Legislator Case Law & Legislation
1005/2015 AI generated

1005/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1005/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1005/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κατά την εκδίκαση πολιτικής υποθέσεως στον Άρειο Πάγο, οι διάδικοι, που δεν είναι δικηγόροι, οφείλουν να παρίστανται με δικηγόρο. Επομένως, αν κατά τη συζήτηση μιας πολιτικής υπόθεσης ο διάδικος παραστεί αυτοπροσώπως, δηλαδή χωρίς δικηγόρο και δεν είναι δικηγόρος ή παραστεί με πρόσωπο που δεν είναι δικηγόρος δεν μετέχει νομίμως στη δίκη και λογίζεται δικονομικώς απών (άρθ. 576 §§ 1 και 2 του ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1005 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1005/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Ν. Π. Φ. και 2) Μ. - Α. Φ., κατοίκων ..., εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου και η 2η παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της Ν. Φ.. Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: Ο. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις από 23-10-2003 (α) ανταγωγή και (β) αίτηση ασφαλιστικών μέτρων των ήδη αναιρεσειόντων, που ασκήθηκαν με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και τις προτάσεις τους. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 549/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2908/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 30-11-2005 αίτησή τους, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 2-11-2007, κατά την οποία ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 22-9-2008 κλήση μετά προσθέτων λόγων των αναιρεσειόντων - καλούντων στη δικάσιμο της 8-5-2009, οπότε και πάλι ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 2-12-2014 κλήση των καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε α) την από 12-10-2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, τότε Αρεοπαγίτη και μετέπειτα Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Πετράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως και β) την έκθεση της Αρεοπαγίτου Σοφίας Καραχάλιου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 20 του Συντάγματος, "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα και τα συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται μεν σε κάθε πολίτη το δικαίωμα να αξιώνει από τα δικαστήρια έννομη προστασία και να αναπτύσσει σ' αυτά τις απόψεις του που εδραιώνουν τα δικαιώματά του, δεν εμποδίζεται όμως ο κοινός νομοθέτης να ορίζει τον τρόπο και τις προϋποθέσεις που θα ασκηθεί το δικαίωμα αυτό, αρκεί να μη θεσπισθούν ορισμοί οι οποίοι αναιρούν στην ουσία ολικά ή μερικά το δικαίωμα τούτο γιατί τότε θα είναι αντίθετοι προς το Σύνταγμα και δεν θα πρέπει να εφαρμοσθούν.

Οι διατάξεις των άρθρων 94 §§ 1 και 2 του ΚΠολΔ, όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του ν. 3994/2011 (ΦΕΚ Α' 165/25.7. 2011) και η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 7 του ν. 4055/ 2012 (ΦΕΚ Α' 51/12.3.2012) και 36 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων (ΦΕΚ Α' 208/27-9-2013), όπως αυτός ισχύει, ρυθμίζουν τον τρόπο ασκήσεως του πιο πάνω ατομικού δικαιώματος.

Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 94 ΚΠολΔ "1. Στα πολιτικά δικαστήρια και για την κατάρτιση της έγγραφης συμφωνίας του συναινετικού διαζυγίου οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. 2. Επιτρέπεται η δικαστική παράσταση διαδίκου χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο: α) στο Ειρηνοδικείο, εφόσον το αντικείμενο της διαφοράς δεν υπερβαίνει το ποσό των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ, β) στα ασφαλιστικά μέτρα, γ) για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος. 3.

Στις περιπτώσεις της παρ. 2 ο δικαστής έχει δικαίωμα, εκτιμώντας τις ιδιαίτερες περιστάσεις, να υποχρεώσει το διάδικο να προσλάβει δικηγόρο". Κατά δε το άρθρο 36 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων (ΦΕΚ Α' 208/27-9-2013), όπως αυτός ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 166 αυτού από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (27-9-2013) "1.

Αποκλειστικό έργο του δικηγόρου είναι να αντιπροσωπεύει και να υπερασπίζεται τον εντολέα του σε κάθε δικαστήριο ή αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας, στα δικαστήρια, τις υπηρεσίες και τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα διεθνή δικαστήρια, στα πειθαρχικά και υπηρεσιακά συμβούλια, καθώς και η κατάθεση σημάτων και διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.

