Legislator Case Law & Legislation
1005/2008 AI generated

1005/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1005/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/7/1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 431/2002 του Εφετείου Ναυπλίου. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1507/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Ναυπλίου. Το Εφετείο Ναυπλίου εξέδωσε την 20/2006 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 12/7/2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 12/2/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε τη μερική αποδοχή του τρίτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1005/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον χρόνο και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του.

Keywords

AI generated
admission to health insurance practice access to a profession unpaid work exclusion from public-sector employment right to work rights and obligations of staff
AI generated
883/2014
Supreme Court dismisses appeal against labor contract classification as indefinite term employment.
1292/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
2250/2009
Κατά την παρ. 2 του άρθρου 6 του Ν. 3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού για την καταβολή ή συμπλήρωση της κατά το Ν. 2112 και το ΒΔ της 16/18-7-1920 αποζημιώσεως είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε μέσα σε ένα εξάμηνο από τότε που η αξίωση έγινε απαιτητή. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στην περίπτωση της αποζημιώσεως των αποχωρούντων από την εργασία τους λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων συνταξιοδοτήσεώς τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, διότι οι διατάξεις αυτές δεν παραπέμπουν μόνο στην αποζημίωση του Ν. 2112 και του ΒΔ της 16/18-7-1920, αλλά προβλέπουν ρητώς ότι ως προς την ανωτέρω αποζημίωση "εφαρμόζονται, κατά τα λοιπά, όλα όσα ορίζονται στο άρθρο 6 του Ν. 3198/1955".
2052/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
1704/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1005 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1005/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1.χ1 , 2.χ2, 3. χ3 , 4. χ4, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Αλευρά, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ Ν.ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ-ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με το διακριτικό τίτλο ΚΤΕΛ Κορινθίας Α.Ε., ως καθολικής διαδόχου του Κοινού Ταμείου Εισπράξεων Λεωφορείων (ΚΤΕΛ), που εδρεύει στη Κόρινθο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Παπανικολάου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/7/1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 431/2002 του Εφετείου Ναυπλίου. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1507/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Ναυπλίου. Το Εφετείο Ναυπλίου εξέδωσε την 20/2006 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 12/7/2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 12/2/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε τη μερική αποδοχή του τρίτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 Εισ.Ν.Α.Κ.) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε, που είναι ο κύριος σκοπός της εργασιακής σύμβασης, και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και ν' ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζόμενου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζόμενου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμά της, ως άνω, εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών γνώσεών του, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του εξαρτημένη.

Εξάλλου, σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον χρόνο και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του.

Δηλαδή βασικά κριτήρια για να κριθεί το πότε υφίσταται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών είναι ο βαθμός πρωτοβουλίας που έχει ο παρέχων τις υπηρεσίες του στον αντισυμβαλλόμενο κατά την εκτέλεση της σύμβασης, η μερική ή ολική επιλογή του χρόνου εκτέλεσής της και το αν επιτρέπεται στον εργαζόμενο ή όχι να εκφεύγει του εργδοτικού ελέγχου ως προς τον τρόπο (εκτέλεση) της παροχής των συμφωνημένων υπηρεσιών του.

Πάντως και στη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γιαυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την έννοια που προεκτέθηκε.

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία όμως δεν καθορίζεται μόνο από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά.

Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτή εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη.

Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του ΝΔ 102/1973, που διέπει τα της λειτουργίας των ΚΤΕΛ, τα τελευταία, τα οποία ιδρύθηκαν με τη μορφή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου και τελούν υπό την εποπτεία του οικείου νομάρχη, ως εκ του σκοπού που επιδιώκουν, συνισταμένου στην οργάνωση (μονοπολιακώς) της επιβατικής δια λεωφορείων συγκοινωνίας, προς εξυπηρέτηση βασικής ανάγκης (μεταφοράς) του κοινωνικού συνόλου, αλλά συγχρόνως και στην επίτευξη οικονομικού και κερδοσκοπικού αποτελέσματος υπέρ των μετόχων, αποτελούν ιδιότυπες συγκοινωνιακές επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας που λειτουργούν υπό την μορφή οργανισμών.

