1005/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό της δίκης ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων αφού έλαβε τον λόγο δήλωσε ότι: Α) ο υπό στοιχείο 9 των αναιρεσιβλήτων Ν. Μ. του Ε., απεβίωσε την 15-7-2011, όπως προκύπτει από την 30/16-7-2011 ληξιαρχική πράξη του Ληξιαρχείου του Δήμου Μώλου-Αγ. Κων/νου και την δίκη συνεχίζουν οι: Ε. Μ. του Ν. και Δ. Μ. του Ν. ως νόμιμοι κληρονόμοι του και παραστάθηκαν μετά του ιδίου πληρεξουσίου και κατέθεσαν προτάσεις. Β) η υπό στοιχείο 36 των αναιρεσιβλήτων, Α. χα Χ. Τ., απεβίωσε την 17-12-2006, όπως προκύπτει από την ΔΥ/16-5-2007 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου Αθηναίων και την δίκη συνεχίζει ο Ι. Τ. του Χ., ως νόμιμος κληρονόμος της και εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο και κατέθεσε προτάσεις και Γ) ο υπό στοιχείο 11 των αναιρεσιβλήτων Δήμος Αγίου Κωνσταντίνου, έχει μετονομασθεί σε Δήμος Μώλου Αγίου Κων/νου και συνεχίζει την δίκη εκπροσωπούμενος από τον ίδιο πληρεξούσιο, όπως προκύπτει από το από 13-3-2012 πρακτικό συνεδρίασης Οικονομικής Επιτροπής Δήμου Μώλου Αγ.Κων/νου.
Legislator headnote
AI generated1005/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αναίρεση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της αναιρεσίβλητης Σ. συζ. Δ. Ψ.. Το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Full text
Απόφαση 1005 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1005/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του ΝΣΚ Αντώνιο Αντωνίου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Μ. του Θ., έως και 39. Τ. Τ. του Δ., κατοίκων ..., όλοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κώστα Μπεσίρη και κατέθεσαν προτάσεις.
Στο σημείο αυτό της δίκης ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων αφού έλαβε τον λόγο δήλωσε ότι: Α) ο υπό στοιχείο 9 των αναιρεσιβλήτων Ν. Μ. του Ε., απεβίωσε την 15-7-2011, όπως προκύπτει από την 30/16-7-2011 ληξιαρχική πράξη του Ληξιαρχείου του Δήμου Μώλου-Αγ. Κων/νου και την δίκη συνεχίζουν οι: Ε. Μ. του Ν. και Δ. Μ. του Ν. ως νόμιμοι κληρονόμοι του και παραστάθηκαν μετά του ιδίου πληρεξουσίου και κατέθεσαν προτάσεις. Β) η υπό στοιχείο 36 των αναιρεσιβλήτων, Α. χα Χ. Τ., απεβίωσε την 17-12-2006, όπως προκύπτει από την ΔΥ/16-5-2007 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου Αθηναίων και την δίκη συνεχίζει ο Ι. Τ. του Χ., ως νόμιμος κληρονόμος της και εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο και κατέθεσε προτάσεις και Γ) ο υπό στοιχείο 11 των αναιρεσιβλήτων Δήμος Αγίου Κωνσταντίνου, έχει μετονομασθεί σε Δήμος Μώλου Αγίου Κων/νου και συνεχίζει την δίκη εκπροσωπούμενος από τον ίδιο πληρεξούσιο, όπως προκύπτει από το από 13-3-2012 πρακτικό συνεδρίασης Οικονομικής Επιτροπής Δήμου Μώλου Αγ.Κων/νου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2005 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Λαμίας με την οποία, κατόπιν εκδόσεως της 47/23-2-2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, ζήτησαν τη διόρθωση του οικείου κτηματολογικού πίνακα. Εκδόθηκε η απόφαση 132/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-11-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου, ανέγνωσε την από 14-2-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 1 και 19 και την απόρριψη των πρώτου, δεύτερου από τον αριθμό 14 και τρίτου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήσαν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνον εναντίον εκείνων από αυτούς, από τους οποίους επιδιώκεται μ' αυτήν και, με βάση τις επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες της, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος στους οποίους δεν αφορά η αποδιδομένη μ' αυτή πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός (ΑΠ 731/2005, ΑΠ 647/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης ο από τους 38 πρώτους αναιρεσίβλητους ασκήθηκε ενώπιον του Εφετείου Λαμίας η υπ' αρ. και 114/2006 από 1-3-2005 αίτηση με την οποία ζητούσαν να κριθεί ότι δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφελείας υπέρ των σ' αυτήν αναφερομένων ακινήτων τουςκαι να απαλειφθούν οι επιβληθείσες υποχρεώσεις αυταποζημίωσης επί των απαλλοτριουμένων τμημάτων των ιδιοκτησιών τους και οι σε βάρος τους υποχρεώσεις αποζημίωσης γειτονικών ιδιοκτησιών.
Κατά την εκδίκαση της άνω αιτήσεως στη δικάσιμο της 12-2-2008 άσκησε κύρια παρέμβαση ο ήδη 39ος αναιρεσίβλητος Τ. Τ. κατά της ήδη 10ης αναιρεσίβλητης αδελφής του, Σ. Δ. Ψ. το γένος Τ. φερόμενης ως ιδιοκτήτριας της ΚΠ 400 Α' ιδιοκτησίας με την οποία δήλωνε ο ίδιος είναι κύριος νομέας και κάτοχος της προαναφερόμενης ιδιοκτησίας ΚΠ 400 Α' και έχει αναγνωρισθεί και δικαιούχος της αποζημίωσης με την 10/2008 και 156/2006 απόφαση του Εφετείου Λαμίας και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, αντίστοιχα και ζήτησε όσα και οι λοιποί ως άνω αιτούντες- αναιρεσίβλητοι.
Επί της ως άνω αιτήσεως και κύριας παρεμβάσεως εκδόθηκε η προσβαλλομένη η οποία έκανε δεκτή κατ' ουσίαν τόσο την αίτηση όσο και την κύρια παρέμβαση . Ως εκ τούτου η ένδικη αναίρεση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δέκατης (10ης) αναιρεσίβλητης είναι απαράδεκτη εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει ευμενή διάταξη υπέρ της δέκατης (10ης) αναιρεσίβλητης και βλαπτική έναντι του αναιρεσείοντος αφού έγινε δεκτή η σε βάρος αυτής κύρια παρέμβαση για την υπό στοιχείο ΚΠ 400 Α' ιδιοκτησία.
Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αναίρεση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της αναιρεσίβλητης Σ. συζ. Δ. Ψ.. Το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτής ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνο του αριθμού 14 του ίδιου Κώδικα, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΑΠ 1881/2006, ΑΠ 879/2004).
Περαιτέρω κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος είναι ο χρόνος της συζητήσεως μετά την οποίαν εκδίδεται οριστική απόφαση, αν δε κατά τη διάρκεια της δίκης και πριν από τον άνω κρίσιμο χρόνο εκλείψει το έννομο συμφέρον η σχετική αγωγή ή αίτηση παροχής εννόμου προστασίας απορρίπτεται (ΑΠ 1881/2006, ΑΠ 1084/1990 ).
