Legislator Case Law & Legislation
1005/2006 AI generated

1005/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1005/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη και Αθανάσιο Μπρίλλη – Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Legislator headnote

AI generated

1005/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περιέχουν δε ως λόγους αναιρέσεως 1) ΄Ελλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και 2) Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, καθώς και έλλειψη νομίμου βάσεως (άρθρο 484 παρ. 1β΄, 1δ΄ ΚΠΔ), 2. ΄Ελλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.

Keywords

AI generated
unfair commercial practices excessive remuneration excessive price market manipulation non-implementation of the offending agreements immediate termination for fraud
AI generated
1378/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
915/2012
Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision on civil liability and evidence evaluation.
1071/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Οκτωβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1399/2004 του ιδίου Δικαστηρίου και 4744/2005 μη οριστική και 5565/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή τους.
895/2008
Supreme Court partially allows appeal against company's liability judgment regarding tort damages and unjust enrichment claims.
918/2019
Supreme Court dismisses appeal against final judgment for lack of legal interest and inadmissible grounds.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1005 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1005/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη και Αθανάσιο Μπρίλλη – Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων – κατηγορουμένων 1)Χ1, 2)Χ2 και 3) Χ3, ...., περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ.1041/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορού-μενο τον Χ4.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Σεπτεμβρίου 2005, τρείς (3) τον αριθμό, αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1713/2005.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Σιδέρη, με αριθμό 621/14.12.2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Εισάγω στο Δικαστήριό σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ τις υπ΄αριθ. 103, 104 και 102/8.9.2005 αιτήσεις αναιρέσεως, αντίστοιχα των 1) Χ1, 2) Χ3 και 3) Χ2, κατοίκων Αθηνών, οι οποίες ασκήθησαν στο όνομά τους και για λογαριασμό τους, με δήλωση στο Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, από το δικηγόρο Οβαδία Ναμία, κατόπιν ειδικής προς αυτόν εξουσιοδοτήσεως, κατά του υπ΄αριθ. 1041/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: 1.

Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ΄αριθ. 3055/2004 βούλευμά του, εκτός άλλων, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των ανωτέρω κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων, για απιστία από κοινού, καθώς και για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ανώτερης των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ), που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο ως εντολοδόχο-διαχειριστή ξένης περιουσίας κατά του πρώτου, ενώ κατά των δύο τελευταίων, για άμεση συνέργεια στις ως άνω πράξεις του πρώτου, με τις παραπάνω επιβαρυντικές περιστάσεις αυτού για τη δεύτερη πράξη.

Κατά του βουλεύματος αυτού ο πολιτικώς ενάγων Ζ1 άσκησε την υπ΄αριθ. 407/2004 έφεση, ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο με το υπ΄αριθ. 1041/2004 βούλευμά του, αφενός μεν κατά μέρος που αφορούσε η έφεση την απιστία την κήρυξε απαράδεκτη, αφετέρου κατά το υπόλοιπο μέρος της την έκαμε κατ΄ουσία δεκτή, εξαφάνισε το πρωτόδικο βούλευμα και παρέπεμψε τους αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν, ο πρώτος για υπεξαίρεση με τις ως άνω επιβαρυντικές περιστάσεις, οι δε υπόλοιποι για άμεση συνέργεια στην πράξη της υπεξαιρέσεως του πρώτου, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις αυτού, αλλά και με υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης, ποσό που υπερβαίνει τα 73.000 Ευρώ.

Κατά του παραπάνω παραπεμπτικού μέρους του Εφετειακού αυτού βουλεύματος (1041/2005) στρέφονται πλέον οι αναιρεσείοντες, με τις υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες ασκήθησαν νομότυπα, παραδεκτά και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα επεδόθη σ΄αυτούς την 10.8.2005, ενώ οι αναιρέσεις ασκήθησαν την 8.9.2005.

Περιέχουν δε ως λόγους αναιρέσεως 1) ΄Ελλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και 2) Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, καθώς και έλλειψη νομίμου βάσεως (άρθρο 484 παρ. 1β΄, 1δ΄ ΚΠΔ), 2. ΄Ελλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.

δ΄ ΚΠΔ, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ΄αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που απεδείχθησαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από καθένα απ΄αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.

Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο (ή το Δικαστικό Συμβούλιο) έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και όχι μόνο μερικά απ΄αυτά (ΑΠ 1010/1997, Π.Χ. ΜΗ/354, ΑΠ 108/2000, Π.Χ. Ν/313, ΑΠ 1304/2003, Π.Χ. ΝΔ/517). Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ΄αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση που ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ ΚΠΔ υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μη είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση ή το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (ΑΠ 2275/2002, Π.Χ.

ΝΓ/808, Α.Π. 351/2003, Π.Χ. ΝΔ/206), 3. Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ, «όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.

Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών». (όπως προστέθηκε το τελευταίο εδ. με το άρθρο 14 παρ. 3α ν. 2721/1999). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί παράνομα αυτό κατά το χρόνο που βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να το ενσωματώσει στην περιουσία του.

Ενώ αν το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, μόνο από αυτό, η υπεξαίρεση λαμβάνει κακουργηματική μορφή τόσο για το φυσικό αυτουργό, όσο και για τους συμμετόχους στην πράξη αυτή. Στην περίπτωση δηλαδή αυτή δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 49 παρ. 2 Π.Κ., διότι η απλή αυτή διακεκριμένη μορφή του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, διαπλάθεται επί της αξίας του υλικού αντικειμένου, δηλαδή, επί καθαρώς αντικειμενικού στοιχείου και όχι επί προσωπικών ιδιοτήτων του φυσικού αυτουργού ή επί σχέσεως τούτου μετά του φορέως του προσβαλλόμενου εννόμου αγαθού (ΑΠ 320/2002, Ποιν.

Λόγος 2002/504, ΑΠ 175/1988, Π.Χ. ΛΗ/607, Μανωλεδάκη, Εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας (1982) σελ. 103, 182, Συστηματική ερμηνεία του Ποιν. Κώδικα, σελ. 786, Άρθρα 1-133). Ως εκ τούτων και ο ηθικός αυτουργός ή συνεργός θεωρείται στην εν λόγω περίπτωση, ότι διέπραξε την συμμετοχική του πράξη σε υπεξαίρεση αντικειμένου που υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ.

Δηλαδή σε κακουργηματική μορφή υπεξαιρέσεως, αφού η συγκεκριμένη αξία του υλικού αντικειμένου της υπεξαιρέσεως, δεν συνιστά ιδιαίτερη ιδιότητα ή σχέση. Εφόσον βέβαια, ο συμμέτοχος γνωρίζει και αποδέχεται τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης που επιβαρύνουν τη βασική μορφή της υπεξαιρέσεως (άρθρο 30 παρ. 2 Π.Κ.).

Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου «αν πρόκειται για αντικείμενο (της υπεξαίρεσης) ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.

Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγουμένου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα εβδομήντα τρεις χιλιάδες (73.000) ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση». (΄Οπως αντικ. η παρ. 2 από το άρθρο 1 παρ. 9 ν. 2408/1996 και προστέθηκε το τελευταίο εδάφιο με το άρθρο 14 παρ. 3β ν. 2721/1999). Από τη διάταξη αυτή της παρ. 2 του άρθρου 375 προκύπτει ότι η κακουργηματική μορφή της υπεξαιρέσεως προϋποθέτει ότι πάντοτε το αντικείμενό της πρέπει να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον ότι συντρέχει μία τουλάχιστον από τις ειδικά και περιοριστικά πλέον προβλεπόμενες σχέσεις εμπιστοσύνης, όπως είναι και εκείνες του εντολοδόχου και του διαχειριστή ξένης περιουσίας.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να έχει ο υπαίτιος της υπεξαιρέσεως την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει να ενεργεί διαχείριση, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα, την οποία μπορεί να έχει είτε από το νόμο είτε από σύμβαση.

