Legislator Case Law & Legislation
1005/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment due to vague and insufficient reasoning regarding employer status.

Case Number 1005/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the Municipality of Nafplio's appeal against a labor court ruling that found it to be the employer of the plaintiffs. The court held that the appeal's primary ground, alleging insufficient reasoning under Article 559(19) of the Code of Civil Procedure, was too vague and failed to specify which additional reasons were needed or where contradictions existed. Consequently, the appeal was dismissed as inadmissible, and the Municipality was ordered to pay the plaintiffs' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19), 577(3) of the Code of Civil Procedure: An appeal alleging insufficient or contradictory reasoning is inadmissible if it fails to specify the missing elements or identify the precise contradictions, thereby rendering the appeal abstract and unreviewable.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning contradictory reasoning employer status labor dispute inadmissible appeal legal costs Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553(1)(b), 556(1), 558, 564(1), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 281(2) of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1005 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1005/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 72/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάια Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Ναυπλιέων", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Ναύπλιο και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Γκότση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ε. Τ. του Γ., ……και 12) Δ. Δ. του Π., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίνας Γκάτα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 527/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 904/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-6-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 28-6-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 5282/ 535/2023) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 904/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 5-6-2012 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 105562/2615/2012 αγωγή κατά των: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και 2) Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΝΑΥΠΛΙΕΩΝ", με την οποία ισχυρίστηκαν ότι προσελήφθησαν από τους εναγομένους στα πλαίσια προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, κατ' άρθρο 20 παρ. 1 και 15 του Ν. 2639/1998, διάρκειας 24 μηνών. Ότι, υπό την επίφαση του ως άνω προγράμματος, καταρτίστηκαν μεταξύ αυτών και των εναγομένων τα αναφερόμενα στην αγωγή διαδοχικά συμφωνητικά συνεργασίας (δεκατρία για έκαστο ενάγοντα) κατά το διάστημα από 12-2-2001 έως 12-9-2006, δυνάμει των οποίων απασχολήθηκαν ως φύλακες σχολικών συγκροτημάτων του εναγομένου Δήμου, εργαζόμενοι είκοσι δύο (22) ημέρες το μήνα, οι οποίες μπορεί να συνέπιπταν με αργίες και Σαββατοκύριακα, και επί οκτώ (8) ώρες ημερησίως.

Ότι με την υπ' αριθ. 6/2005 απόφαση της Ολομέλειας του ΑΣΕΠ κρίθηκε ότι παρείχαν πράγματι εξαρτημένη εργασία και ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου Δήμου, ακολούθως δε, στις 13-9-2006 κατατάχθηκαν σε οργανικές θέσεις του τελευταίου, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και με την ειδικότητα του σχολικού φύλακα (ΔΕ).

Με βάση το ως άνω ιστορικό, επικουρικά δε, εφόσον κριθούν άκυρες οι μεταξύ αυτών και των εναγομένων συναφθείσες διαδοχικές συμβάσεις, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, ως α) αποζημίωση για παράνομες υπερωρίες, β) προσαύξηση ωρομισθίου για απασχόληση κατά τις νυκτερινές ώρες, Κυριακές και αργίες, καθώς και κατά τις νυκτερινές ώρες Κυριακών και αργιών, γ) έξοδα κίνησης, δ) επίδομα γάμου, ε) επίδομα Πάσχα και στ) επίδομα αδείας, όλα δε τα ανωτέρω ποσά, τα οποία αφορούν το διάστημα από την αρχική πρόσληψη αυτών (12-2-2001) έως την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις (12-9-2006), με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 527/2022 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως προς τον δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Ο.Τ.Α. (καθόσον έκρινε ότι ορισμένες από τις ένδικες απαιτήσεις είχαν υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995), επιδίκασε δε στους ενάγοντες τα αναφερόμενα στο διατακτικό της απόφασης ποσά με το νόμιμο τόκο 6% από την επίδοση της αγωγής.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Δήμος Ναυπλιέων με την από 27-6-2022 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και με μοναδικό λόγο την έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης αυτού, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 904/2023 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο εναγόμενος Ο.Τ.Α. με την υπό κρίση αίτησή του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται, όπως προεκτέθηκε, και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται αφενός ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και αφετέρου ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, και οι οποίοι (κανόνες) εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, όταν υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βούλησης.

Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1525/2021, 617/2019, 45/2019, 574/2010, 426/2010, 832/2009).

Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 617/2019, 355/2004).

Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα από αυτήν, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους.

Ιδίως αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από τον σκοπό της. Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 617/2019, 715/2010, 832/2009).

Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή, με σωστή ερμηνεία, η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 46/2023, 617/2019, 683/2010, 574/2010, 5/2010).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005 ΑΠ 1620/2022).

Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 στοιχ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ίδιου Κώδικα, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1620/2022, 1333/2018, 79/2018, 1512/2014, 87/2013, 208/2011, 1662/2010). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο:

α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου εσφαλμένα έγινε ή δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1620/2022, 860/2018, 208/2018, 1226/2014, 2146/2014, 574/2010, 737/2008, 1300/2006, 1207/ 2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη σε παραβίαση αφενός των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών και αφετέρου των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι: α) Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του, στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζονται οι δικαιοπραξίες στις οποίες αναφέρεται η παραβίαση, δεδομένου ότι, όπως προελέχθη, έκαστος των εναγόντων είχε συνάψει με τους εναγομένους δεκατρία (13) διαδοχικά συμφωνητικά συνεργασίας έως την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Ναυπλιέων, ούτε παρατίθεται, άλλωστε, το περιεχόμενο των επίμαχων συμβάσεων, επιπλέον δε, δεν εξειδικεύεται η παραβίαση, δηλαδή ότι το Εφετείο είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προς συμπλήρωση ή ερμηνεία των ένδικων δικαιοπραξιών, μολονότι δέχθηκε ότι οι δικαιοπραξίες είναι πλήρεις και σαφείς και δεν έχουν ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

β) Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του, στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζονται i) τα διδάγματα της κοινής πείρας που εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει το Εφετείο κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας αυτού, ii) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου εσφαλμένα έγινε ή δεν έγινε από το Εφετείο χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, iii) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το Εφετείο σε συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και iv) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που το Εφετείο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση.

Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση αυτής (ΑΠ 79/2023, 1442/2017, 432/2016) ή τα νομικά επιχειρήματα των διαδίκων σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του δικαίου (ΑΠ 2101/2022, 226/2021) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 79/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ειδικότερα δε: α) Την υπ' αριθ. 34100/24-11-1999 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και β) τις αποφάσεις ανανέωσης - παράτασης των συμβάσεων των εναγόντων.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι ανωτέρω υπό στοιχ. α' και β' αποφάσεις δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Ακόμη δε και υπό την εκδοχή ότι με τον ανωτέρω λόγο, κατ' ορθή νομική υπαγωγή, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη από το Εφετείο αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τη μνεία στο σκεπτικό της (επισκοπούμενης κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προσβαλλόμενης απόφασης, ότι "Με την υπ' αριθ. 34100/24-11-1999 (ΦΕΚ Β' 2131/1999)απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδόθηκε μετά την υπ' αριθ. 2701/16-11-1999 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΑΕΔ και σε εφαρμογή των όσων προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 και 15 του ν. 2639/1998, καταρτίστηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, στη φύλαξη σχολείων, 2.700 ανέργων, αποφοίτων Λυκείου, ηλικίας 25 έως 64 ετών.....

Κατόπιν αυτών..... καταρτίστηκε μεταξύ των εναγομένων και καθενός από τους ενάγοντες η από 12-2-2001 "σύμβαση συνεργασίας" ορισμένου χρόνου..... Μετά τη λήξη των ανωτέρω από 12-2-2001 συμβάσεων συνήφθησαν μεταξύ των διαδίκων διαρκώς ανανεούμενα "συμφωνητικά συνεργασίας" διάρκειας, επίσης, ορισμένου χρόνου, μεταξύ των οποίων δεν μεσολαβούσε διακοπή, η δε τελευταία σύμβαση (συμφωνητικό) διήρκεσε από 1-7-2006 έως 12-9-2006, οπότε στη συνέχεια οι ενάγοντες εντάχθηκαν στο τακτικό προσωπικό του δευτέρου εναγομένου Δήμου.....", αλλά και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά αντίθετα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τα επίμαχα έγγραφα.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο εκ του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης.

Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2267/2013).

Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2053/2014).

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 64/2022, 19/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα στο ζήτημα της ιδιότητας του αναιρεσείοντος Δήμου Ναυπλιέων ως εργοδότη των αναιρεσιβλήτων και συνακόλουθα στο ζήτημα της παθητικής νομιμοποίησης αυτού στην υπό κρίση υπόθεση.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον στο αναιρετήριο αφενός δεν αναφέρεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να διαλάβει το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του και αφετέρου δεν προσδιορίζονται οι αντιφάσεις των αιτιολογιών της ως άνω απόφασης σε σχέση με το αποδεικτικό της πόρισμα ότι ο αναιρεσείων ΟΤΑ ήταν το ένδικο χρονικό διάστημα εργοδότης των αναιρεσιβλήτων.

Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων Δήμος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων όμως κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (ΑΠ 1207/2019, 1061/2018), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-6-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 5282/ 535/2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 904/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