1005/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 17 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1005/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο προσδιορισμός της εννοίας των γαιών, που έχουν αφεθεί ή εγκαταλειφθεί στην κοινή χρήση γίνεται µε ευθεία παραπομπή στις σχετικές διατάξεις του περί γαιών νόμου της 7ης Ραµαζάν 1274 (1856) ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ στις χώρες, που διετέλεσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του οθωμανικού κράτους και μετά την εισαγωγή σ' αυτές της Ελληνικής Αστικής Νομοθεσίας κατ' άρθρο 2 και 4 ν. 147/1914.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1005 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1005/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 17 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1....και 2. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευτύχιο Νικόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοικήσεως με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΧΟΡΤΙΑΤΗΣ" που εδρεύει στο Ασβεστοχώρι-Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη ο οποίος ανακάλεσε την από 12-12-2008 δήλωση του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-4-1993 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2116/1996 μη οριστική, 19448/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1502/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-11-2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 4-12-2008 έκθεσή, του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου της απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με το άρθρο 13 παρ.2 του με αριθμό 2648/20-5-1917 δ/τος της Προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης, του οποίου η ισχύς επεκτάθηκε σε όλο το κράτος με το ν. 1072/1917 , ορίσθηκε ότι στις εκτάσεις, που είχαν αφεθεί στην κοινή χρήση κατά τον τουρκικό νόμο περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι αλωνότοποι και οι βοσκήσιμες γαίες, εξακολουθούν οι κάτοικοι να ασκούν τα δικαιώματα χρήσης μέχρις ότου για την διοίκηση των εκτάσεων αυτών προνοήσει ειδικός νόμος.
Ακολούθως με το άρθρο 1 εδ. α' του ν.2074/1920 < περί των εν ταις Νέαις Χώραις κοινοτικών γαιών", ορίσθηκε ότι, οι γαίες, που έχουν αφεθεί σε κοινή χρήση σύμφωνα με τα άρθρα 94, 95, 96, 98, 99 παρ.1, 100 και 102, του ως άνω τουρκικού νόμου περί γαιών, καθίστανται περιουσία των συνοικισμών, υπέρ των κατοίκων των οποίων είχαν ανέκαθεν προορισθεί, παραχωρούμενες στην πλήρη κυριότητα και κατοχή αυτών, που αναγνωρίζονται ως νομικά πρόσωπα, κατά δε το άρθρο 12 ν. 1051/1917, το οποίο δυνάμει του άρθρου 2 του ν. 2074/1920 είναι εφαρμοστέο στις παραπάνω εκτάσεις, η περιουσία συνοικισμού που αναγνωρίζεται σε ιδία κοινότητα, καθίσταται περιουσία της κοινότητας, η οποία θα αποτελεσθεί από τον συνοικισμό αυτό.
Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει, ότι από την ισχύ του ν. 2074/1920, οι Κοινότητες των νέων χωρών απέκτησαν αυτοδικαίως την κυριότητα των βοσκών, οι οποίες είχαν αφεθεί, ανέκαθεν, κατά το νόµο περί γαιών, στην κοινή χρήση των κατοίκων των χωρίων, που αποτέλεσαν τις ως άνω κοινότητες, έστω και αν αυτές φέρουν διάφορο όνομα, και ότι επομένως έπαυσε έκτοτε να υφίσταται το προγενέστερο επί των γαιών αυτών δικαίωμα κυριότητος του Ελληνικού Δημοσίου ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου (ΑΠ 213/1999).
Ο προσδιορισμός της εννοίας των γαιών, που έχουν αφεθεί ή εγκαταλειφθεί στην κοινή χρήση γίνεται µε ευθεία παραπομπή στις σχετικές διατάξεις του περί γαιών νόμου της 7ης Ραµαζάν 1274 (1856) ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ στις χώρες, που διετέλεσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του οθωμανικού κράτους και μετά την εισαγωγή σ' αυτές της Ελληνικής Αστικής Νομοθεσίας κατ' άρθρο 2 και 4 ν. 147/1914.