Για να έχουμε δε κακουργηματική υπεξαίρεση λόγω της ιδιότητας του υπαιτίου ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει το ιδιοποιούμενον απ΄αυτόν πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να περιήλθε στην κατοχή του λόγω της ιδιότητάς του αυτής (ΑΠ 5/2004, ΑΠ 963/2003, Π.Χ. ΝΔ/397, 223, ΑΠ 982/2002, Π.Χ. ΝΓ/339), 4. Επειδή στην υπό κρίση περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ΄αριθ. 1041/2005 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών που το εξέδωσε, έκρινε ότι υφίστανται σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος των παραπάνω αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων και ειδικότερα, σε βάρος του πρώτου, για υπεξαίρεση κατ΄εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ), με την ιδιότητα του εντολοδόχου-διαχειριστή ξένης περιουσίας, σε βάρος δε των άλλων δύο, για άμεση συνέργεια από κοινού κατ΄εξακολούθηση στην παραπάνω πράξη του πρώτου, με υλικό αντικείμενο που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ).

Γι΄αυτό εξαφάνισε το πρωτόδικο βούλευμα και παρέπεμψε αυτούς ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου, προκειμένου να δικασθούν για τις παραπάνω κατά καθένα πράξεις. Δέχθηκε, δηλαδή το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων και του πολιτικώς ενάγοντος, τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα συνημμένα στη δικογραφία έγγραφα προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο εκκαλών – πολιτικώς ενάγων Ζ1 στις 13-4-1998 κατήρτισε με την Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρία «Ν.Δ. ΔΕΒΛΕΤΟΓΛΟΥ ΑΧΕΠΕΥ», διευθύνων σύμβουλος, της οποίας τυγχάνει ο Χ2 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (χρηματιστηριακές παραγγελίες και παρακαταθήκης). Σύμφωνα με την σύμβαση αυτή η ως άνω χρηματιστηριακή εταιρία είχε αναλάβει την προς αυτόν παροχή της κύριας επενδυτικής υπηρεσίας της, έναντι προμήθειας, λήψης και εκτέλεσης εντολών του περί κατάρτισης για λογαριασμό του χρηματιστηριακών συναλλαγών, καθώς και την παρεπόμενη επενδυτική υπηρεσία προς αυτόν της φύλαξης περιουσιακών στοιχείων, ιδίως μετοχών, που αγόραζε η ίδια με βάση τις σχετικές εντολές του.

Κατά τους όρους δε της ως άνω σύμβασης οι σχετικές εντολές (παραγγελίες) του εκκαλούντος δίδονταν προς αυτήν είτε από τον ίδιο είτε μέσω της εξουσιοδοτημένης προς τούτο από αυτόν ανώνυμης εταιρίας λήψης και διαβίβασης εντολών με την επωνυμία «ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ FINANCE ΑΕΔΔΕ» είτε γραπτώς. Την 12.1.2000 εισήχθη στο Χρηματιστήριο Αθηνών προς διαπραγμάτευση η μετοχή της εταιρίας ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ TELECOM AE.

Η τιμή εισαγωγής της μετοχής στο Χρηματιστήριο ήταν στις 6.500 δρχ., όση και η τιμή της δημόσιας εγγραφής.

Σύμφωνα με τη χρηματιστηριακή νομοθεσία τις τρεις (3) πρώτες ημέρες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών η τιμή της διαμορφώνεται ελεύθερα χωρίς περιορισμούς. Η τιμή ανοίγματος της κάθε μετοχής προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες διαπραγμάτευσης του συστήματος ΟΑΣΗΣ και ειδικότερα ορίζεται ως εξής: Κατά την διάρκεια της προσυνεδρίασης καταχωρούνται στο ηλεκτρονικό σύστημα ΟΑΣΗΣ οι εντολές αγοράς και πώλησης της μετοχής με τις τιμές που έχουν ορίσει οι Χρηματιστηριακές εταιρίες κατ΄εντολή των πελατών τους.

Ως τελική τιμή εισαγωγής για διαπραγμάτευση της μετοχής ορίζεται εκείνη, στην οποία συγκεντρώνεται ο μεγαλύτερος αριθμός εντολών αγοράς και πώλησης. Την 12-1-2000, κατά την διάρκεια της προσυνεδρίασης και συγκεκριμένα από 10.15 έως 10.45 ώρα του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, η τιμή της παραπάνω μετοχής TELECOM διαμορφώθηκε στις 120.000 δρχ., πράγμα πρωτοφανές, που είχε ως συνέπεια να διενεργηθούν πράξεις, με τις οποίες οι μεν πωλητές απεκόμισαν τεράστια κέρδη, οι δε αγοραστές, που είχαν δώσει ανοιχτές εντολές αγοράς υπέστησαν τεράστιες ζημίες.

Οι πράξεις, που διενεργήθηκαν στην τιμή των 120.000 δρχ. έγιναν από την έναρξη των διαπραγματεύσεων του Χρηματιστηρίου 10.45.03΄΄ έως τις 10.46.04΄΄. Στη συνέχεια η τιμή διαμορφώθηκε στις 26.000 δρχ. Η διαμόρφωση της τιμής ανοίγματος της παραπάνω μετοχής στο ύψος των 120.000 δρχ. οφείλετο στο ότι σ΄αυτό μεγιστοποιήθηκε ο όγκος των συναλλαγών, που θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν σύμφωνα με τις εντολές, που είχαν εισαχθεί στο σύστημα ΟΑΣΗΣ κατά την προσυνεδρίαση.

Ειδικότερα, στη διαμόρφωση αυτή συνέλαβαν: α) Η εντολή αγοράς των εν λόγω μετοχών στη τιμή των 130.050 δρχ. από την αντικρύστριά της ΑΧΕ Μακεδονίας – Θράκης .... για λογαριασμό του πελάτη της της ως άνω ΑΧΕ ...., η οποία, όμως, οφειλόταν σε λάθος πληκτρολόγηση από την αντικρύστρια, καθόσον η εντολή αγοράς είχε δοθεί από τον εν λόγω πελάτη στην τιμή των 13.050 δρχ.

και όχι σ΄αυτή των 130.050 δρχ. β) Οι τρεις εντολές αγοράς συνολικά 11.000 μετοχών στην τιμή των 129.500 δρχ. και 129.000 δρχ., που δόθηκαν από τον αντικρυστή της ΑΧΕ Δεβλέτογλου και συγκεκριμένα τον Χ3 για λογαριασμό του μηνυτή Ζ1, του Ζ2 και του Ζ3 και γ) οι ανοικτές εντολές αγοράς 31.070 μετοχών, που δόθηκαν από άλλες χρηματιστηριακές εταιρίες για λογαριασμό πελατών τους.

Κατά την ως άνω ημερομηνία δηλαδή στις 12-1-2000 της συνεδρίασης του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, ο εκκαλών – πολιτικώς ενάγων Ζ1, καθώς και οι Ζ2 και Ζ3 έδωσαν εντολή στην ΑΕΔΔΕ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ να διαβιβάσει η τελευταία στην «Ν.Δ. ΔΕΒΛΕΤΟΓΛΟΥ ΑΧΕΠΕΥ» χρηματιστηριακή εταιρία το αίτημα αυτών περί αγοράς 4.000 μετοχών για έκαστο εξ αυτών της εταιρίας «ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ – TELECOM» στην καλύτερη δυνατή τιμή, πάντως όχι περισσότερο από 30.000 δρχ.

κατά το μέρος, που αφορά τον εκκαλούντα Ζ1. Οι προαναφερόμενοι επενδυτές Ζ2 και Ζ3 και ο πολιτικώς ενάγων Ζ1 ήσαν έμπειροι επενδυτές και πελάτες της «ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΑΕΛΔΕ», αφού οι ετήσιες αγορές κατά τα έτη 1998 έως 2000 ανήλθε συνολικά για τον εκκαλούντα σε 8.915.318.205 δρχ., για τον Ζ2 σε 4.091.763.075 δρχ. και για τον Ζ3 σε 4.708.244.150 δρχ.

Ακολούθως στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων αναφορικά με την δοθείσα στην από τους ίδιους εκπροσωπούμενη «Ν.Δ. ΔΕΒΛΕΤΟΓΛΟΛΥ ΑΧΕΠΕΥ» εντολή σχετικά με την τιμή αγοράς της προαναφερόμενης μετοχής από τους προαναφερόμενους τρεις επενδυτές ήταν αυτή των 120.000 δρχ.

