Legislator Case Law & Legislation
1004/2020 AI generated

1004/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1004/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1004/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1004 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1004/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Απριλίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Τσάκωνα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ό. Γ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Φώτιου Κώτση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, καθώς και την 3215/2009 παρεμπίπτουσα αγωγή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1654/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3805/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-2-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Από τις διατάξεις των άρθρων 21 και 51 παρ. 1 του Ν.345/1976 που ορίζουν, α) ότι οι αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου είναι, κατά το άρθρο 100 του Συντάγματος, αμετάκλητες και αποκλείεται η άσκηση κατ' αυτών τριτανακοπής, ισχύουν δε από της επ' ακροατηρίου δημοσιεύσεώς των έναντι όλων, εκτός αν με ειδική διάταξη ορίζεται διαφορετικά (άρθρο 21) και β) ότι η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου, με την οποία έχει αρθεί αμφισβήτηση σχετικά με την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα τυπικού νόμου ισχύει έναντι όλων από τη δημοσίευση της σε δημόσια συνεδρίαση (άρθρο 51 παρ. 1), προκύπτει ότι η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου δεσμεύει και τα δικαστήρια όλων των βαθμίδων και δικαιοδοσιών της Ελληνικής Επικράτειας, ακόμη και τις εκκρεμείς ενώπιον του Εφετείου ή του Αρείου Πάγου υποθέσεις για το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας του νόμου το οποίο έλυσε, ότι όταν κηρύσσουν νόμο ως αντισυνταγματικό αποτελούν λόγο αναψηλαφήσεως κάθε αποφάσεως, έστω και αμετάκλητης, που εκδόθηκε εντός του χρόνου της αναδρομής και ότι ισοδυναμούν με νομοθετική μεταβολή και επάγονται κατάργηση του δεδικασμένου και της εκτελεστότητας (Ολ.Α.Π. 10/2001, ΑΠ. 9/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι η ένδικη αξίωση του ενάγοντος ασκήθηκε μετά την έκδοση των 3/2007, 4/2007 και 5/2007 αποφάσεων του ΑΕΔ, με τις οποίες κρίθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν.2084/1992, που επιβάλει ανώτατο όριο επί των εφάπαξ παροχών που χορηγούνται στους ασφαλισμένους από το Ταμείο Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού ΑΤΕ, καθώς και από το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, και επομένως η ισχύς των αποφάσεων αυτών, που ισοδυναμούν με νομοθετική μεταβολή, οι συνέπειες της οποίας δεν μπορεί παρά να επέρχονται εφεξής και να εφαρμόζονται σε όσες έννομες σχέσεις αναπτύσσονται και τελειούνται και μετά τη νομοθετική αυτή μεταβολή, εκτείνεται στην κρινόμενη έννομη σχέση.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και δεχόμενο ότι με τη δημοσίευση των αποφάσεων αυτών επήλθε νομοθετική μεταβολή ως προς το ύψος της οφειλόμενης εφάπαξ παροχής, για την οποία ο ενάγων έχοντας σχετική ενεργό αξίωση, άσκησε την ένδικη αγωγή, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., οι δε αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι το ΑΕΔ με τις ως άνω αποφάσεις του έκρινε αν είναι συνταγματική ή όχι η διάταξη του άρθρου 57 του Ν.2084/1992 και όχι για το σύννομο ή μη των αξιώσεων του ενάγοντος σε σχέση με το χρόνο ασκήσεως αυτών και ότι οι αποφάσεις αυτές καταλαμβάνουν μόνο τις περιπτώσεις ασφαλισμένων που αποχώρησαν από την υπηρεσία τους μετά τη δημοσίευση των αποφάσεων αυτών (Φεβρουάριο του 2007), όχι δε και τους ασφαλισμένους που αποχώρησαν πριν από τη δημοσίευση αυτών, όπως ο ενάγων, που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμες.

Η μη πρόσδοση αναδρομικότητας στην ισχύ των πιο πάνω αποφάσεων του ΑΕΔ, οι οποίες, ωστόσο, ισοδυναμούν με νομοθετική μεταβολή και συνεπάγονται κατάργηση του δεδικασμένου και της εκτελεστότητας, δεν εμποδίζει τη δικαστική διεκδίκηση και προστασία των αξιώσεων του ενάγοντος περί καταβολής (συμπλήρωσης) του εφάπαξ βοηθήματος που δικαιούται, το οποίο έχει γεννηθεί σε προγενέστερο της δημοσίευσης των εν λόγω αποφάσεων διάστημα, υπό την προϋπόθεση της μη παραγραφής αυτών, διότι, υπό αντίθετη ερμηνεία, η προστασία της σχετικής αξιώσεως του ασφαλισμένου θα συναρτάτο αποκλειστικώς με ξένη προς αυτόν (δικαιούχο) προϋπόθεση, δηλαδή το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του ΑΕΔ, πράγμα το οποίο έρχεται σε αντίθεση και με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, στην έννοια της οποίας εμπίπτουν και οι απαιτήσεις (ενοχικά δικαιώματα) του εργατικού δικαίου (ΑΠ 488/2019, ΑΠ 674/2016).