Από τις διατάξεις δε αυτές και ειδικότερα από εκείνες των άρθρων 1παρ. 4, 5 παρ. 2 και 91-102 του νόμου αυτού, προκύπτει ότι οι γαίες που είχαν αφεθεί στην κοινή χρήση (εγκαταλελειµµένες γαίες-µετρουκέ), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι βοσκήσιμες εκτάσεις, αποτελούσαν ιδιαίτερη κατηγορία γαιών, διαφορετική από εκείνη των δημοσίων γαιών, διότι ανήκαν µεν, όπως και οι τελευταίες, στο Οθωμανικό Δημόσιο (κράτος), αλλά ενώ στις δημόσιες γαίες παραχωρείτο στους ιδιώτες υπό ορισμένες προϋποθέσεις το δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), στις καθιερωμένες στη κοινή χρήση γαίες απαγορευόταν η µε οποιοδήποτε τρόπο εξουσίασή τους από ιδιώτη και αυτές παραχωρούντο είτε επισήμως µε την έκδοση αυτοκρατορικών διαταγμάτων (σουλτανικών φιρµανίων) είτε και απλώς κατ' ανοχή του τουρκικού κράτους στην αποκλειστική κοινή χρήση της ολότητας των κατοίκων ενός η περισσοτέρων χωρίων ή κωµοπόλεων, το δικαίωµα των οποίων είχε κατοχυρωθεί ως απαράγραπτο µε το άρθρο 102 του περί γαιών νόµου.
Τέλος από το πνεύµα αλλά και την ρητή γραµµατική διατύπωση των διατάξεων περί γαιών, οι οποίες ως προς τον χαρακτηρισµό των γαιών ως αφιερωµένων στην κοινή χρήση χρησιµοποιούν τον όρο έκπαλαι ή ανέκαθεν, προκύπτει ότι στην ειδική κατηγορία των γαιών αυτών ανήκουν εκείνες οι οποίες από αµνηµονεύτου χρόνου είχαν αφεθεί στην αποκλειστική χρήση της ολότητας των κατοίκων ενός η περισσοτέρων χωρίων ή κωµοπόλεων µε έννοια παραπλήσια εκείνης της αµνηµονεύτου αρχαιότητος του βρ.δ., σε τρόπο ώστε η κοινή αυτών χρήση να αποτελεί τη µόνη γνωστή µορφή συλλογικής εξουσίασεως του είδους αυτού των γαιών, διαµορφωµένη δε κατά την κυριαρχία του οθωµανικού κράτους, όπως το τελευταίο τούτο προκύπτει από την µνηµονευθείσα διάταξη του άρθρου 1 του ν. 2074/1920, η οποία όχι µόνον παραπέµπει ρητώς για τον προσδιορισµό της έννοιας των αφιερωµένων στην κοινή χρήση γαιών στη διάταξη του Οθωµανικού νόµου περί γαιών αλλά και σαφώς υπονοεί ότι τα δικαιοπαραγωγικά γεγονότα της κατηγορίας αυτής των γαιών είχαν συντελεσθεί στην περίοδο του Οθωµανικού κράτους και υπό την κυριαρχία αυτού (Α.Π. 449/1994).
Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του ν.δ. 31/1968 < Περί προστασίας της περιουσίας του Οργανισµού Τοπικής Αυτοδιοίκησης>, του οποίου η ισχύς άρχισε από 2-12-1968, και από την διάταξη του άρθρου 4 του αν. 1539/1938 προκύπτει ότι προκειµένου περί ακινήτων των Οργανισµών Τοπικής Αυτοδιοίκησης ο χρόνος κτητικής παραγραφής µπορούσε να συµπληρωθεί µέχρι 2-12-1968 (χρόνος ισχύος του ν.δ. 31/1968) και όχι µέχρι 11-9-1915, που έπαψε να ισχύει η δυνατότητα της απόκτησης του δικαιώµατος της κυριότητος διά χρησικτησίας επί των ακινήτων του Δηµοσίου, σύµφωνα µε τις διατάξεις του ν.δ. 224/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής εκ των κτηµάτων της αεροπορικής αµύνης", που καθιερώνουν αναστολή της κτητικής παραγραφής µέχρι 11-9-1915 (ΑΠ 388/1987).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ προκύπτει, ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση της φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα, με διάνοια κυρίου, επί συνεχή εικοσαετία. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, γεγονός το οποίο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση εκτίθεται σαφώς (Ολ.
ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα : Το επίδικο ακίνητο εμβαδού 1061,59 τ.μ. βρίσκεται στην αγροτική περιοχή της πρώην κοινότητος ... στην θέση, που είναι γνωστή με την τοπωνυμία "..." ή "..." και ορίζεται όπως φαίνεται στο συνημμένο στο ...συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σταυρούλας Κωνσταντινίδου βόρειο-ανατολικά με χωματόδρομο και με ιδιοκτησία Φ1 νοτιοανατολικά με δρόμο πλάτους 4,50 μέτρων και με ιδιοκτησία ...