δεν κρίνεται πειστικός, αλλά ανατρέπεται από τους ίδιους τους επενδυτές και ειδικότερα από τον εκκαλούντα Ζ1 αλλά και τον Ζ3. Συγκεκριμένα ο Ζ3 εξετασθείς ως μάρτυρας στην παρούσα υπόθεση κατά την ένορκη εξέτασή του ενώπιον της 15ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών, μεταξύ άλλων κατέθεσε και τα εξής: «…..Στις 12-1-2000 έδωσα εντολή στην «ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ» να μου αγοράσει 4.000 μετοχές «TELECOM» του Ράδιο Κορασίδη στην καλύτερη δυνατή τιμή εισαγωγής της…… Υπολόγιζα ότι και τριπλάσια να πήγαινε η τιμή από την τιμή δημόσιας εγγραφής της, που ήταν 6.500 δρχ.

με το χαρτοφυλάκιο που είχα και ήταν 200.000.000 δρχ. περίπου είχα την δυνατότητα να το καλύψω. Εγώ την εντολή την έδωσα στον ....της «ΠΡΟΟΠΤΙΚΗΣ» και αυτός τη διαβίβασε στη «ΔΕΒΛΕΤΟΓΛΟΥ», «είχα δώσει εντολή και για τον Ζ2, όπως μου είχε πει ο ..... Την ίδια ημέρα με ενημέρωσαν ότι έγινε η αγορά στις 129.000 δρχ. Εγώ δεν το δέχτηκα ποτέ….έπρεπε η εταιρία Δεβλέτογλου όταν είδε ότι η ανωτέρω τιμή αγοράς της μετοχής της «ΤΕLECOM» ήταν στις 130.000 δρχ.

να ακυρώσει τη δική μου εντολή αγοράς γιατί δεν είχα τα απαραίτητα χρήματα για να καλύψω το αντίτιμο των μετοχών…. Εκείνη την ημέρα ήρθε ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος της εταιρίας Δεβλέτογλου και μου ζήτησε να υπογράψω ότι έδωσα εντολή να αγοραστούν οι μετοχές στις 129.000 δρχ. με την προϋπόθεση να μου καλύψουν τόσο το χρεωστικό μου, που ανερχόταν στο ποσό των 170.000.000 δρχ.

όσο και το κεφάλαιό μου δηλαδή τα 195.000.000…..».

Επίσης και η .... , νόμιμος εκπρόσωπος της «ΠΡΟΟΠΤΙΚΗΣ ΕΔΔΕ» κατά την ενώπιον της 15ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών ένορκη κατάθεσή της μεταξύ των άλλων κατέθεσε τα εξής: «…. Την εντολή διαβίβασε στη Χρηματιστηριακή Δεβλέτογλου ο .... Δεν θυμάμαι το ύψος αγοράς της κάθε μετοχής, που μου έδωσαν οι πελάτες, θυμάμαι ότι εκτελέστηκε στις 129.000 δρχ.

η τιμή αγοράς της κάθε μετοχής…». Συνεχίζοντας το προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρει, ότι ακολούθως, η ΑΧΕ ΔΕΒΛΕΤΟΓΛΟΥ δια του αντικρυστή της Χ3 εισήγαγε στο σύστημα ΟΑΣΗΣ εντολές αγοράς 4.000 μετοχών «ΤΕLECOM» για έκαστο των προαναφερομένων Ζ1, Ζ2 και 3.000 μετοχών της ίδιας εταιρίας για τον Ζ3, χρεώνοντας, έτσι τους χρηματιστηριακούς τους λογαριασμούς, σύμφωνα με τους όρους των μεταξύ τους συμβάσεων, με τα ποσά των 480.000.000 δρχ.

για κάθε ένα από τους Ζ1 και Ζ2 και των 368.551.000 δρχ. για τον Ζ3. Περαιτέρω, κατά το από 12-1-2000 έως 23-2-2000 χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος Χ2, με την ιδιότητα του διευθύνοντα Συμβούλου της χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία «ΔΕΒΛΕΤΟΛΓΟΥ ΑΧΕΠΕΥ», με την οποία ο επενδυτής εκκαλών – πολιτικώς ενάγων Ζ1 είχε καταρτίσει την από 13-4-1998 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών κατά την συνεδρίαση του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών στις 12-1-200, 24-1-2000 και 23-2-2000, εκμεταλλευόμενος την δυνατότητα διαχείρισης του χαρτοφυλακίου του πολιτικώς ενάγοντος, που του παρείχετο από την ως άνω σύμβαση, έδωσε εντολή και πωλήθηκαν οι ακόλουθες μετοχές του προεκτεθέντος Το συνολικό ποσό των 460.007.525 δρχ.

που εισπράχθηκε από την πώληση των προαναφερομένων μετοχών, το οποίο περιήλθε στην κατοχή του Χ2, λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας συνεπεία της ιδιότητός του ως Διευθύνοντος Συμβούλου της Χρηματιστηριακής εταιρίας «Ν.Δ. ΔΕΒΛΕΤΟΓΛΟΥ ΑΧΕΠΕΥ», ο ως άνω (Χ2) το ιδιοποιήθηκε παρανόμως, προκειμένου να εξοφληθεί υποχρέωση καταβολής της ανωτέρω χρηματιστηριακής εταιρίας του τιμήματος της αγοράς 4.000 μετοχών της εταιρίας ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ TELECOM, που η τελευταία είχε πραγματοποιήσει για λογαριασμό μου.

Περαιτέρω στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται, ότι εξάλλου, οι λοιποί κατηγορούμενοι Χ2 και Χ3, τελώντας εν γνώσει των ανωτέρω και της προθέσεως του πρώτου κατηγορουμένου Χ1 με την προαναφερόμενη ιδιότητά τους και συγκεκριμένα του χρηματιστηριακού εκπροσώπου της ΑΧΕ Δεβλέτογλου ο πρώτος και του χρηματιστηριακού Συμβούλου – αντικρυστή του δευτέρου της ίδιας χρηματιστηριακής εταιρίας παρέσχαν με πρόθεση άμεση συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο για την διάπραξη της ανωτέρω κακουργηματικής κατ΄εξακολούθηση υπεξαίρεσης, με την ιδιότητά του ως εντολοδόχου – διαχειριστού.

Ειδικότερα στον ως άνω τόπο και κατά το χρονικό διάστημα από 12-1-2000 έως 23-2-2000 με την προαναφερομένη ιδιότητά τους με πρόθεση έδωσαν εντολή να ρευστοποιηθούν οι προαναφερόμενες μετοχές αν και γνώριζαν, ότι δεν υπήρχε αντίστοιχη εντολή του Ζ1 για την εκποίηση των εν λόγω μετοχών και ότι το προϊόν από την πώληση δεν θα αποδίδετο στον Ζ1 αλλά θα το παρακρατούσε η εταιρία «ΑΧΕ Δεβλέτογλου» προκειμένου να εξοφλήσει δική της υποχρέωση, που προερχόταν από την αγορά των 4.000 μετοχών της εταιρίας «ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ TELECOM» και συγκεκριμένα ο μεν Χ2 με την προαναφερομένη υπέγραψε τα πινακίδια των επίδικων ρευστοποιήσεων, ο δε Χ3 εισήγαγε στο ηλεκτρονικό σύστημα «ΟΑΣΗΣ» την εντολή πώλησης των προαναφερομένων μετοχών του Ζ1, χωρίς βέβαια να υπάρχει η σχετική εντολή του τελευταίου για την συγκεκριμένη ρευστοποίηση, βοηθώντας με τον τρόπο αυτό σπουδαία τον πρώτο κατηγορούμενο κατά την διάρκεια και στην εκτέλεση της πράξης της κατ΄εξακολούθηση υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το συνολικό αντικείμενο της οποίας υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ.

ή το ποσό των 73.368 ευρώ, που το είχαν εμπιστευθεί με την ιδιότητα του εντολοδόχου – διαχειριστή, την οποία πράξη αυτός τέλεσε, όπως αναπτύσσεται ανωτέρω. Την συνδρομή δε αυτή παρέσχαν οι εν λόγω κατηγορούμενοι, παρότι ως εκ της προαναφερομένης ιδιότητάς τους, γνώριζαν την ανυπαρξία σχετικής εντολής του εκκαλούντος – πολιτικώς ενάγοντος Ζ1 προς εκποίηση των συγκεκριμένων μετοχών.

