Legislator Case Law & Legislation
1004/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on labor accident damages, orders refund of deposit and awards costs to appellant.

Case Number 1004/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a labor court decision regarding an industrial accident. The court found the lower court erred in rejecting the claim for future damages without a specific complaint, violating the requirement to examine relevant facts. Consequently, the decision was quashed in part, the appeal deposit was refunded, and the losing parties were ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; Article 1 of Law 551/1915: The Supreme Court must quash a lower court decision if it fails to examine facts necessary to apply substantive law or omits essential factual findings in its reasoning, and must refund appeal deposits in labor cases regardless of the appeal's success.

Keywords

AI generated
labor accident damages industrial accident compensation appeal deposit refund factual findings omission legal costs allocation substantive law application labor dispute procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 19 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Law 551/1915
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1004 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1004/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Χασιρτζόγλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Φ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νάσο Νικολόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)υπό εκκαθάριση τελούσης ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Μ. Ξ. του Μ., κατοίκου ..., ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης, και 3)Σ. Μ. του Σ., κατοίκου .... Η 1η δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φανή Ροντογιάννη, η οποία κατέθεσε προτάσεις και ο 3ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Αντωνόπουλο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξαν. Το δικαστήριο διασκέφθηκε και διά της Προέδρου του απέρριψε το αίτημα της αναβολής.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-6-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2885/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 660/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-10-2020 αίτησή του. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρειβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι αναιρετικοί λόγοι του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ ιδρύονται ο μεν πρώτος όταν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 551/1915, εργατικό ατύχημα θεωρείται κάθε βίαιο συμβάν που πλήττει το μισθωτό κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής και επιφέρει είτε το θάνατό του είτε ανικανότητα αυτού προς εργασία για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων ημερών, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία ο παθών προκάλεσε με δόλο το ατύχημα.

Εφόσον επέλθουν οι δυσμενείς συνέπειες του ατυχήματος, δημιουργείται προεχόντως αξίωση του παθόντος για αποκατάσταση της υλικής, θετικής ή αποθετικής ζημίας αυτού (ΑΚ 297, 298, 330 ή 914 και 919) που ρυθμίζεται με ειδικό τρόπο στην εργατική και ασφαλιστική νομοθεσία (άρθρα 16 του ν. 551/1915, 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951).

Παράλληλα, όμως, προς την αξίωση για αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας δημιουργείται και αξίωση για αποκατάσταση της μη περιουσιακής ζημίας του παθόντος εργαζομένου (ή των μελών της οικογένειάς του, σε περίπτωση θανάτου), με την εκ μέρους του εργοδότη, που ευθύνεται και για τις πράξεις ή παραλείψεις των προσώπων στα οποία αναθέτει την εκπλήρωση των εργοδοτικών του υποχρεώσεων (ήτοι των "προστηθέντων", ΑΚ 922), καταβολή χρηματικής ικανοποίησης για την ανακούφιση ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΚ 299, 932).

Η αξίωση αυτή είναι αδικοπρακτική (ΑΚ 914). Ως παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη νοείται και η παραβίαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας υπέρ της ζωής και της υγείας (ΑΚ 662), την οποία αυτός υπέχει έναντι του εργαζομένου και την οποία οφείλει να εκπληρώνει με την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, σύμφωνα με την κοινή αντίληψη για καλόπιστη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων.

Παραλλήλως όμως υφίστανται και ειδικές διατάξεις για την εκ μέρους του εργοδότη λήψη συγκεκριμένων μέτρων ασφαλείας, όπως η προβλεπόμενη από το άρθρο 16 του π.δ. 1349/1981 "Κανονισμός προλήψεως εργατικών ατυχημάτων εις τα πλοία" περί των μέσων προσωπικής προστασίας, μεταξύ των οποίων τα χειρόκτια, όπως και οι διατάξεις του π.δ. 395/1994 για τις "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζομένους κατά την εργασίας τους σε συμμόρφωση με την οδηγία 89/655/ΕΟΚ" για την υποχρέωση του εργοδότη να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε ο εξοπλισμός εργασίας που τίθεται στη διάθεση των εργαζομένων μέσα στην επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση να είναι κατάλληλος για την προς εκτέλεση εργασία ή κατάλληλα προσαρμοσμένος προς το σκοπό αυτό, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίησή του (άρθρο 3 παρ. 1), καθώς και να ενημερώνει και να εκπαιδεύει τος εργαζομένους στη χρήση των αναγκαίων μέτρων.

