Supreme Court allows appeal against divorce property division ruling due to contradictory reasoning and violation of Article 1400 AC.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a final divorce judgment regarding property division, finding the lower court's reasoning logically inconsistent. The appellant argued that the court erred by awarding a contribution value of 71,000 euros despite finding no increase in the husband's assets, which contradicts the statutory requirements of Article 1400 of the Civil Code. Consequently, the court declared the appealed judgment void and remanded the case for retrial by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1400, 559, 580, 495 of the Civil Procedure Code; The Supreme Court established that a final judgment on spousal property division is void if the court's reasoning contradicts itself regarding the existence of asset increase and the basis for awarding contribution value.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1004 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1004/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Ι. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Τσιφτσή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Β. Μ. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλκιβιάδη Γρηγοριάδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/7/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 176/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 350/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/3/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 18-3-2019 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 879/2019, ΕΑΚ 112/2019) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών με αριθμό 350/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί της από 11-4-2018 έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της 176/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 1400 παρ.1 ΑΚ, αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή.
Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων, που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες.
Ο λόγος είναι προφανής, αφού στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις δεν υπάρχει συμβολή του άλλου συζύγου. Η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 ΑΚ είναι, κατ` αρχήν, ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου, άμεση ή έμμεση (ΟλΑΠ 28/1996, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1550/2018).
Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.
Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται στη μεν περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, στη δε περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), κρίσιμος είναι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 588/2020, ΑΠ 782/2019, ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 1646/2018).
Για την εξεύρεση όμως της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος άσκησης της αγωγής, (ΑΠ 1646/2018, ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 492/2017). Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υποχρέου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γένεσης της αξίωσης (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση (ΑΠ 782/2019).
Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Ο χρόνος λύσης ή ακύρωσης του γάμου ή της συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν.
Κατά το χρόνο δε γέννησης της αξίωσης απαιτείται να διατηρείται η αύξηση της περιουσίας που έγινε με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου (ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 3/2016, ΑΠ 1357/2015). Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του ενός συζύγου από τον άλλο με βάση το άρθρο 1400 ΑΚ είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ` ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου γ) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο, περιλαμβανομένης και της υπερβαίνουσας το μέτρο της συνεισφοράς του ενάγοντος συζύγου συμβολής του στις τρέχουσες οικογενειακές δαπάνες, με χρηματικές εισφορές ή εισφορές χρήσης ακινήτου για στέγαση της οικογένειας ή με παροχή προσωπικών υπηρεσιών στην αντιμετώπιση των οικογενειακών εν γένει αναγκών και δ) η αιτιώδης σχέση της συμβολής αυτής προς την αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 588/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του, ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Η παραβίαση του κανόνα δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 144/2019, ΑΠ 1275/2019, ΑΠ 1/2019). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 1/1999).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο πολιτικό γάμο στις 6-9-1985 και θρησκευτικό στις 18-7-2009 στη Θεσσαλονίκη.
Από το γάμο αυτόν απέκτησαν δύο (2) υιούς, ήδη ενηλίκους... Ο γάμος αυτός λύθηκε με την υπ' αριθμό 10515/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ... Τελικά, η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη την 11-04-2016... Για την ίδια την ενάγουσα αποδείχθηκε ότι η προσωπική περιουσία της κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου τους ήταν μηδενική.
Ο εναγόμενος διέθετε κατά τον ίδιο χρόνο (αρχική περιουσία)... το 50% ενός αγρού εμβαδού 2.000 τ.μ., κείμενο στην κτηματική περιοχή του ......, η αξία του οποίου κατά το μερίδιό του ήταν 265.000 δραχμές (ή 780 ευρώ). Η τελική περιουσία του και εάν υφίσταται ή όχι κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα αναφερθεί ειδικότερα στα επιμέρους σημεία.
Στις 30-4-2003 η ενάγουσα εισέπραξε από ένα πρόγραμμα ασφάλισης ζωής, που είχε συνάψει στη Γερμανία και έληξε, το ποσό των 45.078,69 ευρώ. Πλην όμως, δεν αποδείχθηκε ότι τούτο το ποσό κατατέθηκε σε τραπεζικό λογαριασμό του συζύγου της - εναγομένου. Αντίθετα, η ενάγουσα έδωσε τα χρήματα στην πατρική της οικογένεια, προκειμένου ο αδελφός της, ηλικίας τότε περίπου 33 ετών, να μπορέσει να αποκατασταθεί επαγγελματικά...
