1006/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 31/8/2005 και 22/9/2005 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, τις από 10/12006 2 παρεμπίπτουσες αγωγές - προσεπικλήσεις - ανακοινώσεις δίκης και την από 10/1/2006 παρεμπίπτουσα αγωγή-αναγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την από 27/2/2006 παρεμπίπτουσα αγωγή νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 485/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2502/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/3/2009 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1006/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα δε με την διάταξη του άρθρου 26§5 του Κ.Ο.Κ. "Στους κόμβους χωρίς (την κατά την §4 αυτού κατάλληλη) σήμανση η προτεραιότητα ανήκει σε αυτόν που έρχεται από δεξιά. Κατ' εξαίρεση: α)... β) αυτοί που εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδιο ιδιοκτησία, χώρο στάθμευσης και σταθμούς ανεφοδιασμού και εξυπηρέτησης οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα σε αυτούς που κινούνται στην οδό".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1006 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1006/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Ζαχαριάδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Τ. του Γ., χήρας Σ. Κ. ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της Κ. Κ. του Σ., 2) Ζ. Κ. του Σ., ατομικά και ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικά αναιρεσίβλητου Σ. Κ. του Κ., ο οποίος απεβίωσε στις 10/1/2009 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 3/2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δήμου ..., για λογαριασμό του οποίου συνεχίζουν την παρούσα δίκη, 3) Κ. Κ. του Ε., 4) Ε. συζύγου Κ. Κ., κατοίκων ..., 5) Γ. Τ. του Δ., 6) Ε. συζύγου Γ. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Μπανιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 31/8/2005 και 22/9/2005 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, τις από 10/12006 2 παρεμπίπτουσες αγωγές - προσεπικλήσεις - ανακοινώσεις δίκης και την από 10/1/2006 παρεμπίπτουσα αγωγή-αναγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την από 27/2/2006 παρεμπίπτουσα αγωγή νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 485/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2502/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/3/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου ανέγνωσε την από 25/1/2010 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Σοφίας Καραχάλιου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατ' άρθρο 62 ΚΠολΔ ικανός να είναι διάδικος, είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (73 ΚΠολΔ) προκειμένου για φυσικό πρόσωπο παύει να υπάρχει με το θάνατό του (35 ΑΚ). Εξ άλλου, κατ' άρθρο 313 παρ. 1 εδ.
δ' ΚΠολΔ απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη που είχε διεξαχθεί κατ' ανυπάρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και το αποβιώσαν, δεν έχει υπόσταση, χαρακτηριζόμενη ρητά ως ανύπαρκτη. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. ΚΠολΔ, τα οποία εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη (573 παρ. 1 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις ανωτέρω διατάξεις, αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια (προτού αποπερατωθεί η δίκη αμετακλήτως), αν μεν ο θάνατός του επήλθε μέχρι πέρατος της προφορικής συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, τότε τηρουμένων και των λοιπών νομίμων διατυπώσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου προς τον αντίδικο, επέρχεται διακοπή της δίκης με συνέπεια όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι της νόμιμης επαναλήψεως διαδικαστικές πράξεις, εκτός της τυχόν εκδιδόμενης απόφασης να λογίζονται άκυρες.
Αν δε ο θάνατος έλαβε χώραν μετά το πέρας της συζητήσεως εκείνης, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής επ' αυτής αποφάσεως, τότε, εφ' όσον δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, τα ασκούμενα κατά της ως άνω αποφάσεως ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατά του αποβιώσαντος είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση προτού ασκηθεί η αναίρεσή του, με οποιονδήποτε τρόπο, του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.
Η αναίρεση συνεπώς που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 27/1987).
Στην παρούσα περίπτωση, η υπό κρίση από 3.3.2009 αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται εκτός άλλων, και κατά του Σ. Κ., ως αντιδίκου του αναιρεσείοντος. Κατά τη χωρήσασα όμως συζήτηση αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αντί του ανωτέρω αναιρεσιβλήτου, εμφανίστηκαν και παρέστησαν η Χ. Τ., ατομικά και για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου της Κ.