Η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση προϋποθέτει ότι στο εργατικό ατύχημα συνετέλεσε πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων αυτού, ήτοι οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι απαραίτητα η ειδική αμέλεια που περιγράφεται στο άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 (ΟλΑΠ 1117/1986). Και, επί πλέον, η αξίωση αυτή προϋποθέτει ότι υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στο πταίσμα και στην επέλευση της ζημίας, με την έννοια ότι, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το δυσμενές αποτέλεσμα δεν θα ήταν δυνατό να επέλθει χωρίς την παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη (ΑΠ 370/2018).

Τέλος, κατά το άρθρο 71 ΑΚ: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον".

Κατά το άρθρο 65 παρ. 1 ΑΚ: "Το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα". Κατά το άρθρο 67 ΑΚ: "Όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα. Υποκατάσταση απαγορεύεται εφόσον η συστατική πράξη ή το καταστατικό δεν ορίζει διαφορετικά".

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται α) ότι οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούλησή τους, β) ότι, σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης εκάστου μέλους της διοικήσεως για την κατ` αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρέωσης προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος και γ) ότι δύναται το μέλος της διοικήσεως να επικαλεσθεί με ένσταση (την οποία και βαρύνεται να αποδείξει) ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικώς υπαίτιο για την διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία του παθόντος, για την οποία ευθύνεται το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 1067/2021, 627/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση με την υπό κρίση, από 29.10.2020, αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 660/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία, αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 2885/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εξαφάνισε την τελευταία και δέχθηκε μερικώς την αγωγή, που αφορούσε σε αξιώσεις από ναυτεργατικό ατύχημα, σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης πλοιοκτήτριας εταιρίας και του τρίτου αναιρεσιβλήτου πλοιάρχου, προστηθέντος της πρώτης, ενώ την απέρριψε κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της νόμιμης εκπροσώπου αυτής και δεύτερης αναιρεσίβλητης.

Η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει σύμβασης ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε στον Σκαραμαγκά στις 23.7.2008, μεταξύ της νομίμως εκπροσωπούμενης από την δεύτερη εναγομένη, Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, Μ. Ξ., εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "..." πλοιοκτήτριας του υπό ελληνική σημαία ρυμουλκού πλοίου "...", με αριθμό νηολογίου Πειραιά ..., κόρων ολικής χωρητικότητας (κ.ο.χ.) 72,77 και του ενάγοντος, Α.

Φ., απογεγραμμένου ναυτικού, ο τελευταίος ναυτολογήθηκε, με την ειδικότητα του ναύτη, στο ως άνω ρυμουλκό, αντί συμφωνηθέντων "κλειστών" μηνιαίων καθαρών αποδοχών συνολικού ποσού 1.652 ευρώ, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων της ισχύουσας Σ.Σ.Ε. πληρωμάτων ρυμουλκών πλοίων και υπό τους όρους αυτής, παρέχοντας τις υπηρεσίες του από 23.7.2008 μέχρι 4.5.2009, που απολύθηκε, λόγω αδείας και από 2.6.2009 μέχρι 26.6.2009, που απολύθηκε στην Ελευσίνα, λόγω "τραυματισμού-ατυχήματος", όπως αναγράφεται στο ναυτικό του φυλλάδιο, ως αιτιολογία, που έλαβε χώρα κατά τα ακόλουθα αποδειχθέντα περιστατικά.

