1005/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1005/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω και μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495 αριθμ. 4) και να καταδικαστεί η τελευταία στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις και αιτείται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189§1, 191§2), κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1005 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1005/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "…. ", που εδρεύει στις … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Βαγενά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ… Σ… , κατοίκου Σ… , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λαπατώνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-9-2016 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 403/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-5-2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Χρήστο Βρυνιώτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η με την προσβαλλόμενη, με την κρινόμενη από 10-5-2018 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης 127/2018, αίτηση της αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία: "Σ… " κατά του αναιρεσίβλητου και της υπ' αριθμ. 403/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής. Η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την από 6-9-2016 (αριθμ. εκθ. καταθ. 18/6-9-2016 ανακοπή της που άσκησε κατά του καθού και ήδη αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, ζήτησε, για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους, να ακυρωθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 632 παρ. 1, 633 παρ. 1 642, 591 παρ.1 583 επ. 933 ΚΠολΔ η υπ' αριθμόν … /2016 διαταγή απόδοσης, μισθίου και πληρωμής μισθωμάτων του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, που εκδόθηκε σε βάρος της, ύστερα από αίτηση του καθού, καθώς και η από … 2016 επιταγή προς εκτέλεση, που συντάχθηκε κάτω από ακριβές αντίγραφο εξ' απογράφου πρώτου εκτελεστού της πιο πάνω διαταγής, με την οποία επιτάχθηκε να αποδώσει στον καθού η ανακοπή τη χρήση του λεπτομερώς περιγραφομένου μισθίου και να καταβάλει σε αυτόν το ποσό των 5.117,70 ευρώ για τα αναφερόμενα μισθώματα που του οφείλει.
Επί της άνω ανακοπής, που συζητήθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 45/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, με την οποία το άνω δικαστήριο, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ανακοπή και επικύρωσε τη με αριθμό … /2016 διαταγή απόδοσης μισθίου και πληρωμής μισθωμάτων. Κατά της άνω αποφάσεως του Πρωτοδικείου, η ανακόπτουσα άσκησε την από 25-4-2017 και με αυξ.
αριθμό κατάθεσης έφεσή της, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ζητώντας για τους λόγους που αναφέρει σ' αυτή να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση 45/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Και να ακυρωθεί η άνω αναφερόμενη διαταγή πληρωμής και απόδοσης του μισθίου του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών.
Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθμό 403/2018 απόφαση του, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της εκκαλούσας - ανακόπτουσας. Ακολούθως η τελευταία άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ζητώντας, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους την αναίρεση της προαναφερόμενης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και την επανεγκατάστασή της στο επίδικο μισθίο.
Η αναίρεση είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί. Περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων λόγων της. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, ύστερα από αξιολόγηση και συνεκτίμηση όλων των νομίμως επικληθέντων και προσκομιζομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Ο καθ'ού είναι κύριος του υπ' αριθμ.
… κληροτεμαχίου, εμβαδού 11.358,18 τ.μ., κειμένου στο … χιλιόμετρο της Εθνικής οδού Σ… , μετά του επ' αυτού πρατηρίου υγρών καυσίμων εμβαδού 300 τ.μ. περίπου και πλυντηρίου, εμβαδού 200 τ.μ. περίπου. Στο εν λόγω ακίνητο διατηρούσε από το έτος 1978 ατομική επιχείρηση εμπορίας και εκμετάλλευσης πρατηρίου υγρών καυσίμων, λιπαντικών, πλυντηρίου οχημάτων.