Κατόπιν στο προσβαλλόμενο βούλευμα επισημαίνεται, ότι για τις ανωτέρω πράξεις των χρηματιστηριακών εταιριών «ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΑΕΛΔΕ» και ΔΕΒΛΕΤΟΓΛΟΥ ΑΧΕΠΕΥ διενεργήθηκε, κατόπιν της υπ΄αριθμ. ΑΒΜ/Β 200/123/13-1-2000 εισαγγελικής παραγγελίας, για διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, έρευνα από τους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ .... και .... στην πορισματική αναφορά των οποίων αναφέρονται και τα ακόλουθα: «…. Οι πράξεις και παραλείψεις των παραγόντων, που δημιούργησαν το πρόβλημα στη διαμόρφωση της τιμής των μετοχών της «ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ TELECOM» κατά την εκτίμηση της έρευνας αποδίδονται:

Στην ΑΧΕ Δεβλέτογλου:

Δεν τήρησε τον κώδικα δεοντολογίας.

Διότι δεν προέβη σε καμμία ενέργεια να προστατεύσει τόσο την ΑΕΔΔ (ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ), όσο και τους πελάτες της από τους ενδεχόμενους κινδύνους, που διέτρεχαν από τις υπερβολικά υψηλές σε αριθμό και αξία εντολές αγοράς.

Δεν επέδειξε την οφειλόμενη προσοχή, που απαιτείται, για την εισαγωγή στο σύστημα εντολών υψηλού κόστους (500.000.000 δρχ.), όπως οι υπό διερεύνηση, σύμφωνα με τα όσα προβλέπει το σύστημα. Δηλαδή ενώ προβλέπεται για εντολές ιδιαίτερα μεγάλης αξίας η εισαγωγή να γίνεται με ειδικό κωδικό πρόσβασης, που χειρίζεται ο Διευθύνων Σύμβουλος της Α.Χ.Ε. προκειμένου να ελέγχεται η φερεγγυότητα αλλά και η επικινδυνότητα της εντολής, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ελήφθη απολύτως καμία πρόβλεψη και η πρόσβαση στο σύστημα έγινε από τον αντικρυστή της Α.Χ.Ε. χωρίς κανένα πρόβλημα, αφού είχε δοθεί το δικαίωμα χρήσης του ειδικού κωδικού σε όλους τους αντικρυστές της Α.Χ.Ε. χωρίς να ενημερώνεται κάθε φορά ο Διευθύνων Σύμβουλος.

Διότι εκτέλεσε τις υπερβολικές σε αξία εντολές των τριών πελατών της που είναι δυσανάλογες προς το χαρτοφυλάκιό τους και αντίστοιχες με όλες τις προηγούμενες συναλλαγές τους.

Διότι ικανοποίησε εντολή αγοράς μετοχών αξίας 480.000.000 δρχ. χωρίς την εξασφάλιση καταβολής του τιμήματος από τον πελάτη Ζ3.

Διότι υποχρέωσε τους πελάτες Ζ2 και Ζ3 στην εκ των υστέρων υπογραφή των εντολών αγοράς και ρευστοποίησε τα χαρτοφυλάκιά τους χωρίς την εντολή τους.

Διότι στην προσπάθειά της να καλύψει τις ευθύνες της προέβη σε εκ των υστέρων ενέργειες που αποσκοπούσαν να επιρρίψουν όλα τα βάρη στην Προοπτική ΑΕΛΔΕ. Ειδικότερα, υποχρέωσε την Α.Ε.Λ.Δ.Ε. να ζητήσει από τους πελάτες της ενυπόγραφη εντολή αγοράς, ενέργεια ασυνήθιστη καθόσον οι εντολές αγοράς κατά κανόνα δεν είναι γραπτές και υπογεγραμμένες αλλά προφορικές. Επίσης φρόντισε να καλύψει την κίνηση της ρευστοποίησης των χαρτοφυλακίων των τριών συγκεκριμένων πελατών με τη λήψη εκ των υστέρων ενυπόγραφης δήλωσης του ν. 1599/86 στην οποία φαίνεται ότι η Α.Ε.Λ.Δ.Ε. έδωσε αυθημερόν εντολές ρευστοποίησης του συνόλου του χαρτοφυλακίου τους εκτός των μετοχών της εταιρίας με την επωνυμία ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ TELECOM A.E. Για την εξασφάλιση αυτών των υπογραφών η Α.Ε.Λ.Δ.Ε. παρέδωσε επιταγές στους πελάτες της προς κάλυψη της ζημιάς που υπέστησαν.

Στη συνέχεια το προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται, ότι οι κατηγορούμενοι αρνούνται την ενοχή τους και ισχυρίζονται, ότι για την ρευστοποίηση των ανωτέρω μετοχών υπήρχε σχετική εντολή του εκκαλούντος – πολιτικώς ενάγοντος Ζ1.

Και ακολούθως δίδει επ΄αυτού την απάντηση το προσβαλλόμενο, η οποία έχει ως εξής:

Ο εν λόγω ισχυρισμός των κατηγορουμένων αναφέρεται από τις καταθέσεις των εκκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος (Ζ1) και Ζ3, οι οποίοι με σαφήνεια και βεβαιότητα κατέθεσαν τόσο ενώπιον των ανακριτικών υπαλλήλων του ΣΔΟΕ, όσο και ενώπιον της 15ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών την ανυπαρξία της εντολής ρευστοποίησης του χαρτοφυλακίου της.

Ειδικότερα στην από 22-3-2000 πορισματική αναφορά του ΣΔΟΕ μεταξύ άλλων, αναφέρονται και τα ακόλουθα: «….Ο Ζ1 κατέθεσε ότι η εντολή αγοράς 4.000 τεμαχίων της συγκεκριμένης μετοχής στην τιμή των 120.000 δρχ. δόθηκε από την «ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΕΛΔΕ» χωρίς να το γνωρίζει. Το γεγονός αυτό το πληροφορήθηκε το απόγευμα της ίδιας ημέρας από τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της ΕΛΔΕ ...., η οποία επιπρόσθετα τον ενημέρωσε πως προέβησαν σε ρευστοποίηση μέρους του χαρτοφυλακίου του για κάλυψη του χρεωστικού του υπολοίπου χωρίς βέβαια να υπάρχει δική του εντολή…..». Ο ίδιος δε κατά την ένορκη εξέτασή του ενώπιον της 15ης Τακτικής Ανακρίτριας στις 30-5-2002 μεταξύ των άλλων κατέθεσε ότι: « Εκείνη την ημέρα ήρθε ο πληρεξούσιος Δικηγόρος της εταιρίας Δεβλέτογλου και μου ζήτησε να υπογράψω ότι έδωσα εντολή να αγοραστούν οι μετοχές στις 129.000 δρχ. με την προϋπόθεση ότι θα μου καλύψουν τόσο το χρεωστικό μου που ανερχόταν στο ποσό των 170.000.000 δρχ., όσο και το κεφάλαιό μου δηλαδή τα 195.000.000 δρχ., που ήταν το χαρτοφυλάκιό μου και το οποίο ρευστοποίησε η εταιρία Δεβλέτογλου χωρίς εντολή μου. Μου έδωσαν επιταγή 200.000.000 δρχ. της εταιρίας «ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ» μετά από συνεννόηση με τη «ΔΕΒΛΕΤΟΓΛΟΥ», η οποία δεν πληρώθηκε ποτέ….».

Ο δε εκκαλών Ζ1 κατά την ανώμοτη εξέταση ενώπιον της 15ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών κατέθεσε με βεβαιότητα για την ανυπαρξία εντολής ρευστοποίησης των προαναφερομένων μετοχών, ενώ αντιθέτως σε σχετική ερώτηση για τη ρευστοποίηση των μετοχών της εταιρίας «ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ ΤΕLECOM» κατέθεσε, ότι: «….. Δεν θυμάμαι εάν έδωσα εντολή για την πώληση των μετοχών της TELECOM…..» και για τον λόγο αυτό δεν απαγγέλθηκε κατηγορία και για την άνευ εντολής ρευστοποίηση των μετοχών αυτών.