Επίσης η παροχή νομικών συμβουλών προς οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, καθώς και η σύνταξη γνωμοδοτήσεων προς οποιοδήποτε νομικό ή φυσικό πρόσωπο και Αρχή. Στο έργο αυτού περιλαμβάνεται και η διαμεσολάβηση για την αναζήτηση συμβιβαστικής λύσης στο πλαίσιο νόμου ή κοινά αποδεκτής διαδικασίας. Η παράσταση ενώπιον των δικαστηρίων με ή διά δικηγόρου είναι υποχρεωτική για όλες τις υποθέσεις και σε όλες τις διαδικασίες, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κατά την εκδίκαση πολιτικής υποθέσεως στον Άρειο Πάγο, οι διάδικοι, που δεν είναι δικηγόροι, οφείλουν να παρίστανται με δικηγόρο. Επομένως, αν κατά τη συζήτηση μιας πολιτικής υπόθεσης ο διάδικος παραστεί αυτοπροσώπως, δηλαδή χωρίς δικηγόρο και δεν είναι δικηγόρος ή παραστεί με πρόσωπο που δεν είναι δικηγόρος δεν μετέχει νομίμως στη δίκη και λογίζεται δικονομικώς απών (άρθ. 576 §§ 1 και 2 του ΚΠολΔ).

Στην περίπτωση, όμως, που δεν παρίσταται ή δεν εκπροσωπείται νομίμως από πληρεξούσιο δικηγόρο και ο αντίδικός του, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ματαιώνεται κατά τη διάταξη του άρθρου 260 παρ. 1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ και στην αναιρετική δίκη, ενώ είναι πλέον αδιάφορο ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτηση, αφού δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση αυτή οι ρυθμίσεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ, επειδή προϋποθέτουν τη νόμιμη παράσταση και συμμετοχή στην αναιρετική δίκη, έστω και ενός μόνο διαδίκου.

Η ρύθμιση περί υποχρεωτικής πρόσληψης δικηγόρου επιβάλλεται για λόγους προστασίας, τόσο των συμφερόντων των διαδίκων, όσο και του δημοσίου συμφέροντος, προς εξασφάλιση της ομαλής, ταχείας και ορθής διεξαγωγής της δίκης και την επίτευξη των σκοπών της. Και τούτο, γιατί η αναιρετική διαδικασία προϋποθέτει ειδική νομική συγκρότηση, την οποία, κατά κανόνα δεν μπορεί να έχει ο μη δικηγόρος διάδικος.

Περαιτέρω η αυτοπρόσωπη υποστήριξη της υποθέσεώς του θα έθετε σε κίνδυνο όχι μόνο τα συμφέροντά του, αλλά και τους ορισμούς της δίκης γενικότερα. Κατά συνέπεια, οι πιο πάνω διατάξεις του ΚΠολΔ και του Κώδικα περί δικηγόρων, ο σκοπός των οποίων συνάπτεται με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την απονομή του δικαίου δεν αναιρούν ούτε περιορίζουν ανεπίτρεπτα το δικαίωμα των πολιτών, που απορρέει από το άρθρο 20 του Συντάγματος.

Εξάλλου το άρθρο 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε (μαζί με τη σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζει ότι "Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα σε δίκαιη και δημόσια εκδίκαση υπόθεσής του, εντός εύλογης προθεσμίας, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που λειτουργεί νόμιμα, το οποίο θα αποφασίσει είτε για τις αμφισβητήσεις των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσης είτε για το βάσιμο κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης.

Η απόφαση πρέπει να εκδοθεί δημόσια, η είσοδος όμως στην αίθουσα των συνεδριάσεων μπορεί να απαγορευθεί στον τύπο και το κοινό για όλη τη διάρκεια ή μέρος της δίκης για το συμφέρον της ηθικής, της δημόσιας τάξης ή της εθνικής ασφάλειας σε δημοκρατική κοινωνία, όταν αυτό επιβάλλεται από τα συμφέροντα των ανηλίκων ή από την προστασία της ιδιωτικής ζωής των διαδίκων, ή στο μέτρο που κρίνεται απολύτως αναγκαίο από το δικαστήριο όταν σε ειδικές συνθήκες η δημοσιότητα θα μπορούσε να παραβλάψει τα συμφέροντα της δικαιοσύνης".

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αφορά παράλληλα τις αστικές και ποινικές διαδικασίες, προκύπτει ότι παρέχεται σε κάθε εμπλεκόμενο σε δικαστική υπόθεση πρόσωπο το δικαίωμα να αξιώνει να έχει δίκαιη δίκη με όλες τις εγγυήσεις της δημοσιότητας της διαδικασίας, εκτός υπάρξεως κάποιας από τις αναγραφόμενες σ' αυτή εξαιρέσεις και από αμερόληπτους δικαστές, που οφείλουν να εκδώσουν την απόφασή τους εντός λογικής και σύμφωνης με τις κρατούσες συνθήκες απονομής δικαιοσύνης προθεσμίας από της συζητήσεως της υποθέσεως είτε αστικής είτε ποινικής φύσεως είναι αυτή.