και νότια με ιδιοκτησία ... Το ακίνητο αυτό οι ενάγοντες αγόρασαν κατ' ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου με το νομίμως μεταγραφέν ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σταυρούλας Κωνσταντινίδου, όπως το συμβόλαιο αυτό τροποποιήθηκε με το ... συμβόλαιο της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα, από τον Λ1 Αποδείχθηκε όμως ότι ο τελευταίος δεν απέκτησε ποτέ κυριότητα του επίδικου ακινήτου ώστε να δύναται να μεταβιβάσει αυτήν πωλήσεως ένεκα σε άλλον.
Η νομή του δικαιοπαρόχου που οι ενάγοντες επικαλούνται επί του επίδικου ακίνητου, δεν αποδείχθηκε. Αντιθέτως αποδείχθηκε από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης των ισχυρισμών του εφεσίβλητου Δήμου Χορτιάτη, που από 1-1-1999 υποκατέστησε την εναγόμενη κοινότητα και συνέχισε τις εκκρεμείς δίκες της, δυνάμει του άρθρου 2 παρ. 11 Ν. 2539/1997 αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης των ισχυρισμών των εναγόντων ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 6 στρεμμάτων περίπου, που ήταν και επί Τουρκοκρατίας (έκπαλαι) και παραμένει άγονη και πετρώδης.
Ήταν βοσκότοπος και αλωνότοπος και είχε αφεθεί, κατά τον τουρκικό νόμο περί γαιών, στην κοινή χρήση των κατοίκων του συνοικισμού ..., ο οποίος, μετά την απελευθέρωσή του από τον Τουρκικό ζυγό, αποτέλεσε από 28-6-1918 την κοινότητα .... Οι κάτοικοι της κοινότητας αυτής χρησιμοποιούσαν την έκταση αυτή για την συγκέντρωση και βοσκή των ζώων τους από την εποχή της Τουρκοκρατίας, μέχρι και το έτος 1970, τουλάχιστον, που άρχισε η διαδικασία διανοίξεως δρόμου με τον οποίο συνορεύει η έκταση.
Ιδιαίτερες πράξεις νομής επί του τιμήματος των 1061,59 τ.μ., παρά τον κοινόχρηστο χαρακτήρα της όλης έκτασης μέχρι το χρονικό αυτό σημείο δηλαδή μέχρι το έτος 1970 περίπου από τους δικαιοπαρόχους των εκκαλούντων (ήδη αναιρεσειόντων) στο επίδικο δεν αποδείχθηκαν. Οι ενάγοντες αναιρεσείοντες ως πράξεις νομής του αμέσου δικαιοπαρόχου τους, που προσιδιάζουν στην φύση του ακινήτου, ανέφεραν στην αγωγή ότι αυτός καθάριζε το ακίνητο από τις πέτρες και εκόσιζε το χόρτο, που εφύετο σ' αυτό.
Οι μάρτυρες απόδειξης των ισχυρισμών τους Μ2 και Μ1 κατέθεταν ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των εκκαλούντων Λ2 από το 1920 και ο άμεσος δικαιοπάροχος Λ1 από το 1964 μέχρι και το 1985, πέραν από την δικαιολογία που για τον καθένα ο Λ2 αναμείχθηκε στην νομή του ακινήτου, μόνος ή με τον αδελφό του, καλλιεργούσαν το επίδικο με σίκαλη και βρώμη.
Όμως η τοιαύτη κατάθεσή τους μόνη χωρίς να ενισχύεται από άλλο αποδεικτικό μέσο δεν αρκεί για να δημιουργήσει δικανική πεποίθηση για το περιστατικό αυτό, λαμβανομένου υπ' όψη ότι οι ίδιοι καταθέτουν για την από αυτούς γνώση ρίψης μπαζών στο ακίνητο. Η ρίψη μπαζών στο ένδικο ακίνητο αλλά και στην ευρύτερη περιοχή των έξι (6) στρεμμάτων είναι γεγονός που και ο μάρτυς αποδείξεως των ισχυρισμών της εναγόμενης κοινότητας, ..., ανέφερε ότι έγινε με ανοχή της κοινότητας, ίσως και πάλιν για εξυπηρέτηση των κατοίκων της περιοχής, οι οποίοι δεν εχρειάζοντο την έκταση για βοσκή των ζώων τους, λόγω αλλαγής του τρόπου ζωής τους.
Συνάδει, βέβαια, η ρίψη μπαζών με ακαλλιέργητες και εγκαταλειμμένες εκτάσεις και όχι με έκταση που εκαλλιεργείτο μέχρι πρότινος χρονικού διαστήματος και εκαθαρίζετο από πέτρες όπως οι ενάγοντες ισχυρίζονται. Να σημειωθεί βέβαια ότι ο εκ των δύο μαρτύρων των εκκαλούντων Μ1 πέραν των πράξεων νομής, αναφέρεται και σε ύπαρξη τίτλου κυριότητας στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων Λ2 και σε απόκτηση του επιδίκου από αυτόν με τουρκικό τίτλο.
