Appeal partially allowed; appeal dismissed for unclear wage claims; remanded for further trial on specific items.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a second-instance judgment dismissing a labor dispute. The plaintiff argued the lower court erred in rejecting claims for unpaid wages and holiday pay, while the defendant contended the complaint was vague regarding specific wage calculations. The court found the appeal admissible for certain claims but dismissed it for others due to insufficient clarity in the original complaint concerning specific wage types and conditions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 111(2), 118(4), 216(1) of the Code of Civil Procedure; A complaint must clearly state facts and the subject of the dispute to be admissible; if unclear, it is inadmissible and cannot be clarified by proposals or evidence, but partial clarity allows remand for specific claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1004 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1004/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Β. του Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Μαστοράκη, που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Φ. Μ., το γένος Γ. Ρ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γεωργόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/4/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3309/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 225/2016 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/11/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής (ή ανταγωγής), πρέπει το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής.
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Για να είναι ορισμένη, κατά το άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648, 651,653 και 655 του ΑΚ η αγωγή, με την οποία ζητείται η επιδίκαση διαφορών από τη μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του μισθωτού, περιλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών για τη παροχή υπερεργασίας ή τη μη παροχή αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης (ρεπό), αρκεί να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής η κατάρτιση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, η ειδικότητα του ενάγοντος, η εκ μέρους του ενάγοντος παροχή της εργασίας του, ο συμβατικός ή ο κατά τις οικείες συλλογικές συμβάσεις νόμιμος μισθός του μισθωτού, ήτοι ο βασικός μισθός και τα επιδόματα που αντιστοιχούσαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα της απασχόλησης του μισθωτού στην ειδικότητα αυτή, το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούν οι επίδικες διαφορές, η χρονική διάρκεια της εβδομαδιαίας απασχόλησης του μισθωτού με αναφορά στις ημέρες απασχόλησης αυτού, από όπου προκύπτει ο αριθμός των ωρών υπερεργασίας και ο αριθμός των ημερών αναπληρωματικής ανάπαυσης, καθώς και τα αξιούμενα για κάθε αιτία ποσά.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 338 παρ.1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 416 και 422 εδ α του ΑΚ, από τις οποίες η πρώτη ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με την καταβολή και η δεύτερη ότι, αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς το δανειστή, έχει το δικαίωμα να ορίσει κατά τη καταβολή το χρέος που θέλει να εξοφληθεί, προκύπτει ότι ο οφειλέτης, εναγόμενος προς πληρωμή ορισμένου χρέους, φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης της καταβολής που επάγεται την απόσβεση της οφειλής του, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, καθόσον αυτό εξυπακούεται, αφού γι’ αυτό μόνον είναι η διαφορά.
Κατά συνέπεια δεν απαιτείται να αναφέρονται στην αγωγή για το ορισμένο αυτής και τα ποσά που καταβλήθηκαν στον ενάγοντα μισθωτό από τον εναγόμενο εργοδότη του και μάλιστα χωριστά για κάθε επί μέρους αγωγικό κονδύλιο (αποδοχές, επιδόματα, προσαυξήσεις για παροχή υπερεργασιακής εργασίας κλπ), διότι οι καταβολές αυτές θεμελιώνουν κατά το άρθρο 416 του ΑΚ ένσταση εξόφλησης εκ μέρους του εναγομένου εργοδότη.
Αν παρά ταύτα στο δικόγραφο της αγωγής διαλαμβάνεται συνολικά και το ποσό που για τις αιτίες αυτές καταβλήθηκε στον ενάγοντα, η ως άνω αναφορά ενέχει καθ’ υποφοράν άρνηση του ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου εργοδότη περί περαιτέρω καταβολών και δεν καθιστά αόριστη και ως εκ τούτου απαράδεκτη την αγωγή, κατά τα ως άνω κεφάλαια, αφού οι καταβολές αυτές αποτελούν μέρος του συνόλου των αξιώσεων του μισθωτού από διάφορες αιτίες που θεμελιώνουν και την ιστορική βάση της αγωγής, από το άθροισμα δε όλων των επίδικων απαιτήσεων του ενάγοντος που θα προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία και αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς, θα αφαιρεθεί το συνολικό ποσό που στην αγωγή αναγράφεται ως καταβληθέν.