Στα τέλη του έτους 2008, ενόψει της επικείμενης συνταξιοδότησης του, που έλαβε χώρα την … 2009, αποφάσισε να μεταβιβάσει την ανωτέρω επιχείρησή του, στα τέκνα του, Τ… Σ… και Μ… Σ… . Προς τούτο δυνάμει του από … -2008 ιδιωτικού μισθωτηρίου συμφωνητικού εκμίσθωσε στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία: "Σ… Τ… ", που συστήθηκε την ίδια ημέρα μεταξύ των ανωτέρω τέκνων του, με το από … 2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Σερρών, με σκοπό την εκμετάλλευση του πρατηρίου υγρών καυσίμων (της οποίας η επωνυμία τροποποιήθηκε την … -2012 σε "Σ… Μ… " ύστερα από την αποχώρηση του Τ… Σ… και την είσοδο στη θέση του τού συζύγου της Σ… την ως άνω επαγγελματική επιχείρηση, για δέκα (10) έτη, με έναρξη την … - 2008 και λήξη την … 2018, έναντι μηνιαίου μισθώματος 250 ευρώ, το οποίο ήταν συμβολικό και ουδέποτε καταβλήθηκε στον καθού η ανακοπή.
Ακολούθως, δυνάμει του από … -2009 ιδιωτικού συμφωνητικού, ο καθού μεταβίβασε την ως άνω επιχείρησή του στο σύνολό της στην προρρηθείσα εταιρία των τέκνων του, τα οποία ρητά ανέλαβαν ως μέλη της όλες τις υποχρεώσεις της ομόρρυθμης εταιρίας. Κατόπιν, δυνάμει του από … -2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, στη μισθωτική σχέση υπεισήλθε ως μισθώτρια η ανακόπτουσα και το μηνιαίο μίσθωμα αυξήθηκε από το ποσό των 250 ευρώ στο ποσό των 1.000 ευρώ.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ανακόπτουσα, μολονότι χρησιμοποιούσε ακώλυτα το μίσθιο, δεν κατέβαλε από δυστροπία τα μισθώματα των μηνών Ιανουαρίου 2013 και Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2014, συνολικού ποσού 4.000 ευρώ, για τα οποία ο καθού εξέδωσε σε βάρος της ανακόπτουσας την υπ" αριθμόν … /2014 διαταγή απόδοσης της χρήσης του επίδικου μισθίου και πληρωμής των ως άνω οφειλόμενων μισθωμάτων του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών και, στη συνέχεια, τα μισθώματα των μηνών Απριλίου έως και Οκτωβρίου 2014, συνολικού ποσού 7.000 ευρώ, για τα οποία ο καθού εξέδωσε την υπ" αριθμόν … /2014 διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου και πληρωμής των ως άνω οφειλόμενων μισθωμάτων.
Στη συνέχεια, δυνάμει του από … -2015 ιδιωτικού συμφωνητικού, τροποποιήθηκαν οι όροι του προηγούμενου μισθωτηρίου και το μηνιαίο μίσθωμα ορίσθηκε, από λόγους επιείκειας προς τη Μ… Σ… , στο ποσό των 800 ευρώ. Η ανακόπτουσα, παρόλο που συνέχισε να χρησιμοποιεί ακώλυτα το μίσθιο, δεν κατέβαλε από δυστροπία, κατά τη συμφωνημένη ημέρα, τα μισθώματα των μηνών Αυγούστου έως και Δεκεμβρίου 2015 και Φεβρουαρίου έως και Μαΐου 2016, συνολικού ποσού 4.000 ευρώ για τα οφειλόμενα μισθώματα των πέντε (5) μηνών (Αυγούστου έως και Δεκεμβρίου 2015) και 3.200 ευρώ για τα οφειλόμενα μισθώματα των τεσσάρων (4) μηνών (Φεβρουαρίου έως και Μαΐου 2016), για τα οποία ο καθού εξέδωσε την ανακοπτόμενη υπ' αριθμόν … /2016 διαταγή απόδοσης μισθίου και πληρωμής μισθωμάτων του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, με την οποία η ανακόπτουσα διατάχθηκε να αποδώσει στον καθού εκμισθωτή το επίδικο μίσθιο και να καταβάλει σε αυτόν το ποσό των 4.692 ευρώ, ήτοι το ανωτέρω ποσό των οφειλόμενων μισθωμάτων, αφαιρουμένων των μερικών καταβολών από την καθής, πλέον τόκων και εξόδων.
