1005/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1005/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την άσκηση της ένδικης αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθ. 2/2011 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, στις 4-5-2011 απεβίωσε ο αρχικός ενάγων - αναιρεσίβλητος Ι. Τ. του Μ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Ι. Τ. και τα τέκνα του Α. Τ., Τ. Τ. και Μ. Τ. οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία του με την άπρακτη πάροδο της προς αποποίηση προθεσμίας και υπεισήλθαν στη θέση του στην έννομη σχέση της δίκης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1005 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1005/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ν. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κλέωπα.
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Α. χήρας Φ. Τ., το γένος Γ. Π., 2) Ι. Τ. του Φ., κατοίκου ..., 3) Α. - Σ. Τ. του Φ., κατοίκου .... Η 1η δεν παραστάθηκε και οι 2ος και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μπουρμπούλη, ο οποίος δήλωσε ότι η 1η απεβίωσε στις 7/12/2012 και κληρονομήθηκε από τον 3ο ο οποίος συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο.
Των καθών η κλήση: 4) Ι. Τ. του Ν., χήρας Ι. Τ., κατοίκου ..., 5) Α. Τ. του Ι., συζ. Γ. Κ., κατοίκου ..., 6) Τ. Τ. του Ι., κατοίκου ... και 7) Μ. Τ. του Ι., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Ι. Τ., ο οποίος απεβίωσε στις 4/5/2011, όπως αναφέρεται στην από 31/5/2012 κλήση. Οι 4η, 5η και 6η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μπουρμπούλη, ο οποίος δήλωσε ότι ο 7ος απεβίωσε την 21η/1/2013 και κληρονομήθηκε από τις 4η, 5η και 6η των καθών η κλήση, οι οποίες συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/12/2007 αγωγή των αρχικών διαδίκων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 2/2011 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/3/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 21/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ. Α', 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος διακοπής της δίκης αποτελεί και ο θάνατος διαδίκου, ο οποίος όμως πρέπει να γνωστοποιηθεί στον αντίδικο του αποβιώσαντος από πρόσωπο που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη ή από τον πληρεξούσιο ή το νόμιμο αντιπρόσωπο του αποβιώσαντος, η δε γνωστοποίηση μπορεί να γίνει μόνο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως όχι, όμως, και με τις προτάσεις αφού αυτές δεν επιδίδονται.
Περαιτέρω, η δίκη που έχει διακοπεί μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως με ρητή ή σιωπηρή δήλωση εκείνου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή ακόμη και ταυτοχρόνως με τη δήλωση διακοπής, οπότε επέρχεται άμεση επανάληψη της δίκης. Ακόμη, από το συνδυασμό των ίδιων διατάξεων με εκείνες των άρθρων 62, 73, 242 παρ. 1 και 313 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το αποτέλεσμα της διακοπής και της επαναλήψεως της δίκης επέρχεται εφόσον τόσο το διακοπτικό γεγονός όσο και η γνωστοποίησή του επισυμβούν το βραδύτερο μέχρι την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, διότι μετά το πέρας αυτής και μέχρι την έκδοση αποφάσεως δεν υπάρχει στάδιο διακοπής της δίκης και η απόφαση εκδίδεται εγκύρως στο όνομα των αρχικών διαδίκων.
Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την άσκηση της ένδικης αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθ. 2/2011 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, στις 4-5-2011 απεβίωσε ο αρχικός ενάγων - αναιρεσίβλητος Ι. Τ. του Μ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Ι. Τ. και τα τέκνα του Α. Τ., Τ. Τ. και Μ. Τ. οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία του με την άπρακτη πάροδο της προς αποποίηση προθεσμίας και υπεισήλθαν στη θέση του στην έννομη σχέση της δίκης.
Την 21-1-2013 απεβίωσε ο Μ. Τ. του Ι. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη μητέρα του Ι. Τ. και τις αδελφές του Α. Τ. του Ι. και Τ. Τ. του Ι. οι οποίες με την άπρακτο πάροδο της προς αποποίηση προθεσμίας αποδέχθηκαν την κληρονομία του και υπεισήλθαν στην θέση του στην έννομη σχέση της δίκης. Τέλος, την 7-12-2012 απεβίωσε η αρχική ενάγουσα - αναιρεσίβλητη Α.
χήρα Φ. Τ. η οποία κατέλιπε την από 4-12-2009 ιδιόγραφη διαθήκη της που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 3438/2013 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 1049/2013 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου με την οποία εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο της τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Α. - Σ.
Τ. στο ιδανικό μερίδιο που είχε περιέλθει σ' αυτή από την κληρονομία του συζύγου της Φ. Τ. στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, ο οποίος αποδέχθηκε την κληρονομία της με την άπρακτη πάροδο της προς αποποίηση προθεσμίας και υπεισήλθε στη θέση της στην έννομη σχέση της δίκης. Ο δεύτερος αναιρεσίβλητος ως μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος της Α.
Τ., η Ι. Τ., Α. Τ. και Τ. Τ. ως μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι των αποβιωσάντων Ι. Τ. του Μ. και Μ. Τ. του Ι., με δήλωσή τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συζήτησης της υποθέσεως γνωστοποίησαν τους θανάτους αυτούς και δήλωσαν ότι επαναλαμβάνουν τη διακοπείσα δίκη η οποία νομίμως συνεχίζεται.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο κύριος ακινήτου, δικαιούται με διεκδικητική αγωγή, στρεφομένη κατά του νομέα ή κατόχου του ακινήτου κατά την έγερσή της να ζητήσει να αναγνωρισθεί η κυριότητα του στο ακίνητο και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του το αποδώσει.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1051 και 974 ΑΚ συνάγεται ότι επί ακινήτου για την επ' αυτού κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται συνεχής εικοσαετής νομή, εκείνος δε που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Για το συνυπολογισμό αυτό στη νομή του χρησιδεσπόζοντος και της νομής του δικαιοπαρόχου του προκειμένου να συμπληρωθεί η εικοσαετία της έκτακτης χρησικτησίας, δεν απαιτείται ειδική διαδοχή στο δικαίωμα της κυριότητας επί του πράγματος, αλλά απλώς διαδοχή στη νομή που επέρχεται με άτυπη αναιτιώδη σύμβαση, η οποία έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η νομή που είχε αυτός που μεταβιβάζει και παραδίδει το πράγμα (Ολ Απ 1594/1979).