Στην προκειμένη περίπτωση με το κύριο μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι την 12-2-2008 που συζητήθηκε η υπ' αριθ. 412/22-11-2006 αίτηση των αναιρεσιβλήτων με αίτημα να απαλειφθούν οι επιβληθείσες υποχρεώσεις αυτοαποζημίωσης των απαλλοτριουμένων τμημάτων των ιδιοκτησιών τους και να διαγραφούν οι υποχρεώσεις που επιβλήθηκαν σε βάρος των ιδιοκτησιών τους είχε ήδη εκδοθεί η 10/2008 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου με την οποία εκρίθη ότι δεν υπάρχει το τεκμήριο ωφελείας και ως προς τις ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων και διετάχθη η διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα και ως εκ τούτου είχε εκλείψει το έννομο συμφέρον των αναιρεσιβλήτων.
Ο λόγος αυτός μόνο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (όχι δε και από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου πρέπει να απορριφθεί προτίστως ως απαράδεκτος κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αυτός προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας.
Ενώ δεν συντρέχει καμία από τις αναφερόμενες στην ως άνω διάταξη εξαιρετικές περιπτώσεις.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 14 παρ. 1 περ. γ', 19 παρ. 5 εδα. και 20 παρ. 6 Ν. 2882/2001 ΚΑΑΑ προβλέπεται ότι α) κάθε υπόχρεος στην πληρωμή της αποζημίωσης β) εκείνος υπέρ του οποίου κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση και εκείνος που αξιώνει κυριότητα ή εμπράγματο δικαίωμα επί της απαλλοτριωθείσας εκτάσεως μπορεί να παρέμβει με δήλωσή του στη δίκη και να γίνει διάδικος χωρίς καμιά προδικασία και κατάθεση προτάσεων, απλώς με δήλωσή του ενώπιον του Δικαστηρίου που καταχωρίζεται στα πρακτικά κατά τη συζήτηση της αιτήσεως και περιέχει το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο και την κατοικία του ή προκειμένου περί νομικού προσώπου την επωνυμία και την έδρα του.
Η δήλωση περιέχει επίσης και τον αριθμό του κτηματολογικού πίνακα του ακινήτου στο οποίο προβάλει δικαιώματα. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο ένδικο βοήθημα με το οποίο επιδιώκεται να εξασφαλίζεται η ευχερέστερη παρουσία των ενδιαφερομένων στις εκ της απαλλοτριώσεως δίκες (προσδιορισμός αποζημίωσης, ανατροπή τεκμηρίου ωφέλειας και εντεύθεν αποζημίωση κ.λ.π) χωρίς τους όρους και τις προϋποθέσεις των άρθρων 79 ΚΠολΔ για την κύρια και πρόσθετη παρέμβαση.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που αιτιάται παραβίαση του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για το λόγο ότι η κυρία παρέμβαση του 39ου των αναιρεσιβλήτων έπρεπε ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη ως ασκηθείσα με προφορική δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος..
Με το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001 θεσπίσθηκε διάταξη σύμφωνα με την οποία το τεκμήριο ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Ν. 633/1977 είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης από το αρμόδιο Εφετείο κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου, αφού όμως προηγουμένως η αίτηση του εικαζομένου ιδιοκτήτη και η εξέταση της ύπαρξης ή μη ωφέλειας παραπεμφθεί σε τριμελή επιτροπή, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο αυτό και κατόπιν η αίτηση, τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης μαζί με την έκθεση της επιτροπής διαβιβάζονται στο Εφετείο το οποίο αποφασίζει για την ύπαρξη η μη ωφέλειας.
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με το πρώτο και τρίτο (επικουρικό) μέρος του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 άλλως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αληθώς, όμως, μόνο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο, άλλως με ανεπαρκείς αιτιολογίες δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ασκηθείσα ενώπιον του Εφετείου κυρία παρέμβαση του Τ.
Τ. με την οποία ζητούσε την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας της με αριθμό ΚΠ 400Α'ιδιοκτησίας του μετά την απαλλοτρίωση, αφού δεν τηρήθηκαν η διαδικασία του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001.- Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης και το υπό στοιχείο 2ο/23-2-2006 μέχρι 26-4-2006 προσαγόμενο και επικαλούμενο πρακτικό Συνεδριάσεως της επιτροπής του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 για την ΚΠ 400Α' ιδιοκτησία είχε υποβληθεί από την αδελφή του κυρίως παρεμβαίνοντος και καθής η κυρία παρέμβαση, Σ.
Ψ. το γένος Κ. Τ. η αιτίαση με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η εν λόγω ΚΠ 400 Α' ιδιοκτησία ουδεμία ωφέλεια είχε από την κήρυξη της απαλλοτρίωσης. Ως εκ τούτου τηρήθηκε και για την εν λόγω ιδιοκτησία ΚΠ 400 Α' η προδικασία την οποία τάσσει ο Ν. 2971/2001. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο και τρίτο (επικουρικό) μέρος με τους αντίθετους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος .
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκής σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του διατάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος σ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάση του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) ΟλΑΠ 1/1999.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 132/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων. Συγκεκριμένα όσον αφορά: 1) τον πρώτο αιτούντα Κ. Θ. Μ. α) για την με αριθμό 085 ιδιοκτησία: το ακίνητο πριν από την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 12.407 τ.μ ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις και είχε πρόσοψη σε αγροτικό δρόμο.
Από αυτό απαλλοτριώνεται τμήμα 2.346 τ.μ. και απομένει α) εδαφική έκταση εμβαδού 1.222,60 τ.μ. η οποία δε είναι πλέον άρτια και οικοδομήσιμη και β) έκταση 8.835 τ.μ η οποία είναι άρτια και οικοδομήσιμη. Σε τμήματα της ως άνω απαλλοτριούμενης έκτασης συνολικού εμβαδού 1.575,91 τ.μ. εμφαίνετο στο κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα με τα στοιχεία 46-51-9-47-48-49-21-10-46 εμβαδού 965,24 τ.μ.
και 4-5-6-7-8-53-57-56-55-4 εμβαδού 610,67 τ.μ. επιβλήθηκε υποχρέωση αυταποζημίωσης, ενώ το υπόλοιπο τμήμα συνολικού εμβαδού 770,09 τ.μ αποζημιώνεται. Επίσης επιβλήθηκε και υποχρέωση αποζημίωσης τμήματος της γειτονικής και με αριθμό κτηματολογίου 86 ιδιοκτησίας με τα στοιχεία 46-66α-67-71-46 εμβαδού 365,16 τ.μ. και 10-46-66-10 εμβαδού 13,97 καθώς και της με αριθμό κτηματολογίου 83 ιδιοκτησίας με τα περιμετρικά στοιχεία 48-40-42-54-48 εμβαδού 135,69 τ.μ.