Κ. καθώς και ο ήδη ενηλικιωθείς Ζ. Κ. και δήλωσαν και δη η εκ τούτων Χ. Τ. ατομικά και υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά της, ότι ο κληρονομηθείς εξ αδιαθέτου υπ' αυτών πρώτος των αναιρεσιβλήτων απεβίωσε στις 10.1.2009 προ της ασκήσεως στις 5.3.2009 στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης της ένδικης αναιρέσεως, γεγονός, του οποίου, λόγω και της έλλειψης σχετικού ισχυρισμού από τους παραστάντες ως άνω κληρονόμους του, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι τελούσε σε γνώση ο αναιρεσείων κατά τον κρίσιμο χρόνο (5.3.2009) άσκησης της αναίρεσης.
Κατά συνέπεια, είναι έγκυρη η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και νομίμως χωρεί η συζήτηση αυτής μετά των εμφανισθέντων ως άνω κληρονόμων του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου, που υπερασπίζουν την ουσία της υπόθεσης, χωρίς ο αναιρεσείων να αμφισβητεί την ιδιότητά τους και ως κληρονόμων του. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν.
ΓΠΝ/1911, 297 έως 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., συνάγεται ότι, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων οχημάτων, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά του οδηγού παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας. Μορφή υπαιτιότητας αποτελεί και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο την συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα οδικής Κυκλοφορίας δεν θεμελιώνει, αυτή καθ' εαυτή, υπαιτιότητα στην επέλευση της συγκρούσεως αυτοκινήτων, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί, σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Σύμφωνα δε με την διάταξη του άρθρου 26§5 του Κ.Ο.Κ. "Στους κόμβους χωρίς (την κατά την §4 αυτού κατάλληλη) σήμανση η προτεραιότητα ανήκει σε αυτόν που έρχεται από δεξιά. Κατ' εξαίρεση: α)... β) αυτοί που εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδιο ιδιοκτησία, χώρο στάθμευσης και σταθμούς ανεφοδιασμού και εξυπηρέτησης οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα σε αυτούς που κινούνται στην οδό".
Εξ άλλου, οι έννοιες της υπαιτιότητος και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος στο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγού, για την επέλευση της ζημίας, και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ.
α' και β' και 19 του Κ.Πολ.Δ, για ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και για παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας, καθώς και για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως. Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου, περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχεται το δικαστήριο, ως αποδειχθέντα, καθ' εαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Περαιτέρω, έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, συντρέχει και όταν η απόφαση έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντιφατικότητα δε ή ανεπάρκεια της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αναφέρονται αντιφατικώς ή ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Δεν συνιστούν, όμως, ανεπαρκή αιτιολογία ελλείψεις, οι οποίες ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Για το ορισμένο δε του λόγου αυτού αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο και μάλιστα ενάριθμα ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε καθώς και ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση.
Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, εν σχέσει προς την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οδηγών, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "Στις 9 Αυγούστου 2005 και περί ώρα 19.30 περίπου, ο ανήλικος Ζ. Κ.
του Σ., 15 ετών, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ανασφάλιστο, δίκυκλο μοτοποδήλατο, μάρκας SUΖUΚΙ FX, έβαινε επί της επαρχιακής οδού Μελισσίου - Ποντοχωρίου, με κατεύθυνση προς το Ποντοχώρι. Στο παραπάνω δίκυκλο μοτοποδήλατο επέβαινε και ο ανήλικος Γ. Κ. του Σ., 13 ετών, αδελφός του οδηγού. Η συγκεκριμένη οδός έχει πλάτος 6 μέτρα, είναι διπλής κατεύθυνσης, με ένα ρεύμα πορείας ανά κατεύθυνση, πλάτους του καθενός ρεύματος 3 μέτρων, είναι ευθεία σε μεγάλο μήκος στο 1° χιλιόμετρο της [τόπος ατυχήματος], η ορατότητα δεν περιορίζεται από κάποιο φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 90 χλμ/ω.
Ο ως άνω οδηγός έβαινε στο ρεύμα πορείας του, με κανονική για τις συνθήκες ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 70 χλμ/ω. Την ίδια χρονική στιγμή ο πρώτος εναγόμενος Κ. Π., 72 ετών, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... γεωργικό ελκυστήρα, μάρκας UΝΙΜΑC, ιδιοκτησίας του, ο οποίος ήταν ασφαλισμένος για τις προς τρίτους ζημίες στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "Ιντερσαλόνικα Α.Ε.Γ.Α.", δυνάμει του με αριθμό ...
