Legislator Case Law & Legislation
1004/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on tort liability, upholding lower court's finding of parental negligence in drunk driving accident.

Case Number 1004/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the driver and passengers against the minor children injured in a car accident. The lower court found the parents liable for allowing the intoxicated driver to transport their children and failing to secure them with seatbelts or child seats. The court ruled that the parents' conduct violated the substantive law on tort liability and that the children's contributory negligence could not be imputed to them as minors.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 300, 330 of the Civil Code; The Supreme Court held that parents are liable for torts committed by their intoxicated drivers when they allow the transport of their minor children without proper safety measures, and that contributory negligence cannot be attributed to the children themselves.

Keywords

AI generated
tort liability parental negligence drunk driving minor children contributory negligence civil code safety equipment

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 300, 330 of the Civil Code
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1004 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1004/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:

1) Γ. Ρ. του Χ.,

2) Κ. Ρ. του Δ., κατοίκων ... Μαγνησίας,

3) Σ. Μ. του Λ., κατοίκου Βόλου,

4) συνεταιρισμού με την επωνυμία «ΑΛΛΗΛΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΕΠΑΓΓ. ΙΔΙΟΚΤ. ΑΥΤ/ΤΩΝ Δ.Χ. Β. ΕΛΛΑΔΟΣ & ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΣΥΝ.ΠΕ», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα και

5) συνεταιρισμού με την επωνυμία «ΑΛΛΗΛΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ ΚΤΕΛ ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΩΝ Ν. ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ ΣΥΝ.ΠΕ», που εδρεύει στο Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα,

οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κυριάκο Τριανταφυλλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω δήλωση καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε ότι διορθώνει το αναιρετήριο ως προς την αρίθμηση των αναιρεσιβλήτων, που εκ παραδρομής αναγράφηκε εσφαλμένα (ο αύξων αριθμός 3 επαναλαμβάνεται δύο φορές).

Των αναιρεσιβλήτων:

1) Δ. Κ. του Κ., κατοίκου … (Μαγνησίας), ατομικά και ως ασκούσας την επιμέλεια του ανηλίκου εγγονού της Δ. Ι. Κ.,

2) Ν. Ι. Κ.,

3) Μ. Ι. Κ., κατοίκων … (Μαγνησίας),

4) Ξ. Δ. Κ., συζ. Σ. Κ., κατοίκου ... Λαμίας,

5) Κ. Δ. Κ., κατοίκου … (Μαγνησίας),

6) Ν. Θ. Μ.,

7) Β. συζ. Ν. Μ., κατοίκων ... Καρδίτσας και

8) Ε. θυγ. Ν. Μ., κατοίκου ... Καρδίτσας,

οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τoν πληρεξούσιo δικηγόρο τους Χρήστο Γιαταγάνα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19.07.2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων [ατομικά η 1η και ως ασκούσα την επιμέλεια των ανηλίκων εγγονών της Ν. (Κ.), Μ. (Κ.) - ήδη ενηλικιωθεισών και Δ. Κ.], που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 219/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 280/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21.06.2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που, αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Δεν αποκλείεται κατ’ αρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών συγκρουσθέντων οχημάτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος, ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων αυτών, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 90/2019, ΑΠ 49/2019, ΑΠ 301/2018).

Περαιτέρω, με τα άρθρα 6 παρ. 1 θ', 12 παρ. 1 και 23 παρ. 2 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως αυτός ίσχυε κατά το χρόνο του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος (05.08.2007), θεσπίζονται κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνονται οι οδηγοί, ώστε να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, αυτοκινητικά ατυχήματα. Ειδικότερα κατά το άρθρο 6 παρ. 1 περ. θ' του ν. 2696/1999:

«οι οδηγοί των οδικών οχημάτων υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις πιο κάτω ενδείξεις των φωτεινών σηματοδοτών ρύθμισης της κυκλοφορίας, εκτός αν η ρύθμιση αυτής γίνεται από τροχονόμο κατά διάφορο τρόπο [...]

(θ) κίτρινο φως με μορφή βέλους το οποίο αναβοσβήνει: Ο οδηγός έχει τις αυτές υποχρεώσεις όπως και προ κίτρινου φωτός κυκλικής μορφής, ήτοι να ανακόπτει ταχύτητα, να προχωρεί με ιδιαίτερη προσοχή και να παραχωρεί προτεραιότητα στους πεζούς και στα οχήματα».

Επίσης, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 «αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή», ενώ κατά το άρθρο 23 παρ. 2 του ίδιου νόμου «προκειμένου ο οδηγός να αλλάξει κατεύθυνση προς τα’ αριστερά, υποχρεούται να πλησιάσει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος, αν είναι διπλής κατεύθυνσης και προς το αριστερό άκρο αυτού αν είναι μονής κατεύθυνσης (μονόδρομος). Για να εισέλθει σε οδό διπλής κατεύθυνσης, πρέπει να πραγματοποιήσει τη στροφή στο κέντρο της διασταύρωσης, ώστε το όχημα να εισέλθει στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος αυτής της οδού. Κατά την κίνηση αυτήν ο οδηγός υποχρεούται να επιτρέπει τη διέλευση των οχημάτων που κινούνται αντίθετα στο οδόστρωμα που πρόκειται να εγκαταλείψει».

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε, ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

[II] Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα:

Οι αναιρεσίβλητοι, με την από 19.07.2012 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου ισχυρίστηκαν ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων, οδηγώντας στις 05.08.2007, στην Ε.Ο. Λάρισας – Βόλου, το ... Δ.Χ. λεωφορείο, που ανήκε στη συγκυριότητα των δεύτερης και τρίτου και ήταν ασφαλισμένο στους τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, προκάλεσε από υπαιτιότητά του, το θανάσιμο τραυματισμό των γονέων, τέκνων, γαμβρού, νύμφης και αδελφών τους Ι.

