1005/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1005/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακόμη στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται που έγκειται συγκεκριμένα η νομική πλημμέλεια του εφετείου ως προς την εφαρμογή ή ερμηνεία των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων σχετικά με την απόρριψη της ανταγωγής της. Επομένως ο άνω λόγος αναιρέσεως πρέπει ν΄ απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1005 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1005/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "ΔΕΛΤΑ HOLDINGS ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κανελλόπουλο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι η επωνυμία της ανωτέρω εταιρείας έχει τροποποιηθεί σε "VIVARTIA ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΕΣΤΙΑΣΗΣ" και διακριτικό τίτλο "VIVARTIA ABEE".
Του αναιρεσίβλητου: ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Παπαρσενίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις 1.από 16-1-2003 αγωγή, 2.17-4-2003 ανταγωγή των πιο πάνω διαδίκων και την πρόσθετη παρέμβαση με προφορική δήλωσή που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της "ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ-ΑΘΗΝΑ 2004 ΑΕ", που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4692/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 10086/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 2-6-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαρ/μπος Ζώης ανέγνωσε την από 10-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποίο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Εδικά, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ.1) πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που κατά τον αναιρεσείοντα παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στην πληττόμενη νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και ο ουσιώδης για την έκβαση της δίκης ισχυρισμός, θεμελιωτικός αγωγής, ανταγωγής, ένστασης και αντένστασης προς αντιμετώπιση του οποίου το δικαστήριο έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της πρέπει να αναφέρονται επίσης στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή αοριστία του λογού αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ήάλλα διαδικαστικά έγγραφα (ολ.ΑΠ 20/2005) Στην προκειμένη περίπτωση με τον υπ' αριθμ. 2 λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση παραβίασηςαπό το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης του εφετείου και ως προς τη διάταξη της με την οποία απορρίφθηκεως αβάσιμη κατ' ουσίαν η ασκηθείσα από αυτή και συνεκδικασθείσα από το εφετείο ανταγωγή της κατά του ήδη αναιρεσίβλητου, με την οποία αυτή ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να παύσει να χρησιμοποιεί το σήμα αυτής σεσυνδυασμό και με το ολυμπιακό σήμα, αποδίδοντας στο εφετείο την αιτίαση, ότι δεν εφάρμοσε ενώ έπρεπε να εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1, 4, 7, 9ακαι 9β του ν.2598/1998.
Στο αναιρετήριο όμως ενώ εκτίθεται η νομική άποψη της αναιρεσείουσας-ενάγουσας περί της εννοίας των διατάξεων που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν και η περί της εννοίας αυτών κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας δεν παρατίθενται με σαφήνεια και πληρότητα αλλά εντελώς αποσπασματικά και περιληπτικά οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, υπό τις οποίες απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ΄ ουσίαν η ανταγωγή της, δηλαδή τα γενόμενα δεκτά από αυτό πραγματικά περιστατικά όπως (απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 562 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577παρ. 3 και 578 του Κ.Πολ.Δ.
Ακόμη στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται που έγκειται συγκεκριμένα η νομική πλημμέλεια του εφετείου ως προς την εφαρμογή ή ερμηνεία των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων σχετικά με την απόρριψη της ανταγωγής της. Επομένως ο άνω λόγος αναιρέσεως πρέπει ν΄ απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση ή που απέκλειαν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων, που το πόρισμα τους εκτίθεται σαφώς.
Εξ άλλου ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση νόμιμης βάσης, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυσης του δικαιώματος που ασκήθηκε, ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Περαιτέρω με τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ.1 και 2 του Κ.Ν. 2190/1920 "Περί Ανωνύμων εταιριών" ρυθμίζονται τα της οργανικής εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της Α.Ε. και ορίζεται, ότι η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από το διοικητικό της συμβούλιο, που ενεργεί συλλογικά και ότι το καταστατικό μπορεί να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρία γενικώς ή σε ορισμένου είδους πράξεις.
Κατά το άρθρο 22 του ιδίου νόμου, το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας είναι αρμόδιο να αποφασίζει κάθε πράξη που αφορά τη διοίκηση της εταιρίας, τη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά την επιδίωξη των σκοπών της και ότι το καταστατικό μπορεί να ορίσει θέματα στα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου ασκείται από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρίας ή τρίτους τα πρόσωπα που κατά το καταστατικό εκπροσωπούν και δεσμεύουν την εταιρία καθώς και οι αρμοδιότητες τους ορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο.
Από τις διατάξεις αυτές, που είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67, 68 και 70 ΑΚ, συνάγεται, ότι το διοικητικό συμβούλιο της Α.Ε. αποτελεί το όργανο που διοικεί και εκπροσωπεί το νομικό πρόσωπο της εταιρίας και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της (εκτός εκείνων που υπάγονται στην αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης), όντας όργανο αυτής.
