Legislator Case Law & Legislation
1005/2011 AI generated

1005/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1005/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/7/2004 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 103/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1501/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23/1/2007 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1005/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση, παραδεκτώς (άρθρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.), της προσβαλλόμενης απόφασης, προς δίκη κατήχθη, μετά τον περιορισμό του αγωγικού αιτήματος, η αξίωση των αναιρεσιβλήτων που έχει σχέση με την καταβολή των τόκων επί του ποσού της παρακατεθείσης αποζημίωσης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1005 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1005/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σταυρούλα Μπανάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) α) Μ. Π. του Μ., β) Μ. Π. του Κ., 2) Μ. Π. του Κ., 3) α) Γ. Κ. του Χ., β) Ν. Κ. του Χ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Χορομίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 4) Μ. συζύγου Κ. Χ., η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 5) α) Α. Κ. του Θ., β) Θ. Κ. του Α., 6) α) Π. Κ. ή Τ. του Θ., β) Μ. Κ. του Α., 7) Α. Κ. του Θ., 8) Π. Κ. ή Τ. του Θ., 9) Θ. Κ. ή Τ., 10) Δ. συζύγου Δ. Α., 11) Α. Κ. του Θ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Χορομίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 12) Μ. συζύγου Κ. Χ., η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/7/2004 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 103/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1501/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23/1/2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου ανέγνωσε την από 10/2/2010 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ευτύχιου Παλαιοκαστρίτη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ και την απόρριψη των υπολοίπων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Εξ άλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 2 και 3 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 του Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε νομίμως παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο και επομένως, με τη μη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (18-3-2011) που έγινε με εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, έστω και με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. η εκ των αναιρεσιβλήτων Μ. συζ. Κ. Χ.. Από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (19-2-2010) καθώς και κλήση προς συζήτηση της αίτησης κατά τη δικάσιμο αυτή επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην ανωτέρω αναιρεσίβλητη, (βλ. την υπ' αρ. 6858Β /15-9-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής ...), η οποία όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω συνεδρίαση κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο και αναβλήθηκε με αίτηση των λοιπών αναιρεσιβλήτων για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο. Επομένως, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση της απολειπόμενης ως άνω αναιρεσίβλητης ως προς την οποία πρέπει επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ. να προχωρήσει η συζήτηση, που επισπεύδεται από το αναιρεσείον, παρά την απουσία της.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επειδή, μετά την καταβολή από το αναιρεσείον του ποσού της παρακατατεθείσης αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσιβλήτων δυνάμει της υπ' αρ. 106/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ένδικη αίτηση με αντικείμενο την απόδοση της επιδικασθείσης αποζημίωσης κατέστη άνευ αντικειμένου.

Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση, παραδεκτώς (άρθρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.), της προσβαλλόμενης απόφασης, προς δίκη κατήχθη, μετά τον περιορισμό του αγωγικού αιτήματος, η αξίωση των αναιρεσιβλήτων που έχει σχέση με την καταβολή των τόκων επί του ποσού της παρακατεθείσης αποζημίωσης.

Επειδή κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Αντικειμενική καλή πίστη είναι η ευθύτητα και η εντιμότητα που υπαγορεύονται σε κάθε άνθρωπο από τις ανάγκες της κοινωνικής συμβίωσης.

Χρηστά ήθη αποτελούν τα κριτήρια κοινωνικής ηθικής που κρατούν κατά τη γενική αντίληψη των εντίμων και συνεπών ανθρώπων. Κοινωνικοοικονομικός δε σκοπός του ιδιωτικού δικαιώματος είναι το όριο που ενυπάρχει στο δικαίωμα από την ανάγκη διαφύλαξης του γενικότερου συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου. Τα αξιολογικά αυτά κριτήρια θέτουν φραγμό στην ιδιοτελή άσκηση του δικαιώματος, εφ' όσον αυτή έρχεται σε προφανή, δηλαδή έκδηλη αντίθεση προς αυτά.

Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκησή του από την οποία αντιθέτως υπάρχει προφανής υπέρβαση των ορίων, τα οποία τίθενται με την ως άνω διάταξη για την άσκηση του δικαιώματος.

Περαιτέρω, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται κατά τη διάταξη του αριθμού 1 εδ. α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνας έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή η οποία εκδηλώνεται όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως.

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. διότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ δεν δέχθηκε καταχρηστικά την άσκηση της ένδικης αξίωσης των αναιρεσιβλήτων καταβολής της παρακατατεθείσης αποζημιώσεως εντόκως, καθ' όσον ειδικότερα, αφ' ενός μεν με βάση το άρθρο 18 του π.δ/τος 30/12/3.1.1927, όταν η απόδοση παρακαταθήκης από επαρχιακό Ταμείο υπερβαίνει το ποσό των 50.000 δρχ.