Με το ΠΔ 229/1994 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων, ΓΚΠ-ΚΤΕΛ" που ισχύει από 20-8-1994 ορίζεται: α) στο άρθρο 1 παρ.1 ότι ο Κανονισμός αυτός αφορά το πάσης φύσεως προσωπικό των ΚΤΕΛ, αστικών και υπεραστικών, και ορίζει τα προσόντα πρόσληψης και τους λόγους απόλυσης, την υπηρεσιακή σταδιοδρομία και την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού μέχρι τη λύση της εργασιακής σχέσης, β) στο άρθρο 2 παρ. (1 και) 5 ότι το κάθε κατηγορίας προσωπικό του ΚΤΕΛ (που λειτουργεί με βάση το ΝΔ 102/1973) διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο και ότι τακτικό είναι το προσωπικό που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς λειτουργικές ανάγκες του ΚΤΕΛ και έκτακτο προσωπικό είναι εκείνο που προσλαμβάνεται για εκτέλεση ορισμένης έκτακτης και απρόβλεπτης εργασίας (πχ εποχιακή ανάγκη λόγω αυξημένης κίνησης, ασθένειας κλπ), η διάρκεια της οποίας δεν πρέπει να υπερβεί του έξι (6) μήνες και γ) στο άρθρο 5 παρ.2 εδ.

ε' και στ', ότι το έκτακτο προσωπικό προσλαμβάνεται από το ΔΣ του ΚΤΕΛ, χωρίς διαγωνισμό, ενώ για την αντιμετώπιση έκτακτων και απρόβλεπτων αναγκών, με αιτιολογημένη απόφαση του ΔΣ του ΚΤΕΛ, μετά από έγκριση του οικείου νομάρχη, μπορεί να γίνει ανακατανομή στα καθήκοντά του έκτακτου προσωπικού. 'Ομοια ρύθμιση προέβλεπαν τα άρθρα 1 παρ.1, 2 παρ.6,7 και 5 του ΠΔ 257/1989 που ίσχυσε από 1-7-1989 μέχρι 19-8-1991, και τα άρθρα 1 παρ.1, 2 παρ.5, 6 και 7 και 5 του ΠΔ 133/1991, που ίσχυσε από 16-4-1991 μέχρι 19-8-1994.

Με το άρθρο 5 του άνω ΠΔ 229/1994 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΚΤΕΛ", ορίζεται ότι η πρόσληψη για την κάλυψη θέσεων τακτικού προσωπικού γίνεται κατόπιν διαγωνισμού, ο οποίος διενεργείται από πενταμελές συμβούλιο, που αποτελείται από τον κρατικό αντιπρόσωπο (ο οποίος είναι ανώτερος υπάλληλος του Υπουργείου Εργασίας), ως πρόεδρο, από δύο μέλη του ΔΣ του ΚΤΕΛ και από δύο εκπροσώπους των εργαζομένων, ενώ το έκτακτο προσωπικό προσλαμβάνεται από το ΔΣ χωρίς διαγωνισμό, και, περαιτέρω, για επείγουσες περιπτώσεις, μπορεί το ΔΣ του ΚΤΕΛ να διενεργήσει απευθείας πρόσληψη, υπό την προϋπόθεση ότι θα εγκριθεί από τη γενική συνέλευση εντός διμήνου (άρθρο 6 ΠΔ 229/1994).

Σύμφωνα δε με το άρθρο 22 του άνω ΠΔ/τος, πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων της διοίκησης του ΚΤΕΛ, που αντιβαίνουν στον εν λόγω Κανονισμό, είναι ακυρώσιμες (άρθρο 9 του ΝΔ 102/1973),ενώ συνεπάγονται και τις ποινικές κυρώσεις του άρθρου 458 ΠΚ, για τους παραβάτες των διατάξεων, μεταξύ άλλων, και του άρθρου 5 του ΠΔ 224/1994.