Κατά δε τα άρθρα 974, 976 έως 979 ΑΚ, άσκηση νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σε αυτό από το νομέα που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού κατά τρόπο διαρκή και σταθερό με διάνοια κυρίου δηλαδή με τη θέληση να το έχει δικό του.
Ως πράξεις νομής θεωρούντος μεταξύ άλλων, η επίβλεψη του ακινήτου και αν αφορά κληρονομιαίο ακίνητο, η αποδοχή της κληρονομίας και η καταβολή του οικείο φόρου. Δεν είναι δε αναγκαίο η νομή να ασκείται αυτοπροσώπως αλλά μπορεί να ασκείται μέσω άλλο προσώπου (980 ΑΚ). Η νομή χάνεται μόλις πάψει η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα ή εκδηλωθεί αντίθετη διάνοια του νομέα.
Παροδικό από τη φύση του κώλυμα για την άσκηση της εξουσίας δεν επιφέρει απώλεια της νομής. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 593, 2092 και 1063 του Ιόνιου Κώδικα οι οποίες κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ έχουν εφαρμογή για την προ της εισαγωγής του ΑΚ χρόνο., προκύπτει ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου στα Ιόνια Νησιά με τριακονταετή παραγραφή για το χρόνο πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, είναι κατ' αρχήν αδιάφορη η καλή ή κακή πίστη του διακατέχοντος και απαιτείται διακατοχή συνεχής και αδιάκοπη, ειρηνική δηλαδή ήσυχη και απαλλαγμένη από βία, δημόσια δηλαδή φανερά ασκουμένη όχι με πράξεις που επιδέχονται διττή ερμηνεία ως προς το χαρακτήρα τους και με λόγο κυριότητας δηλαδή ασκουμένη με διάνοια κυρίου.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν για την εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε δεν αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές και ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 19 απρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα δικαίου του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 554 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με αυτή το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: To επίδικο, εμβαδού 4.208,13 τ.μ. μαζί με το συνεχόμενο νοτιοανατολικά τούτου ακίνητο (μη επίδικο), βρίσκεται στη θέση "..." περιοχής ...
του Δήμου Ερύσου Κεφαλληνίας και απεικονίζεται τόσο στα συνταχθέντα με πρωτοβουλία του εναγομένου και προσκομιζόμενα με επίκληση τοπογραφικά διαγράμματα των πολιτικών μηχανικών Α. Α. με χρονολογία "Αύγουστος 1996", και Α. Κ. με χρονολογία "Μάιος 2002", όσο και στις αεροφωτογραφίες σε μεγέθυνση που συνόδευαν την προσαγόμενη με επίκληση από 30 Αυγούστου 2010 έκθεση φωτοερμηνείας του Δασολόγου Θ.
Κ., κατά τη διαδρομή του χρόνου, ήτοι των ετών 1960, 1972, 1992 και 2000. Στις αεροφωτογραφίες αυτές το επίδικο επισημαίνεται με το κόκκινο, ενώ στα τοπογραφικά διαγράμματα των ετών 1996 και 2002 με τα κεφαλαία γράμματα ΙΚΛΜΝΘ.Ι. Εντός του επιδίκου φύονται συνολικά δέκα (10) ελαιόδενδρα, τα οποία είναι διάσπαρτα και η ύπαρξή τους διαπιστώνεται ήδη από το έτος 1960, όπως τούτο προκύπτει από την έκθεση φωτοερμηνείας του ως άνω Δασολόγου Θ.
Κ., ενώ η πρωτοβάθμια επιτροπή επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού Κεφαλληνίας, κατά την αυτοψία που διενήργησε στις 27 Μαΐου 2005, εντόπισε και ίχνη καλλιέργειας προφανώς του παρελθόντος χρόνου με τη μορφή αναβαθμίδων, γεγονός που επιβεβαιώνει τον εν μέρει τουλάχιστον γεωργικό χαρακτήρα της εκτάσεως, δοθέντος ότι το ακίνητο δεν απέχει πολύ από τον οικισμό του ... .
Η δε δασική βλάστηση που αυτό εν τω μεταξύ απόκτησε οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην αγρανάπαυση και στην εγκατάλειψη τούτου (βλ. και την μη εκκληθείσα 23/2005 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής επίλυση δασικών αμφισβητήσεων Ν. Κεφαλληνίας προσαγομένης με επίκληση). Πάντως η μορφολογία του επιδίκου και του συνεχομένου νοτιοανατολικά ακινήτου, (συνιδιοκτησίας των εναγόντων, μη αμφισβητούμενης άλλωστε από τον εναγόμενο εφεσίβλητο), κατά τη διαδρομή του χρόνου (ειδικώς για το επίδικο βλ.
και την από 26.9.2002 έκθεση φωτοερμηνείας του Δασολόγου Ι. Χ., προσαγόμενη με επίκληση), προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία από την νομίμως προσαγόμενη έκθεση φωτοερμηνείας του Δασολόγου Θ. Κ., στην οποία επισυνάπτονται σε μεγέθυνση και οι αεροφωτογραφίες του αντίστοιχου χρόνου. Ειδικότερα 1) το έτος 1960 το επίδικο και το συνεχόμενο μη επίδικο ακίνητο εμφανίζουν την ίδια μορφή, δίδοντας την εικόνα ενός ενιαίου ακινήτου .