Στις 26.6.2009 στην θαλάσσια περιοχή των εγκαταστάσεων ΕΚΟ Α.Β.Ε. Ελευσίνας το επίδικο ρυμουλκό, προκειμένου να εκτελέσει την ρυμούλκηση του δεξαμενόπλοιου "...", με σκοπό την ασφαλή πρόσδεση του στον προβλήτα, παρέλαβε απ' αυτό τον κάβο ρυμούλκησης με προσδεδεμένο στην άκρη του το αρμίδι ή βιλάι, την θηλειά (γάσα) του οποίου (κάβου) ο ενάγων τοποθέτησε στον γάντζο, που βρίσκεται στην πρύμνη του ρυμουλκού και άρχισε η διαδικασία ρυμούλκησης.

Ειδικότερα, στην ελληνική ναυτική γλώσσα αρμίδι ή βιλάι ονομάζεται το βοηθητικό λεπτό ανθεκτικό σχοινί, που χρησιμοποιείται προσδένοντας το στην άκρη των κάβων για τον χειρισμό τους στην πρόσδεση των πλοίων, καθόσον στην άκρη του βρίσκεται βαρίδι για την πρόκληση ώθησης κατά την εκτόξευση του από τον ναύτη του ρυμουλκού στον καβοδέτη του λιμανιού, ώστε να παρασυρθεί o κάβος, που λόγω του μεγάλου βάρους και του όγκου του είναι αδύνατον να αναληφθεί και να εκτοξευτεί σε μεγάλη απόσταση.

Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ενόσω βρισκόταν σε εξέλιξη η ρυμούλκηση και επιχειρούνταν η προσέγγιση και πρόσδεση του ρυμουλκούμενου με την πρύμνη στον προβλήτα, τούτο δεν επιτεύχθηκε, λόγω δυνατού ανέμου που έπνεε, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει να συγκρουσθεί με έτερο αγκυροβολημένο ρυμουλκό και γι'αυτό αποφασίστηκε από τον πλοίαρχο του ρυμουλκούμενου, Ε.

Μ., σε συνεννόηση με τον κυβερνήτη του ρυμουλκού, Σ. Μ., τρίτο εναγόμενο, να ακυρωθεί η διαδικασία πρόσδεσης και να επιχειρηθεί νέα προσπάθεια. Για τον σκοπό αυτό ο πλοίαρχος του δεξαμενόπλοιου έκανε άπαρση της άγκυρας και εκκίνησε τις μηχανές πρόσω, πλην όμως ο κυβερνήτης του ρυμουλκού δεν προέβη εγκαίρως σε απελευθέρωση του κάβου ρυμούλκησης, ο οποίος, όπως προβλέπεται, απαγκιστρώνεται από τον γάντζο ρυμούλκησης του ρυμουλκού και από την γέφυρα πλοήγησης τούτου από τον κυβερνήτη του, μέσω συρματόσχοινου και λαβής, που υπάρχει δεξιά στην πρυμναία εγκάρσια φρακτή της γέφυρας (πίσω και δεξιά από την θέση πηδαλιουχίας), με αποτέλεσμα να αρχίσει να παρασύρεται το ρυμουλκό από την κίνηση του δεξαμενόπλοιου και ενώ βρισκόταν το ρυμουλκό διαγώνια της πρύμνης του δεξαμενόπλοιου, ο δε κάβος ήταν φορτισμένος (τεντωμένος), τότε προέβη ο τρίτος εναγόμενος κυβερνήτης του ρυμουλκού βίαια σε απαγκίστρωση του, παρόλο που τούτο αντενδείκνυται πριν την αποφόρτιση του, με συνέπεια την εκτίναξη τούτου προς την πρύμνη του δεξαμενόπλοιου.

Επιπλέον, δεν ενημέρωσε προηγουμένως τον ενάγοντα ναύτη, που είχε τυλιγμένο στην παλάμη του δεξιού του χεριού του το βιλάι, που όπως προαναφέρθηκε είναι δεμένο πάνω στον κάβο, ευρισκόμενος σε ετοιμότητα, κατά τις μέχρι τότε εντολές του εναγομένου κυβερνήτη, για την επικείμενη εκτόξευση του στον καβοδέτη, που βρισκόταν στον προβλήτα για την πρόσδεση του ρυμουλκούμενου πλοίου, με συνέπεια αυτός από την αιφνίδια και βίαιη μετατόπιση του κάβου να εκτοξευτεί στην θάλασσα, από όπου περισυνελλέγη από τον τρίτο εναγόμενο, που βούτηξε αμέσως για να τον ανασύρει και να υποστεί ακρωτηριασμό δεύτερης έως και πέμπτης ακτίνας δεξιάς άκρας χειρός στο ύψος των κεφαλών των μετακαρπίων (δείκτου, μέσου, παραμέσου και μικρού δαχτύλου) από την τέμνουσα και εξελκυστική δύναμη του σχοινιού, το οποίο, όταν ανασύρθηκε από την θάλασσα από το πλήρωμα του δεξαμενόπλοιου, έφερε πάνω του τα ακρωτηριασμένα δάχτυλα του ενάγοντος.