ασφαλιστηρίου συμβολαίου, έβαινε επί αγροτικού χωματόδρομου [βλ. το από 9-8-2005 απόσπασμα βιβλίου συμβάντων του Τμήματος Τροχαίας Γιαννιτσών, σε συνδυασμό με τις φωτογραφίες], ο οποίος τέμνει κάθετα την επαρχιακή οδό Μελισσίου - Ποντοχωρίου σε σχήμα "Τ", στο 1ο χιλιόμετρό της από δεξιά του ρεύματος πορείας προς Ποντοχώρι [ήτοι στο ρεύμα πορείας του ανήλικου οδηγού Ζ.
Κ.]. Η συγκεκριμένη οδός έχει πλάτος 4 μέτρα, είναι διπλής κατεύθυνσης, με ένα ρεύμα πορείας ανά κατεύθυνση, πλάτους του καθενός ρεύματος 2 μέτρων, ενώ πριν τη συμβολή της με την επαρχιακή οδό δεν υπάρχει κάποια ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα.
Συνεπώς, οι κινούμενοι επί του παραπάνω αγροτικού χωματόδρομου οφείλουν να σταματήσουν το όχημα τους, να ελέγξουν την κίνηση επί της επαρχιακής οδού και να παραχωρήσουν προτεραιότητα στους βαίνοντες επ' αυτής, καθώς σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ.5 του Κ.Ο.Κ. οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα σε αυτούς που κινούνται στην οδό, αυτοί που εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, κατ' εξαίρεση του κανόνα περί προτεραιότητας του οχήματος, που έρχεται από δεξιά.
Ο πρώτος εναγόμενος, πλησιάζοντας τη διασταύρωση και έχοντας πρόθεση να στρίψει δεξιά για να εισέλθει στην ως άνω επαρχιακή οδό και στο ρεύμα πορείας, προς Ποντοχώρι, να κινηθεί δηλαδή ομόροπα με το δίκυκλο μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο ανήλικος Ζ. Κ., δεν συμμορφώθηκε προς την υποχρέωση του να σταματήσει προ της διασταύρωσης και να ελέγξει την κίνηση επί της ως άνω οδού, εν όψει ότι εξερχόταν από χωματόδρομο, δεν προχώρησε ακολούθως με ιδιαίτερη προσοχή, όπως ήταν υποχρεωμένος από τις αντίστοιχες διατάξεις του Κ.Ο.Κ., αλλά εισήλθε ανέλεγκτα στην επαρχιακή οδό, με ταχύτητα περίπου 40 χλμ/ω.
Συγκεκριμένα, ο πρώτος εναγόμενος δεν ενήργησε όπως όφειλε και μπορούσε να πράξει ως μέσος συνετός οδηγός, υπακούοντας στο σχετικό κανόνα του Κ.Ο.Κ. [άρθρο 26 παρ.5 ν. 2696/1999] και ειδικότερα δεν ακινητοποίησε το όχημα του προ της διασταύρωσης, ενόψει του ότι εξερχόταν από χωματόδρομο, προκειμένου να ελέγξει την επί της επαρχιακής οδού κίνηση οχημάτων, παρότι η ορατότητα της οδού του το επέτρεπε, παραχωρώντας εν προκειμένω την προτεραιότητα κίνησης στο δίκυκλο μοτοποδήλατο, που οδηγούσε ο Ζ.
Κ. και το οποίο πλησίαζε στην ως άνω διασταύρωση, αλλά συνέχισε την πορεία του ανέλεγκτα και εισήλθε διαγώνια από δεξιά στο ρεύμα πορείας του Ζ. Κ.. Ειδικότερα, κατά τη στιγμή που ο Κ. Π. πραγματοποιούσε ανέλεγκτα στροφή προς τα δεξιά επιδιώκοντας να εισέλθει και κινηθεί στο οδόστρωμα της επαρχιακής οδού με κατεύθυνση προς Ποντοχώρι, απέφραξε αιφνίδια την πορεία του δίκυκλου μοτοποδήλατου.
Ο οδηγός του δίκυκλου μοτοποδήλατου, ευρισκόμενος σε πολύ κοντινή απόσταση και αιφνιδιασθείς από τη μη αναμενόμενη εμφάνιση του ογκώδους γεωργικού ελκυστήρα στη διασταύρωση, που του απέκοπτε την πορεία, δεν μπόρεσε, ούτε είχε το χρόνο να αντιδράσει, με τροχοπέδηση ή αποφευκτικό ελιγμό. Η σύγκρουση των οχημάτων έγινε στο ρεύμα πορείας προς Ποντοχώρι, λίγο μετά το νοητό άξονα της διασταύρωσης.