Περιμετρικά το όλο ακίνητο (επίδικο και μη) προσδιορίζεται με ξηρολιθιά, καλύπτεται από διάσπαρτη δασική βλάστηση (λ.χ πουρνάρια, σχίνα, κυπαρίσσια), και μέσα σ' αυτό φύονται μεμονωμένα ελαιόδενδρα . Στο κοινό όριο των ακινήτων (επιδίκου και μη), το οποίο ταυτίζεται με την πλευρά Ι-Κ του τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Α.
Κ., δεν υπάρχει ξερολιθιά, γεγονός που επιβεβαιώνει την ενιαία μορφή και εικόνα του ακινήτου, 2) το έτος 1972 το όλο ακίνητο (επίδικο και μη) δεν έχει υποστεί καμία ανθρώπινη επέμβαση, έχοντας τα χαρακτηριστικά του έτους 1960, ενώ στο κοινό όριο (επιδίκου και μη) εξακολουθεί να μην υπάρχει ξερολιθιά, 3) το έτος 1992 το όλο ακίνητο επίσης δεν έχει υποστεί καμία επέμβαση στο δε κοινό όριο εξακολουθεί να μην υπάρχει ξερολιθιά, 4) το έτος 2000 ένα τμήμα (ανατολικό) του επιδίκου και του συνεχόμενου μη επιδίκου ακινήτου έχει διαμορφωθεί (με παραχώρηση) σε αγροτικό δρόμο με απομάκρυνση προφανώς της εκεί υφιστάμενης ξερολιθιάς, ενώ ένα μεγάλο τμήμα του επιδίκου έχει υποστεί επέμβαση και έχει εκχερσωθεί εμφανιζόμενο γυμνό βλαστήσεως, όπως τούτο ευκρινώς προκύπτει και από την σε μεγέθυνση προσαγόμενη αεροφωτογραφία του έτους 2000.
Κατά τα λοιπά στο κοινό όριο των ακινήτων (επιδίκου και μη) εξακολουθεί να μην υφίσταται ξερολιθιά ως διακριτικό όριο. Για πρώτη φορά μετά το έτος 2000 στο κοινό όριο του επιδίκου και του συνεχομένου μη επιδίκου ακινήτου, δηλαδή στην πλευρά ΙΚ, του τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Κ., εμφανίζεται συρματόπλεγμα τοποθετηθέν προφανώς από τον εναγόμενο στο μεσοδιάστημα από το έτος 2001 έως και το έτος 2006, γεγονός που έδωσε και την αφορμή για την έγερση της κρινόμενης διεκδικητικής αγωγής των εκκαλούντων (βλ.
και την επισυναπτόμενη στην έκθεση φωτοερμηνείας του Δασολόγου Κ. φωτογραφία στην οποία απεικονίζεται το συρματόπλεγμα που τοποθετήθηκε από τον εναγόμενο στο κοινό όριο). Με βάση τις παραπάνω διαχρονικές διαπιστώσεις, οι οποίες επιβεβαιώνονται από ανεπίδεκτου αμφισβητήσεως αποδεικτικά στοιχεία (λ.χ.
εκθέσεις φωτοερμηνείας, αεροφωτογραφίες κ.λπ), είναι αναμφίβολο ότι το επίδικο, αλλά και το συνεχόμενο (νοτιοανατολικά του πρώτου) μη επίδικο ακίνητο είναι Α) οι δύο λόγγοι στη θέση ... οι οποίοι στις 21.1.1909 με το νομίμως μεταγραφέν .../1909 συμβόλαιο του τότε Συμβολαιογράφου της Περιφέρειας του Ειρηνοδικείου Ερύσσου Δ.
Τριπύλα, μεταβιβάστηκαν κατά κυριότητα στους απώτερους δικαιοπαρόχους των εναγόντων Φώτιο και Μ. Τ. (παιδιά και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος το έτος 1905 Ι. Τ.), από τους διαδόχους του οφειλέτη του Ι. Τ. Δ. Κ., για την εξόφληση χρηματικής οφειλής του τελευταίου προς εκείνον (Ι. Τ.), προς εξασφάλιση της οποίας μάλιστα είχε εγγραφεί νομίμως το έτος 1882 και υποθήκη στα ως άνω ακίνητα (λόγγους") Β) οι δύο παληαγροί μετ' αγρίων θάμνων στη θέση "..." τους οποίους σε χρόνο ανύποπτο και πολύ προγενέστερο της έναρξης του δικαστικού αγώνα (15 Απριλίου 1976) αποδέχεται ο τέταρτος των εναγόντων Ι.
Τ., αφ' ενός μεν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα του Μ. Τ., που πέθανε το έτος 1954, αφ' ετέρου δε ως εκ διαθήκης κληρονόμος της μητριάς του Ρ. χήρας Μ. Τ. που πέθανε στις 13.6.1971, μεταγράφοντας νομίμως την .../15.4.1976 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Σαμαίων Βασιλείου Δρακουλόγκωνα, και Γ) "Το αγροτεμάχιο με δέκα (10) ελιές" (γίνεται αναφορά μόνο στο επίδικο και ειδικότερα στο 1/2 εξ αδιαιρέτου) στη θέση ...
του Δ.Δ ... Δήμου Ερύσσου Κεφαλληνίας εκτάσεως 4.500 τ.μ. περίπου, το οποίο λίγο πριν την άσκηση της αγωγής (12 Νοεμ. 2007), αποδέχτηκαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του συζύγου και πατέρα τους Φ. Τ., που πέθανε στις 30.1.1980 (ο Φ. Τ. ήταν αδελφός του Μ. Τ., γεννήθηκε δε το έτος 1905 όταν πέθανε ο πατέρας τους Ι. Τ.), οι τρεις πρώτοι των εναγόντων (σύζυγος και παιδιά του), μεταγράφοντας νομίμως την .../2007 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ευσταθίας Παπαϊωάννου.
Οι εμφανείς σε τρίτους με διάνοια κυρίου και καλή πίστη διακατοχικές πράξεις στο όλο ενιαίο ακίνητο και κυρίως στο επίδικο που είναι και το αντικείμενο της δίκης, ενόψει της προπεριγραφείσας κατά τη διαδρομή του χρόνου μορφολογίας του (δασική βλάστηση κ.λπ), που ήταν κατά ένα μέρος και αποτέλεσμα της εγκατάλειψής του, εξαιτίας και της κατά μεγάλα και συνεχή χρονικά διαστήματα απουσίας των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους, απώτατου (Δ.