Εξάλλου, εάν υπήρχε η σχετική εντολή προς ρευστοποίηση των συγκεκριμένων μετοχών δεν θα έσπευδε ο νομικός Σύμβουλος της χρηματιστηριακής εταιρίας «Ν.Δ. ΔΕΒΛΕΤΟΓΛΟΥ ΑΧΕΠΕΥ» αφ΄ενός να ζητήσει και από τους τρεις συγκεκριμένους επενδυτές (Ζ1, Ζ2 και Ζ3) να υπογράψουν εκ των υστέρων εντολή αγοράς και ρευστοποίησης των χαρτοφυλακίων της, αφ΄ετέρου δε να επιρρίψει όλα τα βάρη στην «ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΑΕΛΔΕ», όπως ευστόχως αυτό αναφέρεται στην σελίδα 9 της από 22-3-2000 πορισματικής αναφοράς των υπαλλήλων του ΣΔΟΕ, οι οποίοι κατόπιν της υπ΄αριθμ. ΑΒΜ/13/2000/123/13-1-2000 εισαγγελικής παραγγελίας για διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης συνέταξαν την ως άνω πορισματική αναφορά.

Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυπταν από τα συλλεγέντα αποδεικτικά στοιχεία (καταθέσεις μαρτύρων, υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα, απολογίες των κατηγορουμένων), το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθούν για τις εγκληματικές πράξεις που αναφέρονται παραπάνω κατά καθένα απ΄αυτούς.

5. Επειδή, από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως έκαμε δεκτή με το προσβαλλόμενο βούλευμά του και κατ΄ουσίαν την έφεση του πολιτικώς ενάγοντος Ζ1, που είχε ασκήσει κατά του πρωτοδίκου απαλλακτικού βουλεύματος, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ΄αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων, για τα οποία κρίθησαν παραπεμπτέοι οι ως άνω κατηγορούμενοι, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες έτσι ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.

Η παραδοχή δε με το προσβαλλόμενο βούλευμα, ότι ο πρώτος αναιρεσείων-κατηγορούμενος, με την άμεση συνέργεια των συγκατηγορουμένων του-αναιρεσειόντων, ιδιοποιήθηκε παράνομα το χρηματικό ποσό των 460.007.525 δραχμών, που εισπράχθηκε από την πώληση των προαναφερθεισών μετοχών και περιήλθε στην κατοχή του λόγω της ως άνω ιδιότητάς του ως εντολοδόχου-διαχειριστή ξένης περιουσίας, ανεξάρτητα που δεν είχε εντολή για την πώληση των μετοχών, δεν δημιουργεί αντιφατικότητα και ασάφεια σε αυτό (το προσβαλλόμενο βούλευμα), καθόσον φανερό είναι ότι δέχεται, ότι οι αναιρεσείοντες με όλες τις παραπάνω ενέργειές του απέβλεπαν με την πώληση των συγκεκριμένων μετοχών, στην παράνομη ιδιοποίηση του εισπραχθέντος απ΄αυτές, από τον πρώτο, ανωτέρω χρηματικού ποσού.

Κατά συνέπεια, δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων, ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ότι δεν ερμήνευσε και εφάρμοσε σωστά την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 Π.Κ. και ακόμη ότι αυτό στερείται νομίμου βάσεως. Κατά το μέρος βέβαια, που με τις υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως, επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή αμφισβητείται η κρίση του Συμβουλίου, ως προς το τί προκύπτει από κάθε αποδεικτικό στοιχείο, περιέχουν αυτές ανεπίτρεπτη προσβολή της αναγομένης σε πράγματα κρίσης του Συμβουλίου, και πρέπει γι΄αυτό να απορριφθούν ως απαράδεκτες.

Μετά από όλα αυτά, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους, οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθεί καθένας από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

Π Ρ Ο Τ Ε Ι Ν Ω: 1) Να απορριφθούν οι υπ΄αριθ. 103, 104, 102/8.9.2005 αιτήσεις αναιρέσεως, αντίστοιχα των α) Χ2 β) Χ3, και γ) Χ2, κατοίκων Αθηνών, κατά του υπ΄αριθ. 1041/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε καθένα από τους παραπάνω αναιρεσείοντες. Αθήνα 25.10.2005

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χρήστος Γ. Σιδέρης».

Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση κι έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις κρινόμενες από 8.9.2005 αιτήσεις των κατηγορουμένων α) Χ1 β) Χ3 και γ) Χ2, διώκεται η αναίρεση του 1041/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο δέχθηκε εν μέρει την έφεση του αναιρεσίβλητου – πολιτικώς ενάγοντος Ζ1 κατά του 3055/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, εξαφάνισε αυτό, κατά τη διάταξή του που αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των ήδη αναιρεσειόντων και, συγκεκριμένα του πρώτου μεν από αυτούς, για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ), το οποίο του είχαν εμπιστευθεί ως εντολοδόχο ξένης περιουσίας, των υπολοίπων δε δύο για άμεση συνέργεια στην ανωτέρω πράξη και παρέπεμψε αυτούς ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστούν για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται αντίστοιχα στον καθένα τούτων.

Οι αιτήσεις αναιρέσεως πληρούν τις τυπικές προϋποθέσεις του παραδεκτού, γι΄ αυτό και πρέπει, συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, να ερευνηθούν περαιτέρω. Όπως προκύπτει από το πληττόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών παρέπεμψε τους κατηγορουμένους στο ακροατήριο για την αποδιδόμενη στον καθένα από αυτούς πιο πάνω πράξη, δεχόμενο ειδικότερα τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά:

Ο εκκαλών – πολιτικώς ενάγων Ζ1 στις 13.4.1998 κατήρτισε με την Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρεία «Ν.Δ.ΔΕΒΛΕΤΟΓΛΟΥ ΑΧΕΠΕΥ», διευθύνων σύμβουλος της οποίας τυγχάνει ο Χ1 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (χρηματιστηριακές παραγγελίες και παρακαταθήκης). Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή η ως άνω χρηματιστηριακή εταιρεία είχε αναλάβει την προς αυτόν παροχή τη κύριας επενδυτικής υπηρεσίας της, έναντι προμήθειας, λήψης και εκτέλεσης εντολών του περί κατάρτισης για λογαριασμό του χρηματιστηριακών συναλλαγών, καθώς και την παρεπόμενη επενδυτική υπηρεσία προς αυτόν της φύλαξης περιουσιακών στοιχείων, ιδίως μετοχών, που αγόραζε η ίδια με βάση τις σχετικές εντολές του.

Κατά τους όρους δε της ως άνω σύμβασης οι σχετικές εντολές (παραγγελίες) του εκκαλούντος δίδονταν προς αυτήν είτε από τον ίδιο είτε μέσω της εξουσιοδοτημένης προς τούτο από αυτόν ανώνυμης εταιρίας λήψης και διαβίβασης εντολών με την επωνυμία «ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ FINANCE ΑΕΔΔΕ» είτε γραπτώς. Την 12.1.2000 εισήχθη στο Χρηματιστήριο Αθηνών προς διαπραγμάτευση η μετοχή της εταιρίας ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ TELECOM AE.

Η τιμή εισαγωγής της μετοχής στο Χρηματιστήριο ήταν στις 6.500 δρχ., όση και η τιμή της δημόσιας εγγραφής.

Σύμφωνα με τη χρηματιστηριακή νομοθεσία τις τρεις (3) πρώτες ημέρες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών η τιμή της διαμορφώνεται ελεύθερα χωρίς περιορισμούς. Η τιμή ανοίγματος της κάθε μετοχής προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες διαπραγμάτευσης του συστήματος ΟΑΣΗΣ και ειδικότερα ορίζεται ως εξής: Κατά την διάρκεια της προσυνεδρίασης καταχωρούνται στο ηλεκτρονικό σύστημα ΟΑΣΗΣ οι εντολές αγοράς και πώλησης της μετοχής με τις τιμές που έχουν ορίσει οι Χρηματιστηριακές εταιρίες κατ΄εντολή των πελατών τους.

Ως τελική τιμή εισαγωγής για διαπραγμάτευση της μετοχής ορίζεται εκείνη, στην οποία συγκεντρώνεται ο μεγαλύτερος αριθμός εντολών αγοράς και πώλησης. Την 12-1-2000, κατά την διάρκεια της προσυνεδρίασης και συγκεκριμένα από 10.15 έως 10.45 ώρα του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, η τιμή της παραπάνω μετοχής TELECOM διαμορφώθηκε στις 120.000 δρχ., πράγμα πρωτοφανές, που είχε ως συνέπεια να διενεργηθούν πράξεις, με τις οποίες οι μεν πωλητές απεκόμισαν τεράστια κέρδη, οι δε αγοραστές, που είχαν δώσει ανοιχτές εντολές αγοράς υπέστησαν τεράστιες ζημίες.