β) για τη με αριθμό 096 ιδιοκτησία: Το εν λόγω ακίνητο πριν από την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 8.000 τ.μ. και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις, με θέα προς τον Ευβοϊκό κόλπο. Από αυτό απαλλοτριώνεται τμήμα 568,40 τ.μ. και απομένει εδαφική έκταση, η οποία είναι άρτια και οικοδομήσιμη.
Σε τμήματα της ως άνω απαλλοτριούμενης έκτασης συνολικού εμβαδού 318,78 τ.μ. εμφαινόμενα στο κτηματολογικό πίνακα και. διάγραμμα με τα στοιχεία 11-16-17-18-31-12-11, εμβαδού 229,40 τ.μ. και 17-33-35-17 εμβαδού 89,38 τ.μ. επιβλήθηκε υποχρέωση αυταποζημίωσης, ενώ το υπόλοιπο τμήμα εμβαδού 240,97 τ.μ. και 8,66 τ.μ. αποζημιώνεται. Επίσης επιβλήθηκε και υποχρέωση αποζημίωσης τμήματος της γειτονικής και με αριθμό κτηματολογίου 95 ιδιοκτησίας με τα στοιχεία 11-12-15-11 εμβαδού 11,08 τ.μ., της με αριθμό 106 ιδιοκτησίας και τα στοιχεία 38-41-37-36-38 εμβαδού 16,48 τ.μ., της με αριθμό 105 ιδιοκτησίας και τα στοιχεία 36-37-40-39-36 εμβαδού 55,14 τ.μ.
και τις με αριθμό 97 και τα στοιχεία 38-36-35-46-19-33-35-38 εμβαδού 1.181,04τ.μ. 2) Το δεύτερο αιτούντα Ν. Ι. Β. για τη με αριθμό 082Α ιδιοκτησία: (82 στους αρχικούς πίνακες, το οποίο μετά τη διόρθωση τους υποδιαιρέθηκε στις 82Α, 82 και 82Β). Το ακίνητο αυτό πριν από την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 5.345,70 τ.μ. ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις και εφάπτονται αγροτικής οδού.
Από αυτό απαλλοτριώνεται τμήμα 2.605,24 τ.μ. και απομένει εδαφική έκταση εμβαδού 2.740,46 τ.μ. η οποία δεν είναι πλέον άρτια και οικοδομήσιμη, ούτε έχει πρόσβαση στο έργο (βλ. και την από Οκτώβριο 2007 πιο πάνω πραγματογνωμοσύνη). Στο εν λόγω ακίνητο (κατά τον κτηματολογικό πίνακα) επιβλήθηκε, υποχρέωση αυταποζημίωσης σε τμήμα του επιφάνειας 927,40 τ.μ.
όπως προκύπτει αυτό από το από Σεπτέμβριο 2004 κτηματολόγιο (1η αναθεώρηση). 3. Τον τρίτο αιτούντα Κ. Δ. Ψ. α) για τη με αριθμό 101 ιδιοκτησία: Το εν λόγω ακίνητο πριν από την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 5.346,65 τ.μ., ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις και εφάπτεται αγροτικής οδού, (βλ.
την από Οκτώβριο 2007 πραγματογνωμοσύνη). Από αυτό απαλλοτριώνονται δύο τμήματα συνολικού εμβαδού 1.769,81 τ.μ. (ήτοι 1.430,79+39,02 τ.μ.) (βλ. προσκομιζόμενο κτηματολογικό πίνακα μετά τη δεύτερη διόρθωση με την υπ' αριθμ. 1050494/13-6-2007 ΚΥΑ, που θεωρήθηκε στις 7-12-2006) και απομένει εδαφική έκταση εμβαδού 3.576,84 τ.μ. η οποία δεν είναι πλέον άρτια και οικοδομήσιμη.
Στο εν λόγω ακίνητο επιβάλλεται υποχρέωση αυταποζημίωσης επιφάνειας 854,55 τ.μ. (βλ. πιο πάνω κτηματολόγιο).4) Τον τέταρτο αιτούντα Ι. Α. Μ. α)για τη με αριθμό 152 ιδιοκτησία: Το ακίνητο αυτό πριν από την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 11.504,15τ.μ. και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις με θέα προς τον Ευβοϊκό κόλπο.
Μετά την απαλλοτρίωση τμήματος 1.932,53 τ.μ., απομένει εδαφική έκταση εμβαδού 9.571,62 τ.μ., η οποία επίσης είναι άρτια και οικοδομήσιμη. Σε τμήμα της ως άνω απαλλοτριούμενης έκτασης εμβαδού 950,36 τ.μ. εμφαινόμενο στο κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα με τα στοιχεία 59-52-3-96-95-59 επιβλήθηκε υποχρέωση αυταποζημίωσης, ενώ το υπόλοιπο τμήμα συνολικού εμβαδού 982,17 τ.μ.
αποζημιώνεται. Επίσης επιβλήθηκε και υποχρέωση αποζημίωσης τμήματος της γειτονικής και με αριθμό κτηματολογίου 150 ιδιοκτησίας με τα στοιχεία 95-96-1-2-95, εμβαδού 70,18 τ.μ. και της με αριθμό 151 ιδιοκτησίας με τα στοιχεία 1-96-3-1 εμβαδού 40,24 τ.μ. β) για τη με αριθμό 447Α ιδιοκτησία. Το εν λόγω ακίνητο πριν από την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 5.000 τ.μ.
και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις, με θέα προς τον Ευβοϊκό κόλπο και σε επαφή με αγροτικό δρόμο. Από αυτό απαλλοτριώνεται τμήμα 92,29 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση εναπομένει εδαφική έκταση εμβαδού 4.907,71 τ.μ. η οποία είναι επίσης άρτια και οικοδομήσιμη χωρίς όμως πρόσβαση στο νέο έργο (βλ.
το από 26-4-2006 πρακτικό της επιτροπής του αριθμ. 33 ν. 2971/2001). Στο τμήμα της ως άνω απαλλοτριούμενης έκτασης εμβαδού 92,29 τ.μ. επιβλήθηκε υποχρέωση αυταποζημίωσης. Επίσης επιβλήθηκε και υποχρέωση αποζημίωσης τμήματος της γειτονικής και με αριθμό κτηματολογίου 447 ιδιοκτησίας με τα στοιχεία 87-71-14-87εμβαδού 4,5τ.μ., της με αριθμό κτηματολογίου 446 ιδιοκτησίας με τα στοιχεία 70-71-14-82-81-209-70 εμβαδού 673,76 τ.μ., της με αριθμό 440 ιδιοκτησίας και τα στοιχεία 70-20-21-22-53-51-24-23-70 εμβαδού 1.256,52 τ.μ.
και της με αριθμό 441 ιδιοκτησίας τα στοιχεία 56-30-27-28-56 εμβαδού 27,71 τ.μ. γ) για τη με αριθμό 485 ιδιοκτησία: Το ακίνητο του πριν από την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 9.500 τ.μ. και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις εφάπτεται δε αγροτικής οδού. Από αυτό απαλλοτριώνεται τμήμα 7.198,69 τ.μ.