Κ., οδηγού του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και της συνοδηγού συζύγου του Δ. Μ., καθώς και τον τραυματισμό των επιβαινόντων στο τελευταίο όχημα και εκπροσωπούμενων από την πρώτη εξ αυτών ανήλικων τέκνων των θανατωθέντων Ν., Μ. και Δ. Κ., κατά τη σύγκρουση των εν λόγω οχημάτων, που έγινε κάτω από τις συνθήκες που περιγράφονται σ’ αυτή.

Με αυτό το ιστορικό ζήτησαν όλοι την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο των παραπάνω μελών της οικογένειάς τους και επιπλέον οι ανήλικοι χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από τον τραυματισμό τους και αποζημίωση για στέρηση της διατροφής των θανατωθέντων γονέων τους.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 219/2013 απόφασή του, έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του ατυχήματος τον οδηγό του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Ι. Κ. και απέρριψε κατ’ ουσίαν την αγωγή. Κατ’ αυτής της απόφασης οι ενάγοντες άσκησαν την από 20.07.2014 έφεσή τους και εκδόθηκε η προσβαλλομένη, 280/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία, αφού κρίθηκαν συνυπαίτιοι του ατυχήματος και οι δύο οδηγοί, κατά 50% ο καθένας, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή για τα σ' αυτή αναφερόμενα ποσά.

[III] Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη, κατά το πρώτο σκέλος του, την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να αποδώσει συνυπαιτιότητα για την πρόκληση του ατυχήματος στον πρώτο εξ αυτών, οδηγό του ... Δ.Χ. λεωφορείου, διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 300 και 330 του ΑΚ σε συνδ. με εκείνες των άρθρων 12 παρ. 1,19 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 23 παρ. 2 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως το πραγματικό της τελευταίας διάταξης προκύπτει από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, αντί της διάταξης του άρθρου 27 παρ. 1 β, ε του ΚΟΚ που αναφέρεται αριθμητικά και αφορά τις ισόπεδες σιδηροδρομικές διαβάσεις.

[IV] Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με τις συνθήκες του ατυχήματος και το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος οδηγού του λεωφορείου στην πρόκλησή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

«| Στις 05.08.2007 και περί ώρα 19.45' ο Ι. Κ., οδηγώντας το υπ’ αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής ALFA ROMEO, ιδιοκτησίας του, κινούνταν στην Ε.Ο. Λάρισας-Βόλου, με κατεύθυνση προς το Βόλο, πλησιάζοντας ήδη στην πόλη. Στο ίδιο όχημα επέβαιναν η σύζυγος αυτού Δ. Μ., καθήμενη στη θέση του συνοδηγού, καθώς και τα τρία τέκνα τους, Ν., Μ.

και Δ., ανήλικα τότε, καθήμενα στα πίσω καθίσματα του εν λόγω οχήματος. Κατά τον ίδιο χρόνο, στην ίδια οδό και με την αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή προς Λάρισα κινούνταν το υπ’ αριθμ. κυκλ. ... Δ.Χ. λεωφορείο, ενταγμένο στη δύναμη του Υπεραστικού ΚΤΕΛ Ν. Μαγνησίας, το οποίο οδηγούσε ο 1ος των καθών η κλήση – πρώτος εφεσίβλητος Γ.

Χ. Ρ.. Το λεωφορείο αυτό συγκατείχαν και συνεκμεταλλεύονταν τότε οι 2ος και 3η των καθ’ ών – εφεσιβλήτων [...] είχαν δε προστήσει στην οδήγηση αυτού τον ανωτέρω οδηγό Γ. Χ. Ρ., το δε λεωφορείο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη κατά την κυκλοφορία του στους 4° και 5° των καθ’ ων η κλήση – εφεσιβλήτων αστικούς αλληλασφαλιστικούς συνεταιρισμούς.

Στο 57° χιλ. της άνω Ε.Ο Λάρισας – Βόλου, στο ύψος της ισόπεδης διασταύρωσης αυτής με την κάθετη οδό Κιλελέρ τα δύο ανωτέρω οχήματα ενεπλάκησαν σε τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα, όταν το οδηγούμενο από τον πρώτο εφεσίβλητο Δ.Χ λεωφορείο, μήκους τουλάχιστον 12 μέτρων, κινήθηκε αριστερά επί της Ε.Ο, προκειμένου να εισέλθει στην κάθετη αυτής οδό Κιλελέρ και παρενεβλήθη στην πορεία του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα το τελευταίο με το εμπρόσθιο μέρος του να προσκρούσει στο πίσω δεξιό τμήμα του λεωφορείου με τραγικές εντεύθεν συνέπειες για τους επιβαίνοντες στο ΙΧΕ αυτοκίνητο, αφού ο μεν οδηγός και η συνοδηγός τραυματίσθηκαν θανάσιμα, τα δε ανήλικα τέκνα τους υπέστησαν τις σωματικές βλάβες, που κατωτέρω θα εκτεθούν, ενώ το ΙΧΕ αυτοκίνητο κατεστράφη ολοσχερώς, υλικές δε ζημίες υπέστη και το Δ.Χ λεωφορείο.

Στο σημείο αυτό η Ε.Ο. Λάρισας – Βόλου είναι διπλής κυκλοφορίας, με πλάτος οδοστρώματος 9,80 μ. και δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, είναι ευθεία και στο σημείο, όπου διασταυρώνεται με την κάθετη οδό Κιλελέρ, υφίσταται διαχωριστική νησίδα, κατά τρόπον ώστε να δημιουργείται και επιπρόσθετη (τρίτη) λωρίδα κυκλοφορίας και στις δύο κατευθύνσεις της οδού για τους επιθυμούντες να στρίψουν αριστερά, επισημαίνεται δε με φωτεινούς σηματοδότες, οι οποίοι κατά το χρόνο εκείνο δεν είχαν τεθεί σε πλήρη λειτουργία, αλλά για μεν τους κινούμενους προς Βόλο (πορεία Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου) είχαν ως ένδειξη αναλάμπον διπλό κίτρινο φως κυκλικής μορφής, για δε τους κινούμενους προς Λάρισα με πρόθεση να στρίψουν αριστερά για να εισέλθουν στην οδό Κιλελέρ (πορεία Δ.Χ.