Οι πράξεις, που διενεργήθηκαν στην τιμή των 120.000 δρχ. έγιναν από την έναρξη των διαπραγματεύσεων του Χρηματιστηρίου 10.45.03΄΄ έως τις 10.46.04΄΄. Στη συνέχεια η τιμή διαμορφώθηκε στις 26.000 δρχ. Η διαμόρφωση της τιμής ανοίγματος της παραπάνω μετοχής στο ύψος των 120.000 δρχ. οφείλετο στο ότι σ΄αυτό μεγιστοποιήθηκε ο όγκος των συναλλαγών, που θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν σύμφωνα με τις εντολές, που είχαν εισαχθεί στο σύστημα ΟΑΣΗΣ κατά την προσυνεδρίαση.

Ειδικότερα, στη διαμόρφωση αυτή συνέλαβαν: α) Η εντολή αγοράς των εν λόγω μετοχών στη τιμή των 130.050 δρχ. από την αντικρύστριά της ΑΧΕ Μακεδονίας – Θράκης ....για λογαριασμό του πελάτη της της ως άνω ΑΧΕ ....., η οποία, όμως, οφειλόταν σε λάθος πληκτρολόγηση από την αντικρύστρια, καθόσον η εντολή αγοράς είχε δοθεί από τον εν λόγω πελάτη στην τιμή των 13.050 δρχ.

και όχι σ΄αυτή των 130.050 δρχ. β) Οι τρεις εντολές αγοράς συνολικά 11.000 μετοχών στην τιμή των 129.500 δρχ. και 129.000 δρχ., που δόθηκαν από τον αντικρυστή της ΑΧΕ Δεβλέτογλου και συγκεκριμένα τον Χ3 για λογαριασμό του μηνυτή Ζ1, του Ζ2 και του Ζ3 και γ) οι ανοικτές εντολές αγοράς 31.070 μετοχών, που δόθηκαν από άλλες χρηματιστηριακές εταιρίες για λογαριασμό πελατών τους.

Κατά την ως άνω ημερομηνία δηλαδή στις 12-1-2000 της συνεδρίασης του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, ο εκκαλών – πολιτικώς ενάγων Ζ1, καθώς και οι Ζ2 και Ζ3 έδωσαν εντολή στην ΑΕΔΔΕ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ να διαβιβάσει η τελευταία στην «Ν.Δ. ΔΕΒΛΕΤΟΓΛΟΥ ΑΧΕΠΕΥ» χρηματιστηριακή εταιρία το αίτημα αυτών περί αγοράς 4.000 μετοχών για έκαστο εξ αυτών της εταιρίας «ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ – TELECOM» στην καλύτερη δυνατή τιμή, πάντως όχι περισσότερο από 30.000 δρχ.

κατά το μέρος, που αφορά τον εκκαλούντα Ζ1. Οι προαναφερόμενοι επενδυτές Ζ2και Ζ3 και ο πολιτικώς ενάγων Ζ1 ήσαν έμπειροι επενδυτές και πελάτες της «ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΑΕΛΔΕ», αφού οι ετήσιες αγορές κατά τα έτη 1998 έως 2000 ανήλθε συνολικά για τον εκκαλούντα σε 8.915.318.205 δρχ., για τον Ζ2 σε 4.091.763.075 δρχ. και για τον Ζ3 σε 4.708.244.150 δρχ.

Ακολούθως στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων αναφορικά με την δοθείσα στην από τους ίδιους εκπροσωπούμενη «Ν.Δ. ΔΕΒΛΕΤΟΓΛΟΛΥ ΑΧΕΠΕΥ» εντολή σχετικά με την τιμή αγοράς της προαναφερόμενης μετοχής από τους προαναφερόμενους τρεις επενδυτές ήταν αυτή των 120.000 δρχ.

δεν κρίνεται πειστικός, αλλά ανατρέπεται από τους ίδιους τους επενδυτές και ειδικότερα από τον εκκαλούντα Ζ1 αλλά και τον Ζ3. Συγκεκριμένα ο Ζ3 εξετασθείς ως μάρτυρας στην παρούσα υπόθεση κατά την ένορκη εξέτασή του ενώπιον της 15ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών, μεταξύ άλλων κατέθεσε και τα εξής: «…..Στις 12-1-2000 έδωσα εντολή στην «ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ» να μου αγοράσει 4.000 μετοχές «TELECOM» του Ράδιο Κορασίδη στην καλύτερη δυνατή τιμή εισαγωγής της…… Υπολόγιζα ότι και τριπλάσια να πήγαινε η τιμή από την τιμή δημόσιας εγγραφής της, που ήταν 6.500 δρχ.

με το χαρτοφυλάκιο που είχα και ήταν 200.000.000 δρχ. περίπου είχα την δυνατότητα να το καλύψω. Εγώ την εντολή την έδωσα στον ....της «ΠΡΟΟΠΤΙΚΗΣ» και αυτός τη διαβίβασε στη «ΔΕΒΛΕΤΟΓΛΟΥ», «είχα δώσει εντολή και για τον Ζ2 όπως μου είχε πει ο .... Την ίδια ημέρα με ενημέρωσαν ότι έγινε η αγορά στις 129.000 δρχ. Εγώ δεν το δέχτηκα ποτέ….έπρεπε η εταιρία Δεβλέτογλου όταν είδε ότι η ανωτέρω τιμή αγοράς της μετοχής της «ΤΕLECOM» ήταν στις 130.000 δρχ.

να ακυρώσει τη δική μου εντολή αγοράς γιατί δεν είχα τα απαραίτητα χρήματα για να καλύψω το αντίτιμο των μετοχών…. Εκείνη την ημέρα ήρθε ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος της εταιρίας Δεβλέτογλου και μου ζήτησε να υπογράψω ότι έδωσα εντολή να αγοραστούν οι μετοχές στις 129.000 δρχ. με την προϋπόθεση να μου καλύψουν τόσο το χρεωστικό μου, που ανερχόταν στο ποσό των 170.000.000 δρχ.

όσο και το κεφάλαιό μου δηλαδή τα 195.000.000…..».

Επίσης και η .... νόμιμος εκπρόσωπος της «ΠΡΟΟΠΤΙΚΗΣ ΕΔΔΕ» κατά την ενώπιον της 15ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών ένορκη κατάθεσή της μεταξύ των άλλων κατέθεσε τα εξής: «…. Την εντολή διαβίβασε στη Χρηματιστηριακή Δεβλέτογλου ο ..... Δεν θυμάμαι το ύψος αγοράς της κάθε μετοχής, που μου έδωσαν οι πελάτες, θυμάμαι ότι εκτελέστηκε στις 129.000 δρχ.

η τιμή αγοράς της κάθε μετοχής…». Συνεχίζοντας το προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρει, ότι ακολούθως, η ΑΧΕ ΔΕΒΛΕΤΟΓΛΟΥ δια του αντικρυστή της Χ3 εισήγαγε στο σύστημα ΟΑΣΗΣ εντολές αγοράς 4.000 μετοχών «ΤΕLECOM» για έκαστο των προαναφερομένων Ζ1, Ζ2 και 3.000 μετοχών της ίδιας εταιρίας για τον Ζ3, χρεώνοντας, έτσι τους χρηματιστηριακούς τους λογαριασμούς, σύμφωνα με τους όρους των μεταξύ τους συμβάσεων, με τα ποσά των 480.000.000 δρχ.

για κάθε ένα από τους Ζ1 και Ζ2 και των 368.551.000 δρχ. για τον Ζ3. Περαιτέρω, κατά το από 12-1-2000 έως 23-2-2000 χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος Χ1, με την ιδιότητα του διευθύνοντα Συμβούλου της χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία «ΔΕΒΛΕΤΟΛΓΟΥ ΑΧΕΠΕΥ», με την οποία ο επενδυτής εκκαλών – πολιτικώς ενάγων Ζ1 είχε καταρτίσει την από 13-4-1998 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών κατά την συνεδρίαση του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών στις 12-1-200, 24-1-2000 και 23-2-2000, εκμεταλλευόμενος την δυνατότητα διαχείρισης του χαρτοφυλακίου του πολιτικώς ενάγοντος, που του παρείχετο από την ως άνω σύμβαση, έδωσε εντολή και πωλήθηκαν οι ακόλουθες μετοχές του προεκτεθέντος Το συνολικό ποσό των 460.007.525 δρχ.