Ο εναγόμενος δεν έλαβε το οποιοδήποτε ποσό από αυτή την ασφάλεια, παρά το γεγονός ότι κατέβαλε και εκείνος κάποιες από τις δόσεις του προγράμματος... Εφόσον, τα χρήματα ασφαλείας αναλώθηκαν στις ανάγκες της πατρικής οικογένειας της ενάγουσας και ουδέν ποσό έλαβε ο εναγόμενος, συνεπώς πρέπει ο σχετικός ισχυρισμός της να απορριφθεί για το λόγο αυτό ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Ο πατέρας της ενάγουσας το έτος 1986 αγόρασε γι' αυτήν ένα καινούργιο αυτοκίνητο μάρκας BMV, το οποίο κόστισε 22.000 μάρκα και το οποίο πουλήθηκε το έτος 1989 αντί τιμήματος 4.500.000 δραχμών. Το ποσό αυτό αποταμιεύθηκε και δύο χρόνια μετά δαπανήθηκε το έτος 1991 για την αγορά διαμερίσματος επί της ... συνολικής αξίας 7.800.000 δραχμές, με αγοραστές τους διαδίκους κατά 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος.
Τούτο έγινε δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1991 συμβολαίου της τότε συμβολαιογράφου Τσιλιγκαρίδου Δέσποινας ..., το οποίο αποτέλεσε την οικογενειακή στέγη τους. Για την αγορά του διαμερίσματος δαπανήθηκε το ποσό των 7.800.000 δρχμών ... Στο εν λόγω συμβόλαιο η ενάγουσα φερόταν ως συνιδιοκτήτρια κατά 50% εξ αδιαιρέτου με τον αντίδικο της.
Σύμφωνα προς το υπ' αριθ. .../24-4-2008 συμβόλαιο γονικής παροχής ακινήτου και δωρεά εν ζωή η Β. Μ. δώρισε στον ανήλικο υιό της Α. Ιωαννίδη το 848 αγροτεμάχιο Δ' 2.000 τ.μ. Ο εναγόμενος προσφέρθηκε στην μεταβίβαση του υπολοίπου 50% ποσοστού (προφανώς εννοεί στον υιό του) δυνάμει του υπ' αριθ. .../2008 συμβολαίου δωρεάς της συμ/φου Θεσσαλονίκης Ιφιγένειας Λιμπόνα, ενώ με το υπ' αριθμ. .../24-4-2008 ειδικό πληρεξούσιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, η ενάγουσα του έδωσε τη δυνατότητα να μεταβιβάσει όλο το διαμέρισμα επ' ονόματί του.
Επίσης, την ίδια ημέρα του έτους 2008, με το υπ' αριθμό .../24-4-2008 ειδικό πληρεξούσιο η ενάγουσα, ως συνασκούσα την γονική μέριμνα του υιού της, έδωσε ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στον τότε σύζυγό της (εναγόμενο), ως αντιπρόσωπο του γιού τους Ε., να μεταβιβάσει το εν λόγω διαμέρισμα προς οποιονδήποτε και προς τον πατέρα του (ήτοι τον εναγόμενο), με αυτοσύμβαση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 235 ΑΚ, η οποία μεταβίβαση προς τον ίδιο τελικώς έγινε με το υπ' αριθμό .../4-7-2013 συμβόλαιο δωρεάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αλεξάνδρας Μπουδούρογλου.
Να σημειωθεί ότι το διαμέρισμα της ... (ακίνητο που ανήκει και σήμερα στην κυριότητα του εναγομένου, δεδομένης της κατακόρυφης πτώσης των τιμών των ακινήτων) είχε αξία κατά το χρόνο αμετάκλητης λύσεως του γάμου 11-4-2016 που δεν ξεπερνούσε τις 75.000 ευρώ. Οι ισχυρισμοί, όμως, της ενάγουσας ότι το υπόλοιπο του τιμήματος (της αρχικής αγοράς αυτού του ακινήτου), ήτοι των 3.200.000 δραχμών, είχε εξοφληθεί από χρήματα που έστειλε η μητέρα της (από την Γερμανία), δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο.
Ούτε ότι το άλλο 50% ποσοστό εξ αδιαιρέτου της είχε υποσχεθεί ο εναγόμενος, διαρκούντος του γάμου τους, ότι θα της το επαναμεταβιβάσει. Τα περί δολίας απόσπασης από αυτόν του ειδικού πληρεξουσίου, με το οποίο του έδινε η ενάγουσα την δυνατότητα να μεταβιβάσει ολόκληρο το διαμέρισμα, δηλαδή το ποσοστό 100% στον εαυτό του και περί δόλιων και καταχρηστικών ενεργειών του στην μεταβίβαση του ανωτέρω ακινήτου σε αυτόν, ουδόλως αποδείχθηκαν και σε κάθε περίπτωση τυγχάνουν αβάσιμα.
Η ενάγουσα του είχε τυφλή εμπιστοσύνη για σωστή διαχείριση των περιουσιακών του στοιχείων, προς όφελος ολόκληρης της οικογένειάς τους. Διαφορετικά θα μπορούσε η ενάγουσα με άλλες νομικές βάσεις... να επιδιώξει την ακύρωση του ως άνω πληρεξουσίου της ή απλά να το ανακαλέσει. Μόνον η μεταγενέστερη μεταμέλεια της ενάγουσας για την μεταβίβαση του ποσοστού της αποδείχθηκε, την δε αρχική της ενέργεια, με πλήρη όμως επίγνωσή της, την καταδικάζει ακόμη και ο μάρτυρας - αδελφός της, που δεν την κρίνει καν συγγνωστή, την αδελφή του.