Κ.) και εγγύτερων (Φ. και Μ. Τ., ο οποίος πέθανε το έτος 1954) από το ... Κεφαλληνίας (ευρύτερη περιοχή του επιδίκου) και διαμονής αυτών στην Αθήνα και σε χώρες του εξωτερικού, είναι γι' αυτούς (ενάγοντες και δικαιοπαρόχους τους), εκ των πραγμάτων περιορισμένες και αναφέρονται 1) στην περιμετρική οριοθέτηση με ξερολιθιά του όλου ακινήτου (επιδίκου και μη), η οποία, αν δεν χρονολογείται από του έτους 1882, όταν κύριος του ακινήτου ήταν ο Δ.
Κ. (απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων), υφίσταται πολύ πριν από το έτος 1960, όταν βρίσκονται εν ζωή τα δύο αδέλφια Φ. και Μ. Τ. (ο πρώτος πέθανε το έτος 1954 και ο δεύτερος το έτος 1980) . 2) Στην κατά καιρούς περιορισμένη καλλιέργεια τμήματος του επιδίκου με την κατασκευή αναβαθμίδων η οποία χρονικώς πρέπει να τοποθετηθεί τουλάχιστον από το έτος 1907 και μέχρι το έτος 1970. 3) Στην περιποίηση, φροντίδα και συλλογή του καρπού από τα ελαιόδενδρα που φύονταν στο όλο ακίνητο και υπερέβαιναν τα δέκα τρία (13) 4) Στην παροχή συναίνεσης πριν το έτος 2000 όταν χρειάστηκε να διανοιχθεί αγροτικός δρόμος στην ανατολική πλευρά του ακινήτου (επιδίκου και μη) 5) Στη σύνταξη της αποδοχής κληρονομιάς που λαμβάνει χώρα σε ανύποπτο χρόνο (έτος 1976) με πρωτοβουλία του τετάρτου των εναγόντων Ι.
Τ. τέκνου του Μ. Τ. 6) Στη μνεία και την αναφορά του όλου ακινήτου στις δηλώσεις φόρου ακίνητης περιουσίας του έτους 1981 εκ μέρους των εναγόντων Α. Τ. και Ι. Τ. (τετάρτου ενάγοντος), οι οποίες και προσάγονται με επίκληση 7) Στην διαμαρτυρία των εναγόντων το έτος 2007 (2 Αυγούστου) δηλαδή τέσσερις (4) μήνες πριν την άσκηση της αγωγής (και) προς τον Αστυνομικό Σταθμό ..., όταν πλέον αυτοί είχαν πληροφορηθεί από πηγή αξιόπιστη, ότι ο εναγόμενος ήταν αυτός που είχε προβεί στην εκχέρσωση τμήματος του επιδίκου προ του έτους 2000, όπως επίσης και στην τοποθέτηση συρματοπλέγματος μετά το έτος 2000 σε όλο το μήκος της πλευράς που αποτελεί το κοινό όριο του επιδίκου και του συνεχομένου μη επιδίκου, με προφανή σκοπό το σφετερισμό εκ μέρους του της νομής του επιδίκου.
Διακατοχικές πράξεις στο επίδικο δεν ενήργησε ποτέ ο πατέρας του εναγομένου Α. Τ., ούτε επίσης ο πάππος του Ν. Τ., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος, οι δε διακατοχικές πράξεις που ενέργησε στο επίδικο ο ίδιος (εναγόμενος) χρονολογούνται από το έτος 1996 ή 1997 έως και το έτος 2005 ή 2006, έτσι ώστε αυτός να μη συμπληρώνει στο πρόσωπο του εικοσαετή νομή χρησικτησίας.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου -εφεσιβλήτου- ότι έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του Α. Τ. το έτος 1960 και ότι έκτοτε κατέχει και νέμεται το επίδικο ακίνητο διανοία κυρίου, διενεργών επ' αυτού όλες τις πράξεις νομής δεν αποδεικνύεται ως βάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.
Ειδικότερα: 1) στον πατέρα του εναγομένου Α. Τ. όσο αυτός ζούσε (πέθανε αδιάθετος την 13.9.1961), δεν είχε ποτέ περιέλθει η νομή του επιδίκου καθοιονδήποτε τρόπο (είτε παραγώγως, είτε πρωτοτύπως), δοθέντος ότι στο διαχωριστικό όριο, ενόψει της ομοιομορφίας της επιφανείας του επιδίκου και του συνεχόμενου νοτιοανατολικά ακινήτου των εναγόντων, θα είχε αυτός για λόγους στοιχειώδους πρόνοιας προς διασφάλιση της ιδιοκτησίας του, τοποθετήσει, πριν από το θάνατο του συρματόπλεγμα ή κάποιο ισοδύναμο διακριτικό σημείο.
Κάτι τέτοιο για πρώτη φορά γίνεται από τον εναγόμενο όχι το έτος 1960, κατά το οποίο όπως ισχυρίζεται, έλαβε παραγώγως από τον πατέρα του αιτία ατύπου δωρεάς τη νομή του επιδίκου, αλλά μετά το έτος 2000, όπως τούτο προκύπτει και από την προσαγόμενη με επίκληση αεροφωτογραφία του έτους 2002, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο ο εναγόμενος έχει ήδη αρχίσει να εκδηλώνει εμφανώς τη διάθεση για σφετερισμό του επιδίκου 2) Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ο ειδικός και αποχρών λόγος της άτυπης δωρεάς της νομής του επιδίκου στον εναγόμενο, πέραν του ότι θα έπρεπε για μείζονα διασφάλιση του (εναγομένου), να γίνει προσφυγή στον έγγραφο Συμβολαιογραφικό τύπο, ενόψει και του γεγονότος ότι το έτος 1960 ο εναγόμενος είχε και έγγαμη αδελφή την Α.