Επομένως, ο τραυματισμός του αυτός, όπως αποδεικνύεται, επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας του ως ναύτη, ήτοι είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, μη αναγομένου ουδόλως σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, που δεν θα υπήρχε χωρίς την εργασία και την εκτέλεση της υπό τις εκτιθέμενες περιστάσεις και, συνεπώς, συνιστά ατύχημα από βίαιο συμβάν, ήτοι εργατικό ατύχημα κατά την έννοια του νόμου.

Περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται ότι είχαν παραδοθεί στον ενάγοντα τα κατάλληλα μέσα προσωπικής προστασίας του και δη χειρόκτια, αν και είχε αναλάβει υπηρεσία από καιρό και κατά την εκτέλεση της εργασίας του ήταν αναγκαία η χρησιμοποίησή τους για την εξασφάλιση της ασφάλειας του.

Εν προκειμένω, με τα ειδικά προστατευτικά γάντια, που είναι κατασκευασμένα από ανθεκτικά υλικά, θα είχε αποφευχθεί η άμεση επαφή του γυμνού χεριού του ενάγοντος με το σχοινί και, ως εκ τούτου, θα υφίστατο άμβλυνση της δύναμης, που ασκήθηκε στο άκρο του, ούτως ώστε να αποτραπεί ή να περιοριστεί ο τραυματισμός του.

Πέραν τούτου, αποδείχθηκε ότι τα κιγκλιδώματα του ρυμουλκού είχαν το κατάλληλο ύψος και ήταν ασφαλούς κατασκευής και αντοχής, η δε πτώση του στην θάλασσα προκλήθηκε από την αιφνίδια εκτίναξη του απαγκιστρωμένου κάβου με το βιλάι, το οποίο κρατώντας το παρασύρθηκε στην φορά του και δεν οφείλεται στα ακατάλληλα κιγκλιδώματα του ρυμουλκού, όπως αβασίμως υποστηρίζει...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές η αναιρεσιβαλλομένη απέδωσε το ατύχημα στην αποκλειστική υπαιτιότητα του πλοιάρχου, δηλαδή του τρίτου αναιρεσιβλήτου, προστηθέντος της πρώτης με την ειδικότερη αιτιολογία ότι "αν και ήταν ιδιαίτερα νομικά υπόχρεος για την τήρηση των κανόνων ασφαλείας και υγιεινής των εργαζομένων του επίδικου ρυμουλκού "..." κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν επέδειξε την απαιτούμενη από τις περιστάσεις προσοχή και επιμέλεια, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλλει, εκτελώντας πλημμελώς τα καθήκοντα του και παρέλειψε να χορηγήσει στον ενάγοντα τον αναγκαίο προστατευτικό εξοπλισμό για την ασφαλή εκτέλεση της ανατιθεμένης σ' αυτόν εργασίας του ναύτη του ρυμουλκού και συγκεκριμένα τα προβλεπόμενα προστατευτικά γάντια.