Έτσι δεν μπορεί να γίνει λόγος για δικαίωμα της ενάγουσας σ' αυτούσια απόδοση του εν λόγω διαμερίσματος ως απόκτημα με την ευρύτερη του όρου έννοια και το σχετικό αγωγικό της αίτημα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Επίσης, επειδή στην αύξηση της περιουσίας δεν υπολογίζεται ότι οι σύζυγοι απέκτησαν από δωρεά, ακόμη και εάν η δωρεά προήλθε από τον έτερο σύζυγο, ως εν προκειμένω, δεν μπορεί να γίνει λόγος για συμμετοχή της ενάγουσας στην αύξηση αυτή, που από μόνη της η ενάγουσα απεκδύθηκε της συγκυριότητας του εν λόγω ακινήτου και σήμερα βρίσκεται απλά στην κατοχή του διαμερίσματος.
Επομένως, τα σχετικά αιτήματά της, τόσο κατά την κύρια, όσο και κατά την επικουρική της βάση, περί συμμετοχής της τόσο κατά το ποσοστό 1/2 ή έστω κατά το (τεκμαρτό) ποσοστό 1/3 ή για δικαίωμα αντίστοιχης καταβολής σε χρήμα κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Ο ισχυρισμός δε της ενάγουσας ότι παραπλανήθηκε για τις έννομες συνέπειες του ειδικού πληρεξουσίου που υπέγραψε το έτος 2008 δεν ευσταθεί, αφού μέχρι το έτος 2013 μπορούσε να πληροφορηθεί τις πραγματικές έννομες συνέπειες αυτού.
Ακόμη, ο εναγόμενος διέθετε ένα αυτοτελές και διηρημένο αγροτεμάχιο, με αριθμό τεμαχίου ..., που βρίσκεται στην ... του ..., έκτασης 5.750 τ.μ., η δηλωθείσα και η εκτιμηθείσα από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. αξία του οποίου κατά τον χρόνο της αγοράς του (το έτος 2009) με το υπ' αριθμ. .../2009 συμβόλαιο αγοράς της συμ/φου Θεσ/κης Ιφιγένειας Λιμπόνα, που μεταγράφηκε νόμιμα..., ήταν 17.250 ευρώ, ενώ η πραγματική αξία που κατέβαλε ο εναγόμενος ήταν 135.000 ευρώ.
Τον αγρό αυτόν μεταβίβασε το έτος 2011 στον υιό τους Ε., δυνάμει του υπ' αρ. .../2011 συμβολαίου γονικής παροχής της συμ/φου Θεσσαλονίκης Αλεξάνδρας Μπουδούρογλου, συντάσσοντας την ίδια ημέρα το υπ' αρ. 4040/2011 πληρεξούσιο, που του έδινε ο υιός τους Ε. την εντολή της μεταβίβασης του αγρού σε οποιονδήποτε. Έτσι το ακίνητο αυτό κατά τον κρίσιμο χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου (11-4-2016) δεν σωζόταν και δεν ανήκε στον εναγόμενο, αφού, σε πολύ προγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα το έτος 2013, δυνάμει του υπ' αριθμ. 4851/2013 συμβολαίου γονικής παροχής της συμ/φου Θεσσαλονίκης Αλεξάνδρας Μπουδούρογλου..., το μεταβίβασε στον έτερο υιό του Α., στον οποίο ανήκει έκτοτε και μέχρι σήμερα.
Έτσι πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη, η σχετική ένσταση του εναγομένου περί έλλειψης πλουτισμού που να σώζεται κατά τον κρίσιμο χρόνο... Στο εν λόγω αγροτεμάχιο ανήγειρε παλαιότερα ο εναγόμενος με δικά του χρήματα σύγχρονο χυτήριο σε χώρο 1.272,87 τ.μ., το δε ελάχιστο κόστος της οικοδομής δεν ανερχόταν στο ποσό των 346.698 ευρώ, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα, αλλά η αξία αυτής της σιδηροκατασκευής, που έγινε με την προσωπική εργασία (του εναγομένου) και με τη βοήθεια ενός φίλου του, τα δεν υλικά που χρησιμοποιήθηκαν, δεν ξεπέρασαν τα 30.000 ευρώ.
Έτσι δεν προσμετράται στην τελική περιουσία του εναγομένου, ούτε και το αβάσιμο ποσό των 483.698 ευρώ (σημερινή αξία αγρού και κτίσματος), που κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας ανέρχεται συνολικά η αξία αυτού κατά τον κρίσιμο χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους, ήτοι την 11-4-2016. Αναφορικά με το ποσοστό 33,333% εξ αδιαιρέτου επί του υπ' αριθ. 15 οικοπέδου του ...