αυτή διενεργείται από την Κεντρική Υπηρεσία του Ταμείου και δεν εφαρμόζεται ο οριζόμενος στο άρθρο αυτό χρόνος απόδοσης (υποβολής της σχετικής αιτήσεως και κατ' εξαίρεση η αμέσως επόμενη εργάσιμη ημέρα), αφ' ετέρου δε διότι ο χρόνος αυτός δεν εφαρμόζεται λόγω και της μη αποστολής στην κεντρική υπηρεσία του Ταμείου για την επεξεργασία του φακέλου της εν λόγω απαλλοτρίωσης των διορθωμένων κτηματολογικών πινάκων και της επεξεργασίας παράλληλα του φακέλλου των αναγνωρισθέντων δικαιούχων δυνάμει της υπ' αρ. 25/2004 απόφασης του ίδιου πιο πάνω δικαστηρίου για την ίδια απαλλοτρίωση.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως μετά τον περιορισμό του αιτήματος της ένδικης αγωγής λόγω της απόδοσης από το αναιρεσείον στους αναιρεσίβλητου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, παραδεκτώς, της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.) του ποσού της παρακατατεθείσης αποζημίωσης, σε εκείνο της καταβολής των τόκων επί του τελευταίου αυτού ποσού στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει ν' απορριφθεί.

Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345 του ΑΚ, 215 § 1 και 221 § 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η επίδοση αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαίτησης δεν είναι μόνο διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως, που ενέχει πρόσκληση του δανειστή που απευθύνεται προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής, ανεξαρτήτως του διαδικαστικού χαρακτήρος της ως στοιχείου ασκήσεως της αγωγής και μέσου ενάρξεως της δίκης, ώστε ως εναρκτήρια αυτής διαδικαστική πράξη να συνεπάγεται την τοκογονία του ληξιπρόθεσμου χρέους, χωρίς υπερημερία του εναγόμενου (άρθρο 346 του ΑΚ) και ως όχληση να καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο υπό την επιφύλαξη του άρθρου 342 του ΑΚ και υπόχρεο να πληρώσει νόμιμο τόκο υπερημερίας, όχι ως άμεσο αποτέλεσμα τη ασκήσεως της αγωγής, η οποία δεν έχει τέτοια συνέπεια, αλλά ως οχλήσεως, που όταν ασκείται με την αγωγή, της οποίας δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο, ούτε τη νομική της φύση, ούτε την αυτοτέλειά της αποβάλει.

Τα αποτελέσματα αυτά, δικονομικά και ουσιαστικά, έχει και η άκυρος επίδοση της αγωγής, η οποία δεν έχει προσβληθεί κατά τον τρόπο που ορίζεται στον Κ.Πολ.Δ. και ακυρωθεί με απόφαση του δικαστηρίου. Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 109 § 2 Εισ.Ν.ΑΚ) και ορίζει ότι "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου και ότι ο τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής" προκύπτει ότι μοναδικό γενεσιουργό λόγο της υποχρεώσεως του Δημοσίου προς πληρωμή τόκων υπερημερίας αποτελεί η επίδοση αντιγράφου αγωγής ενώ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 63 § 1 του Ν. 2214/1994 το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων έχει όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες, τα δικαστικά, διοικητικά, οικονομικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο.

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 26 § 1 εδ. δ, 127 § 1, 129 § 1 και 139 εδ. δ Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι για να επιδοθεί έγκυρα δικόγραφο σε νομικό πρόσωπο, πρέπει αυτό να παραδοθεί στον νόμιμο ή κατά το καταστατικό εκπρόσωπό του και να αναγραφεί από το δικαστικό επιμελητή το ονοματεπώνυμό του στην έκθεση, αν η επίδοση γίνεται στον ίδιο.

Αν όμως αυτός δεν βρεθεί στο γραφείο του (άρθρο 124 § 2) και η επίδοση γίνεται με παράδοση του εγγράφου σε πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 129 § 1, δεν απαιτείται μεν η αναγραφή στην έκθεση του ονόματος του νομίμου εκπροσώπου που δεν αναβρέθηκε, πρέπει όμως ν' αναφέρεται σ' αυτή το γεγονός της μη ανεύρεσης και το ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα του προσώπου στο οποίο έγινε η παράδοση του εγγράφου, για να διαπιστωθεί αν το φυσικό αυτό πρόσωπο είναι από τα αναγραφόμενα στη διάταξη αυτή ως δεκτικά επιδόσεως.

Δεδομένου όμως ότι, όπως προκύπτει από τα άρθρα αυτά σε συνδυασμό με τα άρθρα 159, 544 και 559 Κ.Πολ.Δ. για την τήρηση του τύπου που διαγράφεται από τις διατάξεις αυτές δεν προβλέπεται ακυρότητα, αλλά ούτε δίδεται αναψηλάφηση η αναίρεση, πρέπει για να απαγγελθεί ακυρότητα να επήλθε σ' αυτόν που προτείνει την παράβαση βλάβη.