Συνεπώς ο εργαζόμενος στο ΚΤΕΛ, που προσλήφθηκε χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 5 του ΠΔ 229/1994, δε μπορεί να ενταχθεί στο τακτικό προσωπικό του ΚΤΕΛ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έκτακτο προσωπικό των ΚΤΕΛ, σε αντίθεση με το τακτικό προσωπικό, προσλαμβάνεται μετά την τήρηση των ως άνω προϋποθέσεων του άρθρου 5 του ΠΔ 229/1994, για ορισμένο χρόνο, μη δυνάμενο να υπερβεί τους έξι μήνες, ότι η πρόσληψη αυτή για ορισμένο χρόνο δύναται να επαναλαμβάνεται, εφόσον υπάρχουν έκτακτες και απρόβλεπτες ανάγκες και ότι δεν επιτρέπεται η πρόσληψη του έκτακτου τούτου προσωπικού για αόριστο χρόνο, αφού από τις υπόλοιπες διατάξεις του Κανονισμού δεν προβλέπεται ούτε κατ'εξαίρεση η πρόσληψη εκτάκτων υπαλλήλων με σύμβαση εργασίας αόριστης διάρκειας.

Η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 εδ. γ του ν.2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 11 του α.ν. 537/1937, που διαλαμβάνει ότι οι διατάξεις του νομοθετήματος τούτου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου εφαρμόζεται και επί συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής (ορισμένου χρόνου) δεν δικαιολογείται, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως διατάξεων, δεν δύναται να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση που η σύμβαση ορισμένης διάρκειας καταρτίζεται υποχρεωτικά εκ του νόμου-νεότερου του ν.2112/1920 και του ΑΚ -η σύμβαση δε αυτή του προσληφθέντος ως εκτάκτου υπαλλήλου δεν καθίσταται αόριστου χρόνου εκ μόνου του λόγου ότι αυτός χρησιμοποιήθηκε προς εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετούσε μόνιμες λειτουργικές ανάγκες του ΚΤΕΛ.

Διότι σημασία στην περίπτωση αυτή έχει όχι το είδος της εργασίας αλλά το έκτακτο και απρόβλεπτο αυτής (Ολ.ΑΠ 1807/1986 και μειοψ.). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Το ΚΤΕΛ Κορινθίας, ήδη ΚΤΕΛ Κορινθίας ΑΕ, διατηρεί στην περιοχή του ομώνυμου νομού διάφορους σταθμούς προς εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού, όπως πχ στην Κόρινθο, στο Ισθμό, στο Λουτράκι, στο Ξυλόκαστρο κλπ.

Στους σταθμούς αυτούς επιτρεπόταν από το νόμο η πρακτόρευση του ΚΤΕΛ από ιδιώτες και ο χώρος του σταθμού ήταν μισθωμένος από το ΚΤΕΛ, το οποίο, επειδή ενδιαφερόταν να βρει ανθρώπους που θ'ασκήσουν το έργο του πράκτορα, δηλαδή του προσώπου που θα ήταν επιφορτισμένο με τα καθήκοντα της έκδοσης εισιτηρίων, της παραλαβής και της αποστολής των ασυνόδευτων δεμάτων και της παροχής πληροφοριών για τα δρομολόγια των ενταγμένων στη δύναμή του λεωφορείων, χωρίς όμως ταυτόχρονα να συνδέεται μαζί με του με οποιαδήποτε σχέση εξαρτημένης εργασίας, επέλεξε την δια μειοδοτικού διαγωνισμού επιλογή του. 'Ετσι προκήρυττε κατά καιρούς μειοδοτικούς διαγωνισμούς, στους οποίους οι ενδιαφερόμενοι ν'ασκήσουν καθήκοντα πράκτορα στον, κατά περίπτωση, σταθμό του ΚΤΕΛ, υπέβαλαν εσφράγιστες προσφορές με το ποσό που ζητούσαν ως αμοιβή.