Όμως η αγωγή, δεν είχε τέτοια βάση, ούτε και σε υποτυπώδη αναφορά, και οι καταθέσεις αυτές δεν δύνανται να τύχουν αξιολογήσεως. Άλλωστε ο εναγόμενις Δήμος αρνείται ότι οι προσκομιζόμενοι τίτλοι αναφέρονται στην περιοχή αυτή, δεδομένου ότι διαφορετική μετάφραση του τίτλου (τουρκικού) προσάγουν οι αναιρεσείοντες από αυτήν που προσάγει ο αναιρεσίβλητος Δήμος, αποκρούοντας τον ισχυρισμό περί παραγώγου κτήσεως της κυριότητας του επίδικου ακινήτου.
Το γεγονός ότι πράγματι ο ανώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Λ2 είχε τουρκικό τίτλο για παρακείμενο του επιδίκου ακίνητο εμβαδού 800 τ.μ., το οποίο είχε μεταβιβάσει στον Φ1 (αναφέρεται η ιδιοκτησία αυτού ως όριο του επιδίκου), όπως συνομολογείται και από τον αναιρεσίβλητο, δεν αποτελεί απόδειξη του γεγονότος ότι νεμόταν ο απώτερος δικαιοπάροχός του παρακείμενο χώρο, όπως οι ενάγοντες αναιρεσείοντες ισχυρίζονται.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εναγόμενη Κοινότητα, όπως την υποκατέστησε ο ήδη αναιρεσίβλητος Δήμος, απέκτησε με πρωτότυπο τρόπο την κυριότητα του επίδικου ακινήτου και η κυριότητά της δεν είχε καταλυθεί έως τις 2 - 12 - 1968 από δικαίωμα κυριότητας που να είχε αποκτηθεί με χρησικτησία από τον δικαιοπάροχο των ήδη αναιρεσειόντων, ώστε αυτός να δύναται να προσπορίσει την κυριότητά του στους αναιρεσείοντες, οι οποίοι έτσι με τα αναφερόμενα συμβόλαια στην αγωγή ουδέν απέκτησαν δικαίωμα κυριότητας, αφού συνεβλήθηκαν με μη κύριο, απορρίπτοντας στη συνέχεια την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει ομοίως.
Με εκείνα που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προπαρατιθέμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεν στέρησε δε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή εφαρμογή τους.
Επομένως, οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Επειδή, ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση που εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ) αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία, διότι η εκτίμηση αυτή κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 15/2007, ΑΠ 66/2005).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 340 και 409 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας ανελέγκτως κρίνει την αξιοπιστία και την βαρύτητα των καταθέσεων των μαρτύρων και μπορεί να αποδώσει σε ορισμένους μάρτυρες είτε αυξημένη είτε μειωμένη σε σχέση με τους υπολοίπους αξιοπιστία και δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του και τους λόγους για τους οποίους δίδει μεγαλύτερη πίστη στην κατάθεση του ενός ή του άλλου μάρτυρα.
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την από το άρθρο 559 αριθ. 12 πλημμέλεια, ότι το Εφετείο στέρησε τις μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως Μ2 και Μ1 από την οποιαδήποτε αποδεικτική τους δύναμη, γιατί δέχτηκε ότι οι καταθέσεις αυτές δεν ενισχύονται και από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, εκτιμήσαν έτσι τις καταθέσεις αυτών ως επικουρικά και όχι ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα.
Σύμφωνα όμως με τα εκτεθέντα ανωτέρω, το Εφετείο, σε σχέση με την απόδειξη της αναγνωριστικής της κυριότητάς τους αγωγής των αναιρεσειόντων, που στηρίζεται στην έκτακτη χρησικτησία, και της ένστασης ιδίας κυριότητας του αναιρεσιβλήτου, απλώς απέδωσε ανελέγκτως στις καταθέσεις των μαρτύρων τους μικρότερη βαρύτητα σε σχέση με αυτή που απέδωσε στα λοιπά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης και όχι διαφορετική αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά για το δικαστήριο καθορίζει ο νόμος και έτσι με βάση και την ανέλεγκτη αυτή εκτίμηση, αφού δέχτηκε την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγόμενου και ήδη αναιρεσιβλήτου, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Άρα δεν στοιχειοθετείται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ και επομένως ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστoύν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Δήμου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), τα οποία όμως θα οριστούν μειωμένα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-11-2006 αίτηση των 1) ... και 2) .... για αναίρεση της 1.502/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