οικοπεδικού Τετραγώνου της Δημοτικής Κοινότητας ... του Δήμου ..., που αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη διακεκριμένη κάθετη ιδιοκτησία, εκτάσεως του συνολικού οικοπέδου 855,23 τ.μ., με το τμήμα της καθέτου 285,07 τ.μ., με υφισταμένη οικία 95 περίπου τ.μ., τούτο περιήλθε στον εναγόμενο δυνάμει του υπ' αριθμ. .../2013 συμβολαίου δωρεάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αλεξάνδρας Μπουδούρογλου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα...
Πρόκειται, όμως, για δωρεά προς τον εναγόμενο και όπως ρητά ορίζει το άρθρο 1400 ΑΚ "στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά..."...
Συνεπώς, ουσιαστικά βάσιμη τυγχάνει η ένσταση της προέλευσης αυτού του περιουσιακού στοιχείου εκ δωρεάς και ως εκ τούτου το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και να συνυπολογιστεί στην τελική περιουσία του κατά τον κρίσιμο χρόνο, καθόσον προέρχεται εκ δωρεάς και άρα όλα τα σχετικά αιτήματα της ενάγουσας, ότι δηλαδή η δωρεά ήταν εικονική, τυγχάνουν απορριπτέα και μη πιστευτά από το Δικαστήριο.
Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι στις 31 Μαρτίου 2011 ο εναγόμενος συνέστησε Ε.Π.Ε. με διακριτικό τίτλο "...", με μοναδικό εταίρο τον υιό τους Ε., φοιτητή, με εταιρικό κεφάλαιο 150.000 ευρώ. Την εταιρεία αυτή με πληρεξούσιο από τον Ε. αναμεταβίβασε στον εαυτό του ο εναγόμενος το έτος 2012 και εξακολουθεί να υφίσταται στο όνομά του.
Συγκεκριμένα, η εταιρεία αυτή συστάθηκε αρχικά με μοναδικό εταίρο τον υιό του Ε., δυνάμει του υπ' αρ. .../31-3-2011 συμβολαίου της συμ/φου Θεσσαλονίκης Αλ. Μπουδούρογλου... Ωστόσο, ο υιός του δεν έκανε ορθή διαχείριση, έπαιρνε χρήματα από το ταμείο της εταιρίας για προσωπικές και μάλιστα πολυτελείς δαπάνες... Κατόπιν αυτού, δυνάμει του υπ' αρ. .../9-11-2012 συμβολαίου της συμ/φου Θεσσαλονίκης Αλ.
Μπουδούρογλου... συμφώνησαν και πράγματι ο υιός του μεταβίβασε σ' εκείνον όλα τα εταιρικά δικαιώματα. Όταν ο υιός του συνέστησε την εταιρία δεν διέθετε το ποσό των 150.000 ευρώ που αποτέλεσε το δήθεν εταιρικό κεφάλαιο, αλλά ούτε και ο εναγόμενος διέθετε αποταμιευμένο σε μετρητά ένα τόσο μεγάλο ποσό εκείνη την εποχή.
Ως εκ τούτου πρόκειται για ένα ποσό που ήταν καταγεγραμμένο μόνο ως λογιστικό μέγεθος. Πάντως, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν υπήρχε το αρχικό κεφάλαιο της εταιρίας, αυτό δεν υπάρχει σήμερα, αλλά αναλώθηκε στις ανάγκες της εταιρίας και σε άλλες δαπάνες. Η εταιρία αυτή είναι αδρανής, αφού δεν διαθέτει τις υποδομές και τον χώρο για να λειτουργήσει.
Η σιδηροκατασκευή στο ακίνητο του υιού του Α.υ στη ..., όπου δυνητικά θα μπορούσε να αποτελέσει τον χώρο λειτουργίας της εταιρίας του, δεν επαρκεί και έτσι η εταιρία δεν λειτουργεί. Η σιδηροκατασκευή ουδέποτε ολοκληρώθηκε λόγω της κρίσης και της εξ αυτής οικονομικής αδυναμίας του και έτσι ποτέ δεν πήρε το έγγραφο για την ολοκλήρωση των εργασιών ανέγερσης, ώστε με αυτό να γίνει η σύνδεση της ΔΕΗ.
Η εγγύηση εξάλλου για τη σύνδεση ρεύματος υψηλής τάσης είναι πολύ υψηλή (φτάνει τις 30.000 ευρώ) και ο εναγόμενος δεν δύναται να τα διαθέσει και ως εκ τούτου καμία απολύτως παραγωγική δραστηριότητα δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί. Το αντικείμενο της εταιρίας είναι η κατασκευή φρεατίων, ειδών οδοποιίας, ανταλλακτικών για γεωργικά μηχανήματα, προϊόντα για λιμάνια και για καλλωπισμό πόλεως, όπως κολωνάκια, φωτισμός κτλ.
