Supreme Court allows appeal against administrative claims dismissal due to lack of reasoning and settlement validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed three of five appeal grounds against a Thessaloniki Court of Appeal decision dismissing claims by railway employees. The lower court rejected the claims based on a settlement agreement and a statute of limitations defense, but failed to provide sufficient reasoning regarding the settlement's validity or the specific amounts involved. The Court found this lack of motivation violated procedural requirements and remanded the case for retrial by a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 871 and 416 of the Civil Code; A judgment dismissing claims based on a settlement agreement or statute of limitations is void if it fails to provide adequate reasoning regarding the validity of the settlement or the specific amounts involved, thereby violating the right to a reasoned decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1006 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1006/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: αναφέρονται 46 αναιρεσείοντες. Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος Α.Ε." (ΟΣΕ Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ανδρέα Ζαχόπουλο και Μαρία Ευαγγελάτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/12/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17230/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1254/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/1/2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 27/3/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο τρίτος, ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι άλλοι λόγοι. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 περί Δημοσίου Λογιστικού κ.λ.π., που ισχύει κατ' άρθρο 119 αυτού από 1.1.1996, ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που αφορούν αποδοχές ή άλλες κάθε φύσης απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφονται μετά διετία από της γενέσεώς τους.
Η ίδια βραχυχρόνια παραγραφή των κατά του Δημοσίου απαιτήσεων των υπαλλήλων του θεσπιζόταν με το άρθρο 91 παρ. 3 του προϊσχύσαντος Ν.Δ. 321/1969 "περί του Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν.Δ. 4/4.9.1935 περί διοικήσεως των Σιδηροδρόμων του Ελληνικού Κράτους κ.λ.π., η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά τον Α.Ν. 392/1968, οι ΣΕΚ απολαμβάνουν ως προς τις αστικές τους σχέσεις όλων των προνομίων του Δημοσίου (δικαστικών κ.λ.π.) εφαρμόζονται δε και σ' αυτούς οι περί παραγραφής διατάξεις των κατά του Δημοσίου απαιτήσεων.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν.Δ. 674/1970 "περί ιδρύσεως Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος" ο ΟΣΕ από της ισχύος αυτού, απολαμβάνει κατά πλήρες και αποκλειστικό δικαίωμα την ευθύνη και αρμοδιότητα των συγκοινωνιακών και μεταφορικών υπηρεσιών που ήδη διεξάγονται και παρέχονται από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Σιδηρόδρομοι Ελληνικού Κράτους (Σ.Ε.Κ.) , οι υπηρεσίες δε αυτές "μεθ' όλων των συμπαραμαρτούντων δικαιωμάτων, υποχρεώσεων, προνομίων και καθηκόντων των Σ.Ε.Κ.
περιέχονται αυτοδικαίως και άνευ οιασδήποτε μεταβολής εις το Ελληνικόν Δημόσιον, μεταβιβαζόμενα αυτοδικαίως δυνάμει του παρόντος εις τον Ο.Σ.Ε. όστις διαδέχεται ούτω τους Σ.Ε.Κ. ως καθολικός αυτών διάδοχος". Επομένως, σύμφωνα με τις τελευταίες δύο διατάξεις έχει εφαρμογή και επί του Ο.Σ.Ε., ο οποίος κατά τα άρθρα 1 και 2 του Ν.Δ. 674/1970 αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που λειτουργεί με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας, η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 καθώς και η διάταξη του άρθρου 91 παρ. 3 του Ν.Δ. 321/1969 και άρα υπόκεινται σε διετή παραγραφή οι μισθολογικές αξιώσεις εργαζομένων σ' αυτόν (Ο.Σ.Ε.) .
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι 'Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, ενώ με το 20 παρ. 1 αυτού ορίζεται ότι, καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί ν' αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η αρχή της ισότητας των διαδίκων, που συνιστά ειδική εκδήλωση της αρχής της ισότητας, επιβάλλει την ίση μεταχείρισή τους από τους νόμους που προσδιορίζουν τους όρους και τις συνέπειες της άσκησης του δικαιώματος για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Επομένως διατάξεις νόμων, με τις οποίες αναγνωρίζεται υπέρ ενός διαδίκου ευνοϊκή μεταχείριση ως προς το ανωτέρω δικαίωμα, με αποτέλεσμα να τίθεται αυτός σε θέση πλεονεκτικότερη από εκείνη του αντιδίκου του, είναι ανίσχυρες. Κατά συνέπεια αντίκειται στα ανωτέρω άρθρα του Συντάγματος, καθώς και στα άρθρα 22 παρ. 1β και 25 παρ.1 αυτού και τα άρθρα 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και 2 παρ. 3 α, β, 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Ν. 2462/1997) , η επέκταση και στον αναιρεσίβλητο Ο.Σ.Ε.