Κατά συνέπεια η παράλειψη της μνείας του ύψους των εν λόγω καταβολών χωριστά για κάθε κονδύλιο, δεν επάγεται αδυναμία άμυνας του εναγομένου εργοδότη, αφού οι καταβολές αυτές στηρίζουν ισχυρισμό αυτού περί ολικής ή μερικής εξόφλησης (άρθ. 416 και 422 εδ.α του ΑΚ) και όχι ισχυρισμό του ενάγοντος, ούτε καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο του είδους και ποσού της διαφοράς που κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου σε τυχόν νέα δίκη μεταξύ των αυτών διαδίκων που προφανώς αφορά τις αυτές κατ’ είδος αξιώσεις της ιδίας χρονικής περιόδου, αφού το δεδικασμένο καλύπτει και την ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος που καταλύθηκε με την καταβολή, οπότε η σχετική σύγκριση θα γίνει με βάση το είδος και το ύψος των επί μέρους απαιτήσεων, πριν την πιο πάνω αφαίρεση.
Η ως άνω αναφορά όμως στο συνολικώς καταβληθέν ποσό καθιστά αόριστο το παρεπόμενο αίτημα περί καταβολής τόκων από τότε που κάθε επί μέρους οφειλή κατέστη απαιτητή κατ’ άρθρο 341 του ΑΚ, αφού μετά την αφαίρεση του συνολικά καταβληθέντος ποσού από το άθροισμα των επί μέρους διαφορετικών αξιώσεων του μισθωτού, δεν είναι πλέον εφικτός ο προσδιορισμός του ύψους της κάθε επί μέρους οφειλής κατά κεφάλαιο, αναλόγως της αιτίας αυτής, επί της οποίας γεννώνται τόκοι από τότε που αυτή κατέστη απαιτητή, χωρίς βεβαίως τούτο να αποκλείει την σε κάθε περίπτωση εμπεριεχομένη στο ως άνω παρεπόμενο αίτημα επιδίκαση τόκων από την επίδοση της αγωγής (άρθ. 346 του ΑΚ) ή από την τυχόν προηγηθείσα αυτής όχληση για την καταβολή των διαφορών (άρθ. 340 του ΑΚ) ή από το τέλος κάποιου χρονικού σημείου (πχ.
από το τέλος του έτους εντός του οποίου γεννήθηκαν οι διαφορές αποδοχών), εφόσον τούτο καθίσταται εφικτό στη συγκεκριμένη περίπτωση. Περαιτέρω η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.
Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (σχετ. ΟλΑΠ 16/1998, ΑΠ 991/2014). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθ. 216 παρ. 1 στοιχ.
α` και β` ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν` αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.
Με τον ίδιο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ελέγχεται το δικόγραφο της αγωγής για τυχόν αντιφατικότητα των διαλαμβανομένων σε αυτό σχετικών ισχυρισμών και κατά συνέπεια για συνδρομή ή μη περίπτωσης απαραδέκτου. Εξ άλλου, κατά πάγια νομολογία, βάσει των άρθρων 224 και 236 ΚΠολΔ, ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις να θεραπεύσει την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, αλλά όχι και την νομική αοριστία αυτής, η οποία (νομική αοριστία) υπάρχει όταν δεν περιέχεται στην αγωγή το βασικό εκείνο περιστατικό που απαιτείται για τη νομική θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή της αγωγικής υποχρέωσης ή έννομης σχέσης.
Περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 της από 26.2.1975 εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας που κυρώθηκε με το Ν.133/1975 και του άρθρου 6 της από 14.2.1984 εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την .../20-3-1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β’ 81/1984), ως υπερεργασία, για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, θεωρείται η κατά τις εργάσιμες μόνο ημέρες της εβδομάδος απασχόληση πέραν των 40 και μέχρι τη συμπλήρωση 45 ωρών εβδομαδιαίως, ενώ για τους εργαζόμενους με το σύστημα εργασίας των έξι ημερών την εβδομάδα, ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 και μέχρι τη συμπλήρωση 48 ωρών εβδομαδιαίως.
Η δυνατότητα εφαρμογής του συστήματος της πενθήμερης απασχόλησης και σε κλάδους του ιδιωτικού τομέα, δυνάμει σχετικών συλλογικών ρυθμίσεων ή κατόπιν έκδοσης ειδικών διατάξεων νόμων, παρασχέθηκε με το άρθρο 2 της από 29.12.1980 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, που κυρώθηκε με τον Ν. 1157/1981. Ειδικά δε για τους εργαζομένους στα καταστήματα, το σύστημα της πενθήμερης εργασίας καθιερώθηκε νομοθετικά με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 4 του Ν. 1892/1990 από 1.9.1990 κατά την παρ. 9 του ιδίου άρθρου, ενώ με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 1957/1991 ορίσθηκε ότι η ημέρα ανάπαυσης των εργαζομένων, λόγω πενθημέρου, καθορίζεται κυλιόμενη, εκτός εάν ρυθμίζεται διαφορετικά από άλλες διατάξεις ή με ατομική συμφωνία.