Στην περίπτωση που μεταβιβάστηκε η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου σε μέλος αυτού ή τρίτο, τα πρόσωπα αυτά είναι υποκατάστατα του διοικητικού συμβουλίου και ενεργούν ως όργανα εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρίας, εκφράζοντας πρωτογενώς τη βούληση του και αντλούν την εξουσία τους από το νόμο και το καταστατικό.
Ο δεσμός τους με το νομικό πρόσωπο της εταιρίας είναι αυτός του Δ.Σ.. Η υποκατάσταση αυτή του Δ.Σ. από μέλος αυτού ή τρίτο, διαφέρει από τις σχέσεις της πληρεξουσιότητας και εντολής (άρθρα 216 επ. και 713 επ. ΑΚ), διότι ο πληρεξούσιος και ο εντολοδόχος δεν αποτελούν όργανα που εκφράζουν τη βούληση του νομικού προσώπου, αλλά ενεργούν ως αντιπρόσωποι αυτού, πράξεις που αποφασίστηκαν από το Δ.Σ.
ή υποκατάστατο αυτού όργανο. Η σχετική απόφαση του Δ.Σ ή των οργάνων του, για τις πράξεις που εκτελούνται από τρίτο, είναι οπωσδήποτε απαραίτητη χωρίς όμως να είναι αναγκαίο να διατυπώνεται πανηγυρικά. Περαιτέρω κάθε υπάλληλος της Α.Ε όταν καταρτίζει δικαιοπραξία ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος της εταιρείας μόνον εφόσον οι εξωτερικές εκδηλώσεις της δράσεώς του, οι εμφανιζόμενες στο κοινό, εν γνώσει, κατ΄ εντολή ή με την ανοχή του διοικητικού συμβουλίου ή των υποκαταστάτων αυτού οργάνων, παρέχουν, σύμφωνα με τα κριτήρια που διαμορφώνονται στις συναλλαγές, του είδους της επιχειρηματικής δραστηριότητας της Α.Ε, την εντύπωση ότι έχει ανατεθεί σ΄ αυτόν (υπάλληλόν της) κύκλος εργασιών που περιλαμβάνει και την προαναφερόμενη δικαιοπραξία (ΑΠ 470/2006, 1187/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία είχε ανακηρυχθεί "Μέγας Χορηγός" των Ολυμπιακών Αγώνων Αθήνα 2004 και είχε το δικαίωμα να κάνει χρήση στους τομείς του γάλακτος και των παγωτών του Ολυμπιακού Συμβόλου (πέντε συνδεδεμένοι δακτύλιοι) και του εμβλήματος ΑΘΗΝΑ 2004 (κότινος), με την επισήμανση "Μέγας Χορηγός Ολυμπιακών Αγώνων 2004", είτε αυτοτελώς, είτε σε συνδυασμό με το δικό της σήμα (σύνθετος λογότυπος).
Ότι ο ενάγων που είναι θεατρικός επιχειρηματίας και κατά τη θεατρική περίοδο 2002-2003 επρόκειτο να παρουσιάσει στο θέατρο .... το θεατρικό έργο " ...." ενδιαφέρονταν να ανεύρει χορηγό για τη συγκεκριμένη αυτή παράσταση. Για το σκοπό αυτό το Φθινόπωρο του έτους 2002 απευθύνθηκε στην εναγομένη και της πρότεινε να αναλάβει τη χορηγία (sponsoring) αντί αμοιβής 450.000 ευρώ.
Λόγω διαφωνιών, ως προς το ύψος της αιτουμένης από τον ενάγοντα αμοιβής δεν επιτεύχθηκε συμφωνία, πλην όμως ο ενάγων, επανήλθε με νέα πρόταση ζητώντας αμοιβή 225.000 ευρώ. Ότι μετά από διαπραγματεύσεις που έγιναν μεταξύ του ενάγοντος και της υπαλλήλου της εναγομένης Χ1, η οποία ήταν διευθύντρια της
Ολυμπιακής Χορηγίας της εναγομένης, η εν λόγω υπάλληλος της εναγομένης απέστειλε στον ενάγοντα την από 18.11.2002 επιστολή, στην οποία περιλαμβάνονταν οι όροι της μεταξύ τους συνεργασίας, που είχαν συμφωνηθεί στις προηγηθείσες διαπραγματεύσεις (υποχρεώσεις των μερών, τρόπος καταβολής της αμοιβής κλπ), ο δε ενάγων απέστειλε στην εναγομένη την από 22.11.2002 επιστολή με την οποία δήλωνε ότι συμφωνεί με όσα η εναγομένη ανέφερε στην προηγούμενη επιστολή της σχετικά με τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης η οποία και καταρτίστηκε με τη σύμπτωση και εκατέρωθεν αποδοχή των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων.