Συνάμα, κατά τον χειρισμό απαγκίστρωσης του κάβου από τον γάντζο ρυμούλκησης, δεν βεβαιώθηκε ότι μπορεί να πράξει τούτο με ασφάλεια και ότι δεν υπάρχουν άτομα εκτιθέμενα στην επικίνδυνη ζώνη, ούτως ώστε να μη δημιουργήσει κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων στο ρυμουλκό και συγκεκριμένα στον ενάγοντα ναύτη, που ήταν επιφορτισμένος με την ρίψη του βιλάι στον καβοδέτη του λιμανιού για την πρόσδεση του ρυμουλκούμενου δεξαμενόπλοιου, το οποίο κρατούσε τυλιγμένο σε μορφή λάσο στην παλάμη του δεξιού του χεριού όντας σε ετοιμότητα, χωρίς να έχει ενημερωθεί από τον κυβερνήτη για την ακύρωση της επιχείρησης πρόσδεσης και την εκ μέρους του απαγκίστρωση του φορτισμένου κάβου, ούτως ώστε ο εκτιθέμενος εργαζόμενος ενάγων να έχει το χρόνο και την δυνατότητα να αφήσει από το χέρι του το βιλάι και να απομακρυνθεί από την επικίνδυνη θέση που βρισκόταν και έτσι να δυνηθεί να αποφύγει τους κινδύνους που δημιούργησε η εκκίνηση λειτουργίας του μηχανισμού απαγκίστρωσης του κάβου από την γέφυρα πλοήγησης και μάλιστα ενώ αυτός ήταν τεντωμένος, γεγονός που δημιούργησε πρόσθετο κίνδυνο από την σημαντική πίεση και ενέργεια, που αναπτύχθηκε με την εκτίναξη του, συνεπεία της άκαιρης απαγκίστρωσης του, επιπλέον δε ο προστηθείς εναγόμενος κυβερνήτης παρέλειψε, ως όφειλε, να εφιστήσει την προσοχή του εργαζομένου ενάγοντος στην επικινδυνότητα του επίμαχου εξοπλισμού εργασίας και εν γένει να ενημερώσει τον ενάγοντα χειριστή για τις ειδικότερες συνθήκες, τις προβλεπτέες επικίνδυνες καταστάσεις και τα συμπεράσματα που είχαν συναχθεί, από την πείρα που είχε αποκτηθεί κατά τη χρήση του εξοπλισμού εργασίας, που άμεσα τον αφορούσε, κατά παράβαση των οικείων ειδικών κανόνων για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, που προβλέπονται στις διατάξεις των άρθρων 3, 4, 6 Π.Δ.395/Ι994 και 16 Π.Δ.Ι349/Ι98Ι, με αποτέλεσμα να επισυμβεί στον ενάγοντα το περιγραφόμενο ατύχημα και να προκληθεί ο σοβαρός τραυματισμός του, που συνδέεται αιτιωδώς με τη μη τήρηση τους." Ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη και νόμιμη εκπρόσωπο της πρώτης έκρινε ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί με την αιτιολογία ότι "δεν βαρύνεται με πταίσμα".

Έτσι όμως, σε ό,τι αφορά την ευθύνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες και τούτο επειδή: α) Αν και δέχεται την αιτιώδη συνάφεια της παράλειψης χορήγησης γαντιών στον αναιρεσείοντα με την επελθούσα σε αυτόν σωματική βλάβη, δεν διευκρινίζει εάν υπήρξε εφοδιασμός του χώρου εργασίας με χειρόκτια από ειδικό ανθεκτικό υλικό, ώστε στη συνέχεια αυτά να χορηγηθούν στον παθόντα για την εκτέλεση της εργασίας του από τον τρίτο αναιρεσίβλητο, υποχρέωση που βαρύνει μεν το νομικό πρόσωπο ως εργοδότη, όμως για την παράλειψη εκπλήρωσης της υποχρέωσης αυτής (δηλαδή της πρόβλεψης για την προμήθεια του αναγκαίου εξοπλισμού) ευθύνεται ο νόμιμος εκπρόσωπός του, ο οποίος και πρέπει να προβεί στη λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας και συγκεκριμένα στην προμήθεια των χειροκτίων β) ομοίως δεν διευκρινίζει ποιος είχε την υποχρέωση να ενημερώσει τον αναιρεσείοντα για τους κινδύνους τους οποίους προκαλούσε η μη χρήση των χειροκτίων κατά την εκτέλεση της εργασίας του και γ) περιόρισε την ευθύνη για τη μη λήψη του ως άνω μέτρου ασφαλείας στον τρίτο αναιρεσίβλητο και προστηθέντα της πρώτης αναιρεσίβλητης, χωρίς να προταθεί εκ μέρους της δεύτερης αναιρεσίβλητης ισχυρισμός ότι υπήρξε άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο να εκπληρώσει τις ως άνω υποχρεώσεις.