της διάταξης του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 καθώς και της διάταξης του άρθρου 91 παρ. 3 του Ν.Δ. 321/1969, την οποία συνεπάγεται η εφαρμογή των άρθρων 2 παρ. 3 του Ν.Δ. από 4/4-9-1935 και 4 παρ. 1 του Ν.Δ. 674/1970, αφού με αυτές θεσπίζεται ευνοϊκότερη για τον αναιρεσίβλητο ρύθμιση, σε σχέση με τον αντίδικό του, ως προς το χρόνο παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του, χωρίς μάλιστα να επιβάλλεται η ρύθμιση αυτή από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος.
Το προαναφερόμενο προνόμιο, το οποίο ήταν ανεκτό από την έννομη τάξη, όταν καθιερώθηκε το έτος 1935 υπέρ του Ν.Π.Δ.Δ. των ΣΕΚ, δεν είναι νομικά λογικό να εφαρμόζεται υπέρ μιας ανώνυμης εταιρίας, όπως είναι πλέον ο ΟΣΕ, που κατά τον κανονισμό εκμεταλλεύσεως αυτού αναπτύσσει και επιχειρηματικές δραστηριότητες. (ολ.
ΑΠ 11 /2008). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, αφού απέρριψε αντένσταση των αναιρεσειόντων περί διακοπής της παραγραφής ως αλυσιτελή, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι, οι επίδικες αξιώσεις των αναιρεσειόντων του χρονικού διαστήματος από 1-7-1993 μέχρι 31-12-1997, για καταβολή σ' αυτούς της αιτούμενης διαφοράς της ημερήσιας αμοιβής ελιγμών, έχουν υποκύψει στη βραχυχρόνια παραγραφή των διατάξεων των άρθρων 91 παρ. 3 του Ν.Δ. 321/1969 και 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, καθόσον από το τέλος των ετών που αυτές γεννήθηκαν και ήταν δικαστικώς επιδιώξιμες, μέχρι του χρόνου που ασκήθηκε η ένδικη αγωγή, που επιδόθηκε στις 27-12-2000, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας.
Έτσι που έκρινε, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 250 παρ. 17 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 288 ΑΚ, 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) , 4 παρ. 1, 25 παρ. 1, 20 παρ. 1, 22 1β του Συντάγματος και 2 παρ. 3 α, β, 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά δικαιώματα (Ν. 2462/1997) και επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το ένα σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση των διατάξεων αυτών είναι βάσιμος.
Κατά το άρθρο 871 Α.Κ., με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μη έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται ως μη γενόμενη (Α.Κ. 174 και 180) .
Ειδικά, για τα δικαιώματα του εργαζομένου, που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, γίνεται δεκτό, ότι επιτρέπεται η επίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό, όπου, όμως, υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις, είτε ως προς την έννοια των δικαιωμάτων αυτών και με αμοιβαίες υποχωρήσεις επιλύονται αυτές, οπότε, στην περίπτωση αυτή, δεν θεωρείται, πως αντιβαίνει ο συμβιβασμός στα άρθρα 679 Α.Κ., 8 Ν. 2112/1920, όπως ισχύει, 8 παρ. 2 και 4 Ν.Δ. 4020/1959, 2 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955 και επομένως είναι έγκυρος, διότι, έτσι, αποφεύγει ο εργαζόμενος ν' αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης.
Στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν είναι αμοιβαίες οι υποχωρήσεις και γίνονται μόνον από τον ένα των συμβαλλόμενων, τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός με την ανωτέρω έννοια, αλλά, τυχόν, άλλη σχέση (άφεση χρέους ή αναγνώριση αξιώσεως) και είναι αδιάφορο το γεγονός, ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν την μεταξύ τους σχέση ως συμβιβασμό.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον αναιρεσίβλητο Οργανισμό και προσέφεραν τις υπηρεσίες τους σ' αυτόν ως αρχιελιγμοδηγοί, ελιγμοδηγοί, κλειδούχοι και αρχικλειδούχοι, στους σταθμούς διαλογής .....
Θεσσαλονίκης, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, πλην των υπό στοιχ. 10, 16, 21 και 35 που αποχώρησαν από την υπηρεσία στις ημερομηνίες 31-71997, 30-8-1998, 30-4-1996 και 21 10-1999 αντίστοιχα. Από 1-1-1998 και μετά, οι αναιρεσείοντες, όπως και άλλοι ομοιόβαθμοι συνάδελφοί τους ελάμβαναν κατά μήνα επίδομα ελιγμών, που υπολογιζόταν από τον αναιρεσίβλητο σε ποσοστό 1/50, επί του βασικού τους μισθού, όπως αυτός ήταν καθορισμένος (ανάλογα με το μισθολογικό κλιμάκιο του καθενός ) πριν από την 1-7-1993 και είχε αυξηθεί σε ποσοστό 20% από 1-5-1995, με τη ....