και απομένει εδαφική έκταση εμβαδού 2.301,31 τ.μ. η οποία δεν είναι πλέον άρτια και οικοδομήσιμη. Στο εν λόγω ακίνητο επιβάλλεται υποχρέωση αυταποζημίωσης 16, 70τ.μ., 154, 44 τ.μ. και 30, 61 τ.μ. 5) Τον πέμπτο αιτούντα Δ. Κ. Π. για τη με αριθμό 217 ιδιοκτησία: Το ακίνητο του πριν από την απαλλοτρίωση δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο (βλ.το από 26-4-2006 πιο πάνω πρακτικό της επιτροπής).
Απαλλοτριώνεται τμήμα 1.798,83 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση εναπομένει εδαφική έκταση εμβαδού 3.953,17 τ.μ. η οποία δεν είναι πλέον άρτια και οικοδομήσιμη. 6) Τον έκτο αιτούντα Α. Κ. Λ. για τη με αριθμό 337 ιδιοκτησία: (δεδομένου ότι παραιτήθηκε του δικογράφου για την υπ' αριθμ. 279 του κτηματολογικού πίνακα ιδιοκτησία).
Το ακίνητο του πριν από την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 760,01τ,μ. και δεν ήταν άρτιο και, οικοδομήσιμο, συμφωνάμε τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις εφάπτεται της επαρχιακής οδού Αγ. Κωνσταντίνου-Άγναντης (βλ. την από Οκτώβριο 2007 πραγματογνωμοσύνη). Από αυτή απαλλοτριώνεται τμήμα 299,41 τ.μ. και απομένει εδαφική έκταση εμβαδού 460,60 τ.μ.
η οποία επίσης δεν είναι άρτια και οικοδομήσιμη. Σε τμήμα της ως άνω απαλλοτριούμενης έκτασης εμβαδού 147,58 τ.μ. εμφαινόμενο στο κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα με τα στοιχεία 45-46-48-43-34-45, επιβλήθηκε υποχρέωση αυταποζημίωσης, ενώ το υπόλοιπο τμήμα συνολικού εμβαδού 151,83 τ.μ. αποζημιώνεται. Επίσης επιβλήθηκε και υποχρέωση αποζημίωσης τμήματος της γειτονικής και με αριθμό κτηματολογίου 334Α ιδιοκτησίας με τα στοιχεία 43-44-50-51-42-33-34-43, εμβαδού 42,63 τ.μ. 7) Την έβδομη αιτούσα Ε.
συζ. Μ. Κ. για τη με αριθμό 338 ιδιοκτησία: ( δεδομένου ότι για την υπ' αριθμ. 280 ιδιοκτησία παραιτήθηκε από το δικόγραφο). Το ακίνητο της πριν από την απαλλοτρίωση δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις (βλ. το από 26-4-2006 πιο πάνω πρακτικό). Απαλλοτριώνεται τμήμα 31,95 τ.μ.
η εναπομένουσα εδαφική έκταση δεν είναι επίσης άρτια και οικοδομήσιμη, επιβάλλονται δε υποχρέωση αυταποζημίωσης και αποζημίωσης τμήματος γειτονικής ιδιοκτησίας, όπως ειδικότερα αναγράφεται στον προαναφερθέντα κτηματολογικό πίνακα. 8) Την όγδοη αιτούσα Α. συζ. Ε. Π. για τη με αριθμό 312 ιδιοκτησία: Το ακίνητο της πριν από την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 4319,08 τ.μ.
και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις. Από αυτή απαλλοτριώνεται τμήμα 3.505,78 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση εναπομένει εδαφική έκταση εμβαδού 813,00 τ.μ. η οποία δεν είναι πλέον άρτια και οικοδομήσιμη. Σε τμήμα της ως άνω απαλλοτριούμενης έκτασης εμβαδού 745,00 τ.μ. εμφαινόμενο στο κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα με τα στοιχεία 118-120-100-109-118 εμβαδού 745,68 τ.μ.
επιβλήθηκε υποχρέωση αυταποζημίωσης, ενώ το υπόλοιπο τμήμα συνολικού εμβαδού 2.760,10τ.μ, αποζημιώνεται. 9)Τον ένατο αιτούντα Ν. Ε. Μ. για τη με αριθμό 337 Α ιδιοκτησία: (δεδομένου ότι παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αίτησης για την υπ' αριθμ. 336 Α ιδιοκτησία). Το ακίνητο αυτό πριν από την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 662,10 τ,μ.
Και δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις. Απαλλοτριώνεται τμήμα 210,10 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση εναπομένει εδαφική έκταση εμβαδού 451,98 τ.μ. η οποία δεν είναι επίσης άρτια και οικοδομήσιμη, Στο εν λόγω ακίνητο επιβάλλονται υποχρεώσεις αυταποζημίωσης και αποζημίωσης γειτονικής ιδιοκτησίας, όπως αυτές αναφέρονται ειδικότερα στο προαναφερθέν κτηματολόγιο οδού. 10) Όσον αφορά την ενδέκατη αιτούσα Σ.
συζ. Δ. Ψ. που άσκησε την κρινόμενη αίτηση για την υπ' αριθμ. 400 Α ιδιοκτησία: Κατ' αυτής άσκησε, όπως αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης κύρια παρέμβαση ο Τ. Τ. του Δ. ως κύριος, νομέας και κάτοχος αυτής, ο οποίος έχει αναγνωριστεί ως δικαιούχος της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στο ακίνητο αυτό, με την υπ' αριθμ. 150/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας που έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την εκεί ασκηθείσα κυρία παρέμβαση του.
Το εν λόγω ακίνητο πριν την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 4.013 τ. μ., ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο και σε επαφή με αγροτική οδό (βλ. την από Οκτώβριο 2007πραγματογνωμοσύνη). Από αυτήν απαλλοτριώνεται τμήμα 444,23 τ.μ. και απομένει εδαφική έκταση εμβαδού 3.568,77 τ. μ. η οποία δεν είναι πλέον άρτια και οικοδομήσιμη. Στο εν λόγω ακίνητο επιβάλλονται οι αναφερόμενες στο πιο πάνω από Σεπτέμβριο 2004 κτηματολόγιο οδού υποχρέωσης αυταποζημίωσης και αποζημίωσης γειτονικών ιδιοκτησιών.11) Όσον αφορά τον δωδέκατο αιτούντα Δήμο Αγίου Κωνσταντίνου για τη με αριθμό 512 ιδιοκτησία:
Το εν λόγω ακίνητο πριν από την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 8.000 τ.μ. και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις, έχει δε πρόσωπο σε αγροτικό δρόμο (βλ- την από Οκτώβριο 2007 πραγματογνωμοσύνη). Από αυτό απαλλοτριώνεται τμήμα εμβαδού 1.199,03 τ.μ- και απομένει εδαφική έκταση η οποία επίσης είναι άρτια και οικοδομήσιμη.