που εισπράχθηκε από την πώληση των προαναφερομένων μετοχών, το οποίο περιήλθε στην κατοχή του Χ1, λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας συνεπεία της ιδιότητός του ως Διευθύνοντος Συμβούλου της Χρηματιστηριακής εταιρίας «Ν.Δ. ΔΕΒΛΕΤΟΓΛΟΥ ΑΧΕΠΕΥ», ο ως άνω (Χ1) το ιδιοποιήθηκε παρανόμως, προκειμένου να εξοφληθεί υποχρέωση καταβολής της ανωτέρω χρηματιστηριακής εταιρίας του τιμήματος της αγοράς 4.000 μετοχών της εταιρίας ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ TELECOM, που η τελευταία είχε πραγματοποιήσει για λογαριασμό μου.

Περαιτέρω στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται, ότι εξάλλου, οι λοιποί κατηγορούμενοι Χ2 και Χ3, τελώντας εν γνώσει των ανωτέρω και της προθέσεως του πρώτου κατηγορουμένου Χ1 με την προαναφερόμενη ιδιότητά τους και συγκεκριμένα του χρηματιστηριακού εκπροσώπου της ΑΧΕ Δεβλέτογλου ο πρώτος και του χρηματιστηριακού Συμβούλου – αντικρυστή του δευτέρου της ίδιας χρηματιστηριακής εταιρίας παρέσχαν με πρόθεση άμεση συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο για την διάπραξη της ανωτέρω κακουργηματικής κατ΄εξακολούθηση υπεξαίρεσης, με την ιδιότητά του ως εντολοδόχου – διαχειριστού.

Ειδικότερα στον ως άνω τόπο και κατά το χρονικό διάστημα από 12-1-2000 έως 23-2-2000 με την προαναφερομένη ιδιότητά τους με πρόθεση έδωσαν εντολή να ρευστοποιηθούν οι προαναφερόμενες μετοχές αν και γνώριζαν, ότι δεν υπήρχε αντίστοιχη εντολή του Ζ1 για την εκποίηση των εν λόγω μετοχών και ότι το προϊόν από την πώληση δεν θα αποδίδετο στον Ζ1 αλλά θα το παρακρατούσε η εταιρία «ΑΧΕ Δεβλέτογλου» προκειμένου να εξοφλήσει δική της υποχρέωση, που προερχόταν από την αγορά των 4.000 μετοχών της εταιρίας «ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ TELECOM» και συγκεκριμένα ο μεν Χ2 με την προαναφερομένη υπέγραψε τα πινακίδια των επίδικων ρευστοποιήσεων, ο δε Χ3 εισήγαγε στο ηλεκτρονικό σύστημα «ΟΑΣΗΣ» την εντολή πώλησης των προαναφερομένων μετοχών του Ζ1, χωρίς βέβαια να υπάρχει η σχετική εντολή του τελευταίου για την συγκεκριμένη ρευστοποίηση, βοηθώντας με τον τρόπο αυτό σπουδαία τον πρώτο κατηγορούμενο κατά την διάρκεια και στην εκτέλεση της πράξης της κατ΄εξακολούθηση υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το συνολικό αντικείμενο της οποίας υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ.

ή το ποσό των 73.368 ευρώ, που το είχαν εμπιστευθεί με την ιδιότητα του εντολοδόχου – διαχειριστή, την οποία πράξη αυτός τέλεσε, όπως αναπτύσσεται ανωτέρω. Την συνδρομή δε αυτή παρέσχαν οι εν λόγω κατηγορούμενοι, παρότι ως εκ της προαναφερομένης ιδιότητάς τους, γνώριζαν την ανυπαρξία σχετικής εντολής του εκκαλούντος – πολιτικώς ενάγοντος Ζ1 προς εκποίηση των συγκεκριμένων μετοχών.

Κατόπιν στο προσβαλλόμενο βούλευμα επισημαίνεται, ότι για τις ανωτέρω πράξεις των χρηματιστηριακών εταιριών «ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΑΕΛΔΕ» και ΔΕΒΛΕΤΟΓΛΟΥ ΑΧΕΠΕΥ διενεργήθηκε, κατόπιν της υπ΄αριθμ. ΑΒΜ/Β 200/123/13-1-2000 εισαγγελικής παραγγελίας, για διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, έρευνα από τους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ ....κ ..... στην πορισματική αναφορά των οποίων αναφέρονται και τα ακόλουθα: «…. Οι πράξεις και παραλείψεις των παραγόντων, που δημιούργησαν το πρόβλημα στη διαμόρφωση της τιμής των μετοχών της «ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ TELECOM» κατά την εκτίμηση της έρευνας αποδίδονται:

Στην ΑΧΕ Δεβλέτογλου:

Δεν τήρησε τον κώδικα δεοντολογίας.

Διότι δεν προέβη σε καμμία ενέργεια να προστατεύσει τόσο την ΑΕΔΔ (ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ), όσο και τους πελάτες της από τους ενδεχόμενους κινδύνους, που διέτρεχαν από τις υπερβολικά υψηλές σε αριθμό και αξία εντολές αγοράς.

Δεν επέδειξε την οφειλόμενη προσοχή, που απαιτείται, για την εισαγωγή στο σύστημα εντολών υψηλού κόστους (500.000.000 δρχ.), όπως οι υπό διερεύνηση, σύμφωνα με τα όσα προβλέπει το σύστημα. Δηλαδή ενώ προβλέπεται για εντολές ιδιαίτερα μεγάλης αξίας η εισαγωγή να γίνεται με ειδικό κωδικό πρόσβασης, που χειρίζεται ο Διευθύνων Σύμβουλος της Α.Χ.Ε. προκειμένου να ελέγχεται η φερεγγυότητα αλλά και η επικινδυνότητα της εντολής, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ελήφθη απολύτως καμία πρόβλεψη και η πρόσβαση στο σύστημα έγινε από τον αντικρυστή της Α.Χ.Ε. χωρίς κανένα πρόβλημα, αφού είχε δοθεί το δικαίωμα χρήσης του ειδικού κωδικού σε όλους τους αντικρυστές της Α.Χ.Ε. χωρίς να ενημερώνεται κάθε φορά ο Διευθύνων Σύμβουλος.

Διότι εκτέλεσε τις υπερβολικές σε αξία εντολές των τριών πελατών της που είναι δυσανάλογες προς το χαρτοφυλάκιό τους και αντίστοιχες με όλες τις προηγούμενες συναλλαγές τους.

Διότι ικανοποίησε εντολή αγοράς μετοχών αξίας 480.000.000 δρχ. χωρίς την εξασφάλιση καταβολής του τιμήματος από τον πελάτη Ζ3

Διότι υποχρέωσε τους πελάτες Ζ2 και Ζ3 στην εκ των υστέρων υπογραφή των εντολών αγοράς και ρευστοποίησε τα χαρτοφυλάκιά τους χωρίς την εντολή τους.

Διότι στην προσπάθειά της να καλύψει τις ευθύνες της προέβη σε εκ των υστέρων ενέργειες που αποσκοπούσαν να επιρρίψουν όλα τα βάρη στην Προοπτική ΑΕΛΔΕ. Ειδικότερα, υποχρέωσε την Α.Ε.Λ.Δ.Ε. να ζητήσει από τους πελάτες της ενυπόγραφη εντολή αγοράς, ενέργεια ασυνήθιστη καθόσον οι εντολές αγοράς κατά κανόνα δεν είναι γραπτές και υπογεγραμμένες αλλά προφορικές. Επίσης φρόντισε να καλύψει την κίνηση της ρευστοποίησης των χαρτοφυλακίων των τριών συγκεκριμένων πελατών με τη λήψη εκ των υστέρων ενυπόγραφης δήλωσης του ν. 1599/86 στην οποία φαίνεται ότι η Α.Ε.Λ.Δ.Ε. έδωσε αυθημερόν εντολές ρευστοποίησης του συνόλου του χαρτοφυλακίου τους εκτός των μετοχών της εταιρίας με την επωνυμία ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ TELECOM A.E. Για την εξασφάλιση αυτών των υπογραφών η Α.Ε.Λ.Δ.Ε. παρέδωσε επιταγές στους πελάτες της προς κάλυψη της ζημιάς που υπέστησαν.