Οι παραλείψεις αυτές καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 71 ΑΚ για την εις ολόκληρον ευθύνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης και ο σχετικός πρώτος λόγος της αναίρεσης, που στηρίζεται στον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ παρίσταται ουσιαστικά βάσιμος. Πρέπει επομένως να αναιρεθεί κατά το σχετικό κεφάλαιο η προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 932 εδ. α` ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξαρτήτως της αποζημιώσεως της περιουσιακής ζημίας, το δικαστήριο δύναται να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κατά την θέσπιση της διατάξεως αυτής ο νομοθέτης έλαβε υπόψη την αρχή της αναλογικότητας, η οποία εκδηλώνεται ως επιταγή του προσήκοντος μέτρου και μέσο συγκερασμού και εναρμονίσεως συγκρουομένων συμφερόντων, και εξειδίκευσε αυτήν, καθ` όσον αφορά το ζήτημα του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, με την ρήτρα του ευλόγου.

Λαμβάνονται προς τούτο υπόψη όλες οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες της εκάστοτε συγκεκριμένης περιπτώσεως, όπως το είδος και η ένταση της προσβολής, οι συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, ο βαθμός πταίσματος του υπευθύνου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος - παθόντος, οι ιδιαίτερες προσωπικές - κοινωνικές και οικονομικές - περιουσιακές συνθήκες των μερών κ.λπ.

Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, πραγματικών περιστατικών, τα οποία δεν έπρεπε να συνεκτιμηθούν, ή αντιθέτως η παράλειψη αυτού να συνεκτιμήσει πραγματικά περιστατικά, ασκούντα επίδραση στον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, τα οποία είχαν τεθεί υπόψη του, ελέγχεται με αναίρεση.

Αντιθέτως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ότι επήλθε στην συγκεκριμένη περίπτωση ηθική βλάβη ως και ως προς τον προσδιορισμό του ύψους της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, δεδομένου ότι σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου (ΟλΑΠ 9/2015).

Κατ` εξαίρεση, ο προσδιορισμός από το δικαστήριο της ουσίας του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εφόσον κριθεί ότι το δικαστήριο υπερέβη τα ακραία όρια της διαγραφομένης από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ εξουσίας, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α` και 19 του ΚΠολΔ, κατά τον οποίο, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι ο παθών διακομίστηκε άμεσα στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής "ΚΑΤ", όπου προσκομίστηκε και περιφερικό κολόβωμα φέρον τα τέσσερα δάχτυλα καθώς και τις κεφαλές του 20υ έως και 50υ μετακαρπίου, το σύνολο των μαλακών μορίων περιφερικά της άπω χειρομαντικής γραμμής και τα εξελκυσμένα τενόντια κολοβώματα των εκτεινόντων και των καμπτήρων, πλην όμως η επανασυγκόλληση κρίθηκε ανέφικτη, λόγω της φύσεως της κάκωσης.

Νοσηλεύτηκε μέχρι τις 2.7.2009 και υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση με επιμελή χειρουργικό καθαρισμό των νεκρωτικών ιστών και των τενόντιων κολοβωμάτων και πραγματοποιήθηκε βράχυνση του 20υ έως και 50υ μετακαρπίου. Λόγω δερματικού ελλείμματος η κάλυψη των μετακαρπίων απαίτησε κινητοποίηση αυτοχθόνων μυϊκών κρημνών και τοπικών στροφικών κρημνών, ενώ ελήφθη και τοποθετήθηκε δερματικό μόσχευμα μερικού πάχους από το άνω τριτημόριο του αντιβραχίου.