Ακολούθως, την 8-9-2016 έλαβε χώρα μερική εκτέλεση της ανωτέρω διαταγής, καθόσον, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν … /… 2016 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Σερρών Δ… … Κ… , η ανακόπτουσα αποβλήθηκε από το επίδικο μίσθιο και εγκαταστάθηκε σε αυτό ο καθού - επισπεύδων την εκτέλεση.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η ανακόπτουσα - μισθώτρια υπήρξε δύστροπη για την καταβολή των ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων των ως άνω μηνών, ενώ, αντίθετα, ουδείς λόγος άρσης της δυστροπίας αποδείχθηκε (η οποία, άλλωστε, τεκμαίρεται από τη μη καταβολή του μισθώματος κατά την ημέρα που συμφωνήθηκε, εξαιτίας της οποίας η ανακόπτουσα έγινε υπερήμερη οφειλέτρια και χωρίς όχληση).
Ο δε ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι η καθυστέρηση καταβολής των μισθωμάτων οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη, διότι διατηρεί απαίτηση σε βάρος του καθού, ύψους 205.601,39 ευρώ, από την καταβολή προς αυτόν άτοκων δανείων, που του παρείχε προς διευκόλυνσή του, προκειμένου να εξοφλήσει αντίστοιχα δικά του χρέη προς τρίτους και, επιπλέον, ποσού 19.491,54 ευρώ, για τη ζημία που υπέστη από ελαττωματική υπόγεια δεξαμενή του μισθίου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι τα επικαλούμενα προς θεμελίωση αυτού πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν εύλογη αιτία για την καθυστέρηση της πληρωμής των μισθωμάτων.
Κατά συνέπεια, αφού από τα νομίμως προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από τον καθού η ανακοπή έγγραφα, αποδεικνύεται, ειδικότερα, η έναρξη της μίσθωσης και η επίδοση έγγραφης όχλησης στην ανακόπτουσα με δικαστικό επιμελητή δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, νόμιμα εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε με εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), τον προαναφερόμενο λόγο της ανακοπής, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της έφεσής της κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα κατ' ουσίαν.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικά στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.
Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του (ΟλΑΠ 6/2016). Με το δεύτερο λόγο της ανακοπής, η ανακόπτουσα προβάλλει την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος του καθού να ζητήσει την έκδοση διαταγής απόδοσης μισθίου και καταβολής μισθωμάτων, για το λόγο ότι ο τελευταίος, εκμεταλλευόμενος τη συγγενική του σχέση με τη διαχειρίστρια και εταίρο της ανακόπτουσας ομόρρυθμης εταιρίας Μ… Σ… , θυγατέρα του, πέτυχε να πληρώσει η τελευταία για λογαριασμό εκείνου εκκρεμείς υποχρεώσεις του έναντι τρίτων, της ΔΟΥ, του ΙΚΑ κλπ, συνολικού ποσού 205.601,39 ευρώ και ήδη στρέφεται εναντίον της και αξιώνει την πληρωμή μισθωμάτων, ποσού 4.602 ευρώ και την αποβολή της από το μίσθιο.
Καταλήγει δε ότι: "Αυτά τα γεγονότα έρχονται σε προφανή αντίθεση με τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, απάδουν προς τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος απόδοσης του μισθίου και απαίτησης των μισθωμάτων, ώστε η ενάσκησή τους να προσκρούει στις κοινές περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ο οποίος μέσος κοινωνικός άνθρωπος θα αισθάνονταν ευγνώμων, που η εταιρεία της κόρης του ξεπληρώνει όλα τα χρέη του κι όχι μόνο δεν θα την απέβαλε από το μίσθιο, αλλά θα της έγραφε όλη του την περιουσία με γονική παροχή ή θα μεταβίβαζε στην εταιρεία της τα ακίνητά του, λόγω ιδιαίτερης ηθικής υποχρέωσης".
Ο λόγος, όμως, αυτός της ανακοπής κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι δεν εκτίθενται περιστατικά που συγκροτούν την επικαλούμενη από την ανακόπτουσα κατάχρηση και δη συμπεριφορά του καθού, η οποία να δημιούργησε σε αυτήν εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει ο τελευταίος το άνω δικαίωμα του, ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του με επαχθείς συνέπειες για την ίδια να μη δικαιολογείται και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε ορισμένη και νόμιμη την πιο πάνω ένσταση, την οποία, ακολούθως, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.