Σε τμήμα της ως άνω απαλλοτριούμενης έκτασης εμβαδού 100,85 τ.μ. εμφαινόμενο στον κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα με τα στοιχεία 261-262-263-264-261 και εμβαδού 237,53 τ.μ. και εμφαινόμενο με τα στοιχεία 266-267-267α-269-268-266, επιβλήθηκε υποχρέωση αυτάποζημίωσης ενώ το υπόλοιπο τμήμα εμβαδού 861,81 τ.μ. αποζημιώνεται.12) Το δέκατο τρίτο αιτούντα Μ.
Ε. Κ. για τη με αριθμό 519 ιδιοκτησία: Το εν λόγω ακίνητο πριν από την απαλλοτρίωση είχε. εμβαδόν 2.075,51 τ. μ. και ήταν μη άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις, εφάπτεται δε αγροτικής οδού. Από αυτό απαλλοτριώνεται τμήμα 371,33 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση εναπομένει εδαφική έκταση εμβαδού 1.704,18 τ.μ.
η οποία επίσης δεν είναι άρτια και οικοδομήσιμη, Σε τμήμα της ως άνω απαλλοτριούμενης έκτασης εμβαδού 51,07 τ.μ. εμφαινόμενο στο κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα με τα στοιχεία 371-370-361 -360-371 και εμβαδού 250,39 τ.μ. με τα στοιχεία 361-362α -366α-366-365-361, επιβλήθηκε υποχρέωση αυταποζημίωσης ενώ το υπόλοιπο τμήμα εμβαδού 69,87 τ,μ.
αποζημιώνεται. 13) Τους με αριθμό δέκα τέσσερα αιτούντες α) Ν. Π., β) Ι. Π., γ) Ε. Π. και δ) Α. Π. για τη με αριθμό 79 ιδιοκτησία: Το εν λόγω ακίνητο πριν από την απαλλοτρίωση είχε "εμβαδόν 6.500 τ.μ. και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις, σε επαφή με αγροτική οδό και θέα προς τη θάλασσα.
Από αυτό απαλλοτριώνεται τμήμα 1.362,45 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση εναπομένει εδαφική έκταση εμβαδού 5.137,55 τ.μ. η οποία επίσης είναι άρτια και οικοδομήσιμη. Σε τμήμα της ως άνω απαλλοτριούμενης έκτασης εμβαδού 1.058,50 τ.μ. εμφαινόμενο στον κτηματολογικό πίνακακαι διάγραμμα με τα στοιχεία 40α-41-31-33-37-39- 40α, επιβλήθηκε υποχρέωση αυταποζημίωσης ενώ το υπόλοιπο τμήμα εμβαδού 303,95 τ.μ.
αποζημιώνεται. 14) Τη δέκατη πέμπτη αιτούσα Α. Γ., για τη με αριθμό 79Α ιδιοκτησία: Το εν λόγω ακίνητο πριν από την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 6.500 τ.μ. και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις με θέα προς τη θάλασσα και σε επαφή με αγροτική οδό. Από αυτό απαλλοτριώνεται τμήμα 476,77 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση εναπομένει εδαφική έκταση εμβαδού 6.023,23 τ.μ., η οποία επίσης είναι άρτια και οικοδομήσιμη. Σε τμήμα της ως άνω απαλλοτριούμενης έκτασης εμβαδού 428,27 τ.μ. εμφαινόμενο στο"/ κτηματολογικό πίνακα, και διάγραμμα με τα στοιχεία 31-32-26-29-30-31, επιβλήθηκε υποχρέωση αυταποζημίωσης ενώ το υπόλοιπο τμήμα εμβαδού 48,50 τ.μ.
αποζημιώνεται. Επίσης επιβλήθηκε και υποχρέωση αποζημίωσης τμήματος της γειτονικής και με αριθμό κτηματολογίου 80 ιδιοκτησίας με τα στοιχεία 33-34-35-36-29-30-33, εμβαδού 324,02 τ.μ και της με αριθμό 79 ιδιοκτησίας με τα στοιχεία 31-30-33-31 εμβαδού 121,20 τ.μ. 15) Τον δέκατο έκτο αιτούντα Κ. Μ. του Η. α) για τη με αριθμό 83 ιδιοκτησία:
Το εν λόγω ακίνητο πριν από την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 5.784,39 τ.μ. και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις. Από αυτό απαλλοτριώνεται ένα τμήμα 2.778,82 τ.μ. και ένα τμήμα 239,63 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση εναπομένει εδαφική έκταση εμβαδού 2.765,85 τ.μ., η οποία δεν είναι πλέον άρτια και οικοδομήσιμη.
Σε τμήματα της ως άνω απαλλοτριούμενης έκτασης συνολικού εμβαδού 1.301,61 τ.μ. εμφαινόμενο στο κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα με τα στοιχεία 17-20-28-30-31-32-17 εμβαδού 239,90 τ.μ. και 1-2-34-27-35-1 εμβαδού 1.061,98 τ.μ. επιβλήθηκε υποχρέωση αυταποζημίωσης ενώ το υπόλοιπο τμήμα αποζημιώνεται. Επίσης επιβλήθηκε και υποχρέωση αποζημίωσης τμήματος της γειτονικής και με αριθμό κτηματολογίου 82Α ιδιοκτησίας με τα στοιχεία 17-32-31-30-28-27-79-78-77-23-17 εμβαδού 227,02 τ.μ. 16) Τον δέκατο έβδομο αιτούντα Λ.
Ν. Σ., α) για τη με αριθμό 86 ιδιοκτησία: Το εν λόγω ακίνητο πριν από την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 12.199 τ.μ. και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο και σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις εφαπτόταν αγροτικής οδού. Από αυτό απαλλοτριώνεται ένα τμήμα 7.609,00 τ.μ. και ένα τμήμα 2.020 τ. μ και απομένουν δύο εδαφικές εκτάσεις εμβαδού 1.382 τ.μ.
και 1.188 τ.μ. αντιστοίχως, οι οποίες δεν είναι πλέον άρτιες και οικοδομήσιμες. Σε τμήμα της ως άνω απαλλοτριούμενης έκτασης εμβαδού 589,32 τ.μ. εμφαινόμενο στον κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα με τα στοιχεία 38-10Β-10Α-10-11-12-13-39-38 επιβλήθηκε υποχρέωση αυταποζημίωσης, ενώ το υπόλοιπο τμήμα αποζημιώνεται. β) για τη με αριθμό 93 ιδιοκτησία:
Το ακίνητο του πριν από την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 14.880 τ.μ. και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις και σε επαφή με αγροτική οδό. Από αυτό απαλλοτριώνεται τμήμα 1.553 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση εναπομένει εδαφική έκταση εμβαδού 556,00 τ.μ. η οποία δεν είναι πλέον άρτια και οικοδομήσιμη, και έκταση 12.771 τ.μ.