Πρόκειται, δηλαδή, για παραγωγική δραστηριότητα, η οποία στεγαζόταν επί δεκαετίες (ήδη από τον πατέρα του, από τον οποίο την κληρονόμησε) στο .... Μετά, όμως, τις καταγγελίες σε βάρος του από τον υιό του Ε. και την ανάγκη να μετεστεγαστεί αλλού, δεν μπόρεσε ποτέ να ανακάμψει, διότι τα έξοδα ήταν πολλά και τα έσοδα λίγα.
Οι υποχρεώσεις και τα χρέη αυξάνονταν και τα έσοδα κατακρημνίζονταν. Η εταιρία, λοιπόν, δεν μπορεί να ασκήσει και ουδέποτε από το έτος 2011 άσκησε την κύρια παραγωγική της δραστηριότητα, αλλά υπολειτουργεί κάνοντας εμπορία ορισμένων εμπορευμάτων, που είχαν μείνει ως stock... από δουλειές στο παρελθόν, που τελικά δεν έγιναν και του προκάλεσαν ζημία.
Η σημερινή λειτουργία της εταιρίας είναι υποτυπώδης και βρίσκεται σε οριακό σημείο, λίγο πριν την πτώχευση. Συγκεκριμένα, οι οφειλές προς τρίτους ξεπερνούν τις 230.000 ευρώ, οι οφειλές προς το ασφαλιστικό του ταμείο ανέρχονται στο ποσό των 11.065 ευρώ, όπως μεγάλες είναι και οι οφειλές προς την εφορία, ενώ το καθαρό κέρδος που τυπικά εμφανίζεται στον ισολογισμό της εταιρίας φτάνει για το 2015 το ποσό των 1.154 ευρώ ετησίως (ενώ ανάλογο ήταν και τα τελευταία έτη 2014, 2013 και 2012 που ανέρχονταν αντίστοιχα στο ποσό των 1.154, 1.677 και 1.722 ευρώ.).
Έτσι δεν υπάρχει καμία απολύτως περιουσία με την προαναφερόμενη έννοια, κινητή ή ακίνητη, σε χρήμα ή είδος ή ως σύνολο δικαιωμάτων που να προέρχεται από την εταιρία του ή να αποτελεί καθ' οιανδήποτε μορφή υποκατάστατο αυτής και η οποία να σωζόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο... ή να σώζεται μέχρι σήμερα και σε κάθε περίπτωση, σε ό,τι υπάρχει ή έχει απομείνει ως επάγγελμα του πρώην συζύγου της, δεν υφίσταται καμία συμβολή της ενάγουσας που να συνδέεται αιτιωδώς με αυτή την δραστηριότητά του...
Στον αγρό εμβαδού 2.000 τ.μ., με αριθμό τεμαχίου 848, στην αγροτική περιοχή ... ο εναγόμενος απέκτησε προ του γάμου του (ανωτέρω αναφερόμενη ως αρχική περιουσία)... Το περιουσιακό αυτό στοιχείο αγοράστηκε από τον πατέρα του ... Έτσι δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και να συνυπολογιστεί ... στην τελική περιουσία του κατά τον κρίσιμο χρόνο, εφόσον περιήλθε σε εκείνον με χρήματα του πατέρα του πριν την τέλεση του γάμου του με την ενάγουσα.
Στον εν λόγω αγρό, με χρήματα του πατέρα του, ο οποίος είχε μεγάλη οικονομική δυνατότητα, αλλά και διάθεση να τον βοηθήσει, ανήγειρε, δυνάμει της υπ' αρ. 244/1986 άδειας ανέγερσης της Δ/νσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, όπου προέβλεπε διώροφο κτίσμα εμβαδού 200 τ.μ. εκάστου, πράγμα που έγινε. Συγκεκριμένα ανεγέρθηκε ισόγεια αποθήκη - κατάστημα και α' όροφος εμβαδού 200 τ.μ., στον οποίο κατασκευάστηκαν τέσσερα (4) διαμερίσματα και χωρίς άδεια ανέγειρε και β' όροφο, εμβαδού 200 τ.μ.
με πέντε (5) διαμερίσματα, τα οποία έχουν ήδη διαμορφωθεί σε ένα ενιαίο διαμέρισμα, όπου έχει εγκατασταθεί ο εναγόμενος μετά την αποχώρηση από την συζυγική οικία. Στον χώρο αυτό ανήγειρε άνευ άδειας και τρεις αποθήκες, 400 τ.μ., 200 τ.μ. και 100 τ.μ., αντίστοιχα, αριστερά και δεξιά του κτιρίου. Αν παρατηρήσει όμως κανείς τις ημερομηνίες γάμου (6-9-1985) και της άδειας ανέγερσης των προαναφερομένων (εντός του έτους 1986), γίνεται εύκολα αντιληπτό και σαφές ότι δεν είναι δυνατόν η ενάγουσα να συνέβαλε καθ' οιονδήποτε τρόπο στην ανέγερση των ως άνω κτισμάτων, αφού αυτά ανεγέρθηκαν εντός ολίγων μηνών από την τέλεση του γάμου τους.