Η διάταξη του άρθρου 42 παρ. 4 του Ν 1892/1990 ίσχυσε μέχρι την αντικατάσταση της από 12.11.2012 με το άρθρο πρώτο υποπαρ. ΙΑ 14 του Ν. 4093/2012, με το οποίο ορίσθηκε ότι με συλλογικές συμβάσεις εργασίας μπορούν να καθορίζονται ζητήματα σχετικά με τις ημέρες εβδομαδιαίας απασχόλησης των εργαζομένων στα καταστήματα για συνολικό εβδομαδιαίο συμβατικό ωράριο 40 ωρών.
Με την τελευταία αυτή διάταξη καταργήθηκε μεν το πενθήμερο για τους εργαζομένους στα καταστήματα ως υποχρεωτικό από το νόμο σύστημα απασχόλησης αυτών, όχι όμως και το συμβατικό εβδομαδιαίο ωράριο αυτών που παραμένει σαράντα (40) ώρες εβδομαδιαίως. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του Ν. 3385/2005 που επανέφερε το θεσμό της υπερεργασίας, ο οποίος είχε αντικατασταθεί από 1.4.2001 με το θεσμό της ιδιόρρυθμης υπερωρίας με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000 και μάλιστα για τις τρεις (3) πρώτες μόνο, μετά τις σαράντα (40) εβδομαδιαίως, ώρες απασχόλησης του μισθωτού, ο μισθωτός δικαιούται προσαύξησης από 25% στο καταβαλλόμενο ωρομίσθιο για κάθε ώρα υπερεργασιακής απασχόλησης αυτού.
Η προσαύξηση αυτή περιορίσθηκε από 15.7.2010 σε 20% με το άρθρο 74 παρ.10 του Ν. 3863/2010. Για την εύρεση των ωρών υπερεργασίας του μισθωτού, δεν συνυπολογίζεται ο αριθμός των ωρών εργασίας του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο, ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, διότι η απασχόληση αυτή δεν αποτελεί υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία, εφόσον στη τελευταία περίπτωση δεν υπερβαίνει το νόμιμο ημερήσιο ωράριο των οκτώ ωρών την ημέρα εκείνη, όπως αυτό έχει καθορισθεί για τους εργαζομένους σε καταστήματα με το άρθρο 9 παρ.1 του Ν.Δ/τος 1037/1971 (ΑΠ 53/2015, ΑΠ 1409/2014, ΑΠ 1223/2013, ΑΠ 805/2006, ΑΠ 418/2004, ΑΠ 1207/2002).
Επομένως, προκειμένου για μισθωτούς που υπάγονται στο σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, η εργασία κατά το Σάββατο λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό της υπερεργασίας και συναριθμείται με την εργασία των άλλων ημερών μόνο στην περίπτωση εργασίας κατά το Σάββατο ως πέμπτης ημέρας, αν ως ημέρα ανάπαυσης του εργαζομένου λόγω του πενθημέρου καθορίζεται άλλη ημέρα της εβδομάδας με ατομική συμφωνία, κατά το άρθρο 42 παρ.5 του Ν. 1892/1990, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 1957/1991 (ΑΠ 6/2012, ΑΠ 1404/2009).
Εάν δε ο μισθωτός απασχοληθεί εκούσια ή αναγκαστικά την έκτη ημέρα της εβδομάδας (δηλαδή συνήθως τα Σάββατα), η απασχόλησή του αυτή γεννά σε βάρος του οφειλέτη απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας από τη παροχή τέτοιας εργασίας κατά τα Σάββατα κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις (ΑΠ 864/2015, ΑΠ 1576/2012, ΑΠ 191/2011), ενώ μετά την έναρξη ισχύος από 11.5.2010 του άρθρου 8 του Ν. 3846/2010 ο μισθωτός δικαιούται για τις ώρες απασχόλησής του κατά τα Σάββατα του ωρομισθίου του προσαυξημένου κατά 30%.