Κατόπιν τούτου, πρέπει γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της έφεσης, με τον οποίον η ανακόπτουσα παραπονείται για την κατ' ουσίαν απόρριψη της ένστασης, να εξαφανισθεί, δυνάμει του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, η απόφαση κατά το μέρος τούτο και να απορριφθεί η ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, που περιέχεται στο δεύτερο λόγο της ανακοπής, ως μη νόμιμη και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, διότι η απόφαση αυτή είναι ευνοϊκότερη για την εκκαλούσα από την προσβληθείσα.
Στην περίπτωση αυτή, αντικατάσταση της απορριπτικής αιτιολογίας της εκκαλούμενης απόφασης, κατά το άρθρο 534 του ΚΠολΔ, δεν αρκεί, γιατί η απόρριψη της ένστασης για τυπικό λόγο οδηγεί σε διάφορο κατ' αποτέλεσμα διατακτικό. Περαιτέρω η ανακόπτουσα προτείνει, με τον τρίτο λόγο της ανακοπής, σε συμψηφισμό της ένδικης απαίτησης του καθού, ανταπαίτησή της κατ' αυτού ποσού 19.491,54 ευρώ, για την αποζημίωση που αυτός της οφείλει λόγω της ζημίας που υπέστη από ελαττωματική υπόγεια δεξαμενή του μισθίου.
Επίσης, με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής, προβάλλει ένσταση επίσχεσης του μισθίου και των οφειλόμενων μισθωμάτων, μέχρις ότου της καταβάλει ο καθού το συνολικό ποσό των 225.092,93 ευρώ, που της οφείλει για τις αναφερόμενες αιτίες (αποζημίωση για τη ζημία της από την ελαττωματική υπόγεια δεξαμενή πετρελαίου κίνησης, πληρωμή δανείων, επιβολή ενσήμων και προστίμου για σιδηροκατασκευή που κατασκεύασε στο τμήμα του ακινήτου, όπου βρίσκεται το μίσθιο, επιβολή προστίμου από το ΣΔΟΕ, χρηματικές ποινές που επιβλήθηκαν από ποινικά δικαστήρια και βεβαιώθηκαν μέσω της ΔΟΥ).
Όμως, η ένσταση συμψηφισμού και το αίτημα επίσχεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα από ουσιαστική άποψη, καθότι δεν αποδείχθηκε ότι η ανακόπτουσα έχει απαίτηση εναντίον του καθού προς ικανοποίηση της οποίας να δικαιούται να προτείνει σε συμψηφισμό ή σε επίσχεση της επίδικης απαίτησης του καθού. Η υπόγεια δεξαμενή, που φέρεται ότι παρουσίαζε πραγματικό ελάττωμα, δεν είχε εκμισθωθεί στην ανακόπτουσα δυνάμει της επίδικης σύμβασης μίσθωσης, αλλά της είχε παραχωρηθεί κατά κυριότητα ως πάγιο στοιχείο της μεταβιβασθείσας σε αυτήν επιχείρησης πρατηρίου υγρών καυσίμων, όπως ρητά αναφέρεται στο από … 2009 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασης επιχείρησης.
Κατά συνέπεια, ο καθού δεν υπείχε, ως εκμισθωτής, υποχρέωση αποζημίωσης της ανακόπτουσας. Τα δε ποσά, που κατέβαλε η ανακόπτουσα, σχετίζονταν πλήρως με τη λειτουργία της επιχείρησης πρατηρίου υγρών καυσίμων, που της μεταβίβασε ο καθού και δεν, αφορούσαν χρέη του τελευταίου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε τους πιο πάνω λόγους της ανακοπής ως ουσιαστικά αβάσιμους, δεν έσφαλε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον δεύτερο και τέταρτο λόγο της έφεσης της, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη.
Σύμφωνα με τη διάταξη του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές ή αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα, ήτοι αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε την υπόθεση κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας.
Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Στοιχειοθετείται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου, Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 3/97 και 13/95).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδει πλημμέλεια στην πληττόμενη απόφαση, για ευθεία παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στο νόμο, ήτοι ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 959, 956, 1057, 1055 τον ΑΚ με την μη εφαρμογή τους, αναφορικά με την φερόμενη προς συμψηφισμό ανταπαίτησή της, ποσού 19491,54 ευρώ, για αποζημίωση που της οφείλει ο καθ' ου, από την ελαττωματική υπόγεια δεξαμενή του μισθίου που φέρεται ότι παρουσίασε πραγματικό ελάττωμα, με την αιτίαση ότι δεν αποτελούν αντικείμενο πώλησης κινητά που έχουν καταστεί συστατικό ή παράρτημα του ακινήτου, όπως, είναι, η, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας επίδικη ελαττωματική δεξαμενή.
Ότι, αν εφάρμοζε τις άνω διατάξεις θα έκρινε ότι η επίδικη δεξαμενή ανήκει ως συστατικό άλλως ως παράρτημα στο μίσθιο, οπότε οι αξιώσεις της εξαιτίας των ελαττωμάτων αυτής βαρύνουν τον αναιρεσίβλητο ως εκμισθωτή και όχι αυτή (μισθώτρια), με αποτέλεσμα να κρινόταν βάσιμη ή συμψηφιστικά προταθείσα ανταπαίτησή της και ο 3ος λόγος της ανακοπής της.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής προέβαλε όπως αναφέρθηκε ένσταση επίσχεσης του μισθίου και των οφειλομένων μισθωμάτων μέχρις ότου της καταβάλει ο καθού αναιρεσίβλητος το συνολικό ποσό των 2250,92,93 ευρώ που της οφείλει για τις αναφερόμενες στην ανακοπή αιτίες (αποζημίωση για τη ζημία της από την ελαττωματική υπόγεια δεξαμενή πετρελαίου κίνησης, πληρωμή δανείων επιβολή ενσήμων και προστίμων για την σιδεροκατασκευή που κατασκεύασε στο τμήμα του ακινήτου, όπου βρίσκεται το μίσθιο, επιβολή προστίμων από το ΣΔΟΕ, χρηματικές ποινές που επιβλήθηκαν από τα ποινικά δικαστήρια και βεβαιώθηκαν μέσω της Δ.Ο.Υ.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης προκύπτει, δέχθηκε, αναφορικά με την άνω ανταπαίτηση της ανακόπτουσας που φέρεται προς συμψηφισμό, η υπόγεια δεξαμενή δεν είχε εκμισθωσθεί στην ανακόπτουσα δυνάμει της επίδικης σύμβασης μίσθωσης αλλά της είχε παραχωρηθεί κατά κυριότητα ως πάγιο στοιχείο της μεταβιβασθείσας σε αυτήν επιχείρηση υγρών καυσίμων, όπως ρητά αναφέρεται τούτο στο από 7-1-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό μεβαβίβασης επιχείρησης.
Κατά συνέπεια ο καθού δεν υπείχε ως εκμισθωτής υποχρέωση αποζημίωσης της ανακόπτουσας. Τα δε ποσά που κατέβαλε η ανακόπτουσα σχετίζονταν πλήρως με τη λειτουργία της επιχείρησης που της μεταβίβασε ο καθού και δεν αφορούσαν χρέη του τελευταίου". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους, τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση.