Το ποσό αυτό συνίστατο σε εφάπαξ μηνιαία αμοιβή, σε μερικές όμως περιπτώσεις η αμοιβή του πράκτορα οριζόταν σε ποσοστό επί της αξίας των υπ'αυτού πωλουμένων εισιτηρίων. Ακολούθως το ΚΤΕΛ, εκπροσωπούμενο από άτομο εξουσιοδοτημένο από το διοικητικό συμβούλιο, υπέγραφε με αυτόν που ανακηρύχθηκε μειοδότης έγγραφη σύμβαση ολιγόμηνης διάρκειας και πάντως όχι μεγαλύτερης των έξι μηνών.

Η σύμβαση αυτή περιλάμβανε τους ακόλουθους, κατά βάση, όρους: "ΑΝΑΘΕΣΗ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ: ΤΟ ΚΤΕΛ Κορινθίας αναθέτει το πρακτορείο του ΚΤΕΛ... (στην Κόρινθο, το Λουτράκι, κλπ) στον έτερο των συμβαλλομένων με ποσό... δρ. Μηνιαίως. Ο ΦΠΑ θα καταβάλλεται από το ΚΤΕΛ ... η διάρκεια της σύμβασης συμφωνείται το χρονικό διάστημα από ...

έως... με δυνατότητα μονομερούς ανανεώσεως από την πλευρά του ΚΤΕΛ...... ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΩΝ: Ο δεύτερος των συμβαλλομένων (πράκτορας) υποχρεούται στην έκδοση των εισιτηρίων γραμμής στην παρακολούθηση των λεωφορείων για τη σωστή εκτέλεση των δρομολογίων, σε πληροφορίες... να καταθέτει τις εισπράξεις σε υπάλληλο του ΚΤΕΛ η σε τράπεζα της επιθυμίας του για λογαριασμό του ΚΤΕΛ.

ΩΡΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ: 10' λεπτά προ και μετά την άφιξη του πρώτου και του τελευταίου δρομολογίου για Αθήνα... Ο πράκτορας υποχρεούται να προσκομίζει τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών για να λαμβάνει την εξόφλησή τους από το ταμείο του ΚΤΕΛ...". Οι αναιρεσείουσες πράγματι άσκησαν τα καθήκοντα του πράκτορα σε σταθμούς του ΚΤΕΛ Κορινθίας ακολουθώντας την πιο πάνω διαγραφόμενη διαδικασία.

Ειδικότερα υπέβαλαν έγγραφες εσφράγιστες προσφορές στον προς τούτο προκηρυχθέντα διαγωνισμό και αναδείχθηκαν μειοδότριες και έτσι η πρώτη (χ1) με έγγραφη από ..... σύμβαση προσέφερε τις υπηρεσίες της έως τις 22-10-1995 στο σταθμό Αθηνών, ενώ με μεταγενέστερες διαδοχικές (αλλά όχι και χρονικά συνεχόμενες) ορισμένου χρόνο συμβάσεις που επακολούθησαν, προσέφερε τις υπηρεσίες της στο σταθμό Κορίνθου, κατά τα ειδικώς αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, μέχρι 31-12-1998.

Οι υπηρεσίες που προσέφερε αφορούσαν την έκδοση εισιτηρίων, την αποστολή και παραλαβή ασυνόδευτων δεμάτων, την έκδοση φορτωτικών και την παρακολούθηση των λεωφορείων για την σωστή εκτέλεση των δρομολογίων, με αμοιβή, για τις υπηρεσίες της αυτές, που καθορίστηκε στο ποσό των 161.500 δραχμών μηνιαίως, ενώ ασφαλίστηκε στο ΤΕΒΕ, ως ελεύθερη επαγγελματίας (εκδότρια εισιτηρίων) προσκαίρως στις 24-3-1997 και διαγράφηκε από αυτό αυθημερόν.

Η δεύτερη αναιρεσείουσα (χ2) προσέφερε όπως και η πρώτη, δυνάμει της από 1-10-1994 σύμβασης, που καταρτίστηκε με το ΚΤΕΛ, μετά από μειοδοτικό διαγωνισμό, και με συνεχόμενες ορισμένου χρόνου συμβάσεις που ακολούθησαν, για τα ειδικώς αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, τις υπηρεσίες της, όμοιες με αυτές της πρώτης αναιρεσείουσας, στον σταθμό του ΚΤΕΛ στο Λουτράκι, μέχρι τις 31-12-1998, αντί του ποσού των 115.000 και στη συνέχεια των 140.000 δρχ.