απόφαση του ΔΣ του ΟΣΕ, πολλαπλασιαζόμενο επί του αριθμού των αντιστοίχων ημερών, που κάθε αναιρεσείων είχε πραγματοποιήσει ελιγμούς, σε μηνιαία βάση. Μετά την έκδοση της 3660/1989 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση κατά της 690/1988 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ως καταχρηστική, ύστερα από σχετική αγωγή συναδέλφων των αναιρεσειόντων, η απόφαση του ΟΣΕ να υπολογίζει το εν λόγω επίδομα επί του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος αυτών που το εδικαιούντο, που ίσχυε από την 1-1-1985, ο αναιρεσίβλητος άρχισε να καταβάλει τούτο, υπολογίζοντας το ποσοστό του επί του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος, που ίσχυσε μετά την 1-1-1985.
Στο μισθολογικό κλιμάκιο του μισθολογίου, που ίσχυσε πριν την 1-7-1993 είχε ενσωματωθεί και το χρονοεπίδομα. Στις .... υπογράφηκε μεταξύ του ΟΣΕ και της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Σιδηροδρομικών Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, με την οποία συμφωνήθηκαν μεταξύ άλλων, οι όροι του νέου μισθολογίου καθώς και ότι, "μέχρι νέας ρύθμισης της ημερήσιας αμοιβής ελιγμών, η αμοιβή αυτή θα υπολογίζεται με βάση το μισθολογικό κλιμάκιο με το οποίο μισθοδοτείται το προσωπικό πριν την έκδοση της με αριθμό .....
απόφασης του ΟΣΕ και ότι με απόφαση του ΔΣ αυτού θα καθορισθεί μέχρι 31-12-93 ο νέος τρόπος υπολογισμού του παραπάνω επιδόματος". Επακολούθησε δε η έκδοση της προδιαληφθείσας απόφασης του ΟΣΕ, με την οποία δόθηκε η αύξηση του 20% στους βασικούς μισθούς που ίσχυσαν πριν τη 1-7-93, όπως προαναφέρθηκε. Η με τον τρόπο αυτό ρύθμιση του θέματος του επιδόματος ελιγμών, δεν βρήκε σύμφωνους ορισμένους από τους συναδέλφους των αναιρεσείοντων, οι οποίοι προσέφυγαν στα δικαστήρια με την άσκηση αγωγών εναντίον του ΟΣΕ και συγκεκριμένα στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, το οποίο με σειρά αποφάσεών του έκρινε ότι η απόφαση του αναιρεσιβλήτου να μην υπολογίζει το ποσοστό του επιδόματος επί του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος αυτών που προσέφυγαν, όπως είχε διαμορφωθεί μετά την 1-7-93, ήταν καταχρηστική.
Μετά την άσκηση εφέσεως εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου κατά μιας από τις εν λόγω αποφάσεις και συγκεκριμένα κατά της 784/1997, εκδόθηκε η 1910/1999 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε στην ουσία της την εν λόγω έφεση. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε αναίρεση εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου.
Στη συνέχεια και ενώ εκκρεμούσε η εκδίκαση της αναίρεσης, το ΔΣ του τελευταίου, ύστερα από γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας, αποφάσισε με την ..... απόφασή του 1) να παραιτηθεί ο ΟΣΕ από την εκκρεμούσα πιο πάνω αναίρεσή του 2) να καταβληθούν οι αναδρομικές διαφορές που προέκυπταν από τις δικαστικές αποφάσεις σε ποσοστό 70%, με προκαταβολή του 25%, μέχρι την 30-4-2000 και του υπολοίπου σε 6 εξαμηνιαίες δόσεις.
Ως απαραίτητο δικαιολογητικό είσπραξης του δικαιούμενου από τον καθένα ποσού, ήταν η υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/86, με την οποία ο κάθε ενδιαφερόμενος, θα δήλωνε παραίτηση από το ποσοστό του 30% και πάσης άλλης σχετικής απαίτησής του. Με τη ρύθμιση αυτή, η οποία τελικά υλοποιήθηκε, είχαν συμφωνήσει και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, οι οποίοι είχαν συμμετάσχει στις σχετικές διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν.
Στη συνέχεια από τον αναιρεσίβλητο δόθηκε η δυνατότητα να συμμετάσχουν στην παραπάνω ρύθμιση και όσοι εργαζόμενοι δεν είχαν ασκήσει αγωγές, όπως οι αναιρεσείοντες, με την προϋπόθεση ότι αυτοί θα δεχθούν να λάβουν το 70% των μη παραγεγραμμένων αξιώσεών τους με την υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης ότι παραιτούνται από το υπόλοιπο 30% καθώς και από κάθε άλλη σχετική αξίωσή τους.