Τ., η οποία κατοικούσε στον Πειραιά και ήταν εύλογο αυτή να αμφισβητήσει μετά το θάνατο του πατέρα της Α. Τ., την εν αγνοία της άτυπη μεταβιβαστική πράξη του συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου και 3) το έτος 1961 (13 Σεπτεμβρίου) που πέθανε αδιάθετος, αλλά και το αμέσως προηγούμενο έτος 1960, ο πατέρας του εναγομένου Α.
Τ., δεν είχε στη νομή και κατοχή του, άλλα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία, εκτός από εκείνα που λεπτομερώς αναφέρονται κατά θέση, έκταση και όρια, στην προσαγόμενη με επίκληση .../21.8.1971 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Αργοστολίου Ιωάννη Μεταξά, η οποία συντάσσεται δέκα (10) χρόνια περίπου μετά το θάνατο του.
Στη θέση "..." όπου και το επίδικο ο δικαιοπάροχος του εναγομένου πατέρας του ήταν κύριος και νομέας μόνο "μιας πεπαλαιωμένης διώροφης οικοδομής και συνεχόμενης ισόγειας μετά προαυλίου και κήπου κ.λπ". Ενόψει όλων αυτών είναι προφανές ότι ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι έγινε κύριος του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και με χρόνο αφετηρίας το έτος 1960, ο οποίος έγινε δεκτός κατ' ουσίαν με την εκκαλουμένη απόφαση είναι αναληθής, επινοηθείς για τις ανάγκες και μόνο της παρούσας δίκης, όταν μάλιστα ο εναγόμενος στις 2.8.2007 (τέσσερις μήνες πριν την άσκηση της αγωγής),προσκληθείς στον Αστυνομικό Σταθμό ...
Κεφαλληνίας, κατόπιν προηγηθείσας διαμαρτυρίας της μάρτυρος και συζύγου του τετάρτου εναγομένου, η οποία είχε σχέση με πρόσφατη καταπάτηση του επιδίκου από τον εναγόμενο, υποστήριζε ότι τούτο (επίδικο) το έχει από κληρονομιά του πατέρα του, δηλαδή εκδοχή διαφορετική από αυτήν που υποστηρίζει δια του πληρεξουσίου του στη παρούσα δίκη.
Η ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου του μάρτυρα του εναγομένου Δ. Μ. δεν ανταποκρίνεται στα πράγματα και δεν κρίνεται καθόλου πειστική, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό/ ώστε να αμφιβάλει κανείς αν πράγματι ο μάρτυρας γνωρίζει το επίδικο, όταν διαβεβαιώνει ότι μέσα σ' αυτό δεν υπάρχουν καθόλου ελαιόδενδρα, ενώ από τις προσκομιζόμενες με επίκληση αεροφωτογραφίες προκύπτει χωρίς κανένα ενδοιασμό ότι μέσα στο επίδικο υπάρχουν δέκα (10) ελαιόδενδρα.
Πέραν αυτού οι σχέσεις των διαδίκων και του μάρτυρα δεν είναι οι καλύτερες δυνατές, δοθέντος ότι ο μάρτυρας το έτος 1993, καίτοι μη κύριος φέρεται να μεταβιβάζει συμβολαιογραφικώς αιτία πωλήσεως στον Γ. Κ., χωρίς την συγκατάθεση των κληρονόμων Φ. Τ. (τριών πρώτων των εκκαλούντων), ακίνητο των τελευταίων εκτάσεως 4.455 τ.μ στη θέση "...".
Εξαιτίας αυτού του γεγονότος οι ως άνω εκκαλούντες, αναγκάζονται να ασκήσουν κατά του μάρτυρα και του αγοραστή Γ. Κ. την από 14.9.1998 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, διεκδικητική αγωγή (προσαγόμενη με επίκληση), από το δικόγραφο της οποίας στη συνέχεια αυτοί (οι εκκαλούντες) παραιτούνται, στις 2.1.2001 όταν εκείνοι (Μ.
και Κ.) με δήλωσή τους στην προσαγόμενη με επίκληση 1/2001 εισηγητική έκθεση, αναγνωρίζουν την κυριότητα των εκκαλούντων στο παραπάνω ακίνητο και συγχρόνως την ακυρότητα του πωλητηρίου συμβολαίου που είχαν αυτοί καταρτίσει το έτος 1993. Η ευχέρεια του συγκεκριμένου μάρτυρα να καταρτίζει πωλητήρια συμβόλαια, χωρίς να είναι κύριος του μεταβιβαζομένου ακινήτου και στη συνέχεια να αναγνωρίζει αυτά ως ανενεργή και άκυρα με τη σύμπραξη του αγοραστή, προδιαθέτει αρνητικά ως προς την αξιοπιστία του μάρτυρα, όταν αυτός, ανά πάση στιγμή είναι πρόθυμος να παραπλανήσει τη δικαιοσύνη καταρτίζοντας δημόσια έγγραφα με ψευδές ή εικονικό περιεχόμενο.
Ενόψει όλων αυτών οι ενάγοντες κατά το χρόνο της παράνομης αποβολής τους από τον εναγόμενο, αφ' ενός μεν με την εκ μέρους του εκχέρσωση μεγάλου τμήματος του επιδίκου, κατά την βορειοανατολική του πλευρά προ του έτους 2000 και αφ' ετέρου με την τοποθέτηση μετά το έτος 2000 συρματοπλέγματος σε όλο το μήκος της πλευράς, που αποτελεί το κοινό όριο του επιδίκου και του συνεχόμενου με αυτό ακινήτου (μη επιδίκου), είχαν καταστεί ήδη κύριοι τούτου (επιδίκου ακινήτου), χωρίς εν τω μεταξύ η κυριότητα τους αυτή να αναιρεθεί καθοιονδήποτε τρόπο, μέχρι την άσκηση της αγωγής (χρόνος κατάθεσης η 25η Ιανουαρίου 2008) και παραγώγως και πρωτοτύπως με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Ειδικότερα : Α) η πρώτη ομάδα των εκκαλούντων αποτελούμενη από τους ενάγοντες, Α. χήρα Φ. Τ., Ι. Τ. και Α. - Σ. Τ. ήταν κυρία του επιδίκου ακινήτου κατά το εξ αδιαιρέτου (2/8 η πρώτη και από 3/8 εξ αδιαιρέτου καθένας από τους υπολοίπους), παραγώγως αιτία κληρονομικής διαδοχής, δια της μεταγραφής της .../2007 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευσταθίας Παπαϊωάννου, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος το έτος 1980 Φ.