Αποτέλεσμα της ως άνω σύγκρουσης ήταν να τραυματισθεί θανάσιμα ο συνεπιβάτης του δίκυκλου μοτοποδήλατου Γ. Κ., 13 ετών, του οποίου το σώμα βρέθηκε σε μία απόσταση 18 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης μεταξύ των οχημάτων, καθώς το σώμα του παρασύρθηκε και πατήθηκε από τις ρόδες του γεωργικού ελκυστήρα [βλ.
την από 10-8-2005 έκθεση εξέτασης γεωργικού ελκυστήρα και παραλαβής βιολογικού υλικού της Αστυνόμου Β' - χημικού Α. Κ. του Τμήματος φυσικών και Χημικών εξετάσεων σε συνδυασμό με την με αριθμό πρωτοκόλλου 887/10-8-2005 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψία - νεκροτομή του θανόντος Γ. Κ. από την Ιατροδικαστική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με την οποία ο θάνατος του οφείλεται σε βαριά κοιλιακή -πυελική κάκωση].
Επίσης τραυματίστηκε ο οδηγός του δίκυκλου μοτοποδήλατου Ζ. Κ., 15 ετών, ο οποίος μετά τη σύγκρουση σύρθηκε με το μοτοποδήλατο σε απόσταση 14 μέτρων και έπεσε σε παρακείμενο αποστραγγιστικό κανάλι της οδού από το αντίθετο ρεύμα πορείας, βάθους 4 μέτρων. Ο οδηγός του γεωργικού ελκυστήρα δεν σταμάτησε αμέσως μετά τη σύγκρουση την κίνηση του οχήματος του με αποτέλεσμα, να παρασύρει με τις ρόδες του οχήματος του το σώμα του ανήλικου Γ.
Κ.. Στη συνέχεια, εγκατέλειψε τον τόπο του ατυχήματος. Με βάση τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης και του εξ αυτής θανάσιμου τραυματισμού του ανήλικου Γ. Κ., καθώς και του τραυματισμού του Ζ. Κ. είναι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος δεν σταμάτησε τον γεωργικό του ελκυστήρα προ της διασταύρωσης, ούτε ήλεγξε την κίνηση της ανωτέρω επαρχιακής οδού, εξερχόμενος από χωματόδρομο, αλλά εισήλθε ανέλεγκτα με αυξημένη ταχύτητα, 40 χιλιομέτρων περίπου παραβιάζοντας την προτεραιότητα του δίκυκλου μοτοποδηλάτου.
Δεν αποδείχθηκε υπερβολική ταχύτητα του οδηγού του δικύκλου, αντίθετα ο τελευταίος οδηγούσε με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα στο δεξιό άκρο της οδού, αιφνιδιάστηκε δε από την εμφάνιση του γεωργικού ελκυστήρα του πρώτου εναγόμενου, ενώ ευρίσκετο ήδη στη διασταύρωση της επαρχιακής οδού με τον ανώνυμο χωματόδρομο.
Η έλλειψη άδειας ικανότητας οδήγησης του ανήλικου οδηγού δεν συνετέλεσε με οποιοδήποτε τρόπο στην επέλευση του τροχαίου ατυχήματος, το οποίο δεν θα αποφεύγονταν λόγω της αμελούς συμπεριφοράς του πρώτου εναγόμενου. Άλλωστε ο ανήλικος Ζ. Κ. γνώριζε να οδηγεί δίκυκλη μοτοσικλέτα και είχε την ουσιαστική ικανότητα προς τούτο, γεγονός, που γνώριζε και ο ανήλικος αδελφός του Γ.
Κ. ...". Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο έκρινε αποκλειστικόν υπαίτιο του ατυχήματος τον ήδη αναιρεσείοντα και απέρριψε την έφεση αυτού, επικυρώνοντας την πρωτόδικο απόφαση, η οποία είχε κρίνει ομοίως. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νομίμου βάσεως αυτής, λόγω ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι με τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο, σε σχέση προς την οδηγική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και την αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού στην επέλευση του ατυχήματος, καθώς και την έλλειψη υπαιτιότητος, στην επέλευση αυτού, του ανηλίκου οδηγού του δικύκλου μοτοποδηλάτου, διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Οι υπό στοιχ. δε α' και β' αιτιάσεις, που περιέχονται στο αναιρετήριο, περί μη αναφοράς οιασδήποτε αιτιολογίας σε σχέση με τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί αντικανονικής πορείας του μοτοποδηλάτου βαίνοντος στο κέντρο του οδοστρώματος καθώς περί της δυνατότητας του οδηγού αυτού να διενεργήσει ελιγμό προς τα αριστερά, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην πληρέστερη ανάλυση και ανάπτυξη αυτών, το εκ των οποίων, όμως, πόρισμα εκτίθεται στην απόφαση σαφώς, ενώ η υπό στοιχ.