η οποία είναι άρτια και οικοδομήσιμη. Σε τμήμα της ως άνω απαλλοτριούμενης έκτασης εμβαδού 270,20 τ.μ. εμφαινόμενο στο κτηματολογικό πίνακα, και διάγραμμα με τα στοιχεία 63-64-65-1-2-66α-63α-63 και τμήμα εμβαδού 779,33 τ.μ. και τα στοιχεία 1-2-66α-66-ό7-72-70-71-1 επιβλήθηκε υποχρέωση αυταποζημίωσης, ενώ το υπόλοιπο τμήμα αποζημιώνεται.
Επίσης επιβλήθηκε και υποχρέωση αποζημίωσης τμήματος της γειτονικής και με αριθμό κτηματολογίου 93 ιδιοκτησίας με τα στοιχεία 43-44-20-25-43 εμβαδού 180,60 τ.μ. γ) για τη με αριθμό 511 ιδιοκτησία: Το εν λόγω ακίνητο πριν την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 2.724,31 τ.μ. και δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις και είχε πρόσβαση σε αγροτική οδό.
Απαλλοτριώνεται τμήμα 68,95 τ.μ. και το εναπομένον ακίνητο δεν είναι επίσης άρτιο και οικοδομήσιμο. Σε τμήμα της ως άνω απαλλοτριούμενης έκτασης εμβαδού 68,83 τ.μ. εμφαινόμενο στο κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα με τα στοιχεία 240-241-242-243-240 επιβλήθηκε υποχρέωση αυταποζημίωσης, ενώ το υπόλοιπο τμήμα αποζημιώνεται. 17) Τους με αριθμό της αιτήσεως δέκα οκτώ α) Δ.
Τ., β) Σ. Τ. α) για τη με αριθμό 140 ιδιοκτησία τους: (δεδομένου ότι όσον αφορά την υπ' αριθμ. 138 ιδιοκτησία παραιτήθηκαν από το δικόγραφο): Το εν λόγω ακίνητο τους, πριν από την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 2.449,09 τ.μ. και ήταν μη άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις, εφαπτόταν δε αγροτικής οδού.
Από αυτό απαλλοτριώθηκε τμήμα 832,25 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση εναπομένει εδαφική έκταση εμβαδού 1.616,84 τ.μ. η οποία επίσης δεν είναι πλέον άρτια και οικοδομήσιμη. Σε τμήμα της ως άνω απαλλοτριούμενης έκτασης εμβαδού 305,22 τ.μ. εμφαινόμενο στον κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα με τα στοιχεία 44-2-1-33-34-40-44 και τμήμα εμβαδού 381,59 τ.μ.
και τα στοιχεία 34-35-36-37-38-39-34 επιβλήθηκε υποχρέωση αυταποζημίωσης, ενώ το υπόλοιπο τμήμα αποζημιώνεται. Επίσης επιβλήθηκε και υποχρέωση αποζημίωσης τμήματος της γειτονικής και με αριθμό κτηματολογίου 135 ιδιοκτησίας με τα στοιχεία 2-6-43-44-2, εμβαδού 59,25 τ.μ. β) για τη με αριθμό 145 ιδιοκτησία: Το εν λόγω ακίνητο τους πριν από την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 18.645,79 τ.μ.
και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις, εφαπτόταν δε και από αγροτικής οδού. Μετά την απαλλοτρίωση δύο τμημάτων 5.261,37 τ.μ. 6.436,88 τ.μ. εναπομένει εδαφική έκταση εμβαδού 6.947,54 τ.μ. η οποία είναι επίσης άρτια και οικοδομήσιμη, Η εν λόγω ιδιοκτησία επιβαρύνεται με τις υποχρεώσεις αυταποζημίωσης και αποζημίωσης γειτονικών ιδιοκτησιών που αναφέρονται ειδικότερα στο από Σεπτέμβριο 2004 κτηματολόγιο οδού. 18) Την εικοστή από τους αιτούντες Σ.
συζ. Α. Τ. για τη με αριθμό 303 ιδιοκτησία: (δεδομένου ότι παραιτήθηκε από το δικόγραφο για τη με αριθμό 300 ιδιοκτησία). Το εν λόγω ακίνητο της πριν από-την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 4.401 τ.μ. και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις και επιπλέον εφάπτεται της επαρχιακής οδού Αγίου Κωνσταντίνου-Άγναντης.
Από αυτό απαλλοτριώθηκε τμήμα 1.713,39 τ.μ., και απομένει εδαφική έκταση εμβαδού 2.687,61 τ.μ. η οποία δεν είναι πλέον άρτια και οικοδομήσιμη. Σε τμήμα της ως άνω απαλλοτριούμενης έκτασης εμβαδού 521,05 τ.μ. εμφαινόμενο στο κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα με τα στοιχεία 20-34-43-47-72-74-54-59-20 επιβλήθηκε υποχρέωση αυταποζημίωσης, ενώ το υπόλοιπο τμήμα εμβαδού 1.192,34 τ.μ.
αποζημιώνεται. 19) Τους με αριθμό 21 εκ των αιτούντων α) Α. Κ. του Δ. και β) Χ. Κ. του Δ. για τη με αριθμό 320 ιδιοκτησία: Το εν λόγω ακίνητο τους πριν από την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 4.031,75 τ.μ. και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις, εφαπτόμενο αγροτικής οδού. Από αυτό απαλλοτριώνεται τμήμα 1.699,85 τ.μ.
και απομένει εδαφική έκταση εμβαδού 2.331,90 τ.μ. η οποία δεν είναι πλέον άρτια και οικοδομήσιμη. Σε τμήμα της ως άνω απαλλοτριούμενης έκτασης εμβαδού 839,27 τ.μ. εμφαινόμενο στον κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα με τα στοιχεία 7-8-144-142-7 επιβλήθηκε κατά τον ως άνω πίνακα υποχρέωση αυταποζημίωσης, ενώ το υπόλοιπο τμήμα εμβαδού 860,58 τ.μ.
αποζημιώνεται.20) Την εικοστή δεύτερη από τους αιτούντες Κ. Χ. για τη με αριθμό 340 ιδιοκτησία: Το εν λόγω ακίνητο της πριν από την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 937,11 τ.μ. και δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις και εφαπτόνταν της επαρχιακής οδού Αγ. Κωνσταντίνου-Άγναντης.
Από αυτό απαλλοτριώθηκε τμήμα 417,35 τ.μ. και απέμεινε εδαφική έκταση εμβαδού 519,76 τ.μ. η οποία επίσης δεν είναι άρτια, και οικοδομήσιμη. Για τμήμα της ως άνω απαλλοτριούμενης έκτασης εμβαδού 204,13 τ,μ., και τα περιμετρικό, στοιχεία 27-35-19-93-27 επιβλήθηκε υποχρέωση αυταποζημίωσης. 21) Την εικοστή τρίτη των αιτούντων Π.
Κ. για τη με αριθμό 358 ιδιοκτησία: (δεδομένου ότι για την υπ' αριθμ. 359 ιδιοκτησία παραιτήθηκε από το δικόγραφο) το ακίνητο της πριν από την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 1.153,07 τ.μ., δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις και εφαπτόταν της επαρχιακής οδού Αγίου Κωνσταντίνου-Άγναντης.