μηνιαίως. Η τρίτη αναιρεσείουσα (χ3) προσέφερε τις ίδιες, με τις προηγούμενες υπηρεσίες, στον σταθμό Λουτρακίου με διαδοχικές ορισμένου χρόνου συμβάσεις που καταρτίστηκαν με την ίδια όπως και ανωτέρω διαδικασία, από 1-6-1994 μέχρι 31-12-1998 αντί του ποσού των 140.000 δραχμών μηνιαίως. Η τέταρτη αναιρεσείουσα (χ4) με την από 3-7-1996 έγγραφη σύμβαση, που καταρτίστηκε με την ίδια ως άνω διαδικασία και ήταν του αυτού περιεχομένου προσέφερε τις προαναφερόμενες, όπως και οι άλλες αναιρεσείουσες υπηρεσίες στο σταθμό Κορίνθου μέχρι τις 31-1-1997 και εντεύθεν με άλλες, όμοιες (ορισμένου χρόνου) συμβάσεις, κατά τα ειδικώς αναφερόμενα χρονικά διαστήματα μέχρι τις 31-12-1998, αντί του ποσού των 161.500 δρχ.

μηνιαίως, ενώ και αυτή ασφαλίστηκε ως ελεύθερη επαγγελματίας στο ΤΕΒΕ, προσκαίρως, όπως και η πρώτη αναιρεσείουσα. Οι αναιρεσείουσες. Σύμφωνα με τη σύμβαση ήταν υποχρεωμένες να ευρίσκονται στο χώρο του σταθμού 10'-15 λεπτά της ώρας πριν από την άφιξη και μετά την αναχώρηση κάθε λεωφορείου που εκτελούσε δρομολόγιο του ΚΤΕΛ Κορινθίας.

Κατά την εκτέλεση των εν λόγω καθηκόντων του πράκτορος οι αναιρεσείοντες δεν τελούσαν υπό τις δεσμευτικές οδηγίες και τον έλεγχο του ΚΤΕΛ, ως προς τον τρόπο άσκησής τους. Ο μόνος έλεγχος που ασκούσε το ΚΤΕΛ Κορινθίας στις αναιρεσείουσες συνίστατο στο εάν τα ποσά που εισέπρατταν από την πώληση των εισιτηρίων και την έκδοση των φορτωτικών, τα κατέθεταν είτε στο ίδιο, είτε στην τράπεζα για λογαριασμό του.

Το ΚΤΕΛ Κορινθίας ουδέποτε προέβη στην ασφάλιση των αναιρεσειουσών στο ΙΚΑ, ούτε στην καταβολή προς αυτές επιδομάτων εορτών ή στη χορήγηση άδειας ή επιδόματος άδειας. Με βάση τα περιστατικά αυτά οι αναιρεσείουσες ουδέποτε κατέστησαν τακτικό προσωπικό του ΚΤΕΛ Κορινθίας, καθόσον δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις και οι διατυπώσεις που ορίζει ο νόμος, δηλαδή το άρθρο 5 παρ.1 του ΠΔ 229/194, που απαιτεί πρόσληψη από το ΔΣ, κατόπιν διαγωνισμού, που θα διενεργηθεί από πενταμελές συμβούλιο.

Περαιτέρω η ανάληψη καθηκόντων πράκτορα από τις αναιρεσείουσες ουδόλως συνιστά πρόσληψη έκτακτου προσωπικού από το ΚΤΕΛ, γιατί δεν προέκυψε όχι μόνο το επείγον της περίστασης, αλλά κυρίως η εντός διμήνου έγκρισή της από τη γενική συνέλευση των μετόχων του ΚΤΕΛ. Επιπλέον, δεν επιτρέπεται η πρόσληψη έκτακτου προσωπικού από τα ΚΤΕΛ για αόριστο χρόνο ούτε μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 γ' του ν.2112/1920, έστω και αν καλύπτονται πάγιες ανάγκες, γιατί η σύμβαση είναι καταρτισμένη με βάση νόμο που προβλέπει ορισμένη διάρκεια και είναι νεότερος του ν.2112/1920.

