Legislator Case Law & Legislation
1005/2010 AI generated

1005/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1005/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Ιουνίου 1997 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 153/2001 προδικαστική, 50/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 475/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15 Οκτωβρίου 2006 αίτησή του ως και το από 12 Ιανουαρίου 2010 δικόγραφο προσθέτων αυτής λόγων.

Legislator headnote

AI generated

1005/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το αντίστοιχο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος και την προαναφερθείσα ένστασή του ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι "στηρίζονται σε άκυρο όρο παραίτησης που δεν έχει αυτοτέλεια και η εκ της διαγνωσθείσας εικονικότητας ακυρότητα επεκτείνεται και στον όρο αυτό".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1005 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1005/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Τζεβελέκου.

Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιάσμη Παπαθεοδώρου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Ιουνίου 1997 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 153/2001 προδικαστική, 50/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 475/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15 Οκτωβρίου 2006 αίτησή του ως και το από 12 Ιανουαρίου 2010 δικόγραφο προσθέτων αυτής λόγων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 18 Φεβρουαρίου 2010 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 15-10-2006 αίτησης αναίρεσης και του από 12-1-2010 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 138 παρ. 1 ΑΚ, δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη, ήτοι θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρο 180 ΑΚ). Η εν λόγω ακυρότητα αφορά τη δημόσια τάξη. Γι' αυτό ακριβώς η παραίτηση απ' αυτήν είναι ανίσχυρη (ανωτέρω άρθρα και 174 ΑΚ). Ταυτόχρονα εφόσον η εικονική δικαιοπραξία έχει αδιαίρετο περιεχόμενο, ήτοι οι επιμέρους όροι της δεν έχουν αυτοτέλεια με την έννοια ότι δεν αποτελούν αντικείμενο αυτόνομης ρύθμισης, η ακυρότητα εκτείνεται στο σύνολο της δικαιοπραξίας (άρθρο 181 ΑΚ).

Τέτοια αυτοτέλεια δεν έχει προφανώς η δήλωση, που γίνεται από τον πωλητή στα πλαίσια μιας σύμβασης πώλησης ότι αποξενώνεται ανεπιφύλακτα από κάθε εν γένει τίτλο και δικαίωμα κυριότητας, νομή και κατοχής επί του πωλούμενου ακινήτου και ότι αναγνωρίζει τον αγοραστή κύριο νομέα και κάτοχο (ΑΠ 1274/1994). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με ένστασή του που προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπου απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με την προδικαστική 153/2001 απόφασή του, και επαναφέρθηκε και στο Εφετείο με σχετικό λόγο έφεσης ισχυρίσθηκε ότι με κοινή δήλωση αυτού και της αναιρεσίβλητης που περιελήφθη στον 6ο όρο του προβαλλομένου ως εικονικού συμβολαίου αμφότεροι δήλωσαν "πως παραιτούνται από κάθε δικαίωμά τους ν' ανακαλέσουν την δωρεά αυτή και να διαρρήξουν, ακυρώσουν και γενικά να προσβάλλουν το συμβόλαιο της δωρεάς, που καταρτίστηκε, για κάθε λόγο ουσιαστικό ή τυπικό και αιτία όπως και από κάθε σχετική αγωγή και ένστασή τους" και ότι η ως άνω δήλωση που υποβλήθηκε στη συνέχεια σε μεταγραφή είναι έγκυρη και δεσμεύει αυτούς (διαδίκους) ως συμβαλλόμενα μέρη με συνέπεια η αναιρεσίβλητη ως ενάγουσα να μην έχει κανένα έννομο συμφέρον και δικαίωμα για την άσκηση της ένδικης αγωγής, που έπρεπε ν' απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το αντίστοιχο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος και την προαναφερθείσα ένστασή του ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι "στηρίζονται σε άκυρο όρο παραίτησης που δεν έχει αυτοτέλεια και η εκ της διαγνωσθείσας εικονικότητας ακυρότητα επεκτείνεται και στον όρο αυτό".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138, 180 και 181 του ΑΚ, και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, όπως και ο πρώτος λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων, με τους οποίους, υπό την επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι, γιατί στηρίζονται σε εσφαλμένη κατά νόμο προϋπόθεση.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.

ΑΠ 14/2005 και 2/2008) Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου και το δεύτερο λόγο του δικογράφου προσθέτων λόγων αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη του καταλυτικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για καταχρηστική άσκηση της αγωγής:

α) τις καταθέσεις των μαρτύρων του ΑΑ και ΒΒ, που καταχωρήθηκαν στα προσκομισθέντα με επίκληση υπ' αριθ. 5/2002 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Ζαχάρως και β) εξ (6) προσκομισθείσες φωτογραφίας στις οποίες εμφανίζονται οι εκτελεσθείσες εργασίες από το ίδιο τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Η ΓΓ, σύζυγος ..., μητέρα των διαδίκων με το .../1986 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κρήνης Μεταξίας Σούρσου-Αβραμοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα συνέστησε δύο αυτοτελείς κάθετες διηρημένες ιδιοκτησίες επί ενός οικοπέδου ιδιοκτησίας της, που βρίσκεται στον οικισμό ...