Περαιτέρω το εφετείο δέχεται ότι η άνω υπάλληλος της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Χ1, κατά τις διαπραγματεύσεις και την αποστολή της άνω επιστολής το περιεχόμενο της οποίας αποδέχτηκε ο ενάγων και έτσι καταρτίστηκε η σύμβαση, ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπος της εναγομένης, αφού κατά τη διάρκεια των συζητήσεων και διαπραγματεύσεων με τον ενάγοντα διατύπωνε τις θέσεις της εναγομένης και ως εκ τούτου δημιούργησε την εντύπωση σ' αυτόν ότι είχε ανατεθεί σ' αυτή από το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης, κύκλος δραστηριοτήτων και εργασιών, στον οποίο περιλαμβάνονταν και η κατάρτιση της παραπάνω σύμβασης χορηγίας, με την αιτιολογία δε αυτή απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι η εν λόγω υπάλληλός της που υπέγραψε και απέστειλε την προαναφερόμενη από 18.11.2002 επιστολή, δεν ήταν εξουσιοδοτημένη από το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης να αντιπροσωπεύει αυτό και να συνάψει τη σύμβαση χορηγίας με τον ενάγοντα.
Περαιτέρω το εφετείο, αφού δέχτηκε, ότι η υποσχεθείσα από την εναγομένη παροχή, δηλαδή η χρήση αυτοτελώς είτε με σύνθετο τρόπο του άνω σήματος των Ολυμπιακών Αγώνων ήταν εξ αρχής, κατά την κατάρτιση της σύμβασης αδύνατη, διότι αποκλειστική δικαιούχος αυτού ήταν η "Οργανωτική Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων-Αθήνα 2004", η οποία αρνήθηκε να παράσχει σχετικό δικαίωμα χρήσης αυτού στην εναγόμενη, ούτως ώστε αυτή να δύναται να παραχωρήσει περαιτέρω τη χρήση αυτού στον ενάγοντα, όπως είχε υποσχεθεί με τη σύμβαση, και ότι η εναγομένη γνώριζε κατά την κατάρτιση της σύμβασης ότι δεν εδικαιούτο να παραχωρήσει τη χρήση του σήματος αυτού στον ενάγοντα χωρίς σχετική άδεια της δικαιούχου του σήματος ως άνω επιτροπής, δέχτηκε την έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη δέχτηκε την αγωγή.
Έτσι όμως που έκρινε το εφετείο, δεχόμενο ότι η προαναφερομένη υπάλληλος της εναγομένης ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπος της εναγομένης και δέσμευε αυτή, περιέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης σχετικό αυτό ζήτημα, της δέσμευσης της εναγομένης από την παραπάνω υπάλληλό της, και υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Και τούτο διότι την κρίση του αυτή στήριξε το εφετείο στο ότι η άνω υπάλληλος της εναγομένης Χ1, που απέστειλε την από 18.11.2002 επιστολή, στην οποία διατυπώνονταν οι όροι της σύμβασης τους οποίους αποδέχτηκε ο ενάγων, συμμετείχε για λογαριασμό της εναγομένης στις διαπραγματεύσεις με τον ενάγοντα για την κατάρτιση της σύμβασης και διατύπωνε τις θέσεις της εναγομένης, έτσι δε δημιούργησε την εντύπωση στον ενάγοντα (αντισυμβαλλόμενο) ότι της είχε ανατεθεί ως τρίτης από το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης η εξουσία και ο κύκλος δραστηριοτήτων και εργασιών για την κατάρτιση και της εν λόγω σύμβασης με τον ενάγοντα, χωρίς να δέχεται ότι το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης ή άλλο υποκατάστατο όργανο αυτού, είχε γνώση των ενεργειών της υπαλλήλου του, ή της είχε δώσει τέτοια εντολή ή ανέχονταν αυτές, έχοντας αναθέσει σ' αυτή δραστηριότητες σχετικές με την διαπραγμάτευση και κατάρτιση παρομοίων συμβάσεων με τρίτους, όπως ο ενάγων, και έτσι εδημιουργείτο η εντύπωση στους τρίτους ότι η εν λόγω υπάλληλος, εντός του κύκλου της ανατεθείσας σ' αυτή εργασίας από την εναγομένη, ενεργούσε ως αντιπρόσωπός της.
Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο υπ' αριθμ. 7 λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του εφετείου εν μέρει και μόνο καθ' όσον με αυτή έγινε δεκτή η αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος της παρούσας απόφασης προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τα ως απορριπτέα κριθέντα.
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 10.086/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος αυτής με το οποίο έγινε δεκτή η αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου ..... κατά της ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας με την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΕ".
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας από χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8-1-2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 14-5-2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