Με τις παραδοχές αυτές και αφού έκρινε ότι η σύμβαση που είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων ήταν αυτή των ανεξάρτητων υπηρεσιών, το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής των αναιρεσειουσών με την οποία αυτές ζητούσαν ν' αναγνωριστεί ότι η κάθε μία από αυτές έχει ενταχθεί στο τακτικό προσωπικό του ΚΤΕΛ, άλλως να υποχρεωθεί το ΚΤΕΛ να τις εντάξει στο τακτικό προσωπικό από την ημερομηνία πρόσληψης της κάθε μίας και κατ' ουσίαν την επικουρική βάση της αγωγής με την οποία οι αναιρεσείουσες ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι η αρχική σύμβαση της κάθε μίας με το αναιρεσίβλητο ΚΤΕΛ είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, όσον αφορά την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής ως μη νόμιμης, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 ΑΚ, και του Κανονισμού Προσωπικού ΚΤΕΛ (ΠΔ 229/1994), διότι ένταξη των αναιρεσειουσών στο τακτικό προσωπικό του ΚΤΕΛ δεν είναι δυνατή λόγω της μη τήρησης για την πρόσληψή τους, των διατυπώσεων, που προαναφέρονται.

Επίσης το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648 ΑΚ και 8 του ν. 2112/1920, κρίνοντας ότι οι επικαλούμενες από τις αναιρεσείουσες συμβάσεις με το αναιρεσίβλητο ΚΤΕΛ είναι συμβάσεις ανεξάρτητων υπηρεσιών και όχι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ή, λόγω μη τήρησης των νόμιμων διατυπώσεων, απλές σχέσεις εργασίας και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης (όσον αφορά την κατ' ουσίαν απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής) διότι με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, στηρίζει το διατακτικό της απόφασής του.

Ειδικότερα κατά τις παραδοχές του Εφετείου σύναψη διαδοχικών συμβάσεως από τους διαδίκους με αντικείμενο την άσκηση πρακτορείας, όσον αφορά την έκδοση εισιτηρίων και φορτωτικών δεμάτων, η πληρωμή των αναιρεσειουσών (πρακτόρων) με προσκομιδή στο ταμείο του ΚΤΕΛ τιμολογίου παροχής υπηρεσιών, η μη υποχρέωσή τους να τηρούν συγκεκριμένο ωράριο και η μη εξάρτησή τους ως προς τον τρόπο και το χρόνο από το ΚΤΕΛ, κατά την έννοια που εκτίθεται στη μείζονα σκέψη, προσιδιάζει, για κάθε μια από τις αναιρεσείουσες, σε σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών και όχι σε σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας.

Η παροχή των υπηρεσιών των αναιρεσειουσών στους σταθμούς του ΚΤΕΛ και μάλιστα σε χώρο καθορισμένο από αυτό, ήταν αναγκαία από τα πράγματα, αφού έτσι γινόταν πολύ καλλίτερη η εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού. Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 18, αληθώς από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο πρώτος λόγος από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου κατά το μέρος που αφορά την επικουρική βάση της αγωγής, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στην σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε ως μη νόμιμη, όπως έχει συμβεί στην προκείμενη περίπτωση κατά την οποία η αγωγή, ως προς την κύρια βάση της απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη.

Συνεπώς ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ καθόσον αφορά την κύρια αγωγική βάση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Επειδή, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αρ.18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται .... 18) αν το δικαστήριο της παραπομπής δε συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ως προς τι παραβιάστηκε η 1507/2004 προηγούμενη παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου, από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, ενόψει μάλιστα ότι, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας αναιρεθεί για έλλειψη νόμιμης βάσης, όπως εν προκειμένω έχει συμβεί, το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε, ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-7-2006 αίτηση των χ1 κ.λ.π. για αναίρεση της 20/2006 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εταιρίας που ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