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

2.Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι όταν η αγωγή κρίθηκε ως κατ' ουσία βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια που αποδίδει ο αναιρεσείων στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής.

Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεχθεί, με βάση το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 683/2015, 1819/2014, 1697/2012).

Τέλος, η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1086/2014, 121/2014). Επειδή, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. για παραμόρφωση εγγράφου θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως, α) το παραμορφωθέν έγγραφο, το περιεχόμενο του και το παραμορφωθέν περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο και μάλιστα "αυτολεξεί", ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου.

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 20 Κ.Πολ.Δ αποδίδει στο Εφετείο ότι, "έσφαλε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση όσον αφορά την αληθινή ερμηνεία του μεταξύ ημών και του αναιρεσιβλήτου ιδιωτικού εγγράφου, παρακάμπτοντας το γεγονός ότι με αυτό, ελάμβανε χώρα συμφωνία υπαγωγής σε μεταγενέστερο του χρόνου επέλευσης της ασφαλιστικής περιπτώσεως νομικό καθεστώς, το καθεστώς της ισχύος του Νέου Κανονισμού, σύμφωνα με τον οποίο δεν επήρχετο περικοπή ...".

Με αυτό το περιεχόμενο, ο λόγος αυτός κατά το μέρος που αποδίδεται η από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι αόριστος, καθόσον δεν αναφέρεται, πότε συντάχθηκε το ως άνω ιδιωτικό έγγραφο μεταξύ των διαδίκων, ποίο το ακριβές περιεχόμενο αυτού και ποίο το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να προκύπτει το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, για την απόδειξη ποίου ουσιώδους ισχυρισμού χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο αυτό και ποίο το επιζήμιο για το αναιρεσείον συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου αυτού.

Περαιτέρω, ο ανωτέρω δεύτερος λόγος, κατά το μέρος που αποδίδεται η από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, υπό την επίκληση ότι ο ενάγων παραιτήθηκε από τη διεκδίκηση της διαφοράς του εφάπαξ, μεταξύ εκείνου που έλαβε και εκείνου που εδικαιούτο, με ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίσθηκε μεταξύ τους και υπήχθη σε άλλο, μεταγενέστερο του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992 νομοθετικό καθεστώς, γεγονός που καθιστούσε καταχρηστική την άσκηση της ένδικης αξιώσεως του, ότι τον ισχυρισμό περί παραιτήσεως τον περιέλαβε σ' αυτόν περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος, τον οποίο πρότεινε παραδεκτά καθώς και ευθεία παραβίαση του άρθρου 57 του ν.2084/1992 είναι και κατά το μέρος αυτό απαράδεκτος διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, με πληρότητα και σαφήνεια, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική του κρίση για τη συνδρομή των όρων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και ποιά ή ποιές διατάξεις ουσιαστικού δικαίου παραβιάσθηκαν, εκτός αυτής του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992.

Περαιτέρω, η με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αποδιδόμενη πλημμέλεια υπό την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη παρέβλεψε ότι υπήρξε συμβιβασμός με την υπογραφή του έγγραφου συμφωνητικού, κατ' εκτίμηση από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθόσον, προκειμένης διαφοράς εκδικαζόμενης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το αναιρεσείον δεν επικαλείται παραδεκτή προβολή του εν λόγω ισχυρισμού, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, με καταχώρισή του στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και επαναφορά του, κατά νόμιμο τρόπο, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ενώ, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.

επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε, παραδεκτά, ο παραπάνω ισχυρισμός.

3.Με το άρθρο 31 του Ν. 1027/1980 ορίζεται ότι: "1. Το δικαίωμα εις σύνταξιν και εφ' άπαξ παροχήν παρά των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως αρμοδιότητος του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, είναι απαράγραπτον. 2. Αι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογήν και επί των μέχρι της ισχύος του παρόντος νόμου, παραγραφέντων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, έστω και αν εξεδόθη απορριπτική απόφασις, των οικονομικών αποτελεσμάτων επερχομένων από της υποβολής, μετά την ισχύ του παρόντος, της σχετικής αιτήσεως. 3.