Δικαιούται δε της ως άνω αμοιβής, έστω και αν τις υπόλοιπες πέντε ημέρες τις απασχόλησής του η συνολική απασχόλησή του δεν υπερέβη τις 40 ώρες (ΑΠ 804/2003). Επομένως εάν ο μισθωτός εργασθεί από Δευτέρα έως και Σάββατο, ήτοι και κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδος, για συνολικά σαράντα πέντε (45) ώρες, σε απασχόληση όπου ισχύει το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, εκ των οποίων έξι (6) ώρες το Σάββατο, δεν δικαιούται αμοιβής για υπερεργασία, διότι η συνολική εβδομαδιαία απασχόληση αυτού από Δευτέρα έως Παρασκευή ανέρχεται σε τριάντα εννέα (39) ώρες [45 μείον 6] και συνεπώς δεν υπερβαίνει τις σαράντα (40) ώρες του συμβατικού του εβδομαδιαίου ωραρίου.
Τελείως διάφορο είναι το ζήτημα ότι για την παρασχεθείσα εργασία του την έκτη ημέρα της εβδομάδας (συνήθως τα Σάββατα) αυτός δικαιούται αμοιβής με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, χωρίς την προσαύξηση της υπερεργασίας, ενώ μετά τις 11.5.2010 δικαιούται αμοιβής ίσης με το καταβαλλόμενο σε αυτόν ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 30% επί τις ώρες που απασχολήθηκε κατά τη διάρκεια των Σαββάτων (έκτης ημέρας της εβδομάδας).
Αντιθέτως στις περιπτώσεις που ισχύει το σύστημα εργασίας των έξι ημερών, η εργασία κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδος (δηλαδή συνήθως τα Σάββατα) συναριθμείται για την εύρεση του εβδομαδιαίου ωραρίου του μισθωτού και κατά συνέπεια ο τελευταίος δικαιούται για υπερεργασιακή εργασία του ωρομισθίου του προσαυξημένου κατά 25% (και από 15.7.2010 προσαυξημένου κατά 20%) για την πέραν των σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι τη συμπλήρωση των σαράντα οκτώ (48) ωρών απασχόληση αυτού επί τον αριθμό των ωρών υπερεργασίας που απασχολήθηκε.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 10 του Β. Δ/τος 748/1966 που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 4 παρ.3 του Ν. 4504/1966 προκύπτει ότι ο μισθωτός που απασχολήθηκε νόμιμα ή παράνομα κατά την ημέρα της Κυριακής ή άλλης κατά νόμο εξαιρέσιμης αργίας και με την προϋπόθεση ότι η απασχόλησή του αυτή υπερέβη τις πέντε (5) ώρες, δικαιούται αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης (ρεπό) σε άλλη ημέρα της εβδομάδας και εντεύθεν έχει δικαίωμα, εκτός της προσαύξησης του 75% επί του νομίμου ημερομισθίου του σύμφωνα με τις με αριθ. 8900/1946 και 25825/1951 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, να αξιώσει και αποζημίωση για την προσφορά της εργασίας του κατά την ημέρα της Κυριακής, χωρίς να του δοθεί άλλη ημέρα αναπαύσεως, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ), δηλαδή να αξιώσει την απόδοση της ωφέλειας που αδικαιολόγητα αποκόμισε ο εργοδότης από την εργασία του κατά την ημέρα της αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσής του, αποφεύγοντας έτσι ισόποση αμοιβή, που θα κατέβαλε σε άλλον μισθωτό, τον οποίο θα προσλάμβανε για να εργασθεί αντί εκείνου κατά την ημέρα αυτή (ΑΠ 930/2013, ΑΠ 5/2012, ΑΠ 711/2010).
Για την εργασία του όμως αυτή την έκτη ημέρα της εβδομάδος (συνήθως τα Σάββατα) στις περιπτώσεις εφαρμογής του συστήματος της πενθήμερης εργασίας ο μισθωτός δεν δικαιούται αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης (ρεπό), διότι η έκτη ημέρα της εβδομάδας δεν έχει το χαρακτήρα υποχρεωτικής αργίας, όπως η εβδόμη ημέρα της εβδομάδας και κατά συνέπεια δεν μπορούν να εφαρμοσθούν, ούτε και αναλόγως, τα όσα ισχύουν για απασχόληση κατά τη διάρκεια των Κυριακών (ΑΠ 925/2008).