λεωφορείου) είχαν ως ένδειξη κίτρινο φως με μορφή βέλους που αναβόσβηνε. Το οδόστρωμα ήταν υγρό, συνεπεία της βροχής που έπιπτε, υπήρχε δε μεγάλη κυκλοφορία, ενώ υπήρχε ακόμη φως ημέρας. Ο οδηγός του Δ.Χ. λεωφορείου, έχοντας την ημέρα εκείνη ήδη πραγματοποιήσει το δρομολόγιο Βόλος – Αθήνα – Βόλος με το όχημα αυτό, κινήθηκε προς την έξοδο της πόλης του Βόλου, προκειμένου να το σταθμεύσει στον υπαίθριο χώρο στάθμευσης των λεωφορείων του υπεραστικού ΚΤΕΛ Μαγνησίας, που βρίσκεται επί της οδού Κιλελέρ μετά τη διασταύρωσή της με την Ε.Ο.

Φθάνοντας στην άνω ισόπεδη διασταύρωση, γνωστή ως διασταύρωση «Άσπρες Πεταλούδες» διότι οι κινούμενοι προς Βόλο στρίβοντας αριστερά στην εν λόγω διασταύρωση μπορούν να οδηγηθούν στο ως άνω Ίδρυμα Κλειστής Περίθαλψης Ατόμων με Βαριά Νοητική Στέρηση και εκείθεν προς Ν. Ιωνία, σταμάτησε στην αριστερή (επιπρόσθετη) λωρίδα πλησίον της διαχωριστικής νησίδας και, δεδομένου ότι η προς Βόλο κίνηση οχημάτων ήταν μεγάλη, αρχικά ανέμενε να ελευθερωθεί το αντίθετο αυτό ρεύμα κυκλοφορίας και στη συνέχεια, διενεργώντας αριστερή στροφή, ξεκίνησε αργά να διασχίζει κάθετα την προς Βόλο κατεύθυνση της οδού, καταλαμβάνοντας το επίμηκες όχημα που οδηγούσε και τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας αυτής της κατεύθυνσης, με συνέπεια, τη στιγμή κατά την οποία το εμπρόσθιο τμήμα του λεωφορείου είχε εισέλθει ήδη στην οδό Κιλελέρ το κινούμενο προς Βόλο Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο με σφοδρότητα να προσκρούσει στο πίσω δεξιό τμήμα αυτού, αμέσως μετά το δεξιό πίσω τροχό στο ύψος της μπαγκαζιέρας, όπου και σφηνώθηκε αρχικά μετατοπίζοντας λίγο το λεωφορείο και στη συνέχεια εκτινάχθηκε προς τα πίσω διαγώνια στο μέσον του οδοστρώματος, ενώ τα λάδια που χύθηκαν στο οδόστρωμα κατά την πρόσκρουση ανεφλέγησαν.

Σημειωτέον ότι ενόσω χρόνο το Δ.Χ λεωφορείο με αναμμένο τον αριστερό δείκτη πορείας του ήταν ακινητοποιημένο πλησίον της διαχωριστικής νησίδας στην προς Λάρισα κατεύθυνση της οδού, στην αντίστοιχη αντίθετη προς Βόλο κατεύθυνση και στην επιπρόσθετη (τρίτη) λωρίδα αυτής πλησίον της διαχωριστικής νησίδας με πρόθεση να κινηθεί αριστερά προς Ν.

Ιωνία είχε ακινητοποιηθεί και το υπ’ αριθμ. ... Ι.Χ.Ε αναμένοντας να διέλθει το ογκώδες λεωφορείο, που στερούσε τη δυνατότητα στον οδηγό του να ελέγξει την αντίθετη προς Λάρισα κατεύθυνση της οδού, είναι δε αυτός ο οδηγός Κ. Τ., καθώς και η επιβαίνουσα σ’ αυτό σύζυγος του B. D., αλβανικής υπηκοότητας, τοπογράφος μηχανικός, οι μόνοι αυτόπτες μάρτυρες του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, πέραν των τριών ανηλίκων.

Οι άνδρες του Τμήματος Τροχαίας Βόλου, που επελήφθησαν του ατυχήματος, με βάση τα αντικειμενικά ευρήματα (θραύσματα πλαστικών και υάλων), που βρέθηκαν επί του οδοστρώματος, εντόπισαν και αποτύπωσαν στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, που συνέταξαν, το πιθανό σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων, που βρίσκεται περί το μέσο των δύο λωρίδων κυκλοφορίας της προς Βόλο κατεύθυνσης της οδού και δη κατά το μικρότερο μέρος στην αριστερή και κατά το μεγαλύτερο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας.

Στο ίδιο σχεδιάγραμμα εντοπίζονται και οι τελικές θέσεις των οχημάτων, που του μεν Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου είναι αυτή που προέκυψε αμέσως μετά τη σύγκρουση χωρίς να έχει μετακινηθεί, αφού, ενόψει και της ολοσχερούς καταστροφής ολόκληρου του εμπρόσθιου τμήματος αυτού, όπως προκύπτει από τις φωτογραφίες, συνημμένες στην προανακριτική δικογραφία, αυτό δεν θα μπορούσε και να μετακινηθεί, ενώ το λεωφορείο εντοπίζεται στην τελική θέση, όπως αυτό οπωσδήποτε στο μεταξύ είχε μετακινηθεί επί της οδού Κιλελέρ, όταν κατέφθασαν στον τόπο του ατυχήματος οι Αστυνομικοί, αφού δεν είναι δυνατόν η αποτυπούμενη στο σχεδιάγραμμα ως τελική του θέση να είναι και η αμέσως μετά το ατύχημα προκύψασα.