Το δικαστήριο δε έχει εξουσία να δεχθεί ή να απορρίψει την ύπαρξη του προτεινόμενου πραγματικού γεγονότος της βλάβης από τα στοιχεία της δικογραφίας χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διατάξει γι' αυτό απόδειξη. Η κρίση του αυτή για τη βλάβη, αναγόμενη στα πράγματα, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ.

Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. διότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, του άρθρου 63 § 1 του Ν. 2214/1994 καθώς και των άρθρων 340 και 345 του ΑΚ, έκρινε το αναιρεσείον υπερήμερο από 12-8-2004 περί την καταβολή των τόκων της παρακατατεθείσης αποζημιώσεως δυνάμει της υπ' αρ. 106/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής απαλλοτριωθέντων ακινήτων, για δημόσια ωφέλεια, των αναιρεσιβλήτων, επειδή η χωρήσασα στις 11-8-2004 επίδοση της σχετικής με την καταβολή των τόκων από 23-7-2004 αίτηση- αγωγή δεν ήταν νόμιμη, λόγω της μη επίδοσή της κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 126 Κ.Πολ.Δ.

και δη στο νόμιμο εκπρόσωπο του αναιρεσείοντος αλλά στον απασχολούμενο στο γραφείο του Νομικού Συμβούλου Ν. Π.. Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το προαναφερθέν μέρος του είναι αβάσιμος, διότι σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ο περί ακυρότητας της επίδοσης της ένδικης αίτησης - αγωγής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ήταν απαράδεκτος επειδή δεν επικαλέστηκε δικονομική συνεπεία της ακυρότητας αυτής βλάβη.

Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 4 § 1 του Συντάγματος κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, προκύπτει, ότι το Σύνταγμα θεσπίζει και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών υπό την έννοια, ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων, ελέγχουν τα δικαστήρια.

Εξ άλλου, τα άρθρα 20 του Συντάγματος, 6 § 1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης της 4-11-1950 που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος), τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας με συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ίσων δικαιωμάτων και εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία να θεσμοθετεί ειδικές ρυθμίσεις για ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που λειτουργούν με τη μορφή αυτή, τα οποία από τη φύση και το καταστατικό τους έχουν αποστολή και έργο την εξυπηρέτηση του δημοτικού και κοινωνικού συμφέροντος, λειτουργώντας ως αυτόνομος χρηματοπιστωτικός διαχειριστικός οργανισμός περιφερειακής ανάπτυξης, μεταξύ των οποίων και το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Το συμφέρον αυτό πρωτίστως εξυπηρετεί η διάταξη του άρθρου 7 § 2 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των ν.π.δ.δ." ανάλογη με το άρθρο 21 του δεύτερου κεφαλαίου του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (β.δ. της 26.6./10-7-1944) με την οποία ορίζεται, ότι ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του νομικού προσώπου ανέρχεται σε 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής.

Η ρύθμιση αυτή με την οποία αναγνωρίζεται στα ν.π.δ.δ. να καταβάλουν, με την ιδιότητα του οφειλέτη, επί υπερημερίας, ποσοστό τόκου (6%) μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή υπέρ των νομικών αυτών προσώπων εξαίρεση, η οποία υπαγορεύεται από το σκοπό που προαναφέρθηκε και δεν βρίσκεται σε αντίθεση ούτε προς τις διατάξεις του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ίδιας σύμβασης που προστατεύει την περιουσία του δανειστή.

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. διότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, που ισχύει και για το αναιρεσείον Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, δέχθηκε ότι το ύψος του οφειλόμενου τόκου υπερημερίας επί του ποσού της παρακατατεθείσης και ήδη αποδοθείσης στους αναιρεσιβλήτους αποζημίωσης για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα δυνάμει της υπ' αρ. 106/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, είναι το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας επειδή η διάταξη του άρθρου 21 του Κ.Ν.Δ.Δ.

με την οποία ο τόκος υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ορίζεται σε 6% ετησίως αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Σύμβασης αυτής. Ο λόγος αυτός είναι με τα εκτεθέντα στην αμέσως προηγούμενη σκέψη βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός κατά το προαναφερθέν μέρος.

Επειδή, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος μόνον του διατακτικού της με το οποίο υποχρεώθηκε το αναιρεσείον να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους για το από 11-8-2004 μέχρι 10-9-2004 χρονικό διάστημα, τόκους επί του ποσού της αποδοθείσης αποζημίωσης σε καθένα των αναιρεσιβλήτων για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα δυνάμει της υπ' αρ. 106/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με το ισχύον επιτόκιο υπερημερίας (10% ετησίως) για το ανωτέρω διάστημα και όχι το οριζόμενο στο άρθρο 21 του Κ.Ν.Δ.Δ. 6% ετησίως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, μόνο κατά το αναιρούμενο πιο πάνω μέρος της, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, σε ανάλογο προς την έκταση της ήττας τους μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (άρθρ. 178 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 1501/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