εκτάσεως 1611,62 τ.μ., τις οποίες υπήγαγε στις διατάξεις των νόμων 3741/1929, ΝΔ 1024/1971 και τις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ. Την με αριθμό ένα (1) ιδιοκτησία - εκτάσεως 928,30 τ.μ. με συμμετοχή επί του όλου οικοπέδου των 1611,62 τ.μ., 576,07/1000, το οποίο εμφαίνεται στο από Μαρτίου 1985 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ...

με κεφαλαία γράμματα ΑΒΓΔΕΖΑ και την με αριθμό δύο (2) ιδιοκτησία εκτάσεως 683,32 τ. μ., με συμμετοχή επί του όλου οικοπέδου 423,93/1000. Με το .../1986 συμβόλαιο γονικής παροχής της προαναφερόμενης συμβολαιογράφου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα μεταβίβασε την με αριθμό δύο (2) ιδιοκτησία στον εναγόμενο κατά κυριότητα νομή και κατοχή.

Με το .../1986 συμβόλαιο γονικής παροχής της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα την με αριθμό ένα (1) ιδιοκτησία στην οποία περιλαμβάνονταν μία ισόγεια οικία στην ενάγουσα παρακρατώντας εφόρου ζωής της ιδίας και του συζύγου της την επικαρπία και το δικαίωμα οικήσεως επί της προαναφερομένης οικίας.

Στην με αριθμό δύο (2) ιδιοκτησία, ο εναγόμενος Χ και πριν τη σύσταση των καθέτων ιδιοκτησιών με το ως άνω .../5-6-1986 συμβόλαιο είχε ανεγείρει ισόγεια οικοδομή όπως φαίνεται από το από Μαρτίου του 1985 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ... . Μετά τη σύσταση των καθέτων ιδιοκτησιών ο τελευταίος θέλησε να επεκτείνει τις οικοδομικές εργασίες επί της ανωτέρω οικοδομής του και να επιτύχει παραλλήλως δανειοδότησή του από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας, λόγω του επαγγέλματος του ως υδραυλικού.

Έτσι προκειμένου να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της αρτιότητας του ακινήτου του και για να διευκολυνθεί ο ίδιος με την αδελφή του Ψ- ενάγουσα συμφώνησαν να προβούν στην κατάρτιση του .../1991 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της ως άνω συμβολαιογράφου εικονικά καθόσον η οικεία δήλωση βουλήσεώς της δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά και το γνώριζε αυτό ο εναγόμενος και όχι από υποχρέωση που είχε σ' αυτόν (εναγόμενο) η ενάγουσα για τη φροντίδα των γονέων τους όπως λανθασμένως αυτός ισχυρίζεται.

Επιβεβαιωτικές των ανωτέρω είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως -μάλιστα οι εργασίες της νέας οικοδομής επιφανείας 120 τ.μ. της οποίας ένα μέρος καταλαμβάνει τμήμα του οικοπέδου της δωρεάς, εμβαδού 30 τ.μ, περίπου κατά τον μάρτυρα ανταποδείξεως ... - γιου του εναγομένου άρχισαν το 1991 παρότι η άδεια είχε εκδοθεί το 1986.

Αυτές (καταθέσεις) ενισχύονται από τη σύναψη μετά την κατάρτιση του συμβολαίου δωρεάς του προσκομιζομένου και επικαλουμένου .../4-10-1991 συμβολαίου ενυπόθηκου τοκοχρεωλυτικού δανείου της συμβολαιογράφου Πύργου Ελένης Μαρκογιαννάκη ποσού 2.400.000 δραχμών από τον ΟΕΚ με το οποίο (ποσό) κατασκεύασε την οικία του.

Περαιτέρω, από τα αυτά αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι μετά την κατάρτιση του επίδικου συμβολαίου ο εναγόμενος δεν εγκαταστάθηκε στη νομή του αναφερομένου στο συμβόλαιο ακινήτου χρησιμοποιώντας αυτό ως κατοικία του αλλά στην εν λόγω κατοικία διέμεναν οι γονείς των διαδίκων ΑΑ και ΓΓ, μέχρι το θάνατό τους, που έλαβε χώρα της μεν μητέρας τους το 1994 του δε πατέρα τους το 1997 όπου ο εναγόμενος τους επισκεπτόταν και τους περιποιείτο αυτός από το 1991, διότι πριν δεν είχαν την ανάγκη του.

Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε από τους μάρτυρες του (σύζυγο και γιό του) ότι ο εναγόμενος προέβη από το 1991 ή τουλάχιστον πριν την έγερση της αγωγής (1997) σε διάφορες εργασίες επισκευής και ανακαινίσεως της εν λόγω οικίας (τοποθέτηση υδραυλικής εγκαταστάσεως, τοποθέτηση πλακιδίων σε όλη την επιφάνεια της οικίας 60 τ.μ.

ειδών υγιεινής στο μπάνιο, ηλιακού θερμοσίφωνα και εγκατάσταση καλοριφέρ) για τις οποίες δαπάνησε δήθεν 10.000.000 δρχ. την εκτέλεση των οποίων αποδέχθηκε η ενάγουσα. Από τις προσκομιζόμενες δε και επικαλούμενες έξι (6) φωτογραφίες εκ των οποίων οι τέσσερις (4) αφορούν το εσωτερικό της οικίας δεν προκύπτει ο χρόνος τοποθετήσεως σ' αυτές πλακιδίων και σωμάτων καλοριφέρ και μάλιστα ότι η τοποθέτηση έγινε πριν το 1997.

Η τοποθέτηση αντιθέτως πρέπει να έλαβε χώρο μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων (Απρίλιο 2002) και για το λόγο αυτό ο εναγόμενος κατά την εξέταση των μαρτύρων του (γιου και συζύγου του) δεν επικαλέστηκε ούτε τους επέδειξε τις φωτογραφίες τις οποίες αν διέθετε οπωσδήποτε θα τις είχε επικαλεσθεί.

Συνεπώς, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η προκληθείσα της ασκήσεως της αγωγής συμπεριφορά της ενάγουσας καθώς και η πραγματική κατάσταση που έχει μεσολαβήσει καθιστούν την άσκηση του δικαιώματός της καταχρηστική και η σχετική νόμιμη ένσταση του εναγομένου, (281 ΑΚ), πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".

Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλες τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων μεταξύ των οποίων και τις περιεχόμενες στα 5/2002 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Ζαχάρως και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο το προαναφερθέν περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για καταχρηστική άσκηση της αγωγής καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος και τα πιο πάνω έγγραφα (φωτογραφίες) για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή που αφορά όλους τους λόγους του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 115/2007) αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 1055/2005). Προς τους μη προταθέντες εξομοιώνονται και οι απαραδέκτως προταθέντες ισχυρισμοί, στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 1055/2005), αλλά και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, άρα και αυτοί που για την επαναφορά τους από προηγούμενη συζήτηση δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη στο άρθρο 240 του Κ.Πολ.Δ διαδικασία (ΑΠ 1933/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης του δικογράφου προσθέτων λόγων από το άρθρο 559 αριθ. 1, 8 και 19 του Κ.Πολ.Δ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και έκρινε, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, άκυρο λόγω εικονικότητας το ένδικο δωρητήριο συμβόλαιο, παρέλειψε να λάβει υπόψη του τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης ότι το επίμαχο δωρητήριο συμβόλαιο καταρτίσθηκε με την παρουσία του πατέρα των αντιδίκων ως πληρεξούσιου της (αναιρεσίβλητης) και άμεσου αντιπροσώπου της, χωρίς να αξιολογηθεί στις παραδοχές της προσβαλλόμενης το εάν ο αντιπρόσωπος αυτός της αναιρεσίβλητης τελούσε σε γνώση της εικονικότητας, ώστε παραβιάσθηκαν ευθέως και εκ πλαγίου οι διατάξεις των άρθρων 138, 139, 180, 211 και 214 του ΑΚ και δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο κρίσιμους ισχυρισμούς που είχαν προταθεί νόμιμα στο Εφετείο.

Από την επισκόπηση όμως του προσκομιζομένου επισήμου αντιγράφου των προτάσεων του αναιρεσείοντος που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου αλλά και της έφεσης του αναιρεσείοντος και της αγωγής της αναιρεσίβλητης δεν προκύπτει ότι προτάθηκε παρόμοιος ισχυρισμός στο Εφετείο για την εκπροσώπηση της αναιρεσίβλητης από πληρεξούσιο κατά την κατάρτιση του ένδικου δωρητηρίου συμβολαίου.

Επομένως, εφ' όσον ο ισχυρισμός αυτός δεν προτάθηκε εκ μέρους του αναιρεσείοντος παραδεκτά στο Εφετείο, ο παραπάνω λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, ύστερα από αυτεπάγγελτη έρευνα. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και το από 12-1-2010 δικόγραφο πρόσθετων λόγων και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης που δεν κατέθεσε εγγράφως προτάσεις (άρθρ 178 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-10-2005 αίτηση και το από 12-1-2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 475/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