Και τούτο διότι το πίσω μέρος του λεωφορείου στο σχεδιάγραμμα εμφαίνεται να καταλαμβάνει μόλις λίγα εκατοστά του άκρου δεξιού της προς Βόλο δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, τη στιγμή, που αυτό έχει υποστεί τις συγκεκριμένες ζημίες, όπως αυτές εμφαίνονται στις φωτογραφίες που έλαβαν οι άνδρες της Τροχαίας και απεικονίζουν το πίσω δεξιό σημείο πρόσκρουσης του ΙΧΕ αυτοκινήτου επί του λεωφορείου, στο σημείο που βρίσκεται η μπαγκαζιέρα.

Εξάλλου, το λεωφορείο, κατά την επ' αυτού σφοδρή πρόσκρουση του ΙΧΕ αυτοκινήτου, δεν επλήγη σε καίρια σημεία του και δεν στερήθηκε της δυνατότητας αυτοδύναμης κίνησης, όπως προκύπτει από τα ανταλλακτικά που απαιτήθηκαν και τις εργασίες που έγιναν για την επισκευή του και αναφέρονται στην από 04.07.2009 αγωγή που οι συνιδιοκτήτες του – 2ος και 3η των εφεσιβλήτων – άσκησαν σε βάρος της ασφαλίζουσας, κατά το χρόνο του ατυχήματος, το ΙΧΕ αυτοκίνητο ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΙΓΑΙΟΝ Α.Ε.Γ.Α», εκδοθείσας επ’ αυτής της υπ’ αριθμ. 61/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που κατέστη τελεσίδικη.

Λαμβάνοντας υπόψη το Δικαστήριο όλα τα ανωτέρω στοιχεία οδηγείται στην κρίση ότι κατά το χρόνο της σύγκρουσης των δύο οχημάτων το μήκους τουλάχιστον 12 μέτρων λεωφορείο καταλάμβανε πλήρως όχι μόνον τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, στην οποία κινούνταν το Ι.Χ. αυτοκίνητο, αλλά και μικρό τμήμα της αριστερής τοιαύτης και ότι αυτή έλαβε χώρα στο σημείο, όπου στο σχεδιάγραμμα, αποτυπώνεται ως πιθανό σημείο σύγκρουσης και όχι στο άκρο δεξιό τμήμα του δεξιού ρεύματος κυκλοφορίας της οδού, ότι δηλαδή το λεωφορείο είχε εισέλθει κατά το μεγαλύτερο μέρος του (5/6) επί της οδού Κιλελέρ, όπως οι εφεσίβλητοι αβάσιμα υποστηρίζουν.

Στην κρίση αυτή οδηγείται το Δικαστήριο και από τη σαφή και πειστική κατάθεση της προαναφερθείσας αυτόπτη μάρτυρα B. D. τόσον στην προανακριτική εξέτασή της, όσον και στην ένορκη ενώπιον της Ειρηνοδίκη Βόλου υπ’ αριθμ. 494/2013 ένορκη βεβαίωση αυτής, η οποία επί λέξει αναφέρει «Μας είχε κόψει όλη την ορατότητα (ενν.

το λεωφορείο) και με αναμμένο το αριστερό φλας άρχισε να κινείται πολύ αργά επιχειρώντας να διασχίσει κάθετα το ρεύμα κυκλοφορίας. Η κίνησή του ήταν τόσο αργή, που έκλεισε όλη την οδό. Ξαφνικά, ενώ είχε κλείσει όλη την οδό, ένα αυτοκίνητο που κινούνταν προς Βόλο με ταχύτητα κανονική έπεσε στο πίσω φτερό του λεωφορείου την ώρα που επιχειρούσε να περάσει απέναντι».

Τα ίδια καταθέτει και ο οδηγός Κ. Τ., σύζυγος της άνω μάρτυρα, στην προανακριτική εξέτασή του. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι παρότι η Ε.Ο. Λάρισας - Βόλου είναι ευθεία για τους κινούμενους προς Βόλο το οδόστρωμα εμφανίζει κοίλωμα (κούρμπα) σε απόσταση περίπου 150 μέτρα από το σημείο του ατυχήματος, βρίσκεται δηλαδή σε χαμηλότερο επίπεδο, ακολουθεί ανήφορος και μόνον όταν κάποιο όχημα φθάσει στο ανώτερο σημείο του και αρχίσει την κατηφορική του πορεία ο οδηγός του έχει ορατότητα για την επί της προκειμένης διασταύρωσης κίνηση των οχημάτων.

Περί της ανωτέρω ιδιομορφίας της οδού καταθέτουν τόσον ο Σ. Κ. στην ενώπιον της Ειρηνοδίκη Λαμίας υπ’ αριθμ. 99/2013 ένορκη βεβαίωσή του, όσον και ο συνάδελφος του πρώτου εφεσιβλήτου, ομοίως επαγγελματίας οδηγός λεωφορείου, Ε. Κ., που κατευθύνονταν προς Βόλο και έφθασε στη συγκεκριμένη διασταύρωση περί τα 4 - 5 λεπτά μετά το ατύχημα, τόσον κατά την εξέτασή του ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, όσον και ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας κατά την εκδίκαση της σε βάρος του πρώτου εφεσιβλήτου αποδοθείσας κατηγορίας της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ’ υποχρέου κατά συρροή σε πρώτο και δεύτερο βαθμό.

