτας του, όπως και οι ειδικότερες συνθήκες της παράσυρσής του, ήτοι αν έγινε πριν ή μετά την παράσυρση της μοτοσικλέτας του, από το αυτοκίνητο της αναιρεσείουσας, ώστε να διαπιστωθεί κατά αρχήν ότι οι σωματικές βλάβες που υπέστη οφείλονται σ' αυτήν και όχι στην ανατροπή της μοτοσικλέτας μετά την σύγκρουση και εντεύθεν η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αποδιδομένης στην πρώτη αναιρεσείουσα παράνομης και υπαίτιας συμπεριφορά και στο επελθόν αποτέλεσμα. 2) Ομοίως, αν και γίνεται δεκτό ότι η πρώτη αναιρεσείουσα "...
δεν αντέδρασε ως ο μέσος συνετός οδηγός, με άμεση ακαριαία πέδηση στο χρόνο των δύο (2) δευτερολέπτων που μεσολάβησε από την πτώση του οδηγού και την ανατροπή της μοτοσικλέτας στο οδόστρωμα μέχρι την παράσυρσή των, και δεν έκανε οποιαδήποτε άλλη αποφευκτική κίνηση ...", παραλείπει να διευκρινίσει αν η ακαριαία πέδηση θα είχε ως συνέπεια την αποτροπή της παράσυρσης του παθόντος και του τραυματισμού του καθώς και ποιά αποφευκτική ενέργεια δεν έπραξε που θα είχε ως αποτέλεσμα την αποτροπή του τραυματισμού του παθόντος (πρώτου των αναιρεσιβλήτων).
Η άνω ασάφεια επιτείνεται από την έλλειψη οποιουδήποτε προσδιοριστικού στοιχείου της ταχύτητας με την οποία κινείτο η αναιρεσείουσα και η οποία είναι απαραίτητη προκειμένου να διαπιστωθεί ότι η παραληφθείσα ακαριαία πέδηση του αυτοκινήτου που της αποδίδεται ως αμελής συμπεριφορά θα είχε ως αποτέλεσμα την αποτροπή της παράσυρσης του παθόντος.
Επίσης, δεν προσδιορίζει τις δυνατότητες του μέσου συνετού οδηγού, ο οποίος, οδηγώντας το αυτοκίνητό του με τις ίδιες προϋποθέσεις με εκείνες της αναιρεσείουσας, ήτοι, αντιλαμβανόμενος πριν δύο δευτερόλεπτα την αρχική σύγκρουση του μοτοσικλετιστή με το αυτοκίνητο του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, κινούμενος με την ίδια μ' αυτήν ταχύτητα, είχε την δυνατότητα να αποτρέψει το επελθόν αποτέλεσμα του τραυματισμού του παθόντος με ακαριαία πέδηση ή άλλο αποφευκτικό ελιγμό.
Όλα τα ανωτέρω καθιστούν τις παραδοχές ασαφείς και ελλειπείς ώστε να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων 297, 298, 300, 330, 914 ΑΚ.
Συνεπώς, δεκτού γινομένου του σχετικού εκ του αριθ. 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, παρελκομένης της έρευνας των λοιπών, δεδομένου ότι η αναιρετική εμβέλειά του καλύπτει και όσα δι' αυτών προσβάλλονται, θα πρέπει η πληττόμενη απόφαση να αναιρεθεί κατά το μέρος που αφορά την απόδοση συνυπαιτιότητας στην αναιρεσείουσα και παραπεμφθεί κατά τούτο στο Εφετείο Αθηνών συντιθέμενο από άλλο δικαστή προκειμένου να ερευνηθεί η υπόθεση εκ νέου κατά το άνω αναιρούμενο μέρος και τα συνεχόμενα με αυτό κεφάλαια. Ο ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων ότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη διότι με την προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου έχει κριθεί ήδη με δύναμη δεδικασμένου ότι υποχρεούνται όλοι οι παρόντες διάδικοι, πλην του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ήτοι αναιρεσείοντες και αναιρεσίβλητοι, καθένας εις ολόκληρο να καταβάλουν στο (μη διάδικο) ΙΚΑ - ΕΤΑΜ κατά παραδοχή των εναντίον των αγωγών του το ποσό που κατέβαλε ή θα καταβάλει για συντάξεις και δαπάνες περίθαλψης στον παθόντα πρώτο αναιρεσίβλητο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος δεδομένου ότι το επικαλούμενο δεδικασμένο δεν αφορά τους παρόντες διαδίκους και τις μεταξύ των σχέσεις.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ σε συνδυασμό και με τα άρθρα 671 παρ. 1 και 681Α' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι όταν το δικαστήριο εκδικάζει και τις διαφορές από αυτοκινητικά ατυχήματα και από τη σύμβαση ασφάλειάς τους, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Αν το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα επιτρεπόμενα (άρθρο 559 αρ. 11 περ. α' ΚΠολΔ) έγγραφα τα οποία ο διάδικος νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε σ' αυτό, δεν ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ.