Στη συνέχεια το προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται, ότι οι κατηγορούμενοι αρνούνται την ενοχή τους και ισχυρίζονται, ότι για την ρευστοποίηση των ανωτέρω μετοχών υπήρχε σχετική εντολή του εκκαλούντος – πολιτικώς ενάγοντος Ζ1.

Και ακολούθως δίδει επ΄αυτού την απάντηση το προσβαλλόμενο, η οποία έχει ως εξής:

Ο εν λόγω ισχυρισμός των κατηγορουμένων αναφέρεται από τις καταθέσεις των εκκαλούντος πολιτικώς ενάγοντος (Ζ1) και Ζ3 οι οποίοι με σαφήνεια και βεβαιότητα κατέθεσαν τόσο ενώπιον των ανακριτικών υπαλλήλων του ΣΔΟΕ, όσο και ενώπιον της 15ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών την ανυπαρξία της εντολής ρευστοποίησης του χαρτοφυλακίου της.

Ειδικότερα στην από 22-3-2000 πορισματική αναφορά του ΣΔΟΕ μεταξύ άλλων, αναφέρονται και τα ακόλουθα: «….Ο Ζ1 κατέθεσε ότι η εντολή αγοράς 4.000 τεμαχίων της συγκεκριμένης μετοχής στην τιμή των 120.000 δρχ. δόθηκε από την «ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΕΛΔΕ» χωρίς να το γνωρίζει. Το γεγονός αυτό το πληροφορήθηκε το απόγευμα της ίδιας ημέρας από τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της ΕΛΔΕ ...., η οποία επιπρόσθετα τον ενημέρωσε πως προέβησαν σε ρευστοποίηση μέρους του χαρτοφυλακίου του για κάλυψη του χρεωστικού του υπολοίπου χωρίς βέβαια να υπάρχει δική του εντολή…..». Ο ίδιος δε κατά την ένορκη εξέτασή του ενώπιον της 15ης Τακτικής Ανακρίτριας στις 30-5-2002 μεταξύ των άλλων κατέθεσε ότι: « Εκείνη την ημέρα ήρθε ο πληρεξούσιος Δικηγόρος της εταιρίας Δεβλέτογλου και μου ζήτησε να υπογράψω ότι έδωσα εντολή να αγοραστούν οι μετοχές στις 129.000 δρχ. με την προϋπόθεση ότι θα μου καλύψουν τόσο το χρεωστικό μου που ανερχόταν στο ποσό των 170.000.000 δρχ., όσο και το κεφάλαιό μου δηλαδή τα 195.000.000 δρχ., που ήταν το χαρτοφυλάκιό μου και το οποίο ρευστοποίησε η εταιρία .... χωρίς εντολή μου. Μου έδωσαν επιταγή 200.000.000 δρχ. της εταιρίας «ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ» μετά από συνεννόηση με τη «ΔΕΒΛΕΤΟΓΛΟΥ», η οποία δεν πληρώθηκε ποτέ….».

Ο δε εκκαλών Ζ1 κατά την ανώμοτη εξέταση ενώπιον της 15ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών κατέθεσε με βεβαιότητα για την ανυπαρξία εντολής ρευστοποίησης των προαναφερομένων μετοχών, ενώ αντιθέτως σε σχετική ερώτηση για τη ρευστοποίηση των μετοχών της εταιρίας «ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ ΤΕLECOM» κατέθεσε, ότι: «….. Δεν θυμάμαι εάν έδωσα εντολή για την πώληση των μετοχών της TELECOM…..» και για τον λόγο αυτό δεν απαγγέλθηκε κατηγορία και για την άνευ εντολής ρευστοποίηση των μετοχών αυτών.

Εξάλλου, εάν υπήρχε η σχετική εντολή προς ρευστοποίηση των συγκεκριμένων μετοχών δεν θα έσπευδε ο νομικός Σύμβουλος της χρηματιστηριακής εταιρίας «Ν.Δ. ΔΕΒΛΕΤΟΓΛΟΥ ΑΧΕΠΕΥ» αφ΄ενός να ζητήσει και από τους τρεις συγκεκριμένους επενδυτές (Ζ1, Ζ2 και Ζ3) να υπογράψουν εκ των υστέρων εντολή αγοράς και ρευστοποίησης των χαρτοφυλακίων της, αφ΄ετέρου δε να επιρρίψει όλα τα βάρη στην «ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΑΕΛΔΕ», όπως ευστόχως αυτό αναφέρεται στην σελίδα 9 της από 22-3-2000 πορισματικής αναφοράς των υπαλλήλων του ΣΔΟΕ, οι οποίοι κατόπιν της υπ΄αριθμ. ΑΒΜ/13/2000/123/13-1-2000 εισαγγελικής παραγγελίας για διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης συνέταξαν την ως άνω πορισματική αναφορά.

Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε, ότι με βάση τα περιστατικά αυτά, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις σε βάρος των κατηγορουμένων (ήδη αναιρεσειόντων) για το ότι τέλεσαν την παραπάνω αξιόποινη πράξη που αποδίδεται σε καθένα από αυτούς. Αφού δε έκαμε εν μέρει δεκτή, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, και κατ΄ουσίαν, την έφεση του πολιτικώς ενάγοντος Ζ1 και εξαφάνισε το εκκαλούμενο βούλευμα κατά τη διάταξη που αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων για κακουργηματική υπεξαίρεση και άμεση συνέργεια σ΄ αυτή αντιστοίχως, παρέπεμψε αυτούς στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν για την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη.

Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ΄ αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη σε καθένα των κατηγορουμένων ως άνω αξιόποινη πράξη, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις, για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1 εδ.

β΄, 98 (όπως η παρ. 2 αυτού προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν.2721/1999), 375 παρ. 1 και 2 ΠΚ (όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996 και προστέθηκε το τελευταίο εδάφιο με το άρθρο 14 παρ. 3β του ν.2721/1999), τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς ή αντιφατικές ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.

Για να καταλήξει στην παραπάνω κρίση του το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά μέσα της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων και τα μνημονευόμενα στις αιτήσεις αναιρέσεως, τα οποία οι αναιρεσείοντες αβασίμως ισχυρίζονται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη. Το γεγονός ότι το Συμβούλιο Εφετών μνημονεύει ιδιαιτέρως ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, οφείλεται στη βαρύνουσα σημασία τους και όχι στο ότι αγνόησε ή δεν συνεκτίμησε και συναξιολόγησε και όλα τα υπόλοιπα.

Έτσι, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, με τις οποίες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Εξάλλου, η παραδοχή του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ότι ο κατηγορούμενος Χ1, με την άμεση συνέργεια των συγκατη-γορουμένων του, ιδιοποιήθηκε παράνομα το χρηματικό ποσό των 460.007.525 δραχμών που εισπράχθηκε από την πώληση των προαναφερθεισών μετοχών και περιήλθε στην κατοχή του, λόγω της παραπάνω ιδιότητάς του ως εντολοδόχου – διαχειριστή ξένης περιουσίας, ανεξαρτήτως του ότι δεν είχε εντολή για την πώληση των μετοχών, δεν δημιουργεί αντιφατικότητα και ασάφεια σ΄ αυτό (βούλευμα), αφού είναι φανερό ότι δέχεται ότι οι αναιρεσείοντες με όλες τις παραπάνω ενέργειές τους, απέβλεπαν, με την πώληση των ανωτέρω μετοχών, στην παράνομη ιδιοποίηση από τον Χ1 του ανωτέρω ποσού που εισπράχθηκε, γι΄ αυτό και η αντίθετη αιτίαση των αναιρεσειόντων, είναι αβάσιμη και απορριπτέα.

Τέλος, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που, υπό την επίκληση του λόγου της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Συμβουλίου Εφετών, είναι απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος, σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 του Κ.Π.Δ., η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.

Επομένως, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και δ΄ Κ.Π.Δ. λόγοι αναίρεσης των κρινόμενων αιτήσεων, για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις να απορριφθούν και να καταδικαστεί καθένας των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 8.9.2005 αιτήσεις των α) Χ1 β) Χ3 και γ) Χ2, για αναίρεση του με αριθ. 1041/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και

Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα από διακόσια δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2006. Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