Συγκεκριμένα ο τελευταίος επί λέξει καταθέτει «Αν οδηγείς και είσαι μέσα στη λακκούβα, δεν θα μπορούσες να δεις το λεωφορείο. Η κούρμπα του δρόμου είναι μικρή, το αυτοκίνητο τη διασχίζει σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Μετά την κούρμπα είναι ανήφορος και δεν μπορείς να δεις τον άλλον αν δεν βγεις στο ισιάδι [...].

Στην οδό Λαρίσης που ήταν το λεωφορείο, ο οδηγός του θα μπορούσε να δει αν ερχόταν κάποιο αυτοκίνητο μέχρι τη γέφυρα που απείχε 400 μέτρα. Η κούρμπα βρίσκεται στο ενδιάμεσο των 400 μέτρων, γύρω στα 150 μέτρα». Από τις ανωτέρω καταθέσεις δηλαδή προκύπτει ότι ο μεν οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, που είναι χαμηλό, είχε δυνατότητα να αντιληφθεί από απόσταση περί τα 80 μέτρα την επί της επικείμενης διασταύρωσης κίνηση των οχημάτων και δη του Δ.Χ λεωφορείου, μόλις δηλαδή θα άρχιζε την κατηφορική του πορεία, ενώ αντίθετα ο οδηγός του λεωφορείου, που είναι ψηλό, είχε τη δυνατότητα να ελέγξει την κίνηση των προς Βόλο κινουμένων οχημάτων σε απόσταση 400 περίπου μέτρων.

Περαιτέρω από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι η ταχύτητα του ΙΧΕ αυτοκινήτου ήταν σημαντικά ανώτερη της επιτρεπόμενης στο σημείο εκείνο των 60χ/Ω, γεγονός που προκύπτει και από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, χωρίς όμως να είναι δυνατός ο επακριβής προσδιορισμός της, ενόψει και των αντίθετων καταθέσεων των μαρτύρων αναφορικά με την ταχύτητα αυτού, αφού η μεν αυτόπτης μάρτυρας B.

D. καταθέτει ότι η ταχύτητά του ήταν κανονική, ενώ ο προαναφερθείς μάρτυρας Ε. Κ. ότι η ταχύτητα του ΙΧΕ, όπως κρίνει από τις ζημίες που αυτό υπέστη, υπερέβαινε των 120 χ/Ω. Οπωσδήποτε, όμως, δεν ήταν και αυτή των 170 χ/Ω, όπως ο πρώτος εφεσίβλητος οδηγός υποστηρίζει, διότι, ως ισχυρίζεται, είδε το κοντέρ του αυτοκινήτου να έχει σταματήσει στην εν λόγω ένδειξη.

Αν κάτι τέτοιο συνέβαινε θα το είχαν αντιληφθεί οι άνδρες της Τροχαίας και στην έκθεση αυτοψίας θα είχαν καταλογίσει ανάλογη παράβαση σε βάρος του οδηγού. Με βάση τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία και τις προαναφερόμενες σκέψεις κρίνεται ότι το ατύχημα αυτό οφείλεται στη συντρέχουσα αμέλεια αμφοτέρων των οδηγών των εμπλακέντων σ’ αυτό οχημάτων, συνιστάμενη στο ότι αυτοί δεν κατέβαλαν την κατ’ αντικειμενική κρίση απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή, την οποία κάθε μέσος συνετός οδηγός θα κατέβαλε, αν βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση, με βάση τους νομικούς κανόνες και την κοινή λογική και πείρα και την οποία επιμέλεια, αν επεδείκνυαν, θα μπορούσε το ατύχημα να είχε αποφευχθεί.

Ειδικότερα η υπαιτιότητα του οδηγού του Δ.Χ λεωφορείου Γ. Ρ. – πρώτου εφεσιβλήτου έγκειται στο ότι αυτός, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 θ', 12 παρ. 1 και 23 παρ. 2 του ν. 2696/1999, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και προτιθέμενος με αριστερή στροφή να διασχίσει κάθετα το προς Βόλο κυκλοφορίας της Ε.Ο.

Λάρισας – Βόλου και να εισέλθει στην κάθετη αυτής οδό Κιλελέρ, παρότι ο στην πορεία του σηματοδότης είχε υπό μορφή βέλους κίτρινο φως, που τον υποχρέωνε να προχωρήσει με ιδιαίτερη προσοχή, παραχωρώντας προτεραιότητα στα προς Βόλο κινούμενα οχήματα, αυτός, παρότι ακινητοποίησε το όχημά του πλησίον της διαχωριστικής νησίδας δεν ήλεγξε επισταμένως την κίνηση του αντίθετου ρεύματος πορείας της οδού, αφού από τη θέση του είχε ορατότητα σε απόσταση περί τα 400 μέτρα, ώστε να βεβαιωθεί ότι ακίνδυνα θα μπορούσε να ενεργήσει την αριστερή στροφή, αναμένοντας να απελευθερωθεί πλήρως το οδόστρωμα από τα προς Βόλο κινούμενα οχήματα, λαμβάνοντας υπόψη και το χρόνο που θα απαιτούνταν για να διέλθει το επίμηκες όχημά του, αλλά, ενόψει και του ότι υπήρχε μεγάλη κίνηση, επεχείρησε κάποια στιγμή την αριστερή στροφή με συνέπεια το όχημά του να παρεμβληθεί κάθετα στην πορεία του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου.