α' του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, όπως σ' αυτή βεβαιώνεται, επί του ουσιώδους ζητήματος της αποθετικής ζημίας του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, μεταξύ των λοιπών εγγράφων που εκείνος επικαλέστηκε και προσκόμισε στα δικαστήρια της ουσίας και την από 28/9/2010 απλή βεβαίωση της τότε εργοδότριάς του εταιρείας με την επωνυμία "..." στην οποία αναφέρονται οι τότε ημερήσιες αποδοχές του.
Επομένως, η ως άνω απλή βεβαίωση που λήφθηκε υπόψη μόνο για την απασχόλησή του και για το ύψος του ημερομισθίου του δεν αποτελεί ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και σύννομα (άρθρο 671 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ορθώς αξιολογήθηκε και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Γι' αυτό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο δεύτερος, ορθώς εκτιμώμενος από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.
Α' και όχι 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του το ως άνω αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει διότι καταρτίστηκε για την δίκη αυτή, ενώ η επικαλούμενη με τον σχετικό λόγο απαγόρευση ισχύει επί αποδεικτικού μέσου που φέρει την μορφή βεβαιώσεως του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 1599/1986, (βλ.
σχ. ΑΠ 743/2011). Αλλά ο ίδιος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση διότι για την απόδειξη των διαφυγόντων κερδών του παθόντος δεν έλαβε υπόψη της το 5064/2010 πιστοποιητικό της ΙΔ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών από το οποίο προέκυπτε ότι το ετήσιο εισόδημά του κατά το έτος 2008 ανήρχετο σε 846 ευρώ και το επόμενο έτος σε 1797,32 ευρώ και το οποίο ως δημόσιο έγγραφο είχε αυξημένη αποδεικτική δύναμη παράγοντας πλήρη απόδειξη για τα βεβαιούμενα σ' αυτό γεγονότα πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αβάσιμος, αφού δεν προσκομίζεται το άνω έγγραφο για να διακριβωθεί το περιεχόμενό του, αλλά και διότι κατά τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης ναι μεν το άνω πιστοποιητικό είναι δημόσιο έγγραφο, πλην όμως, δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς τα βεβαιούμενα σ' αυτό, αφού περιέχει δηλώσεις του παθόντος για τα εισοδήματά του τα άνω έτη ως προς τις οποίες αυτό (εν λόγω έγγραφο) εκτιμάται ελεύθερα ως δικαστικό τεκμήριο, ενώ η όποια τυχόν ομολογία του εργαζομένου -παθόντος, εντός αυτού, είναι εξώδικη και ως τέτοια δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη.
Συνεπώς ο άνω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Έτσι, μετά την παραδοχή ως βάσιμου του εκ του αριθμού 19 άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την συνυπαιτιότητα της πρώτης αναιρεσείουσας και αναπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών συντιθέμενο από άλλο δικαστή προκειμένου να ερευνηθεί κατά τούτο. Διαταχθεί η επιστροφή των παραβόλων στις αναιρεσείουσες και καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών, που παρέστησαν με δικηγόρο και κατέθεσαν κοινές προτάσεις (άρθρ. 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4365/2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αφορά το περί συνυπαιτιότητας της πρώτης των αναιρεσειουσών στο ατύχημα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, κεφάλαιο.
Διατάσσει την απόδοση των παραβόλων στις αναιρεσείουσες.
Διατάσσει την αναπομπή της υπόθεσης στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών συντιθέμενο από άλλο δικαστή προκειμένου να δικάσει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος της. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειουσών, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουλίου 2015.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