Ούτε στέρησε το Εφετείο την πληττόμενη νόμιμης βάσης και αιτιολογίας παραλείποντας να αναφέρει (η πληττόμενη απόφαση) αν η επίδικη δεξαμενή ήταν προσωρινή ή μόνιμη, τον τρόπο με τον οποίο ήταν συνδεδεμένη στο έδαφος. Κατ' ακολουθία ο πρώτος λόγος της αναίρεσης για ευθεία άλλως εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1057, 953, 956, 959, 955 ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών του Εφετείου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση συμψηφισμού και το αίτημα επίσχεσης που κατά τα ανωτέρω, υπέβαλε η ανακόπτουσα με τους σχετικούς λόγους της ανακοπής της, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε, ότι η ανακόπτουσα έχει απαίτηση εναντίον του καθού προς ικανοποίηση της οποίας να δικαιούται να προτείνει σε συμψηφισμό ή σε επίσχεση κατά της επίδικης απαίτησης του καθού.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της άνω παραδοχής που αφορά την εκτίμηση, των αποδείξεων επί των οποίων η κρίση του Δικαστηρίου είναι ανέλεγκτη (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), και τίθεται: πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, αναφορικά με τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας που αποτελεί και τον πρώτο λόγο της ανακοπής της, ότι η καθυστέρηση καταβολής των ενδίκων μισθωμάτων για τα οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη (ΑΚ 342) διότι διατηρεί απαίτηση σε βάρος του καθού ήδη αναιρεσίβλητου ύψους 205.601,39 ευρώ από την καταβολή σ' αυτόν άτοκων δανείων που του παρείχε προς διευκόλυνσή του, προκειμένου να εξοφλήσει αντίστοιχα δικά του, αυτός (λόγος ανακοπής) απερρίφθη από το Εφετείο, με την αιτιολογία ότι τα επικαλούμενα προς θεμελίωση αυτού περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν συνιστούν εύλογη αιτία για την καθυστέρηση πληρωμής μισθωμάτων και ότι η ανακόπτουσα μισθώτρια υπήρξε δύστροπη για την καταβολή των μισθωμάτων ενώ αντίθετα ουδείς λόγος άρση της δυστροπίας της αποδείχθηκε. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο αλλά και από το σύνολο των αιτιολογιών του, με επαρκείς σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο άνω πόρισμα του απορρίπτοντας, τον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και οι αντίθετες αναιρετικές αιτιάσεις που προβάλλει η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε το δεύτερο λόγο της ανακοπής της με τον οποίο πρόβαλε ένσταση καταχρηστικής άσκησης, του ενδίκου δικαιώματος του καθού να ζητήσει την έκδοση διαταγής απόδοσης του μισθίου και καταβολής μισθωμάτων, για το λόγο ότι ο τελευταίος εκμεταλλευόμενος τη συγγενική του σχέση με τη διαχειρίστρια και εταίρο, της ανακόπτουσας ομόρρυθμης εταιρείας Μ… Σ… θυγατέρα του πέτυχε να πληρώσει η τελευταία για λογαριασμό εκείνου εκκρεμείς υποθέσεις του έναντι τρίτων, της Δ.Ο.Υ. του ΙΚΑ κ.λ.π. συνολικού ποσού 205.601,39 ευρώ και ήδη στρέφεται εναντίον της και αξιώνει την πληρωμή μισθωμάτων ποσού 4692 ευρώ και την αποβολή της από το μίσθιο. Καταλήγει δε ότι "Αυτά έρχονται σε προφανή αντίθεση με τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές απάδουν προς τον Κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος...." Ο άνω λόγος απερρίφθη από το Εφετείο, ως μη νόμιμος με την αιτιολογία ότι δεν εκτίθενται περιστατικά που συγκροτούν την επικαλούμενη από την ανακόπτουσα κατάχρηση και δη συμπεριφορά του καθού, η οποία να δημιούργησε σ' αυτή την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει, ο τελευταίος, το άνω δικαίωμα του, ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του με επαχθείς συνέπειες για την ίδια να μη δικαιολογείται.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ αλλά ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου και συνεπώς ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τη διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ ορίζεται ότι για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν. Οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης, προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.
Η διάταξη αυτή αναφέρεται σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που υποβάλλονται στο δικαστήριο με τις προτάσεις (ενστάσεις, αντενστάσεις) και όχι στους αγωγικούς ισχυρισμούς (ΑΠ 729/2006, ΑΠ 433/1998). Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης αυτής η οποία για την ταυτότητα του νομικού λόγου εφαρμόζεται και ως προς την επίκληση των αποδεικτικών μέσων (Ολ ΑΠ 9/2000, Ολ ΑΠ 23/2008) η επαναφορά με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, με την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση ισχυρισμών ή η επίκληση αποδεικτικών μέσων με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις ή με ενσωμάτωση του κειμένου αυτών σε φωτοτυπικό αντίγραφο στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί ούτε είναι νόμιμη.