Τ. (συζύγου και πατέρα τους αντίστοιχα), ο οποίος κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν κύριος του ακινήτου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ως νεμηθείς τούτο, τουλάχιστον από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (Φεβρουάριος 1946) με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαταράκτως από το έτος 1946 (Φεβρουάριος) και μέχρι το έτος 1980 που πέθανε κληρονομηθείς κατά τα άνω.
Με τα ίδια προσόντα η πρώτη ομάδα των εκκαλούντων συνέχισε να νέμεται το ακίνητο (κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου) από το έτος 1980 (30.1.1980) και μέχρι το έτος 2000, καταστάσα έτσι κυρία τούτου (επιδίκου) κατά το ως άνω ποσοστό και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία - Β) Η δεύτερη ομάδα αποτελούμενη μόνο από τον τέταρτο εκκαλούντα Ι.
Τ. του Μ., ήταν κυρία του επιδίκου κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου παραγώγως αιτία κληρονομικής διαδοχής, δια της μεταγραφής της .../1976 πράξης αποδοχής κληρονομιάς του τότε Συμβολαιογράφου Σάμης Κεφαλληνίας Βασ. Δρακουλόγκωνα, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος (μαζί με την μητριά του και σύζυγο του πατέρα του Ρ.
χήρα Μ. Τ.); του αποβιώσαντος το έτος 1954 πατέρα του (και της εν συνεχεία αποβιωσάσης το έτος 1971 μητριάς του Ρ. ως εκ διαθήκης κληρονόμος αυτής). Ο Μ.ς Τ. ο οποίος κατά το χρόνο του θανάτου του (1954), ήταν κύριος του ακινήτου, κατά το άλλο 1/2 εξ αδιαιρέτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, υπό την ισχύ του Ιόνιου Αστικού Κώδικα που μεταγενεστέρως καταργήθηκε με το άρθρο 5 αριθ. 2 του ΕισΝ του ΑΚ, ως νεμηθείς τούτο τουλάχιστον από το 1926 με διάνοια κυρίου, καλή πίστη, αδιατάρακτα, συνεχώς μέχρι το έτος έτος 1946 (Φεβρουάριος), που άρχισε να ισχύει ο Αστικός Κώδικας (Βλ.
και Α.Π. 384/2010), έκτοτε δε και μέχρι του θανάτου του (1954) με διάνοια κυρίου. Με τα ίδια προσόντα, της έκτακτης χρησικτησίας, υπό την ισχύ πλέον του ΑΚ συνέχισε να νέμεται το ακίνητο (κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου), με διάνοια κυρίου ο τέταρτος των εκκαλούντων Ι. Τ. από το έτος 1954 και μέχρι το έτος 2000, καταστάς έτσι κύριος τούτου (επιδίκου) κατά το ως άνω ποσοστό και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκανε δεκτή την αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως και ουσιαστικά βάσιμη, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου που προέβαλε ο αναιρεσείων, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε εκφέρει διαφορετική κρίση και ανεγνώρισε τους ενάγοντες (αναιρεσιβλήτους) συγκυρίους κατά ποσοστά εξ αδιαιρέτου την πρώτη κατά ποσοστό 2/16, τον δεύτερο κατά ποσοστό 3/16, τον τρίτο κατά ποσοστό 3/16 και τον τέταρτο κατά ποσοστό 8/16 ακινήτου εκτάσεως 4.208,13 τετραγωνικών μέτρων που βρίσκεται στη θέση "..." της περιοχής ...
Κεφαλληνίας και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να αποδώσει στους αναιρεσιβλήτους το πιο πάνω ακίνητο κατά τα ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστά στον καθένα τούτων. Κρίνοντας το Εφετείο ότι οι αναιρεσίβλητοι έγιναν κύριοι του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους και εκείνον των δικαιοπαρόχων τους, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 593, 2053, 2063 και 2092 του Ιονίου Αστικού Κώδικα, 974, 1045 και 1051 ΑΚ αφού υπό τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
Περαιτέρω, το Εφετείο κρίνοντας όπως ανωτέρω αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων με έκτακτη χρησικτησία της μη απόκτησης εκ μέρους του αναιρεσείοντος κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία και της εκτάσεως του επιδίκου ακινήτου και συνακόλουθα της ταυτότητας τούτου, περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προδιαληφθεισών ουσιαστικών διατάξεων του ΑΚ.
Το Εφετείο διαλαβόν ότι το επίδικο ακίνητο έχει εμβαδόν 4.208,13 τετραγωνικών μέτρων, μαζί δε με το συνεχόμενο νοτιοανατολικά τούτου μη επίδικο ακίνητο, βρίσκεται στη θέση "..." της περιοχής ... του Δήμου Ερύσσου Κεφαλληνίας και απεικονίζεται στα προσκομιζόμενα από αναιρεσείοντα τοπογραφικά διαγράμματα των Πολιτικών Μηχανικών Α.
Α. με χρονολογία "Αύγουστος 1996" και Α. Κ. με χρονολογία "Μάιος 2002" και ότι εντός του επιδίκου ακινήτου φύονται συνολικά δέκα (10) ελαιόδενδρα, ότι το επίδικο ακίνητο αλλά και το συνεχόμενο νοτιοανατολικά αυτού ακίνητο αποτελείται Α) από δύο λόγγους στη θέση ..., β) δύο παληαγρούς στη θέση ¨..." και Γ) Αγροτεμάχιο με δέκα ελιές στη θέση ...