Αντίστοιχα η υπαιτιότητα του οδηγού του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου συνίσταται στο ότι αυτός, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 δ', 12 παρ. 1, 20, 42 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ούτε είχε ρυθμίσει την ταχύτητά του στο προσήκον μέτρο, ενόψει και του ότι το οδόστρωμα ήταν υγρό, συνεπεία της βροχής που έπιπτε, πολλώ δε μάλλον δεν ανέκοψε αυτήν, ενόψει του ότι πλησιάζοντας στην ισόπεδη διασταύρωση ο σηματοδότης στην πορεία του είχε αναλάμπον κίτρινο φως κυκλικής μορφής και να προχωρήσει με ιδιαίτερη προσοχή, αλλά κινούνταν με ταχύτητα που σαφώς υπερέβαινε ακόμη και την επιτρεπόμενη των 60 χ/Ω και παρότι, τουλάχιστον από απόσταση 80 μέτρων περίπου προ της διασταύρωσης, θα έπρεπε να είχε αντιληφθεί το εμπόδιο που παρεμβάλλονταν στην πορεία του, αυτός σε ουδεμία ενέργεια προκύπτει ότι προέβη, και δη δεν ενήργησε άμεσα επί του συστήματος πέδησης ελαττώνοντας την ταχύτητά του ή και ακινητοποιώντας ακόμη το όχημά του μέχρι να διέλθει το λεωφορείο, που παρεμβάλλονταν στην κίνησή του, αλλά με την ίδια ταχύτητα που κινούνταν με σφοδρότητα προσέκρουσε στο πίσω μέρος του Δ.Χ.

λεωφορείου. Καίριο δε ρόλο στην αμελή αυτή οδική συμπεριφορά του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου έπαιξε και το γεγονός ότι, όπως εκ των υστέρων διαπιστώθηκε, αυτός οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος και συγκεκριμένα με συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα του 1,36 γραμ. ανά 1.000 κ.ε (λίτρο) αίματος (βλ. την υπ’ αριθμ.

πρωτ. .../12.12.2007 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών). Επειδή οι παραβάσεις κάθε οδηγού είναι εξίσου σοβαρές, διότι θίγονται κυκλοφοριακοί κανόνες ίσης σπουδαιότητας, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο καθένας βαρύνεται με ποσοστό συνυπαιτιότητας 50%.

Επομένως, η νόμιμη, κατ’ άρθρο 300 ΑΚ, ένσταση, που παραδεκτώς πρόβαλαν οι εφεσίβλητοι στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρουν με τις προτάσεις τους στο παρόν δικαστήριο, περί συντρέχοντος πταίσματος του αποβιώσαντος κατά ποσοστό 90% στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη.

Σημειωτέον ότι ο πρώτος εφεσίβλητος με την υπ’ αριθμ. 138/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας για τις αποδοθείσες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ’ υποχρέου κατά συρροή καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους για την ανθρωποκτονία του Ι.

Κ. και Δ. Μ., αντίστοιχα και σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών για τη σωματική βλάβη που προκλήθηκε στο καθένα ανήλικο τέκνο τους και σε συνολική ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και τριών (3) μηνών|».

[V] Με τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί συνυπαιτιότητας του οδηγού του λεωφορείου, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, στο πραγματικό των πιο πάνω εφαρμοσθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου και δικαιολογούν το διατακτικό της απόφασής του και συνεπώς δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα το Εφετείο δέχτηκε ότι ο πρώτος αναιρεσείων, οδηγώντας στις 05.08.2007 και περί ώρα 19.45, το ... Δ.Χ. λεωφορείο στην πλάτους 9,80 μέτρων Ε.Ο. Λάρισας-Βόλου προς Λάρισα, φθάνοντας στη διασταύρωση με την οδό Κιλελέρ και προτιθέμενος να εισέλθει αριστερά στην τελευταία οδό, ακινητοποίησε το όχημά του στο αριστερό του ρεύματός του, ανέμεινε να ελευθερωθεί το αντίθετο προς την κατεύθυνσή του ρεύμα πορείας της Ε.Ο.

Λάρισας-Βόλου (προς Βόλο) και στη συνέχεια ξεκίνησε να διασχίζει κάθετα το ρεύμα αυτό, ότι τη στιγμή που το εμπρόσθιο τμήμα του λεωφορείου βρισκόταν επί της οδού Κιλελέρ προσέκρουσε το πίσω πλάγιο δεξιό τμήμα του, με το εμπρόσθιο δικό του, το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο συγγενής των αναιρεσιβλήτων Ι.

Κ. στην Ε.Ο. Λάρισας-Βόλου προς Βόλο, ότι τη στιγμή της σύγκρουσης το λεωφορείο καταλάμβανε κάθετα ολόκληρο το δεξιό τμήμα του ρεύματος πορείας του ΙΧΕ αυτοκινήτου, όπου και το τελευταίο εκινείτο και μικρό τμήμα του αριστερού, ότι λόγω κλίσης της Ε.Ο. Λάρισας-Βόλου η ορατότητα επ' αυτής, σε σχέση με το σημείο του ατυχήματος, ήταν για τον οδηγό του λεωφορείου 400 μέτρα και για τον οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου 80 μέτρα, ότι επί της διασταύρωσης υπήρχαν φωτεινοί σηματοδότες που δεν λειτουργούσαν πλήρως και έδειχναν δια την κατεύθυνση του λεωφορείου κίτρινο φως με τη μορφή βέλους που αναβόσβηνε και για την κατεύθυνση του ΙΧΕ αυτοκινήτου διπλό κίτρινο φως κυκλικής μορφής, ότι ο Ι.

Κ., ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, οδηγούσε το αυτοκίνητό του με ταχύτητα σημαντικά ανώτερη του ορίου των 60 χιλιομέτρων την ώρα, ότι ο αναιρεσείων οδηγός του λεωφορείου, πριν ξεκινήσει τον προς τ' αριστερά ελιγμό, δεν έλεγξε σχολαστικά την κυκλοφορία στο ρεύμα της Ε.Ο. Λάρισας-Βόλου, το οποίο επρόκειτο να διασχίσει, αν και είχε ορατότητα σε απόσταση 400 μέτρων, ούτε ανέμεινε να ελευθερωθεί πλήρως το ρεύμα αυτό από τα προς Βόλο κινούμενα οχήματα, προς τα οποία όφειλε, λόγω του κίτρινου αναλάμποντος φωτός που υπήρχε στην πορεία του, να παραχωρήσει προτεραιότητα, λαμβάνοντας υπόψη και το χρόνο που απαιτούνταν για να διανύσει με ασφάλεια ολόκληρο το πλάτος του ρεύματος της Ε.Ο.