Από το γεγονός ότι οι αναιρεσείοντες δέχθηκαν να εισπράξουν τις πρώτες δόσεις των μη παραγεγραμμένων αξιώσεών τους, αρχής γενομένης από τον Απρίλιο του έτους 2000, αποδεικνύεται πλήρως ότι οι αναιρεσείοντες αποδέχθηκαν τη ρύθμιση, είτε σιωπηρά είτε ρητά με την υποβολή της σχετικής υπεύθυνης δήλωσης, ενόψει του ότι διαφορετικά δεν θα τους είχε καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό.
Παρά το γεγονός αυτό και ενώ ήδη ο αναιρεσίβλητος είχε παραιτηθεί από την ασκηθείσα αναίρεσή του, οι αναιρεσείοντες, στο τέλος του έτους 2000 άσκησαν την ένδικη αγωγή. Ενόψει των προαναφερθέντων η δήλωση βουλήσεως των αναιρεσειόντων περί παραιτήσεώς τους από τη διεκδίκηση του 30% των μη παραγεγραμμένων αξιώσεών τους από την παραπάνω αιτία, εκφρασθείσα με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο, αποτελεί κατά την κρίση του δικαστηρίου αποδοχή της προτάσεως συμβιβασμού που έγινε από τον αναιρεσίβλητο και ότι μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και του κάθε αναιρεσείοντος ατομικά, καταρτίσθηκε κατά μήνα Απρίλιο 2000, σύμβαση συμβιβασμού, με την οποία οι συμβληθέντες επέλυσαν την υπάρχουσα διαφορά τους, ως προς την οποία υπήρχε σοβαρή αβεβαιότητα και αμφισβήτηση σε σχέση με τη νομική προϋπόθεση της σχετικής αξιώσεως των αναιρεσειόντων, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, ήτοι με την εκ μέρους τους παραίτηση από τη διεκδίκηση του πιο πάνω ποσοστού και με την αποφυγή ταυτόχρονα δικαστικών αγώνων με αβέβαιο αποτέλεσμα και με την αντίστοιχη παραίτηση του αναιρεσιβλήτου από την ασκηθείσα αναίρεση, η οποία παρά το γεγονός ότι αφορούσε αξιώσεις άλλων συναδέλφων των αναιρεσειόντων, θα επέλυε αμετάκλητα το θέμα που δημιουργήθηκε, ενδεχομένως υπέρ του αναιρεσιβλήτου, τούτο δε θα είχε ασφαλώς άμεσες επιπτώσεις και στις αξιώσεις των αναιρεσειόντων.
Η καταρτισθείσα σύμβαση συμβιβασμού είναι έγκυρη, με αποτέλεσμα να στερούνται οι αναιρεσείοντες του δικαιώματος να αξιώσουν καταβολή σ' αυτούς του συνόλου των μη παραγεγραμμένων απαιτήσεών τους, που αποτελούν το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς. Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου, αφού έγινε σιγή δεκτή η ένσταση εξοφλήσεως του αναιρεσιβλήτου, για τις μη παραγεγραμμένες αξιώσεις των αναιρεσειόντων, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή και ως προς τις μη παραγεγραμμένες αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-1998 μέχρι 31-3-2000, κατ' αποδοχή της ένστασης συμβιβασμού, που προέβαλε ο αναιρεσίβλητος.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 871 και 416 ΑΚ, αφού ως προς την κατάρτιση της σύμβασης συμβιβασμού ανάμεσα στους διαδίκους διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ενώ ως προς την ένσταση εξοφλήσεως, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες.
Ειδικότερα, ως προς την κατάρτιση του συμβιβασμού για τις ένδικες αξιώσεις των αναιρεσειόντων, δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ποια ήταν η σοβαρή αμφισβήτηση και αβεβαιότητα γύρω από τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις των αξιώσεων αυτών, που ανάγκασε τους αναιρεσείοντες να συμβιβασθούν και μάλιστα όχι μόνο για τις ένδικες αξιώσεις τους αλλά και τις μελλοντικές και ποιο ήταν το αντικείμενο της αίτησης αναίρεσης, που κατέθεσε η αναιρεσίβλητος και για ποιους λόγους ήταν πιθανή η ευδοκίμησή της, έτσι ώστε να μη μπορεί να διαπιστωθεί ποια ήταν η υποχώρηση του αναιρεσιβλήτου στην κατάρτιση του συμβιβασμού.
Ως προς την εξόφληση δεν διευκρινίζεται στην απόφαση ποιο ήταν το συνολικό οφειλόμενο ποσό σε κάθε αναιρεσείοντα, ποιο ποσό είχε καταβληθεί έναντι σε καθένα από αυτούς και ποιο ποσό τελικά κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος για εξόφληση των ενδίκων απαιτήσεων. Επομένως, ο τρίτος, ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, αληθώς από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, όπως πρέπει να γίνει δεκτός και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 1254/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