Η δε ανέγερσή τους πραγματοποιήθηκε αποκλειστικά με χρήματα του πατέρα του κατά το 1/2, αφού το υπόλοιπο ποσό για την ανέγερση συνεισέφερε ο συγκύριος αυτού αδελφός του. Το ανωτέρω ακίνητο μετά του επ' αυτού κτίσματος, ως προελέγχη, ανήκε στον εναγόμενο κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, αφού συγκύριος αυτού κατά 50% εξ αδιαιρέτου ήταν ο αδελφός του Κ..
Μετά το θάνατο του αδελφού του, το έτος 2003, το ποσοστό του περιήλθε στον εναγόμενο από τους κληρονόμους του αδελφού του, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../2004 συμβολαίου δωρεάς της συμ/φου Θεσσαλονίκης Λιμπόνα Ιφιγένειας και έτσι κατέστη ο εναγόμενος αποκλειστικός κύριος αυτού κατά 100%.
Συνεπώς, και ως εκ τούτου, το ποσοστό αυτό (50%) δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και να συμπεριληφθεί στην τελική του περιουσία, αφού προέρχεται από δωρεά. Και το έτερο ποσοστό 50% προέρχεται από αγορά, με χρήματα του πατέρα του, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1983 συμβολαίου, σε χρόνο δηλαδή προγενέστερο της τέλεσης του γάμου του με την αντίδικό του.
Συνεπώς, και αυτό το 50% εξ αδιαιρέτου του αγρού δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και να συνυπολογιστεί στην τελική του περιουσία κατά τον κρίσιμο χρόνο. Η ανέγερση το κτίσματος σε αυτό το έτος 1986, ως προελέχθη, κατά το 50% ποσοστό που του αναλογούσε, έγινε με χρήματα του πατέρα του, η δε αντίδικός του σε τίποτε δεν συνέβαλε, αφού, αφενός πραγματοποιήθηκε μόλις μετά από λίγους μήνες από το γάμο του με αυτήν, οπότε αντικειμενικά δεν είχε προλάβει καθ' οιονδήποτε τρόπο να συμβάλλει στην ανέγερσή του.
Συνεπώς, ούτε το 50% της αξίας του κτίσματος πρέπει να συμπεριληφθεί στην τελική του περιουσία... Εξάλλου, στις 17-11-1988 ο εναγόμενος απέκτησε το 50% ενός αγρού εμβαδού 2.000 τ.μ., με αριθμό τεμαχίου ..., κείμενο επίσης στην αγροτική περιοχή ..., δυνάμει του υπ' αριθμ. 20819/1988 συμβολαίου αγοράς και κατέστη συγκύριος κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου μαζί με τον αδελφό του Κ., ο οποίος αγόρασε το υπόλοιπο ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου. Μετά το θάνατο του τελευταίου το έτος 2003 μεταβίβασε ο εναγόμενος το ανωτέρω 50% ποσοστό συγκυριότητάς του επί του ακινήτου στον ανιψιό του και υιό του αποθανόντος αδελφού του, Ε. Ι. του Κ..
Συνεπώς, κατά τον κρίσιμο χρόνο (11-4-2016) το ακίνητο αυτό... δεν σωζόταν και δεκτής γενόμενης ως ουσία βάσιμης της σχετικής ένστασης, την οποία προβάλλει ο εναγόμενος, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και να συνυπολογιστεί στην τελική του περιουσία. Πρέπει, επομένως, για τους λόγους αυτούς που προαναφέρθηκαν να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμα άπαντα (κύρια και επικουρικά) τα αιτήματα της ενάγουσας σχετικά με τα ακίνητα αυτά (που τα ανάγει σε περιουσία 460.000 ευρώ)...
Ο εναγόμενος κατέχει, όπως και κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου, το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο AUDI, 1781 κ.εκ., η αξία του οποίου κατά το χρόνο αμετάκλητης λύσεως του γάμου δεν ανέρχονταν σε 12.000 ευρώ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα, καθώς και μια μοτοσικλέτα, μάρκας SUZUKI, μοντέλο GSX 1400 κ.εκ., όχι, όμως αξίας 10.000 ευρώ κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο (αμετάκλητης λύσεως του γάμου), αλλά τόσο το αυτοκίνητο AUDI, όσο και η μοτοσικλέτα είναι μηδενικής αξίας τότε (κρίσιμο χρόνο), όπως και σήμερα, αφού αμφότερα τα οχήματα αγοράστηκαν μεταχειρισμένα, το μεν πρώτο προς 3.000 ευρώ το έτος 2004, η δε δεύτερη προς 2.200 ευρώ το έτος 2007...