Από αυτό απαλλοτριώνεται τμήμα 1.048,87 και εναπομένει εδαφική έκταση εμβαδού 104,20 τ.μ. η οποία επίσης δεν είναι άρτια και οικοδομήσιμη, και είναι ανεπαρκής για οποιαδήποτε εκμετάλλευση. Για τμήμα της ως άνω απαλλοτριούμενης έκτασης εμβαδού 91,34 τ.μ., και τα περιμετρικά στοιχεία 61-68-75-76-61 επιβλήθηκε υποχρέωση αυταποζημίωσης. 22) Τον εικοστό τέταρτο των αιτούντων Δ.
Χ. Π. για τη με αριθμό 395 ιδιοκτησία: Το ακίνητο του πριν από την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 4.288 τ.μ. ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις και εφαπτόταν αγροτικής οδού. Από αυτό απαλλοτριώνεται τμήμα 2.700,31 τ.μ. και εναπομένει εδαφική έκτασης εμβαδού 1.587,69 τ.μ. η οποία δεν είναι πλέον άρτια και οικοδομήσιμη.
Σε τμήμα της ως άνω απαλλοτριούμενης έκτασης εμβαδού 156,52 τ.μ. εμφαινόμενο στο κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα με τα στοιχεία 61-60-74-64-63-61 και εμβαδού 490,84 τ.μ. με τα περιμετρικά στοιχεία 64-73-74-67-64 επιβλήθηκε υποχρέωση αυταποζημίωσης, ενώ το υπόλοιπο τμήμα εμβαδού 860,85 τ.μ. αποζημιώνεται. 23) Την εικοστή πέμπτη από τους αιτούντες Ε.
χα Χ. Π. για τη με αριθμό 411 ιδιοκτησία: Το ακίνητο της πριν από την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 8.482 τ.μ. ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις και εφαπτόταν αγροτικής οδού. Από αυτό απαλλοτριώνεται τμήμα 7.441,09 τ.μ. και εναπομένει εδαφική έκταση εμβαδού 1.040,91 τ.μ. η οποία δεν είναι πλέον άρτια και οικοδομήσιμη.
Σε τμήμα της ως άνω απαλλοτριούμενης έκτασης εμβαδού 449,67 τ.μ. εμφαινόμενο στο κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα με τα στοιχεία 66-66γ-66β-67-74-62-63-64-57-66 επιβλήθηκε υποχρέωση αυταποζημίωση, ενώ το υπόλοιπο τμήμα εμβαδού 6.991,42 τ.μ αποζημιώνεται. 24) Την εικοστή έκτη των αιτούντων Μ. Χ. Π. για τη με αριθμό 419 ιδιοκτησία:
Το εν λόγω ακίνητο πριν από την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 2.044,92 τ.μ. ήταν μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις και εφαπτόταν αγροτικής οδού. Από αυτό απαλλοτριώνεται τμήμα 147,38 τ. μ. και απομένει εδαφική έκταση εμβαδού 1.897,54 τ.μ. η οποία επίσης δεν είναι άρτια και οικοδομήσιμη.
Για τμήμα της ως άνω απαλλοτριούμενης έκτασης εμβαδού 143,19 τ.μ. και τα περιμετρικά στοιχεία 17-18-18α-18γ-17 επιβλήθηκε υποχρέωση αυταποζημίωσης, ενώ το υπόλοιπο τμήμα των 4,19 τ.μ. αποζημιώνεται. Επίσης σε βάρος της επιβλήθηκε υποχρέωση αποζημίωσης τμήματος της γειτονικής και με αριθμό κτηματολογίου 420 ιδιοκτησίας με τα στοιχεία 17-18-20-17-97 εμβαδού 4,28 τ.μ.
καθώς και της με αριθμό 415 ιδιοκτησίας με τα περιμετρικά στοιχεία 8-9-10-11-13-14-15-8, εμβαδού 499,48 τ.μ. 25) Την εικοστή έβδομη από τους αιτούντες Α. συζ. Ε. Μ. για τη με αριθμό 463 ιδιοκτησία: Το ακίνητο του πριν από την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 940,28 τ.μ. δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις και εφαπτόταν αγροτικής οδού.
Από αυτό απαλλοτριώνεται τμήμα 134,08 τ.μ. και εδαφική έκταση εμβαδού 806,20 τ.μ. η οποία επίσης δεν είναι άρτια και οικοδομήσιμη. Για τμήμα της ως άνω απαλοτριούμενης έκτασης εμβαδού 126,07 τ.μ. και τα περιμετρικά στοιχεία 21-22-23-24-88-87-21 επιβλήθηκε υποχρέωση αυταποζημίωσης, ενώ το υπόλοιπο τμήμα των 8,01 τ.μ. αποζημιώνεται.
Επίσης σε βάρος της επιβλήθηκε υποχρέωση αποζημίωσης τμήματος της γειτονικής και με αριθμό κτηματολογίου 460 ιδιοκτησίας με τα στοιχεία 2-3-86-40-2, εμβαδού 277,03 τ.μ. 26) Τον με αριθμό είκοσι οκτώ των αιτούντων Α. Μ. για την 476 ιδιοκτησία: όπως προέκυψε από τους διορθωμένους κτηματολογικούς πίνακες (βλ. προσκομιζόμενο απόσπασμα κτηματολογικού πίνακα, μετά τη δεύτερη διόρθωση με την υπ' αριθμ. 1650494/13-6-2007 ΚΥΑ, που θεωρήθηκε στις 7-12-2006).
Το ακίνητο του πριν από την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 4.030 τ.μ. και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις. Από αυτό απαλλοτριώνεται τμήμα 3.457 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση εναπομένει εδαφική έκταση εμβαδού 573,00 τ.μ. η οποία δεν είναι πλέον άρτια και οικοδομήσιμη. Το εν λόγω ακίνητο επιβαρύνεται με τις αναφερόμενες στην πιο πάνω από 7-12-2006 κτηματολογικό πίνακα, υποχρεώσεις αυταποζημίωσης. 27) Τον εικοστό ένατο των αιτούντων Χ.
Α. Κ. για την με αριθμό 558 ιδιοκτησία: Το εν λόγω ακίνητο πριν από την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 1.263,88 τ.μ. δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις και εφαπτόταν αγροτικής οδού. Από αυτό απαλλοτριώνεται τμήμα 66,66 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση εναπομένει εδαφική έκταση εμβαδού 1.197,22 τ.μ.
η οποία επίσης δεν είναι άρτια και οικοδομήσιμη. Στην ιδιοκτησία αυτή επιβάλλονται οι αναφερόμενες στον από Σεπτέμβριο 2004 κτηματολογικό πίνακα υποχρεώσεις αυταποζημίωσης και αποζημίωσης γειτονικών ιδιοκτησιών.28) Την τριακοστή από τους αιτούντες Α. Χ. Τ. για την με αριθμό 581 ιδιοκτησία: Το ακίνητο του πριν από την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 20.890 τ.μ.
και άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις και εφαπτόταν αγροτικής οδού. Από αυτό απαλλοτριώνεται τμήμα 2.874,05 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση εναπομένει εδαφικής έκταση εμβαδού 15.950,22 τ.μ. η οποία είναι άρτια και οικοδομήσιμη, χωρίς πρόσβαση στο νέο έργο (βλ. το πιο πάνω πρακτικό της επιτροπής) και έκταση 2.065,73 τ.μ.
η οποία δεν είναι άρτια και οικοδομήσιμη. Σε τμήμα της ως άνω απαλλοτριούμενης έκταση εμβαδού 797,37 τ.μ. εμφαΙνόμενο στο κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα με τα στοιχεία 50-49-48-46-45-44-50, εμβαδού 81,66 τ.μ. και τα περιμετρικά στοιχεία 44-43α-42-35-43-37-44α-44 και εμβαδού 1.104,85 τ.μ. και τα περιμετρικά στοιχεία 53-52-51-55-56-59-58-57-54-53 επιβλήθηκε υποχρέωση αυταποζημίωσης, ενώ το υπόλοιπο τμήμα εμβαδού 683,04 τ.μ.
αποζημιώνεται. 29) Τον τριακοστό πρώτο από τους αιτούντες Ν. Κ. Γ. για την με αριθμό 423 ιδιοκτησία: Το εν λόγω ακίνητο πριν από την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 2.558,40 τ.μ. δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις και εφαπτόταν αγροτικής οδού. Από αυτή απαλλοτριώνεται τμήμα 1.999,65 τ.μ.
και απομένει εδαφική έκταση εμβαδού 558,75 τ.μ. η οποία επίσης δεν είναι άρτια και οικοδομήσιμη. Σε τμήμα της ως άνω απαλοτριούμενης έκτασης εμβαδού 624,57 τ.μ. εμφαινόμενο στο κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα με τα στοιχεία 37-39-36-31-38-37 επιβλήθηκε υποχρέωση αυταποζημίωσης, ενώ το υπόλοιπο τμήμα εμβαδού 1.375,08 τ.μ.
αποζημιώνεται. 30) Τον τριακοστό δεύτερο εκ των αιτούντων Ν. Δ. Π. για την με αριθμό 41Β ιδιοκτησία: Το εν λόγω ακίνητο πριν από την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 1.649,57 τ.μ. δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις και εφαπτόταν αγροτικής οδού. Από αυτό απαλλοτριώνεται τμήμα 578,79 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση εναπομένει εδαφική έκταση 1.070,78 τ.μ. η οποία επίσης δεν είναι άρτια και οικοδομήσιμη. Για τμήμα της ως άνω απαλλοτριούμενης έκτασης εμβαδού 390,45 τ.μ. και τα περιμετρικά στοιχεία 87-90-17-16-87 επιβλήθηκε υποχρέωση αυταποζημίωσης, ενώ το υπόλοιπο τμήμα των 188,34 τ.μ. αποζημιώνεται. Επίσης σε βάρος της επιβλήθηκε υποχρέωση αποζημίωσης τμήματος της γειτονικής και με αριθμό κτηματολογίου 52 ιδιοκτησίας με τα στοιχεία 19-20-20α-19, εμβαδού 13,51 τ.μ.
Πριν την κατασκευή του έργου τα περισσότερα από τα απαλλοτριούμενα ακίνητα ήταν είτε κατά κανόνα είτε κατά παρέκκλιση άρτια και οικοδομήσιμα και είχαν πρόσβαση με μηχανοκίνητα μέσα γιατί εφάπτονταν σε αγροτικούς ή δημοτικούς δρόμους. Με την κατασκευή του έργου, τα ακίνητα που γειτνιάζουν με αυτό δεν έχουν άμεση προσπέλαση προς τούτο, αφενός γιατί πρόκειται για κλειστό αυτοκινητόδρομο που είναι δηλαδή περίκλειστος με απαγορευτικά κιγκλιδώματα, αφ' ετέρου δε επειδή, λόγω του ανάγλυφου της περιοχής, υπάρχουν είτε ορύγματα είτε επιχώματα με ύψος που κυμαίνεται από 2 έως 25 μέτρα.
άλλωστε δεν είναι πλέον δυνατή η μέχρι τώρα χρήση τους ως ακινήτων ενδεικνυόμενων για κατασκευή παραθεριστικών κατοικιών, ενώ δεν προέκυψε ότι υπάρχει σοβαρή διακίνηση γεωργικών προϊόντων στην περιοχή, που να διευκολύνεται πλέον από την κατασκευή του αυτοκινητόδρομου, όπως ισχυρίζεται το καθ' ου, (πέραν του ότι τα περισσότερα ακίνητα είχαν ήδη πρόσβαση σε αγροτικούς ή επαρχιακούς δρόμους), ή ότι η περιοχή προσφέρεται για την εγκατάσταση επιχειρήσεων ή ότι υπάρχει ενδιαφέρον ή κίνητρα για κάτι τέτοιο.
Επιπλέον πρέπει να σημειωθεί ότι όλα τα πιο πάνω ακίνητα ανεξαιρέτως, ακόμη και αυτά για τα οποία η επιτροπή του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 αναφέρει ότι ωφελούνται από την κατασκευή της παράκαμψης της Εθνικής οδού Αθηνών-Θεσσαλονίκης στο τμήμα του Αγίου Κωνσταντίνου, γιατί θα έχουν πρόσβαση στο νέο έργο, ήτοι τα με αριθμό Κ.Π. 85, 96, 082Α, 152, 337, 512, 79, 79Α, 93 και 145, λόγω της ιδιότητας του έργου, ως αυτοκινητοδρόμου ταχείας κυκλοφορίας, που παρουσιάζει εξαιρετικά αυξημένη και συνεχή κίνηση οχημάτων, δεδομένου ότι αποτελεί την κεντρική οδική αρτηρία της χώρας, επιβαρύνονται από την ηχορύπανση, καθώς και τη χημική ρύπανση από τα καυσαέρια των διερχόμενων οχημάτων και σε ακτίνα 200 μέτρων από αυτόν (βλ.
και την από Οκτώβριο 2007 πιο πάνω πραγματογνωμοσύνη). Κατ' ακολουθίαν όσων έχουν εκτεθεί πιο πάνω το Δικαστήριο κρίνει ότι δε συντρέχει περίπτωση ωφέλειας των ακινήτων των αιτούντων από την κατασκευή της προαναφερθείσας Εθνικής Οδού, και, συνεπώς, δεν υποχρεούνται σε αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών ούτε σε αυταποζημίωση, δεκτής γενομένης της αιτήσεως ως βάσιμης από ουσιαστική άποψη.
Με τις άνω παραδοχές το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της μη υπάρξεως ωφέλειας στις ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων έτσι ώστε είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 33 Ν. 2971/2001. Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-11-2008 αίτηση για αναίρεση της 132/2008 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2012. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