Όταν εξήλθε από το νοσοκομείο του εδόθη φαρμακευτική αγωγή και αναρρωτική άδεια τριών μηνών, ενώ του συνεστήθη μετεγχειρητική παρακολούθηση, η οποία προβλέφθηκε μακρά και τοποθέτηση διακοσμητικής παλάμης σιλικόνης με ακρυλικά νύχια. Περαιτέρω, εξεταζόμενος στις 6.10.2009 στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία του Νοσοκομείου "ΣΩΤΗΡΙΑ" στο Ψυχιατρικό τμήμα, βρέθηκε ότι πάσχει από διαταραχή προσαρμογής με αγχώδες καταθλιπτικό συναίσθημα, ως απότοκο του εν λόγω εργατικού ατυχήματος.

Ως προς το αίτημά του για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από το ατύχημα, η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι εξ αιτίας του ατυχήματος κατέστη ανάπηρος και συνακόλουθα πλήρως και διαρκώς ανίκανος προς άσκηση του ναυτικού επαγγέλματος και κάθε κοινωνικά και οικονομικά ισοδυνάμου επαγγέλματος, με όλες τις δυσμενείς συνέπειες στην συζυγική, εν γένει οικογενειακή και κοινωνική ζωή του.

Επομένως, δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, η οποία, ενόψει της αδικοπραξίας, που έχει διαπραχθεί σε βάρος του και των συνθηκών τέλεσης της, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του προαναφερθέντος υπαιτίου προσώπου, του είδους, της έκτασης και της σοβαρότητας της σωματικής βλάβης του, της αναπηρίας, που του προκάλεσε και της μετέπειτα κατάστασης του εξαιτίας αυτής, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 50.000 ευρώ, που κρίνεται εύλογο στην συγκεκριμένη περίπτωση.

Όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης, το Μονομελές Εφετείο, έλαβε υπόψη και συναξιολόγησε τις συνθήκες επελεύσεως του ατυχήματος, την υπαιτιότητα των αναιρεσιβλήτων στην πρόκληση τούτου, τη βλάβη της υγείας και τη σωματική και ψυχική ταλαιπωρία, την οποία υπέστη ο αναιρεσείων, τις επιπτώσεις της αναπηρίας στην ικανότητα εργασίας αυτού και την ηλικία και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων καθορίζοντας ως εύλογο το ως άνω ποσό.

Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο δεν υπερέβη τα ακραία όρια της από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ διακριτικής ευχέρειας, καθ` όσον, κατά την κοινή πείρα και την δικαστηριακή πρακτική, το εν λόγω ποσό δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς του συνήθως επί παρομοίων περιπτώσεων επιδικαζομένου ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια της παραβιάσεως των ακραίων ορίων της εξουσίας του άρθρου 932 ΑΚ, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως. Εξάλλου, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής.

Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν (αγωγή) των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια και κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου (ΑΠ 387/2015, 308/2015).

Τα αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, είναι συνάρτηση του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου. Έτσι από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 εδ. β' ΑΚ σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 216 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας του εναγομένου, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του τελευταίου, η πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία του ενάγοντος ήτοι περιγραφή των ζημιών κατά το είδος, την έκταση, την αιτία και το ύψος της δαπάνης η οποία απαιτείται για την αποκατάσταση κάθε επιμέρους ζημίας, επιτρέποντας στο μεν δικαστήριο την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας του καταγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημίωσης, στο δε ζημιώσαντα εναγόμενο την άσκηση ανταπόδειξης, και, τέλος, η ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας (ΑΠ 93/2016, 1513/2014).

Όταν επιδιώκεται η αποζημίωση για μελλοντική ζημία, πρέπει να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής τα περιστατικά που πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας (ΑΠ 59/2017, 674/2013).

Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης πλήττεται η παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι "όπως διαβεβαιώνει ο θεράπων ιατρός του αναιρεσείοντος στο ΚΑΤ, ο ενάγων χρήζει τοποθέτησης διακοσμητικής παλάμης σιλικόνης με ακρυλικά νύχια το κόστος της οποίας ανέρχεται, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, στο ποσό των 7.085 ευρώ, απορριπτομένου του υπολοίπου αιτούμενου ποσού για αγορά δεκαπέντε τέτοιων προθεμάτων προς αντικατάσταση κάθε τρία έτη ως αβασίμου, εφόσον αυτό προϋποθέτει ιατρική γνωμάτευση και ως εκ τούτου, προς το παρόν, η επικαλούμενη μελλοντική ζημία του, κατά το υπερβάλλον ποσό, παρίσταται υποθετική και αόριστη και γι αυτό κρίνεται απορριπτέα ένεκα αοριστίας".