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα μεταβίβασε στον αντίδικό της, στις 30-4-2003 το ποσό των 22.539,34 ευρώ, ήτοι το 50% από το ασφαλιστήριο ζωής στη Γερμανία, το οποίο έληξε, επικουρικώς δε το 1/3 του ποσού αυτού. Τα χρήματα αυτά δεν έδωσε η ενάγουσα στον αντίδικό της, αλλά στον αδελφό της για οικονομική του αποκατάσταση (βλ.
κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης - αδελφού της ...). Δεν αποδείχθηκε, επίσης, ότι ο εναγόμενος κατείχε ποσό 80.000 ευρώ σε μετρητά, τα οποία δήθεν διατηρούσε σε τσαντάκι που έφερε συνεχώς μαζί του, όπου και αν πήγαινε, πράγμα που θα ήταν τόσο επικίνδυνο (κίνδυνος κλοπής, απώλειας) και ο σχετικός της ισχυρισμός τυγχάνει αναπόδεικτος και αβάσιμος, όπως και τα συναρτώμενα με αυτόν αιτήματά της.
Επίσης, ο εναγόμενος κατείχε αρχικά με συνδικαιούχους τους δύο υιούς των διαδίκων και κατόπιν μόνο με τον Α., στην τράπεζα το ποσό των 470.000 ευρώ. Ο αναφερόμενος στην αγωγή ... τραπεζικός λογαριασμός με συνδικαιούχους τους δυο υιούς του, υπήρχε όμως κατά το διάστημα από 1-1-2009 έως 31-12-2011, οπότε και έκλεισε και συνεπώς, δεν υφίστατο κατά τον κρίσιμο εξεταζόμενο χρόνο.
Το ποσό αυτό δεν αποδείχθηκε ότι μετέφερε από τον Φεβρουάριο του 2011 έως το τέλος του 2011 σε θυρίδα της ίδιας τράπεζας, σε υποκατάστημα των σφαγείων, της οποίας δικαιούχος ήταν ο εναγόμενος. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι κατείχε και διατηρούσε μέχρι την αποχώρησή του και πολύ περισσότερο μέχρι τον κρίσιμο χρόνο, το ποσό των 320.000 ευρώ, το οποίο μετέφερε δήθεν σε θυρίδα του καταστήματος ... - της οποίας δικαιούχος φερόταν ο γιός τους Ε.
και στη συνέχεια, όταν ο Ε. πήγε στο στρατό, ότι την έκλεισε τη θυρίδα του και άνοιξε άλλη στον υιό του Α.. Το όποιο, εξάλλου, ποσό εμφάνιζε ο λογαριασμός τους, όταν ήταν ενεργός, δεν ήταν αποταμιευτικό, αλλά λειτουργούσε ως κεφάλαιο κίνησης της εταιρίας του εναγομένου και αναλωνόταν την επόμενη στιγμή σε υποχρεώσεις και οφειλές της εταιρείας.
Και ουσιώδες τυγχάνει ότι κατά τον κρίσιμο εξεταζόμενο χρόνο (του αμετακλήτου) ο επίμαχος λογαριασμός δεν υφίστατο, παρά μόνο χρέη και οφειλές, όπως προαναφέρθηκε υφίσταντο και άπαντα τα χρήματα είχαν αναλωθεί, ώστε να μην μπορεί να εξαρτήσει καμία από τις αξιώσεις της από τα επικαλούμενα ποσά η ενάγουσα και τούτες να απορρίπτονται ως ουσιαστικά αβάσιμες...
Ακόμη αποδείχθηκε ότι η επαγγελματική απασχόληση της ενάγουσας σε χρονικά διαστήματα σε διάφορες κατά καιρούς εταιρείες ως ιδιωτικός υπάλληλος στη Γερμανία και στην Ελλάδα: συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι εργαζόταν σε μεταφορική εταιρία στη Γερμανία από το έτος 1986 έως το 1987. Μετά έκατσε δύο χρόνια στο σπίτι της, γιατί φρόντιζε την οικογένειά της.
Κατόπιν εργάσθηκε και πάλι σε ασφαλιστική εταιρία από το 1987 έως το 1991. Μετά εργάστηκε στο χυτήριο του συζύγου της ως γραμματέας και περιστασιακά στα γραφεία ... από το 2007 έως το 2016... Ωστόσο, πέραν των παραπάνω, ως προς την εργασία της ενάγουσας, αποδείχθηκε το είδος της συμβολής της ενάγουσας και η αξία αυτής της συμβολής, η οποία σημειωτέον, επειδή πρόκειται για υπηρεσίες στη βιοτεχνία του εναγομένου και σε άλλα γραφεία, επιπλέον η ενάγουσα πρόσφερε υπηρεσίες μαγειρέματος, πλυσίματος, καθαρίσματος, σιδερώματος, αγορών κλπ σε τετραμελή οικογένεια, οπότε είναι σαφές ότι υπερβαίνουν τις επιβαλλόμενες κατά το μέτρο των άρθρων 1389 κι 1390 ΑΚ υποχρεώσεις της για συνεισφορά της στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών τους και σαφώς επί 355 μήνες, που διήρκεσε ο γάμος τους, αποδείχθηκε δε και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής της επικαλούμενης συμβολής με την αύξηση της περιουσίας του εναγομένου...
