1004/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο - Εισηγητή, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1004/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 114 του ΠΚ, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 511 εδ γ’ και 518 παρ.1 ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι, αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως και εμφανισθεί εκείνος που την άσκησε, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1004 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1004/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο - Εισηγητή, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Τ. του Σ., κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Νταντάμη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 331/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 254/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 4 του Ν. 4198/11-10-2013 " πρόληψη και καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων και προστασία των θυμάτων αυτής και άλλες διατάξεις", 2 και 14 του ΠΚ και 568 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι οι στερητικές της ελευθερίας ποινές διάρκειας μέχρι έξι μηνών, που έχουν επιβληθεί μέχρι τη δημοσίευση του άνω νόμου (11-10-2013), εφόσον δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και δεν έχουν μέχρι την ως άνω ημεροχρονολογία εκτιθεί, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει μέσα σε δύο έτη από τη δημοσίευση του νόμου αυτού νέα από δόλο αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών, ενώ οι μη εκτελεσθείσες κατά την παράγραφο 1 (του άνω άρθρου) αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου κατά περίπτωση.
Περαιτερω, κατά το εδάφ. γ’ της παραγρ. 4 του ίδιου άρθρου 8 του ανωτέρω Ν. 4198/11-10-2013 εξαιρούνται των άνω ρυθμίσεων αποφάσεις που αφορούν παραβάσεις των άρθρων 167, 189, 235, 236, 237, 242, 256, 258, 259, 292, 309, 334 παράγραφος 3, 372, 382 και 390 του Ποινικού Κώδικα. Ομοίως εξαιρούνται αποφάσεις που αφορούν παραβάσεις: α) του ν. 2168/1993, β) του άρθρου 6 του ν. 456/1976,γ) της Α5/3010 από 14.8.1985 απόφασης του Υπουργού Υγείας, Προνοίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β’ 593) και δ) του άρθρου 41 ΣΤ’ του ν. 2725/1999".Η ισχύς των διατάξεων του ανωτέρω νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 10 αυτού αρχίζει από τη δημοσίευση του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, που έγινε στις 11 Οκτωβρίου 2013.
Οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται και για τις χρηματικές ποινές, παρά το ότι δεν γίνεται ρητή μνεία σ’ αυτές, διότι, αν η νομοθετική βούληση ήταν να παραμένουν οι χρηματικές ποινές, θα γινόταν ρητή μνεία για την τύχη τους και δεν θα προβλεπόταν γενικά η αρχειοθέτηση των αποφάσεων. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων του παραπάνω άρθρου 94 παρ. 1,3 ΠΚ και του άρθρου 114 του ίδιου Κωδικός προκύπτει ότι, επί συρρεόντων εγκλημάτων, ως ποινή διάρκειας μέχρι έξι μήνες, η οποία παραγράφεται κατά τα ανωτέρω, νοείται όχι η συνολική ποινή, αλλά καθεμία από τις εκεί επιμέρους ποινές, οι οποίες προσμετρήθηκαν στη συνολική ποινή.
Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ 1 ΠΚ, που ορίζει ότι, αν από την τέλεση της πράξεως έως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, προκύπτει ότι καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητος του επιεικέστερου νόμου που ίσχυσε από την τέλεση της πράξεως μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδικάσεως της υποθέσεως, ενώ είναι πρόδηλο ότι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο είναι και ο νομός που θεσπίζει παραγραφή των ποινών και πρόκειται για ουσιαστικού ποινικού δίκαιου διάταξη.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 114 του ΠΚ, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 511 εδ γ’ και 518 παρ.1 ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι, αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως και εμφανισθεί εκείνος που την άσκησε, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως πλήττεται η με αριθμό 3331/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, για υπέρβαση εξουσίας, εκ του λόγου ότι το δικαστήριο, κρίνοντας τον ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και ψευδορκίας μάρτυρος και επιβάλλοντας στη συνέχεια σ’ αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ μηνών [δώδεκα μηνών για την ψευδή καταμήνυση και έξη μηνών για την ψευδορκία] δεν παρέγραψε υφ’ όρο, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.4 του Ν.4198/2013, την ως άνω ποινή των έξη μηνών.