δ' αιτίαση, αναφορικά με την επικαλούμενη αντίφαση της παραδοχής ότι ο οδηγός του δικύκλου μοτοποδηλάτου δεν είχε αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα σε σχέση με την αδυναμία αποφυγής παρά ταύτα της σύγκρουσης δεν συνιστά απόφαση. Ωσαύτως, η υπό στοιχ. γ' αιτίαση, που αφορά σε αντίφαση στην αιτιολογία της αποφάσεως σε σχέση προς την ταχύτητα με την οποία εκινείτο το δίκυκλο μοτοποδήλατο και της "εκτίναξης" σε ικανή απόσταση από το σημείο της σύγκρουσης του μοτοποδηλάτου και μακράν του σημείου αυτού των επιβαινόντων στο μοτοποδήλατο ανηλίκων, είναι αβάσιμη ως στηριζόμενη σε αναληθή προϋπόθεση, διότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης το σώμα του ανηλίκου, συνεπιβάτη στο μοτοποδήλατο, Γ.
Κ., βρέθηκε σε απόσταση 18 μέτρων από το σημείο της συγκρούσεως όχι γιατί εκτινάχθηκε αλλά επειδή "παρασύρθηκε και πατήθηκε από τις ρόδες του γεωργικού ελκυστήρα", ενώ ο οδηγός του μοτοποδηλάτου, Ζ. Κ., μετά τη σύγκρουση "σύρθηκε με το μοτοποδήλατο σε απόσταση 14 μέτρων".
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 923 Α.Κ "Όποιος έχει την εποπτεία ανηλίκου ή ενηλίκου, ο οποίος τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση, ευθύνεται για την ζημία που τα πρόσωπα αυτά προξενούν παράνομα σε τρίτο, εκτός αν αποδείξει ότι άσκησε την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η ζημία δεν μπορούσε να αποτραπεί. Την ίδια ευθύνη έχει και όποιος ασκεί την εποπτεία με σύμβαση". Εποπτεία είναι η επίβλεψη, επιτήρηση και προφύλαξη του εποπτευόμενου, αναλόγως των περιστάσεων, προκειμένου δε περί ανηλίκου ασκείται από τους έχοντες την γονική μέριμνα αυτού γονείς του, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1510 Α.Κ, και περιλαμβάνεται στα καθήκοντα και δικαιώματα αυτών αλλά και τις υποχρεώσεις των. Η ανωτέρω διάταξη έχε: ως σκοπό την προστασία των τρίτων από παράνομη πράξη του εποπτευομένου, ενώ η
ευθύνη του εποπτεύοντος απέναντι στον εποπτευόμενο για ζημία την οποία ο δεύτερος υφίσταται από αδικοπραξία τρίτου, στην πραγμάτωση της οποίας συνέβαλε και παραμέληση της εποπτείας, δεν καλύπτεται από την διάταξη αυτή (923 Α.Κ), αλλά κρίνεται με βάση την εκ του νόμου ή συμβατική σχέση, από την οποία πηγάζει η υποχρέωση της εποπτείας. Όμως, το συντρέχον πταίσμα του εποπτεύοντος στην πρόκληση της ζημίας του εποπτευομένου δεν μπορεί να αντιταχθεί, από τον εναγόμενο τρίτο, κατά της αγωγής αποζημιώσεως του εποπτευομένου, εφ' όσον δεν πρόκειται για πταίσμα του ίδιου του εποπτευομένου. Επομένως, ο ισχυρισμός του εναγομένου τρίτου, περί συνυπαιτιότητος των γονέων του παθόντος ανηλίκου (ενάγοντος), κατ' άρθρον 300 Α.Κ, δεν είναι νόμιμος. Είναι, όμως, νόμιμος, όταν ο εποπτεύων γονέας ζητάει αποζημίωση από τον τρίτο, για ιδία του ζημία.
Εξ άλλου, πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά τους, καθώς και οι λόγοι εφέσεως, με τους οποίους προβάλλονται παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως ή αυτοτελείς ισχυρισμοί.
Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή οι πραγματικοί ισχυρισμοί που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή των αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, καθώς και οι μη νόμιμοι ή απαράδεκτοι ισχυρισμοί ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα υπέρ της βασιμότητας της αγωγής ή ενστάσεως ακόμη και αν προβάλλονται με λόγους εφέσεως καθώς και τα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους.
Περαιτέρω, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς και τους απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Για να είναι δε πλήρης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 566 παρ.1 του ΚΠολΔ, θα πρέπει να παρατίθενται όλα τα αναγκαία στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ότι ήταν νόμιμος και, αν εγίνετο δεκτός, θα επηρέαζε το διατακτικό της αποφάσεως.
Τέλος, κατά τον αριθμό 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια αυτής της διάταξης νοείται αφ' ενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως ή της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφ' όσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης, όχι όμως και εκείνη της ένστασης και της αντένστασης.
Έτσι, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του ενστάσεις ή αντενστάσεις των διαδίκων δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά εκείνον του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου. Στην παρούσα περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, που προέβαλε κατά την συζήτηση των κυρίων αγωγών ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών και ενώπιον του Εφετείου, κατά την συζήτηση των εκατέρωθεν ασκηθεισών εφέσεων "αφ' ενός μεν περί αποκλειστικής υπαιτιότητος του οδηγού του μοτοποδηλάτου άλλως των γονέων του, ως παραμελησάντων την εποπτείαν αυτού, ως ανηλίκου, αφ' ετέρου δε περί συντρέχοντος πταίσματος του οδηγού του μοτοποδηλάτου και σε κάθε περίπτωση, των γονέων αυτού, παραμελησάντων την εποπτείαν του" και περαιτέρω, σε σχέση με τον τελευταίο αυτό περί συντρέχοντος πταίσματος ισχυρισμό, η πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ επειδή το Εφετείο, άφησε αδίκαστο τον εν λόγω ισχυρισμό των ανωτέρω, ο οποίος, σύμφωνα με τα στην αμέσως προηγούμενη σκέψη εκτεθέντα, συνιστά στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Ο με το προαναφερθέν περιεχόμενο κατά συνέπεια από τον αριθμό 8 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αφορά τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπ' όψη ισχυρισμό, περί αποκλειστικής υπαιτιότητος των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί "πράγμα", υπό την εκτεθείσα ανωτέρω έννοια, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.
Κατά τα λοιπά, ο αυτός λόγος αναιρέσεως που αφορά τους περί συνυπαιτιότητος ισχυρισμούς κατά το μέρος που αφορά στον ισχυρισμό περί συνυπαιτιότητος των γονέων του ανωτέρω ανηλίκου, οδηγού του δικύκλου μοτοποδηλάτου και την αγωγή που άσκησε ο ίδιος, εκπροσωπούμενος από τους γονείς του, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν νόμιμος, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ανωτέρω στην μείζονα πρόταση της παρούσας σκέψεως, ενώ, κατά το μέρος που αφορά στον ισχυρισμό περί συνυπαιτιότητος του τελευταίου, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, δεχόμενο ότι στο ένδικο ατύχημα δεν συνετέλεσε αμελής οδηγική συμπεριφορά τούτου.
Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, υπό την έννοια, ότι δέχεται τα πράγματα αυτά, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς ούτε ειδικώς από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη και δεν απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα, ούτε να τα εξειδικεύει.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ διότι δέχθηκε για τη θεμελίωση της κρίσεώς της περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος περί την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και τον επελθόντα συνεπεία αυτού θανατηφόρο τραυματισμό του συνεπιβαίνοντος στο δίκυκλο μοτοποδήλατο, χωρίς απόδειξη ότι ο οδηγός του ελκυστήρος δεν σταμάτησε αμέσως μετά το ατύχημα και παρέσυρε με τις ρόδες του ελκυστήρος το σώμα του ανήλικου Γ. Κ.. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το δικαστήριο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη, ρητώς βεβαιώνει, ότι τη δικανική του πεποίθηση για το πιο πάνω επίμαχο γεγονός σχημάτισε από τα κατ' είδος μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα, και ειδικότερα, τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και όλα γενικώς τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Επειδή, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, πρέπει να απορριφθεί η από 3.3.2009 αίτηση του Κ. Π. περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2502/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, υπό την ιδιότητα που καθένας παρίσταται (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3.3.2009 αίτηση αναίρεσης του Κ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2502/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, υπό την ιδιότητα που καθένας παρίσταται, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουνίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