Δεν αίρεται όμως με την ως άνω διάταξη και η υποχρέωση του διαδίκου να παρίσταται με πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση των άνω υποθέσεων, εκτός των νομίμων εξαιρέσεων, καθόσον αφορά στις αστικές δίκες, για τις οποίες έγινε λόγος παραπάνω.

Στην προκειμένη περίπτωση, στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (3-4-2015), κατά την εκφώνηση της υποθέσεως που αφορά αίτηση αναιρέσεως και πρόσθετους λόγους αυτής, κατ' αποφάσεως που εκδόθηκε επί διαφοράς του άρθρου 17 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία του άρθ. 647 επ. ΚΠολΔ και εισάγεται προς συζήτηση μετά από ματαίωση από τη δικάσιμο της 8-5-2009, με την από 2-12-2014 κλήση των αναιρεσειόντων, υπογραφόμενη από τον πρώτο απ' αυτούς, παραστάθηκαν οι αναιρεσείοντες Ν.

Φ. και Μ. - Α. Φ., από τους οποίους, ο μεν πρώτος δήλωσε ότι παρίσταται αυτοπροσώπως, ως δικηγόρος, η δε δεύτερη ότι παρίσταται μετά του πληρεξουσίου της πρώτου αναιρεσείοντος Ν. Φ., ενώ ο αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε νομίμως από πληρεξούσιο δικηγόρο. Σχετικά με την ιδιότητά του, υπό την οποία παρίσταται αυτοπροσώπως, ο πρώτος αναιρεσείων υπέβαλε την απευθυνόμενη ενώπιον του Αρείου Πάγου και υπογραφόμενη από τον ίδιο από 16-12-2014 δήλωση επιγραφόμενη ως "Δήλωση σχετική με την ιδιότητα υπό την οποία παρίσταται αυτοπροσώπως του Ν.

Π. Φ., αναιρεσείοντος - προσφεύγοντος (άρθρ. 6 παρ. 1 Ευρ. Σ.Δ.Α και 94 ΚΠολΔ)" με την οποία δηλώνει ότι παρίσταται με την ιδιότητα του μη επαγγελματία δικηγόρου, θεμελιουμένη επί της κριθείσης και αναγνωρισθείσης "δικολογικής ικανότητάς του" η οποία έχει κριθεί και αναγνωριστεί: α) από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, β) από αμετάκλητη απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, γ) από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και δ) από το Ελληνικό Κράτος ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ενώ με τα κατατεθέντα και απευθυνόμενα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου δικόγραφα (αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου, κλήση μετά προσθέτων λόγων αναιρέσεως), που υπογράφονται, το μεν πρώτο από τη δικηγόρο Μαριλένα Δ.

Λαλώση - Κατακουζηνού και από τον ίδιο, το δε δεύτερο από τη δικηγόρο Βασιλική Παπαστεργίου και από τον ίδιο, επίσης, δηλώνει ως επαγγελματική του ιδιότητα αυτή του "Συμβούλου Μηχανικού".

Με τα δεδομένα αυτά, δεν αποδεικνύεται ότι ο πρώτος αναιρεσείων έχει την ιδιότητα του δικηγόρου ώστε, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες σκέψεις, να μπορεί να παρασταθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτοπροσώπως και ως πληρεξούσιος δικηγόρος της δεύτερης αναιρεσείουσας (ΑΠ 363/2010) και συνεπώς οι αναιρεσείοντες δεν παρίστανται νομίμως στο ακροατήριο κατά την παρούσα συζήτηση.

Επομένως, εφόσον οι αναιρεσείοντες δεν παρίστανται νομίμως στο ακροατήριο για τη συζήτηση της από 30-11-2005 αίτησης αναίρεσης και των από 22-9-2008 πρόσθετων λόγων αυτής, θεωρούνται δικονομικώς απόντες και πρέπει ενόψει και της ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου να κηρυχθεί ματαιωμένη η συζήτηση της υπόθεσης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει ματαιωμένη τη συζήτηση της από 30-11-2005 αίτησης αναίρεσης και των από 22-9-2008 πρόσθετων λόγων αυτής των αναιρεσειόντων Ν. Π. Φ. και Μ. - Α. Φ. για αναίρεση της 2908/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουλίου 2015.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