Από την επιτρεπτή κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης για τις ανάγκες του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι στην από 8.6.2012 αγωγή του ο αναιρεσείων εκθέτει ότι έχει ανάγκη τοποθέτησης διακοσμητικής πρόθεσης παλάμης από σιλικόνη με ακρυλικά νύχια στο χρώμα του δέρματος, η οποία χρήζει αντικατάστασης κάθε τρία έτη και κατά το έτος 2009 κόστιζε 7.085 ευρώ.

Υπολόγισε δε ότι κατά τη διάρκεια του βίου του θα χρειαστεί δεκαπέντε τέτοιες αντικαταστάσεις το συνολικό κόστος των οποίων ανέρχεται στο ποσό των 106.275 ευρώ. Έχοντας το περιεχόμενο αυτό η αγωγή, στην οποία εξάλλου γίνεται πλήρης περιγραφή του ζημιογόνου συμβάντος, της υπαιτιότητας των εναγομένων και της αιτιώδους συνάφειας αυτής με την σωματική βλάβη του αναιρεσείοντος, ήταν πλήρως ορισμένη και περιείχε τα αναγκαία από τους προπαρατεθέντες κανόνες δικαίου πραγματικά περιστατικά, την ουσιαστική βασιμότητα των οποίων η αναιρεσιβαλλομένη όφειλε να ερευνήσει.

Αντ' αυτού, απορρίπτοντας το αίτημα για αποκατάσταση της μελλοντικής ζημίας του αναιρεσείοντος λόγω της ανάγκης αντικατάστασης του πρόσθετου μέλους, και μάλιστα χωρίς την υποβολή σχετικού παραπόνου, υπέπεσε στην πλημμέλεια του επικαλούμενου αναιρετικού λόγου, ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει κατά τούτο να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Η αναιρετική εμβέλεια αυτού καλύπτει τον τρίτο και πέμπτο λόγο της αναίρεσης (περί παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας και παραμόρφωσης εγγράφου, αντίστοιχα), που αφορούν στο ίδιο κεφάλαιο της αγωγής, των οποίων η έρευνα παρέλκει.

Από τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ασκών το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατ` αποφάσεως Εφετείου υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού 450 ευρώ και ότι εν περιπτώσει ολικής ή μερικής νίκης του αναιρεσείοντος ο Άρειος Πάγος με την απόφασή του διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα, η υποχρέωση όμως καταθέσεως παραβόλου δεν ισχύει επί υποθέσεων εργατικών διαφορών, οπότε, εάν παρά την έλλειψη σχετικής υποχρεώσεως κατατεθεί παράβολο, ο Άρειος Πάγος, βάσει των εν λόγω διατάξεων αναλόγως εφαρμοζομένων, διατάσσει την επιστροφή τούτου στον καταθέσαντα ασχέτως της ευδοκιμήσεως ή μη της αιτήσεως αναιρέσεως (ΑΕΔ 2/2015, 3 και 4/2014, ΑΠ 200/2021, 117/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την έκθεση καταθέσεως του δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων έχει καταθέσει το αναφερόμενο σ` αυτή παράβολο, χωρίς όμως να υπέχει σχετική υποχρέωση, αφού η αναίρεση αφορά εργατική διαφορά.

Συνεπώς, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του εν λόγω παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, η απόφαση πρέπει, κατά το μέρος που η αίτηση αναιρέσεως γίνεται δεκτή, να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που την εξέδωσε. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείουντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους (ΚΠολΔ 176, 183, 191), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 660/2018 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν κεφάλαιο της απόφασης που αναφέρεται στο σκεπτικό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ με Κωδικό Πληρωμής 35764338895012280014/2020 όπως αυτά αναφέρονται στην από 30/10/2020 βεβαίωση του Γραμματέα του Εφετείου Πειραιώς. και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες τρακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησάσων, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