Πάσα αντίθετος διάταξις καταργείται". Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 31 του Ν. 1027/1980, από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού καταργήθηκαν οι προϋφιστάμενες διατάξεις των κατ' ιδίαν ασφαλιστικών οργανισμών, οι οποίες έτασσαν χρονικούς περιορισμούς για την υποβολή αιτήσεως απονομής συντάξεως ή εφάπαξ παροχής και έτσι, στο εξής, η ενάσκηση του δικαιώματος για τη λήψη τέτοιων ασφαλιστικών παροχών δεν υπόκειται σε χρονικούς περιορισμούς.

Από τις διατάξεις όμως αυτές δεν συνάγεται ότι από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού θεσπίστηκε και το απαράγραπτο των αξιώσεων που απορρέουν από τα ανωτέρω δικαιώματα που δεν αποσβέσθηκαν, καθόσον ναι μεν το δικαίωμα για τη λήψη τέτοιων ασφαλιστικών παροχών μπορεί να ασκηθεί οποτεδήποτε, η απορρέουσα όμως από το δικαίωμα αυτό αξίωση, για την καταβολή της εφάπαξ παροχής υπόκειται στην προβλεπόμενη από το νόμο παραγραφή.

Εφόσον δε, δεν θεσπίζεται βραχύτερη, από ειδική διάταξη του καταστατικού του ασφαλιστικού οργανισμού που παρέχει την εφάπαξ παροχή, παραγραφή, η σχετική αξίωση υπάγεται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ. και όχι στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 17 ΑΚ., ούτε στην παραγραφή που θεσπίζεται με το άρθρο 48 ν.δ. 496/1974," Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" όπως ισχύει, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο μόνο του Π.Δ. 437/1977, εξαιρούνται της εφαρμογής του Ν.Δ. 496/1974, οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί που εποπτεύονται από το (τότε) Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών.

Η εφάπαξ παροχή δεν υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 17 του Κ.Πολ.Δ, καθόσον αυτή δεν είναι μέρος των αποδοχών των υπαλλήλων, ούτε "απολαβή", υπό την έννοια της αντιπαροχής που δίδεται ως αντάλλαγμα της προσφερόμενης εργασίας, ούτε αποτελεί αποζημίωση λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού, αλλά έχει χαρακτήρα έκτακτης, κατά την αποχώρηση ή απόλυση του υπαλλήλου οικονομικής του ενίσχυσης από κεφάλαια που σχηματίζεται από κράτηση ποσοστού επί των αποδοχών των υπαλλήλων κατά τη διάρκεια του χρόνου της υπηρεσίας του (Ολ.

ΑΠ 4/2001), το δε γεγονός ότι η ως άνω εφάπαξ παροχή έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, όταν το ασφαλιστικό κεφάλαιο σχηματίζεται κατά κύριο λόγο από εισφορές (των υπαλλήλων και του Ασφαλιστικού Οργανισμού) και όχι από άλλους πόρους, δεν μεταβάλλει τη φύση της παροχής αυτής σε μισθό και γενικά σε περιοδική παροχή.

Τέλος, οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 31 του Ν. 1027/1980, εφαρμόζονται, ενόψει του επιδιωκόμενου με αυτές σκοπού, σε όλους γενικώς τους ασφαλισμένους Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως, έστω και αν η παρ.1 του άρθρου 31 του Ν. 1027/-1980 αναφέρεται σε Ασφαλιστικούς Οργανισμούς αρμοδιότητας του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, η μνεία του οποίου οφείλεται στο γεγονός ότι κατά το χρόνο θεσπίσεως των διατάξεων αυτών, οι Οργανισμοί αυτοί υπάγονταν κατά κανόνα στο τότε Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών. (ΑΠ 9/2014).

Επομένως, το άρθρο 31 του Ν. 1027/1980 έχει εφαρμογή και στους ασφαλισμένους του Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "….", το δε Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι η αξίωση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, για την εφάπαξ παροχή που εδικαιούτο, όταν αποχώρησε από την υπηρεσία του, στις 31-12-1997, μέχρι την 24-7-2009, που επιδόθηκε στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον η ένδικη αγωγή, δεν είχε υποπέσει σε παραγραφή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, οι δε αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που προβάλλονται με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι στην ένδικη υπόθεση δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 31 του Ν. 1027/1980 και ότι η αξίωση του ενάγοντος υπάγεται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 17 ΑΚ, άλλως στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 48 του ΑΝ 496/74," Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" όπως ισχύει, είναι αβάσιμες.

4.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15/2/2016 αίτηση για αναίρεση της 3805/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.