Λάρισας-Βόλου προς Βόλο με το μήκους 12 μέτρων όχημα που οδηγούσε. Οι αιτιολογίες αυτές της προσβαλλομένης αρκούσαν για να στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα περί συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος. Ουδεμία δε αντίφαση προκύπτει από το ότι το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων οδηγός του λεωφορείου ακινητοποίησε το όχημά του, ανέμεινε να ελευθερωθεί το ρεύμα της Ε.Ο.

Λάρισας – Βόλου προς Βόλο και κατόπιν ξεκίνησε πραγματοποιώντας ελιγμό αριστερά, παρ' όλα αυτά αποδίδει στον τελευταίο αμέλεια στην πρόκληση του ατυχήματος, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, καθόσον το Εφετείο, σε συνέχεια των παραπάνω, δέχεται ότι ο οδηγός του λεωφορείου δεν έλεγξε επισταμένως την κυκλοφορία ούτε ανέμεινε να ελευθερωθεί πλήρως το ρεύμα της Ε.Ο.

Λάρισας – Βόλου προς Βόλο, όπου εκινείτο το ΙΧΕ, προς το οποίο όφειλε να παραχωρήσει προτεραιότητα. Περαιτέρω, οι φερόμενες ως ελλείψεις σε σχέση την ακριβή ταχύτητα του ΙΧΕ αυτοκινήτου, τη θέση του ίδιου οχήματος ως προς το πεδίο ορατότητας του οδηγού του λεωφορείου, την απόσταση μεταξύ των δύο συγκρουσθέντων οχημάτων όταν το λεωφορείο άρχισε να εκτελεί τον προς τα αριστερά ελιγμό και το πλάτος του ελεύθερου τμήματος του ρεύματος του ΙΧΕ αυτοκινήτου από αριστερά του κατά τη στιγμή της σύγκρουσης, δεν εμποδίζουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν, ενώ στην προσβαλλομένη προσδιορίζονται με σαφήνεια και επάρκεια τα στοιχεία με βάση τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην κρίση περί συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος – οδηγού του λεωφορείου στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

[VI] Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεών του, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνον αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του. Αντίθετα δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά. Σε κάθε περίπτωση, για την υποστήριξη του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να προσκομίζεται το έγγραφο που φέρεται να έχει παραμορφωθεί από το δικαστήριο της ουσίας, αλλιώς ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του σχεδιαγράμματος της Τροχαίας που επιλήφθηκε του ατυχήματος, σε σχέση με τη θέση του λεωφορείου μετά το ατύχημα, δίνοντας άλλη αποδεικτική αξία από αυτή που το ίδιο έχει, δεχόμενο, ως τελική θέση του λεωφορείου, άλλη από την απεικονιζόμενη στο σχεδιάγραμμα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως γιατί η προβαλλόμενη αιτίαση αφορά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του (μη προσκομιζόμενου στην παρούσα αναιρετική δίκη) σχεδιαγράμματος από το Εφετείο, που ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

[VII] Κατά το άρθρο 324 του ΚΠολΔ δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ενώ κατά το άρθρο 559 αριθμ. 16 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται, πλην άλλων, και αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά το νόμο, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, απορρίπτοντας σχετική ένστασή τους, από την 61/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία εκδόθηκε επί αγωγής αποζημίωσης των δεύτερης και τρίτου εξ αυτών (συγκυρίων του λεωφορείου) κατά της ασφαλιστικής εταιρείας του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου «ΑΙΓΑΙΟΝ Α.Ε.Γ.Α.» και έκρινε ως αποκλειστικά υπαίτιο του ατυχήματος τον οδηγό του τελευταίου οχήματος. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προαναφερόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και εκθέτουν και οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες στο αναιρετήριο, η δίκη εκείνη, έστω και αν αφορά αποζημίωση για ζημιές από το ίδιο αυτοκινητικό ατύχημα, διεξήχθη μεταξύ των εκ των αναιρεσειόντων ιδιοκτητών του λεωφορείου και της ασφαλιστικής εταιρείας του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου του θανατωθέντος Ι. Κ. «ΑΙΓΑΙΟΝ Α.Ε.Γ.Α.» (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) και συνεπώς δεν απορρέει από την απόφαση εκείνη δεδικασμένο για τους διαδίκους της παρούσας δίκης υπό την προαναφερθείσα έννοια του άρθρου 324 του ΚΠολΔ.

[VIII] Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη, όπως εκτιμάται, την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει την ένστασή τους περί συντρέχοντος πταίσματος (αυτοδιακινδύνευσης) της θανατωθείσας Δ. Μ., συνοδηγού του πιο πάνω ΙΧΕ αυτοκινήτου, λόγω επιβίβασής της σε όχημα ο οδηγός του οποίου και σύζυγός της, με τον οποίο συνδιασκέδαζε, γνώριζε ότι βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ, η οποία, αν και δεν αναφέρεται αριθμητικά, το πραγματικό της προκύπτει από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου.

Ως προς το ζήτημα αυτό το Εφετείο δέχτηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα:

«| Η ένσταση [...] θα πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, διότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η συνοδηγός Δ. Μ. γνώριζε ότι ο σύζυγός της βρισκόταν σε κατάσταση μέθης και ως εκ τούτου ήταν ανίκανος ή μειωμένα ικανός για οδήγηση. Δεν συνδιασκέδαζαν προηγουμένως ώστε να γνωρίζει ότι αυτός είχε καταναλώσει οινοπνευματώδη ποτά, επέστρεφαν από την ετήσια εμποροπανήγυρη της πόλης του Βόλου, όπου είχαν μεταβεί χάριν διασκέδασης των ανηλίκων τέκνων τους. Πολλώ δε μάλλον, αν γνώριζε την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο σύζυγός της, δεν θα συναινούσε η ίδια στο να επιβιβαστούν στο όχημα τα ανήλικα τέκνα τους|».

Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 300 του ΑΚ χωρίς να απαιτούνται και περαιτέρω αιτιολογίες. Οι αιτιάσεις περί αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλομένης για το λόγο ότι το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι οι θανατωθέντες είχαν μεταβεί με τα τέκνα τους σε εμποροπανήγυρη που είναι χώρος διασκέδασης με φαγητό, μουσική και ποτό, εντούτοις, παραβιάζοντας τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας και παρά τις περί του αντιθέτου (ότι συνδιασκέδαζαν) συνεκτιμηθείσες προανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων, κατέληξε στην παραδοχή ότι η θανατωθείσα συνοδηγός δεν γνώριζε την κατανάλωση αλκοόλ εκ μέρους του οδηγού συζύγου της, κρίνονται απορριπτέες ως απαράδεκτες, γιατί, υπό την επίφαση αυτών των αναιρετικών πλημμελειών, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το Εφετείο, ως προς την οποία οι αναιρεσείοντες έχουν διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς. Κατά συνέπεια, ο πιο πάνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.

[IX] Από τη διάταξη του άρθρου 300 παρ. 1 και 2 του ΑΚ προκύπτει ότι αν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία του, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Ο ισχυρισμός περί συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος ενάγοντος συνιστά ένσταση που προτείνεται από τον υπόχρεο προς αποζημίωση εναγόμενο. Εάν όμως ο ζημιωθείς είναι ανήλικος, οπότε η αγωγή προς αποκατάσταση της ζημίας του ασκείται δια του νόμιμου αντιπροσώπου του, τότε ο εναγόμενος οφειλέτης δεν δικαιούται να προτείνει κατά του ανηλίκου την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος των ασκούντων τη γονική μέριμνα γονέων του στην πρόκληση ή την έκταση της ζημίας του, καθόσον δεν πρόκειται για συντρέχον πταίσμα του ίδιου του ανηλίκου ούτε για αποκατάσταση ίδιας ζημίας των γονέων και η σχετική ένσταση είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη (ΑΠ 48/2016, ΑΠ 239/2010).

Τέλος, με το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και τον τέταρτο λόγο αυτής, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως μη νόμιμες τις ενστάσεις τους περί συντρέχοντος πταίσματος των θανατωθέντων γονέων των ανηλίκων, κατά το χρόνο του ατυχήματος, αναιρεσιβλήτων Ν., Μ. και Δ. Κ., που επέβαιναν στα πίσω καθίσματα του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, στην πρόκληση και την έκταση του τραυματισμού τους, αφενός γιατί δέχτηκαν την επιβίβαση και μεταφορά των ανηλίκων με το ως άνω αυτοκίνητο, αν και γνώριζαν ότι ο οδηγός του βρισκόταν σε κατάσταση μέθης, θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο τη σωματική τους ακεραιότητα και αφετέρου γιατί παρέλειψαν να προσδέσουν αυτά με ζώνη ασφαλείας ή σε ειδικό παιδικό κάθισμα ανάλογα με την ηλικία καθενός, παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ.

Ως προς το ζήτημα αυτό το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: «| οι εναγόμενοι προτείνουν και την περί συνυπαιτιότητας (αυτοδιακινδύνευσης) ένσταση των επιβατών του ΙΧΕ αυτοκινήτου, ισχυριζόμενοι ότι παρότι γνώριζαν ότι ο οδηγός Ι. Κ. τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος που δεν του επέτρεπε την ασφαλή οδήγηση αφενός η συνοδηγός - σύζυγός του Δ. Μ. δέχτηκε η ίδια και επιβιβάστηκε επί του οδηγούμενου από αυτόν οχήματος αφετέρου, ως γονείς παρέβησαν την εκ του νόμου επιβαλλόμενη σ' αυτούς υποχρέωση εποπτείας των ανηλίκων τέκνων τους και επιβίβασαν αυτά στο οδηγούμενο από τον πρώτο εξ αυτών όχημα, διακινδυνεύοντας έτσι τη σωματική τους ακεραιότητα. Καθ’ ό μέρος η ένσταση αυτή αυτοδιακινδύνευσης προβάλλεται έναντι των ανηλίκων είναι μη νόμιμη, δεδομένου ότι δεν μπορεί να αντιταχθεί, κατ' άρθρο 300 παρ. 2 ΑΚ, το πταίσμα του νομίμου αντιπροσώπου του ανηλίκου εις βάρος του ίδιου του ανηλίκου. Για τον ίδιο λόγο μη νόμιμη είναι και η ένσταση αυτοδιακινδύνευσης που προβάλλεται από τους εναγομένους έναντι των ανηλίκων για το λόγο ότι αυτά, κατά το χρόνο του ατυχήματος, δεν ήταν προδεδεμένα με ζώνες ασφαλείας ή σε ειδικά για παιδιά καθίσματα, αφού η εν λόγω παράβαση δεν μπορεί να καταλογιστεί σε βάρος των τέκνων αλλά μόνον σε βάρος των εχόντων την επιμέλεια και εποπτεία αυτών γονέων τους|».

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ, την οποία έτσι δεν παραβίασε ευθέως και οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

[X] Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21.06.2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. 44/21-6-2018) αίτηση για αναίρεση της 280/29-5-2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης

αποχωρησάσης

από την Υπηρεσία

η αρχαιότερη της

συνθέσεως Αρεοπαγίτης

και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ

Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουλίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