Δήμου Ερύσσου Κεφαλληνίας εκτάσεως 4.500 τετραγωνικών μέτρων, περιέχει στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς, πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ταυτότητας του επιδίκου ακινήτου που καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Ως προς τις πράξεις νομής που άσκησαν οι αναιρεσίβλητοι επί του επιδίκου ακινήτου δεν απαιτείτο να προσδιορισθεί από ποιους εξ αυτών εγένετο η περιμετρική οριοθέτηση με ξηρολιθιά του όλου ακινήτου και από ποιους και σε ποιο ακριβώς τμήμα του επιδίκου εγένετο περιορισμένη καλλιέργεια τμήματος του επιδίκου με την κατασκευή αναβαθμίδων, ούτε από ποιούς εκ των εναγόντων εγένετο ή περιποίηση, φροντίδα και συλλογή του καρπού από τα ελαιόδενδρα που υπάρχουν στο επίδικο ακίνητο, εφόσον υπάρχει γενική παραδοχή ότι οι διακατοχικές αυτές πράξεις εγένοντο επί του επιδίκου ακινήτου και από όλους ανεξαιρέτως του ενάγοντες.
Εφόσον δε, ανελέγκτως αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο συμπεριλήφθη στις δηλώσεις φόρου ακίνητης περιουσίας μόνον των δυο (2) εκ των τεσσάρων αναιρεσιβλήτων, ορθώς και με σαφήνεια προσδιορίσθηκε ως διακατοχική πράξη αυτών επί του επιδίκου ακινήτου.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ των αριθμών 1 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλονται κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως αιτιάσεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην ανεπάρκεια αιτιολόγησης της συναγωγής απ' αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται μομφή στην προσβαλλομένη απόφαση ότι παρεβίασε τους κανόνες των άρθρων 1193, 1199 και 1846 ΑΚ το Εφετείο, δεχόμενο ότι ο τέταρτος αναιρεσίβλητος δια της μεταγραφής της υπ' αριθ. .../1976 πράξεως αποδοχής κληρονομίας απέκτησε παραγώγως την κυριότητα του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου με συνέπεια να τον αναγνωρίσει κύριο αυτού κατά το 1/2 (ή 8/16) εξ αδιαιρέτου διότι υπάρχει παραδοχή στην προσβαλλομένη απόφαση ότι με την υπ' αριθμ. .../1976 πράξη αποδοχής κληρονομίας ο τέταρτος των αναιρεσιβλήτων, απέκτησε την κυριότητα του υπό στοιχείο Β' ακινήτου που είναι, όμως, μη επίδικο.
Ο λόγος αυτός ασχέτως του ότι προβάλλεται αλυσιτελώς, καθ' όσον με αυτόν προσβάλλεται η επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει την κυριότητα των αναιρεσιβλήτων στον παράγωγο τρόπο πλην όμως δεν τελεσφόρησε η επάλληλη αιτιολογία της κτήσεως της κυριότητας αυτών με έκτακτη χρησικτησία, η οποία στηρίζει, κατά τα προεκτεθέντα αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το επίδικο ακίνητο και το συνεχόμενο νοτιοανατολικά του πρώτου μη επίδικο ακίνητο είναι Α) οι δυο λόγγοι στη θέση ..., Β) οι δυο Παληαγρού μετ' αγρίων θάμνων στη θέση "...
και Γ) το αγροτεμάχιο με δέκα (10) ελιές στη θέση ... του Δ.Δ. ... Δήμου Ερύσσου Κεφαλληνίας και ότι η πρώτη ομάδα των εκκαλούντων αποτελούμενη από τους ενάγοντες Α. χήρα Φ. Τ., Ι. Τ. και Α. - Σ. Τ. ήταν κυρία του επιδίκου ακινήτου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου παραγώγως αιτία κληρονομικής διαδοχής δια της μεταγραφής του .../2007 πράξης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευσταθίας Παπαϊωάννου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος το έτος 1980 Φ.
Τ., η δε δεύτερη ομάδα αποτελούμενη μόνον από τον τέταρτο εκκαλούντα Ι. Τ. του Μ. ήταν κυρία του επιδίκου ακινήτου κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου παραγώγως αιτία κληρονομικής διαδοχής δια της μεταγραφής της .../1976 πράξης αποδοχής κληρονομίας του τότε συμβολαιογράφου Σάμης Κεφαλληνίας Βασ. Δρακουλόγκωνα.
Η αναφορά που γίνεται στην προσβαλλομένη απόφαση κατά τον προσδιορισμό της ταυτότητας του επιδίκου ακινήτου, ότι ο τέταρτος των εναγόντων Ι. Τ. του Μ. αποδέχεται την εξ αδιαθέτου κληρονομία του πατέρα του Μ. Τ. και την εκ διαθήκης κληρονομία της μητριάς του Ρ. χήρας Μ. Τ. που απεβίωσε στις 13-6-1971 με τη νόμιμη μεταγραφή της .../15-4-1976 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Σαμαίων Βασιλείου Δρακουλόγκωνα επί του υπό στοιχείο περιγραφομένου ακινήτου Β είναι ενδεικτική, εφόσον υπάρχει γενική παραδοχή, όπως προεκτέθηκε, ότι αποδέχτηκε ο τέταρτος των εναγόντων κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου την κληρονομία ολοκλήρου του επιδίκου ακινήτου.