Ζήτημα δε χορήγησης αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης για απασχόληση την έκτη ημέρα της εβδομάδας δεν γεννάται, όπως είναι φανερό, στις περιπτώσεις που εφαρμόζεται το σύστημα εργασίας των έξι ημερών. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Ως αιτιολογικό κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που συγκροτούν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 911/2008). Η διάταξη αυτή επομένως τυγχάνει εφαρμογής και όταν με εσφαλμένη εν όλω ή εν μέρει αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης απορρίπτεται ως απαράδεκτη (αόριστη) η αγωγή, η οποία όμως ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη (αόριστη) για άλλους λόγους, αφού στην περίπτωση αυτή το σφάλμα ανάγεται στην νομική αιτία της προσβαλλομένης απόφασης, της οποίας το απορριπτικό συμπέρασμα είναι ορθό (Ολ ΑΠ 10/2007, Ολ ΑΠ 32/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης από 28.4.2014 και με αριθμό κατάθ. .../2014 αγωγής, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ιστορούσε ότι στις 8.10.2007 προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, προκειμένου να απασχοληθεί ως πωλήτρια στο κατάστημα εμπορίας γυναικείων ενδυμάτων με το διακριτικό τίτλο "...", που η τελευταία διατηρούσε αρχικά επί της οδού ...
και στη συνέχεια επί της οδού ... στο ..., έναντι αποδοχών ύψους 650 ευρώ μηνιαίως καθαρά, πλέον 30 ευρώ ημερησίως για την εργασία της κατά τα Σάββατα. Ότι αυτή απασχολήθηκε στο εν λόγω κατάστημα μέχρι τις 5.3.2014, οπότε αποχώρησε, διότι η εναγομένη, επικαλούμενη οικονομικές δυσχέρειες, δεν της κατέβαλε το σύνολο των οφειλομένων αποδοχών της.
Ότι ειδικότερα κατά τις αναγραφόμενες στην αγωγή συγκεκριμένες ημερομηνίες, η εναγομένη της κατέβαλε τμηματικά έναντι των αποδοχών της τα αναγραφόμενα στην αγωγή επί μέρους χρηματικά ποσά που ανήλθαν το έτος 2009 στο συνολικό ποσό των 8.640 ευρώ, το έτος 2010 στο συνολικό ποσό των 7.780 ευρώ, το έτος 2011 στο συνολικό ποσό των 6.780 ευρώ, το έτος 2012 στο συνολικό ποσό των 4.810 ευρώ, το έτος 2013 στο συνολικό ποσό των 3.290 ευρώ και το έτος 2014 μέχρι την αποχώρησή της στο συνολικό ποσό των 300 ευρώ.
Ότι με βάση τις συλλογικές συμβάσεις των εργαζομένων σε εμπορικά καταστήματα, τα κατώτατα νόμιμα όρια των μηνιαίων αποδοχών των πωλητών (βασικός μισθός αναλόγως της προϋπηρεσίας και επίδομα διαχειριστικών λαθών) είχαν διαμορφωθεί από 1.1.2009 έως 31.8.2009 σε 903,67 ευρώ, από 1.9.2009 έως 31.12.2010 σε 948,85 ευρώ, από 1.1.2011 έως 30.6.2011 σε 980,65 ευρώ, από 1.7.2011 έως 31.12.2011 σε 996,63 ευρώ, από 1.1.2012 έως 31.7.2012 σε 1030,95 ευρώ, από 1.8.2012 έως 31.8.2012 σε 966 ευρώ και από 1.11.2012 μέχρι τη λύση της συμβατικής σχέσης σε 1012 ευρώ.
Ότι περαιτέρω κατά τη διάρκεια της απασχόλησής της αυτή εργαζόταν κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Σάββατο από τις 09.00 πμ έως τις 15.00 μμ και κάθε Τρίτη, Πέμπτη και Παρασκευή από τις 09.00 πμ έως τις 14.00 μμ και από 17.00 έως 21.00 μμ, ήτοι επί 45 ώρες εβδομαδιαίως, από τις οποίες δικαιούται αμοιβής για υπερεργασιακή απασχόληση 5 ωρών εβδομαδιαίως με προσαύξηση 20% επί του ωρομισθίου της.
