Legislator Case Law & Legislation
1005/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment for failure to cite specific evidence documents.

Case Number 1005/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the First Instance Court of Thessaloniki. The appellant argued that the appellate court failed to consider specific payment receipts submitted as evidence. The court ruled that the appellate court had indeed considered all admissible evidence, including the disputed receipts, and that the lack of specific mention in the reasoning did not constitute a ground for appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 11 gamma of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to cite specific evidence is inadmissible unless the omitted fact had a decisive influence on the outcome of the case.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility evidence citation appellate reasoning decisive influence payment receipts court costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 111 paragraph 2, 118 number 4 and 216 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 11 gamma of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189 paragraph 1, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1005 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1005/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μαγουλά και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Σωματείου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΦΙΛΑΘΛΩΝ ΠΑΛΗΣ", που εδρεύει στα Άνω Λιόσια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Πελέκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/5/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15156/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2066/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/12/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 10-12-2018 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 3972/2018, ΕΑΚ 347/2018, Αριθ. Δικ. 1801/2019) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 2066/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 15-10-2014 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της ερήμην αυτού εκδοθείσας 15156/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εξαφανίστηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δικάστηκε και έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν η από 31-5-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία την θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των αναγκαίων για τη θεμελίωση του δικαιώματος πραγματικών περιστατικών, του οποίου η προστασία ζητείται και των οποίων πρέπει να γίνεται αναφορά με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 597/2015).Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης).

Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 917/2017).

Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής, με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 487/2020, ΑΠ 803/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη άρθρου 914 AK, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση ή (και) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία είναι:

α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, δ) ζημία ή αναλόγως ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας (ΑΠ 1979/2017).

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας του εναγομένου, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του τελευταίου, η πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη ζημία του ενάγοντος, θετική και αποθετική, ήτοι περιγραφή των ζημιών κατά το είδος, την έκταση, την αιτία και το ύψος της δαπάνης, η οποία απαιτείται για την αποκατάσταση κάθε επιμέρους ζημίας, επιτρέποντας στο μεν δικαστήριο την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας του καταγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημίωσης, στο, δε ζημιώσαντα εναγόμενο την άσκηση ανταπόδειξης, και, τέλος, η ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 93/2016, ΑΠ 1513/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) του δικογράφου της ένδικης αγωγής, όπως εκτιμάται το περιεχόμενό του, προκύπτει ότι το ενάγον σωματείο ισχυρίζεται με την αγωγή του τα εξής: "Ότι ο εναγόμενος, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 7-5-2010, στο πλαίσιο των καθηκόντων του ως Προέδρου του ενάγοντος σωματείου, ελάμβανε από το ταμείο του τελευταίου διάφορα χρηματικά ποσά προς πραγματοποίηση διαφόρων δαπανών για λογαριασμό του (ενάγοντος), με την υποχρέωση να προσκομίσει στη συνέχεια τα σχετικά με τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες παραστατικά.

Ότι κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα ανέλαβε από το ταμείο του (ενάγοντος) συνολικό χρηματικό ποσό 32.201,81 ευρώ, για το οποίο δεν προσκόμισε παραστατικά έγγραφα που να δικαιολογούν αντίστοιχες πραγματοποιηθείσες δαπάνες για λογαριασμό του (ενάγοντος) και ότι δεν επέστρεψε στο ταμείο του το άνω ποσό, παρότι οχλήθηκε επανειλημμένως, προφορικά και εγγράφως προς τούτο, αλλά εξακολουθεί να το παρακρατεί παρανόμως.

Επίσης, ισχυρίζεται ότι κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των καθηκόντων του εναγομένου του είχε παραχωρήσει προς χρήση ένα φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή αξίας 1.000 ευρώ, τον οποίο αυτός, παρότι έπαυσαν πλέον τα καθήκοντά του, τον παρακρατεί παρανόμως αρνούμενος να τον επιστρέψει παρά τις επανειλημμένες, έγγραφες και προφορικές οχλήσεις.

Με βάση αυτό το ιστορικό, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 32.201,81 ευρώ, νομιμοτόκως από 7-5-2010, άλλως από την επίδοση της αγωγής, καθώς και το ισόποσο με την αξία του φορητού υπολογιστή ποσό των 1.000 ευρώ. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα από τον νόμο και δη από τα άρθρα 914, 297, 298 ΑΚ απαιτούμενα στοιχεία και συγκεκριμένα ότι ο εναγόμενος, με την παραπάνω ιδιότητά του, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα ανέλαβε από το ταμείο του ενάγοντος το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό, το οποίο παρακρατεί παρανόμως, καθώς και ότι παρακρατεί παρανόμως τον ανωτέρω φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή, που το ενάγον του παραχώρησε κατά χρήση στο πλαίσιο άσκησης των άνω καθηκόντων του.

Επίσης, αναφέρει το ύψος της ζημίας, που επήλθε σ' αυτόν από τις ανωτέρω παράνομες πράξεις του εναγομένου, ενώ δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται αναλυτικά στην αγωγή το επιμέρους χρηματικό ποσό που αναλάμβανε κάθε φορά, ο χρόνος και η αιτία ανάληψης κάθε επιμέρους χρηματικού ποσού, ο τύπος του φορητού υπολογιστή, η διάμετρος της οθόνης του, η χωρητικότητα του σκληρού του δίσκου, η μνήμη και τα άλλα τεχνικά χαρακτηριστικά αυτού, καθόσον τα στοιχεία αυτά αποτελούν αντικείμενο απόδειξης.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δικάζοντας την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της ερήμην αυτού εκδοθείσας 15156/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αφού απέρριψε τον λόγο έφεσης περί αοριστίας της αγωγής, έκρινε αυτήν ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις πιο πάνω διατάξεις, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει το απαράδεκτο αυτής λόγω αοριστίας, ούτε όμως δέχθηκε πράγματα πέραν αυτών που εκτίθενται στη αγωγή και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 754/2020, ΑΠ 1079/2019, ΑΠ 8/2019).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις προσκομισθείσες, με επίκληση στην προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεών του ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, προς αντίκρουση των εγγραφών της καρτέλας λογαριασμού, που τηρούσε το αναιρεσίβλητο στο όνομά του, αποδείξεις πληρωμής και συγκεκριμένα, (α) την 243/29-1-2009 απόδειξη πληρωμής ποσού 40.625 ευρώ του πρακτορείου ταξιδίων ...

και (β) την …/28-1-2010 απόδειξη πληρωμής ποσού 4.500 ευρώ, του σωματείου ΑΘΛΗΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ, δυνάμει των οποίων οι ανωτέρω εισέπραξαν από αυτόν τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά. Όπως, όμως, προκύπτει από την ενυπάρχουσα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης διαβεβαίωση ότι συνεκτιμήθηκαν όλα ανεξαιρέτως τα παραδεκτά και νόμιμα, με επίκληση από τους διαδίκους, προσαχθέντα έγγραφα, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του και τις προαναφερόμενες αποδείξεις, ενώ δεν ήταν υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθεμιάς από αυτές και ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι τις συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως διάδικος που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό αίτημά του, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-12-2018 (ΓΑΚ 3972/2018, ΕΑΚ 347/2018, Αριθ. Δικ. 1801/2019) αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2066/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