Επειδή, κατά το άρθρο 1094 ΑΚ ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι την διεκδικητική αγωγή ασκεί ο κύριος και μη κάτοχος κατά του μη κυρίου νομέα ή κατόχου. Προϋποθέσεις δηλαδή της διεκδικητικής αγωγής είναι η κυριότητα του ενάγοντος και η νομή ή κατοχή του εναγομένου και αίτημά της είναι η αναγνώριση της κυριότητας του ενάγοντος και η απόδοση του πράγματος.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο παρεβίασε τον ουσιαστικό κανόνα του άρθρου 1094 ΑΚ διότι δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν κύριοι παραγώγως δια της μεταγραφής πράξεων αποδοχής κληρονομίας και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία επί του επιδίκου ακινήτου ανεγνώρισε αυτούς κυρίους του ακινήτου αυτού και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα σε απόδοση τούτου κατά το αναλογούν σε έκαστο ποσοστό χωρίς να διαλαμβάνει στις παραδοχές του και ότι το αφαιρεθέν επίδικο ακίνητο κατεκρατείτο παρανόμως από αυτόν.
Ο λόγος αυτός εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες παράνομα απεβλήθησαν από το επίδικο ακίνητο του οποίου έχουν καταστεί κύριοι παραγώγως και πρωτοτύπως από τον εναγόμενο αφ' ενός με την εκ μέρους του εκχέρσωση μεγάλου τμήματος του επιδίκου κατά τη βορειοανατολική του πλευρά προ του έτους 2000 και αφετέρου με τη τοποθέτηση μετά το έτος 2000 συρματοπλέγματος σε όλο το μήκος της πλευράς που αποτελεί το κοινό όριο του επιδίκου και του συνεχομένου με αυτό ακινήτου (μη επιδίκου) με συνέπεια να πληρούται το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 1094 ΑΚ.
Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής ώστε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία προκύπτουν από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Εξάλλου, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 ν.δ. 490/1974 "για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η εναυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μόνον με τον πιο πάνω τρόπο επαναφέρονται στη δίκη για την έφεση οι ισχυρισμοί που είχαν προβληθεί στην πρωτόδικη δίκη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων επικαλούμενος την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, μέμφεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που προέβαλε με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέφερε με τις προτάσεις του που υπέβαλε, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση α) τον ισχυρισμό, προς υποστήριξη της ένστασης ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου "ότι οι αντίδικοι γνωρίζοντες ότι η υπ' αριθμ. .../1976 αποδοχή κληρονομίας είναι αόριστη και δεν συμπεριλαμβάνεται σ' αυτή το επίδικο ακίνητο, εν όψει της δίκης και της εγέρσεως της αγωγής των, συντάσσουν την προσαγομένη και επικαλουμένη .../2007 πρόσφατη δήλωση αποδοχής κληρονομίας στην οποία δήθεν συγκεκριμενοποιούν το επίδικο...Η δήλωση δε αυτή είναι επιλήψιμη και ύποπτη και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο σας για τους άνω λόγους" και β) την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων.
Η ως άνω υπό στοιχείο α' αιτίαση είναι απορριπτέα ως αβάσιμη διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ο ανωτέρω ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε εκ του πράγματος με την παραδοχή ότι οι τρεις πρώτοι αρχικοί ενάγοντες αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομία με την υπ' αριθ. .../2007 δήλωση αποδοχής κληρονομίας.
Ως προς την άνω υπό στοιχείο β' αιτίαση, με την οποία αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη της προβληθείσης από τον εναγόμενο ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων (άρθρο 281 ΑΚ) ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.
Και τούτο, διότι όπως προκύπτει από τις προτάσεις του αναιρεσείοντος που υπέβαλε στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, στήριξε την προαναφερθείσα ένσταση κυρίως και βασικώς στον ισχυρισμό ότι ο ίδιος και οι δικαιοπάροχοί του νέμονταν το επίδικο ακίνητο από το έτος 1920 μέχρι την άσκηση της αγωγής δηλαδή σε περιστατικά τα οποία συνιστούν τη βάση της ένστασης ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου που είχε προτείνει ο αναιρεσείων, η οποία, όμως, όπως προκύπτει από την ίδια απόφαση, απερρίφθη ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς παραδοχή του Εφετείου ότι ο αναιρεσείων και οι δικαιοπάροχοί του ουδέποτε άσκησαν πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου.
Κατ' ακολουθία ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής που προκύπτει και από το συνδυασμό της με τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ που αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμού" έχει όμως εφαρμογή και για επίκληση αποδεικτικών μέσων λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου.
Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτοδίκων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου.
Η αναφορά στις προτάσεις της πρωτόδικης δίκης και η ενσωμάτωση αυτών στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, δεν συνιστά νόμιμη επίκληση αποδεικτικών μέσων. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης αποδίδει πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. .../17-9-2008 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Κ.
Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Ερύσσου Ελένης Λευτεράτου η οποία λήφθηκε μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων του, υποπέσαν στην παράβαση του αριθμού ΙΙγ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Από τις από 5-10-2010 προσκομιζόμενες προτάσεις του αναιρεσείοντος που υπέβαλε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου τις οποίες ως διαδικαστικό έγγραφο παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) για να ελέγξει τη βασιμότητα του λόγου, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων στη σελίδα τέσσερα () αυτών αναφέρει "προσάγω και επικαλούμαι προς αποφυγή περιττών επαναλήψεων εκ νέου όσα έγγραφα φωτογραφίες και βεβαιώσεις προσήγαγα και επεκαλέσθην δια των πρωτοδίκων προτάσεών μου με τις οποίες έχουν επί λέξει ούτω "και στη συνέχεια προβαίνει στην ενσωμάτωση των προτάσεών του που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, χωρίς περαιτέρω ειδική επίκληση της ως άνω ένορκης βεβαίωσης ή παραπομπή σε συγκεκριμένο μέρος των επανυποβαλλομένων, πρωτοδίκων προτάσεων όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση της ένορκης αυτής βεβαίωσης.
Συνεπώς, όχι παρά το νόμο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ως άνω ένορκη βεβαίωση σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πέμπτος εκ του άρθρου 559 γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Κατ' ακολουθία πρέπει να απορριφθεί η από 11-3-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2/2011 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-3-2011 αίτηση του Ν. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2/2011 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1-4-2014 και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7-5-2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