Ότι ειδικότερα κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2009 εργάσθηκε τρία (3) "ρεπό" ανά ένα κατά τους μήνες Αύγουστο, Οκτώβριο και Δεκέμβριο που αντιστοιχούν σε 15 (3 Χ 5) συνολικά ώρες, κατά το έτος 2010 εργάσθηκε εννέα (9) "ρεπό" ανά ένα κατά τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Απρίλιο, Μάϊο, Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο που αντιστοιχούν σε 45 (9 Χ 5) συνολικά ώρες, κατά το έτος 2011 εργάσθηκε επτά (7) "ρεπό" ανά ένα κατά τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο, Ιούλιο, Οκτώβριο και Δεκέμβριο που αντιστοιχούν σε 20 (4 Χ 5) συνολικά ώρες το πρώτο εξάμηνο και 15 (3 Χ 5) συνολικά ώρες το δεύτερο εξάμηνο, κατά το έτος 2012 εργάσθηκε δέκα τέσσερα (14) "ρεπό" κατά τους μήνες Ιανουάριο (τέσσερα), Φεβρουάριο (τρία), Ιούνιο (δύο), Νοέμβριο (τέσσερα) και Δεκέμβριο (ένα) που αντιστοιχούν σε 45 (9 Χ 5) συνολικά ώρες το πρώτο εξάμηνο και σε 25 (5 Χ 5) συνολικά ώρες για το δεύτερο εξάμηνο και κατά το έτος 2014 εργάσθηκε ένα (1) "ρεπό" κατά τον Ιανουάριο, που αντιστοιχεί σε 5 συνολικά ώρες, για τα οποία δικαιούται αμοιβής ίσης του από τις ως άνω σσε προκύπτοντος ωρομισθίου της προσαυξημένου κατά 20% επί τον ανωτέρω αριθμό ωρών απασχόλησής της.
Ότι με βάση τους γενόμενους στην αγωγή υπολογισμούς, αυτή δικαιούται για το πιο πάνω χρονικό διάστημα των διαλαμβανομένων στην αγωγή χωριστά για κάθε αιτία επί μέρους χρηματικών ποσών (δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, επιδόματα εορτών Πάσχα, επιδόματα αδείας, απασχόλησή της κατά τη διάρκεια των "ρεπό"), τα οποία για το έτος 2009 ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 12.539,15 ευρώ από το οποίο, μετά από αφαίρεση των καταβολών συνολικού ύψους 8.640 ευρώ, δικαιούται διαφοράς ύψους 3.899,18 ευρώ, για το έτος 2010 ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 13.610,97 ευρώ από το οποίο, μετά από αφαίρεση των καταβολών συνολικού ύψους 7.780 ευρώ, δικαιούται διαφοράς ύψους 5.830,97 ευρώ, για το έτος 2011 ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 14.156,41 ευρώ από το οποίο, μετά από αφαίρεση των καταβολών συνολικού ύψους 6.870 ευρώ, δικαιούται διαφοράς ύψους 7.286,41 ευρώ, για το έτος 2012 ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 14.824, 27 ευρώ από το οποίο, μετά από αφαίρεση των καταβολών συνολικού ύψους 4.810 ευρώ, δικαιούται διαφοράς ύψους 10.014,27 ευρώ, για το έτος 2013 ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 14.319,41 ευρώ από το οποίο, μετά από αφαίρεση των καταβολών συνολικού ύψους 3.290 ευρώ, δικαιούται διαφοράς ύψους 11.029,41 ευρώ και για το έτος 2014 και μέχρι την αποχώρησή της ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 2.927,37 ευρώ από το οποίο, μετά από αφαίρεση των καταβολών συνολικού ύψους 300 ευρώ δικαιούται διαφοράς ύψους 2.627,37 ευρώ.
Ότι επομένως η εναγομένη εξακολουθεί να της οφείλει διαφορές, που ανέρχονται συνολικά σε 40.687,49 (3.899,18 + 5.830,97 + 7.286,14 + 10.014,27 + 11.029,41 + 2.627.37) ευρώ. Ότι οι παραπάνω απαιτήσεις προκύπτουν από την από 8.10.2007 έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αυτής με την εναγομένη, επικουρικά δε από τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.
Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη για τις αιτίες αυτές να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 40.687,49 ευρώ με το νόμιμο τόκο, αφότου κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθ. 522 του ΚΠολΔ) που είχε ασκήσει η εναγομένη - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε δεχθεί στο σύνολό της την αγωγή, ως βάσιμη κατ’ ουσία, παραπονούμενη για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, έκρινε την αγωγή ως αόριστη με το ακόλουθο σκεπτικό: "Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι αόριστη, ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως και εντεύθεν απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Τούτο δε, καθόσον η ενάγουσα δεν εξειδικεύει, αν και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που εκτέθηκαν, όφειλε, ποίο ακριβώς χρηματικό ποσό έχει καταβληθεί σ’ αυτήν κατά τους εκτιθέμενους χρόνους για εκάστη εκ των επίσης εκτιθεμένων αιτιών, ήτοι για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, δώρου Πάσχα, δώρου Χριστουγέννων, υπερεργασίας (εργασίας) κατά τις ημέρες της εβδομαδιαίας αναπαύσεως (ρεπό) καθώς και για διαφορά επιδομάτων αδείας 2010, 2011,2012, 2013 και 2014, χωριστά ή εν πάσει περιπτώσει αναλογικά κατά κλάσμα ή εκατοστιαίο ποσοστό του όλου αιτήματος και όχι στο σύνολό τους, έτσι ώστε όχι μόνο η εναγομένη να μπορεί να αμυνθεί, αλλά και το Δικαστήριο να είναι σε θέση να κρίνει ποίο ακριβώς ποσό διώκεται ως οφειλόμενο για κάθε μία χωριστά αιτία, προκειμένου να προχωρήσει σε περαιτέρω νομική και αποδεικτική αξιολόγηση κάθε κονδυλίου ξεχωριστά που θα αποτελέσει δεδικασμένο, ήτοι να μπορεί ευχερώς να συναχθεί ποία ακριβώς κατ’ είδος και ποσό διαφορά κατήχθη ενώπιον του και σε ποία έκταση αυτή έγινε αποδεκτή, ώστε εξ αιτίας του δεδικασμένου να μην μπορεί αυτή να αποτελέσει αντικείμενο νέας δίκης.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η ενάγουσα δεν προβάλλει αντικειμενική αδυναμία προσδιορισμού των επί μέρους χρηματικών ποσών που έχουν καταβληθεί σ’ αυτήν για καθένα από τα επί μέρους επίδικα κεφάλαια. Η έλλειψη αυτή καθίσταται εντονότερη και από το γεγονός ότι η ενάγουσα αξιώνει την επιδίκαση τόκων επιδικίας κυρίως από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, όμως όλες οι επί μέρους αξιούμενες απαιτήσεις δεν έχουν την αυτή αφετηρία τοκοδοσίας (άλλες έχουν δήλη ημέρα καταβολής, άλλες απαιτούν όχληση).
Η ως άνω αοριστία δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε με απλή αναφορά σε διάταξη νόμου. Συνακόλουθα, αφού ελλείπουν τα απαιτούμενα, κατά το άρθρο 216 του ΚΠολΔ στοιχεία, η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί στο σύνολό την αγωγή ως βάσιμη κατ’ ουσία, επιδικάζοντας, μετά γενόμενο περιορισμό του αιτήματος αυτής σε εν μέρει αναγνωριστικό, το συνολικό ποσό των 23.671,05 ευρώ και αναγνωρίζοντας περαιτέρω απαίτηση ύψους 17.016,56 ευρώ και, αφού δίκασε την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας.
Με τη κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή κατά κεφάλαιο, ως προς τα επί μέρους κονδύλια των διαφορών στις δεδουλευμένες αποδοχές, στα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, στα επιδόματα εορτών Πάσχα και στα επιδόματα αδείας, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα κατά νόμο ήσαν αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής και κρίνοντας ότι τα αναφερόμενα σε αυτήν στοιχεία (καταβολές) δεν αναγράφονταν με πληρότητα, αφού η μη αναφορά των επί μέρους ποσών που καταβλήθηκαν στην ενάγουσα υπάλληλο από την εναγομένη εργοδότρια αυτής χωριστά για κάθε επί μέρους αγωγικό κονδύλιο, δεν αποτελούσε κατά νόμο αναγκαίο στοιχείο του ορισμένου της αγωγής.
Επομένως με το να αποφανθεί αντιθέτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια των αριθμών 1 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά παραδοχή του πρώτου (κατά ένα μέρος) και του τρίτου λόγων αναίρεσης, που εκτιμώνται ενιαίως. Κατά το μέρος όμως που έκρινε ως αόριστο και απέρριψε ως απαράδεκτο το παρεπόμενο αίτημα καταβολής τόκων κατά τη κύρια αυτού βάση και ειδικότερα από τότε που κάθε επί μέρους αιτούμενο κονδύλιο κατέστη απαιτητό, ορθώς έκρινε και επομένως οι περί του αντιθέτου πρώτος κατά τα λοιπά και τέταρτος λόγοι αναίρεσης εκ του αριθμού 1 (και όχι εκ του αριθμού 19 που προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας και συνεπώς ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.
Απορριπτέος κρίνεται και ο δεύτερος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στη προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, αν και στην έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης δεν διαλαμβανόταν σχετικό παράπονο ως λόγος έφεσης, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ αποτελέσματος της έφεσης έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία την οποία έχει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και μπορεί να εξετάσει αυτεπάγγελτα αν η αγωγή είναι νόμιμη, ορισμένη και παραδεκτή και να την απορρίψει για τους λόγους αυτούς, ακόμη και χωρίς ειδικό παράπονο εκ μέρους του εκκαλούντος, αρκεί να μην εκδοθεί επιβλαβέστερη απόφαση για τον εκκαλούντα.