Δεν πρόκειται όμως, για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της κατ' έφεση δίκης εμπεριέχεται αυτούσιο ή μη και το κείμενο των προτάσεων, προηγούμενης συζήτησης ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο καλύπτεται, ως ενιαίο κείμενο προτάσεων στη δευτεροβάθμια δίκη, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (ενώπιον δηλαδή του Εφετείου) καθίστανται ενιαίες (ΑΠ 696/2017, ΑΠ 946/2015, ΑΠ 1509/2014).
Ωσαύτως δεν συντρέχει περίπτωση ανεπίτρεπτης επίκλησης αποδεικτικών μέσων, που πράγματι διαλαμβάνονται σε προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, εάν λάβει χώρα εκ νέου επίκληση των ίδιων αποδεικτικών μέσων και με τις προτάσεις της συζήτησης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο από τους αριθμούς 8 και 11 στοιχ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, όπως αυτός εκτιμάται από το Δικαστήριο, η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε προβληθέντες από τον εφεσίβλητο - καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητο ισχυρισμούς και επικληθέντα από αυτόν αποδεικτικά μέσα, που όμως δεν είχαν επαναφερθεί νομίμως.
Από την επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), για τον έλεγχο της βασιμότητας του σχετικού αναιρετικού λόγου, των προτάσεων του εφεσιβλήτου - καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσιβλήτου που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση της κατ' αυτού έφεσης, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Και τούτο διότι οι ισχυρισμοί του εφεσιβλήτου - καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσιβλήτου που αυτός προέβαλε προς αντίκρουση της κατ' αυτού έφεσης της εκκαλούσας - ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, διαλαμβάνονται στο κείμενο των επώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεων αυτού, καθόσον αναφέρεται σ' αυτές ότι πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της έφεσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, με τον οποίο παραπονείται διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την προβληθείσα εκ μέρους της ένσταση συμψηφισμού ανταπαιτήσεων της κατά του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου ύψους: α) 19491,54 ευρώ, για αποκατάσταση της ζημίας, που υπέστη από πραγματικά ελαττώματα, μιας από τις υπόγειες δεξαμενές που της είχε εκμισθώσει και β) 205.601 ευρώ λόγω πληρωμής διαφόρων χρεών του προς τρίτους, διότι από το από … -2009 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπεγράφη μεταξύ αυτού και της αντιδίκου του προκύπτει ότι με αυτό μεταβιβάσθηκε στην τελευταία η ατομική επιχείρηση του υγρών καυσίμων στην οποία περιλαμβάνεται και η άνω δεξαμενή καυσίμων και επομένως αυτή ήταν υπόχρεη, για την επισκευή της και επιπλέον προκύπτει ότι η ίδια ανέλαβε και την πληρωμή των οφειλών του προς τρίτους από την άσκηση της ατομικής του επιχείρησης.
Επιπλέον από το όλο περιεχόμενο, των ενώπιον του Εφετείου εγγράφων προτάσεων του καθού η ανακοπή - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι αυτός επικαλέσθηκε και προσκόμισε το από … -2009 ιδιωτικό συμφωνητικό. Επομένως, το Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου καθώς και το από … -2009 ιδιωτικό συμφωνητικό και απέρριψε τον δεύτερο λόγο της έφεσης και ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω και μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495 αριθμ. 4) και να καταδικαστεί η τελευταία στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις και αιτείται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189§1, 191§2), κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579§2 ΚΠολΔ που ορίζει ότι αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπάρχει πριν από την εκτέλεση.
Στην προκειμένη περίπτωση το παραδεκτώς υποβληθέν με την αναίρεση αίτημα της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση με την επανεγκατάσή της στο επίδικο μίσθιο, μετά την απόρριψη της αναίρεσης είναι απορριπτέο ως άνευ αντικειμένου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-5-2018 και με ειδ. αριθμό κατάθεσης 127/11-5-2018 αίτηση της αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Σ… ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 403/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Απορρίπτει το αίτημα της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