Κάτι τέτοιο όμως επικαλείται η ενάγουσα και αποδεικνύεται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, ότι δηλαδή η συνεισφορά της ενάγουσας με την εργασία στη βιοτεχνία του συζύγου της και σε διάφορες εταιρείες, καθώς και στην οικιακή οικονομία του οίκου του εναγομένου, δεδομένου ότι αυτή φρόντιζε τέσσερα άτομα, ανερχόταν σε 200 ευρώ το μήνα, ήτοι δεν παύει να ήταν πολύ μικρότερη της συμβολής του εναγομένου (αρχή της αναλογικής συμβολής) και αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα θα αποκόμιζε 355 μήνες επί 200 Ε = 71.000 Ε.
Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που άλλως έκρινε, εσφαλμένα ερμήνευσε το νόμο και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις και, συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός εν μέρει ως ουσία βάσιμος ο ένατος λόγος της κρινόμενης έφεσης...". Με βάση τις πιο πάνω πραγματικές παραδοχές το Εφετείο, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλούμενη με αριθμό 176/2018 απόφαση (ως προς το κεφάλαιό της που αφορά τη συνεισφορά της ενάγουσας στη διοίκηση της βιοτεχνίας του εναγομένου και σε διάφορα γραφεία, καθώς και τη συνεισφορά της στη διοίκηση του κοινού οίκου), κράτησε και δίκασε την ένδικη αγωγή, την οποία δέχθηκε κατά ένα μέρος και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των εβδομήντα μία χιλιάδων (71.000) ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε, παρότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή της. Ειδικότερα, αν και σύμφωνα με τις παραδοχές του, κατά τον κρίσιμο χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων (11-4-2016), κανένα από τα αναφερόμενα στην ένδικη αγωγή, ως κτηθέντα κατά τη διάρκεια του γάμου τους, περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα, χρηματικά ποσά, οχήματα), δεν μπορούσε να περιληφθεί στην τελική περιουσία του υπόχρεου αναιρεσείοντος συζύγου διότι, είτε προέρχονταν από δωρεές, είτε είχαν αναλωθεί και δεν σώζονταν, είτε ήταν μηδενικής αξίας, είτε δεν αποκτήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο από αυτόν κατά τη διάρκεια του γάμου, υπονοώντας με τον τρόπο αυτό ότι (κατά τον κρίσιμο χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου) δεν υπήρξε καμία αύξηση της περιουσίας αυτού (αναιρεσείοντος), που να δικαιολογεί την αξίωση της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) για συμμετοχή στα αποκτήματα, γι' αυτό, άλλωστε, έκρινε αβάσιμες τις αξιώσεις αυτής επί όλων των περιλαμβανομένων στην αγωγή περιουσιακών στοιχείων, εντούτοις, στη συνέχεια εσφαλμένα [ανακόλουθα] δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη σύζυγος συνέβαλε στον οικονομικό προϋπολογισμό κατά τη διάρκεια του γάμου με την εργασία της στη βιοτεχνία του αναιρεσείοντος και σε διάφορες εταιρείες, καθώς και στην οικιακή οικονομία, και, αφού αποτίμησε την συμβολή της αυτή σε ποσό 71.000 ευρώ, υποχρέωσε τον εναγόμενο να της το καταβάλει, αν και το ποσό αυτό δεν μπορούσε να επιδικαστεί με βάση την προαναφερόμενη διάταξη, αφού η εφαρμογή της προϋποθέτει αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου αναιρεσείοντος και διατήρηση αυτής κατά τον κρίσιμο χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου, προϋποθέσεις που, σύμφωνα με όσα δέχθηκε, δεν συνέτρεχαν.
Περαιτέρω στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση, αφού κατέληξε στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα με λογικά ανακόλουθες αιτιολογίες, ήτοι περί μη αύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων και συνεπώς, ανυπαρξίας αυτής κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους, δεχόμενο, στη συνέχεια, ότι η συμβολή της ενάγουσας σ' αυτήν αποτιμάται σε 71.000 ευρώ.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος των λόγων αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, ενώ, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας αυτών, παρέλκει, ως αλυσιτελής, η εξέταση των υπόλοιπων διατυπούμενων με την αίτηση αναίρεσης λόγων, αφού τυχόν παραδοχή τους θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα.
Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 του ίδιου Κώδικα, η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος από αυτόν, για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, παραβόλου και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό αίτημα που υπέβαλε με την αίτηση αναίρεσης και τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 350/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