Ειδικότερα εάν νομικά αβάσιμη, αόριστη ή απαράδεκτη αγωγή έγινε πρωτοδίκως δεκτή ως κατ’ ουσία βάσιμη και παραπονείται με την έφεσή του ο εναγόμενος για την κατ’ ουσία παραδοχή της αγωγής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί αυτεπάγγελτα να διαγνώσει τις πιο πάνω ελλείψεις και να την απορρίψει για τους λόγους αυτούς, έστω και χωρίς ειδικό λόγο έφεσης εκ μέρους του εκκαλούντος - εναγομένου (ΑΠ 7/2001, ΑΠ 1216/1997, ΑΠ 455/1995, ΑΠ 1183/1993).
Περαιτέρω, αν και με εσφαλμένη κατά τα ανωτέρω αιτιολογία, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς κατ’ αποτέλεσμα απέρριψε ως αόριστη την αγωγή κατά το κεφάλαιο καταβολής αμοιβής για εργασία της ενάγουσας "κατά τις ημέρες των ρεπό", διότι δεν διευκρινίζεται στο οικείο δικόγραφο με επάρκεια και σαφήνεια σε ποίες αξιώσεις τελικά αναφέρεται η ενάγουσα και συγκεκριμένα, εάν αναφέρεται σε αξιώσεις αμοιβής για υπερεργασιακή απασχόληση [που με βάση τις διαλαμβανόμενες στην αγωγή ώρες εργασίας της κατά τις εργάσιμες ημέρες από Δευτέρα έως Παρασκευή δεν έχει η ενάγουσα τουλάχιστον μέχρι τις 12.11.2012, οπότε καταργήθηκε το σύστημα της πενθήμερης εργασίας για τους μισθωτούς που απασχολούνται σε καταστήματα], σε αξιώσεις για εργασία κατά τη διάρκεια Σαββάτων για τα οποία όμως δεν δικαιούται αμοιβής για τη μη χορήγηση αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης ("ρεπό"), παρά μόνο αμοιβής για την εργασία της την έκτη ημέρα με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού και από 11.5.2010 με βάση τις αποδοχές της προσαυξημένες κατά 30% ή σε αξιώσεις για μη παροχή αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης που συνιστά την στις συναλλαγές έννοια του "ρεπό", οι οποίες προϋποθέτουν όμως απασχόληση αυτής κατά τη διάρκεια Κυριακών ή εξαιρετέων αργιών, περί της οποίας ουδέν διαλαμβάνεται στην αγωγή (και όχι εργασία κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας, εν προκειμένω τα Σάββατα), οι οποίες (αξιώσεις) στηρίζονται σε διαφορετικές κατά νόμο προϋποθέσεις.
Η ως άνω αοριστία καθίσταται εντονότερη καθόσον αυτή υπολογίζει την αμοιβή της με βάση το ωρομίσθιο υπερεργασιακής απασχόλησης, ήτοι με προσαύξηση 20% . Επομένως ο πέμπτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι εσφαλμένως απέρριψε την αγωγή ως αόριστη και κατά το κεφάλαιο αμοιβής για την (μη) παροχή εβδομαδιαίας υποχρεωτικής ανάπαυσης (ρεπό) κατά την οποία εργαζόταν, αν και η αγωγή κατά το εν λόγω κεφάλαιο ήταν επαρκώς ορισμένη, πρέπει να απορριφθεί, εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, κατά το κεφάλαιο αυτό.
Κατ’ ακολουθία, πρέπει κατά παραδοχή του πρώτου (κατά ένα μέρος) και του τρίτου λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά τα κεφάλαια που αφορούν επιδίκαση διαφορών στις δεδουλευμένες αποδοχές και στα επιδόματα εορτών και αδείας (σημειώνεται ότι για τον υπολογισμό του επιδόματος αδείας δεν συνυπολογίζεται η αναλογία των επιδομάτων εορτών σε αυτό), απορριπτομένης της αίτησης αναίρεσης κατά τα λοιπά, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή.
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη μερική πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το μέρος της ήττας της (άρθρ. 178 παρ.1, 183 του ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της την με αριθ. 225/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το παραπάνω μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη μερική πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας από χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2017.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