Στη προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων του φακέλου της; δικογραφίας, προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων με την προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση καταδικάσθηκε, για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρος, σε ποινές φυλακίσεως δώδεκα μηνών για κάθε μία πράξη και σε συνολική ποινή φυλακίσεως [δώδεκα συν έξη=] δεκαοκτώ μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα η υπαγωγή ή μη στο Ν.4198/2013,αφορά,κατά την ισχύουσα στο άρθρο 94 Π.Κ αρχή της αυτοτέλειας των ποινών, τις, πριν την συγχώνευση, επί μέρους επιβληθείσες ποινές [εν προκειμένω, όπως εκτέθηκε επιβλήθηκε, πριν τη συγχώνευση, ποινή δώδεκα μηνών για τη πράξη της ψευδορκίας] και κατά συνέπεια ο ως άνω λόγος της αιτήσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 του ΠΚ "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι’ αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή.
Έτσι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Δεν είναι αναγκαία όμως η παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών, αν ο αναιρεσείων γνώριζε αναγκαία ως την πραγματική κατάσταση από προσωπική του αντίληψη.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.1, 2 του ΠΚ, που ορίζει ότι "όποιος ως διάδικος σε πολιτική δίκη δίνει εν γνώση του ψευδή όρκο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια", προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος, το οποίο είναι διαζευκτικώς (ή υπαλλακτικώς) μικτό πραγματώνεται με πλείονες τρόπους στην ίδια κατάθεση (θετική ψευδής κατάθεση, απόκρυψη, άρνηση) μπορεί δηλαδή να συντελεσθεί είτε με καθένα ξεχωριστά από τους στην άνω διάταξη οριζόμενους τρόπους, είτε και με όλους μαζί οι οποίοι μπορεί να συντρέχουν, διότι αποτελούν εκφάνσεις της ίδιας εγκληματικής δράσεως, απαιτείται αφενός ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρμοδίας αρχής ψευδή γεγονότα και όχι κρίσεις και αφετέρου ο μάρτυρας να γνωρίζει την αναλήθειά των γεγονότων αυτών, είναι δε αδιάφορος ο σκοπός που επεδίωκε ή αν θα μπορούσε να επέλθει βλάβη ή όφελος από την ψευδορκία αυτή.
Για τη θεμελίωση των εγκλημάτων της ψευδορκίας μάρτυρος απαιτείται εκτός άλλων στοιχείων και άμεσος δόλος. Ειδικώς, όταν για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος ο νόμος απαιτεί να έχει τελεστεί η πράξη εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή με σκοπό επελεύσεως ορισμένου εγκληματικού αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος), η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς με παράθεση περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή ή το σκοπό επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος, αλλιώς υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την ύπαρξη του στοιχείου αυτού και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Έτσι, για το αξιόποινο των πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρος και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, όπου απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν’ την αντικειμενική τους υπόσταση και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή ο σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο την γνώση, όσο και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Υπάρχει όμως και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με την γνώση, περιστατικών.
Επίσης, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικό ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ο εγκαλών Σ. Γ. του Β., κάτοικος ..., ο οποίος διατηρεί επιχείρηση εμπορίας αυτοκινήτων στην Αλεξανδρούπολη, είχε εμπορικές συναλλαγές με τον κατηγορούμενο Χ.
Τ. του Σ., κάτοικο ..., ο οποίος είναι έμπορος αυτοκινήτων με έδρα τη Θεσσαλονίκη, καθώς και με την ανώνυμη εταιρία Τ. ... και το διακριτικό τίτλο "..." και την εταιρία περιορισμένης ευθύνης "...", των οποίων μέτοχοι και κατά διαστήματα νόμιμοι εκπρόσωποι ήταν τόσο ο Σ. Τ., όσο και οι γιοι αυτού Σ. και Χ. Τ. (κατηγορούμενος).
Στα πλαίσια της ως άνω συνεργασίας τους οι προαναφερθείσες εταιρίες, συμφερόντων του κατηγορουμένου και της οικογένειας του, και ατομικά για δικό του λογαριασμό ο κατηγορούμενος αγόρασαν από τον ως άνω εγκαλούντα διάφορα αυτοκίνητα για τις ανάγκες της εμπορίας τους. Για την εξόφληση δε του τιμήματος πωλήσεως των αυτοκινήτων αυτών ο κατηγορούμενος, ενεργών άλλοτε ατομικά και άλλοτε για λογαριασμό των ως άνω εταιριών παρέδιδε στον εγκαλούντα μεταχρονολογημένες επιταγές.
Μεταξύ των επιταγών αυτών ήταν και η με αριθ. ... επιταγή της Τράπεζας "EFG Eurobank Ergasias A.E.", ποσού 13.700 ευρώ, εκδόσεως την 30.6.2005 της εταιρίας με την επωνυμία "...", που οπισθογραφήθηκε αρχικά από την εταιρία με την επωνυμία "..." στην εταιρία με την επωνυμία "..." και από αυτήν στον ανωτέρω εγκαλούντα (Σ. Γ. του Β.), ο οποίος την κατέθεσε στις 16.3.2005 στην "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ" ως αξία λόγω ενεχύρου και που όταν εμφανίστηκε την 4-7-2005 στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκε, λόγω του ότι δεν υπήρχε επαρκές διαθέσιμο υπόλοιπο στον ανωτέρω τραπεζικό λογαριασμό του εκδότη, όπως τούτο προκύπτει από την από 8.7.2005 σχετική σημείωση των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας στο σώμα της επιταγής και για το λόγο αυτό η ως άνω επιταγή με ημερομηνία 8.7.2005 σφραγίστηκε.
Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι κατόπιν αιτήσεως του ως άνω εγκαλούντος εκδόθηκε εις βάρος του κατηγορουμένου, της εταιρίας με την επωνυμία ""..." (πρώην "...") και της εταιρίας "Σ. Τ. ... η με αριθ. 36807/2006 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Κυρωμένο αντίγραφο εκ του πρώτου απογράφου εκτελεστού της ως άνω Διαταγής Πληρωμής με την παρά πόδας αυτού από 31.10.2006 επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε νόμιμα στους προαναφερθέντες, καθ" ων, την 6.11.2006, ενώ οι τελευταίοι άσκησαν κατ’ αυτής (διαταγής πληρωμής) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης τη με αριθ.
καταθ. 52839/2006 από 23.11.2006 ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 9886/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία ακύρωσε την προσβαλλόμενη Διαταγή Πληρωμής μόνο κατά τη διάταξη της , που αφορούσε το νομιμότοκο του επιδικασθέντος κεφαλαίου και απέρριψε τους λοιπούς ισχυρισμούς των ανακοπτόντων περί πλαστογραφίας της ως άνω επιταγής.
Ωστόσο ο κατηγορούμενος κατέθεσε και ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης την από 20-3-2007 έγκληση του κατά του ως άνω εγκαλούντος, με την οποία καταμήνυσε αυτόν για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας (νόθευσης) μετά χρήσεως και της απάτης στο δικαστήριο. Συγκεκριμένα, στην έγκληση αυτή ο κατηγορούμενος ανέφερε για τον εγκαλούντα, Σ.
Γ. του Β., ότι στη Θεσσαλονίκη, σε ανεξακρίβωτη ημερομηνία εντός όμως του χρονικού διαστήματος από την 16-3-2005 έως και την 1-6-2015, με πρόθεση νόθευσε την ως άνω επιταγή, μεταβάλλοντας την ημερομηνία εκδόσεως της από την 1-6-2005 σε 30-6-2005 και θέτοντας ιδιοχείρως κατ’ απομίμηση την υπογραφή και ολογράφως το ονοματεπώνυμο του στη θέση του εκδότη της επιταγής αυτής και επιπλέον δίπλα από την επωνυμία της εταιρείας "...".
Ότι στη συνέχεια, την επιταγή αυτή, που νόθευσε ο εγκαλών, κατέθεσε ο ίδιος (Σ. Γ.) την 30-6-2005 ως αξία σε πίστωση λογαριασμού, προκειμένου να παραπλανήσει τους υπαλλήλους της πληρώτριας Τράπεζας σχετικά με το γεγονός της νόμιμης και εμπρόθεσμής εμφάνισης της επιταγής αυτής, που μπορούσε να έχει ως έννομη συνέπεια την πληρωμή της επιταγής αυτής από τον κατηγορούμενο ως εκδότη της.
Επιπλέον ότι ο εγκαλών, στη Θεσσαλονίκη, την 12-9-2006, με σκοπό να αποκομίσει ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, κατέθεσε αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία εν γνώσει του παρέστησε ψευδώς στο Δικαστή του Δικαστηρίου αυτού ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε την πιο πάνω επιταγή, ενώ η αλήθεια, την οποία ο νυν εγκαλών γνώριζε, ήταν ότι αυτή είχε νοθευτεί από τον ίδιο και ότι προς υποστήριξη του ψευδούς, κατά την έγκληση του κατηγορουμένου, αυτού ισχυρισμού του, ο εγκαλών προσκόμισε και αντίγραφο της επιταγής αυτής.
Ότι έτσι ο εγκαλών (Σ. Γ.) πέτυχε να παραπλανήσει το Δικαστή του πιο πάνω Δικαστηρίου, ο οποίος έκανε δεκτή την αίτηση του και εξέδωσε την ως άνω με αριθμό 36807/2006 διαταγή πληρωμής με την οποία ο κατηγορούμενος (Χ. Τ.) υποχρεώθηκε να καταβάλει στον εγκαλούντα το ποσό των 13.700 ευρώ, βλάπτοντας έτσι την περιουσία του (κατηγορουμένου) κατά το ποσό αυτό, με αντίστοιχη παράνομη ωφέλεια του νυν κατηγορουμένου. (Η αλήθεια όμως, την οποία ο κατηγορούμενος Χ.
Τ. γνώριζε, για τους λόγους, που θα εκτεθούν παρακάτω, ήταν ότι η ανωτέρω επιταγή είχε ήδη από την 16-3-2005 οπισθογραφηθεί, κατά τα προεκτεθέντα, από τον εγκαλούντα στην Εγνατία Τράπεζα και είχε καταχωρηθεί σε πλαφόν, και ως εκ τούτου ο εγκαλών δεν είχε λόγο να προβεί σε οποιαδήποτε αλλοίωση του χρόνου έκδοσης της επιταγής αυτής.
Ο ίδιος δε ο κατηγορούμενος υπέγραψε και παρέδωσε την επιταγή αυτή στον εγκαλούντα, Σ. Γ., παρουσία του γιου του τελευταίου, στα πλαίσια αξιώσεων από τις μεταξύ τους ως άνω συναλλαγές (αγοραπωλησίες αυτοκινήτων), ενώ αυτός (κατηγορούμενος) αναγνώρισε και αποδέχτηκε την απαίτηση από τη συγκεκριμένη επιταγή καταβάλλοντος μάλιστα τμηματικά 350 ευρώ έναντι του ποσού της, η δε επιγενόμενη και χωρίς έννομη επιρροή σημείωση του ονοματεπωνύμου του κατηγορουμένου στη θέση του εκδότη της επιταγής και κάτω από την έντυπη επωνυμία της εταιρίας "..." έγινε από την Τράπεζα στην οποία είχε δοθεί η επιταγή αυτή, κατά τη διερεύνηση του νομίμου εκπροσώπου της εν λόγω εταιρίας.
Ο κατηγορούμενος αποδείχτηκε από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία ότι γνώριζε την αλήθεια των ως άνω πραγματικών περιστατικών. Και τούτο διότι η επιταγή υπογεγραμμένη και με γραμμένη την ημερομηνία έκδοση της (30.6.2005) από τον κατηγορούμενο, είχε παραδοθεί από τον ίδιο στον εγκαλούντα στα πλαίσια της συνεργασίας τους και μάλιστα παρουσία και του γιου του τελευταίου, ενώ ο εγκαλών δεν είχε κανένα λόγο να αλλάζει την ημερομηνία έκδοσης της επιταγής, την οποία είχε παραδώσει ήδη από τον Μάρτιο του έτους 2005 σε πλαφόν στην Τράπεζα.
Περαιτέρω ο εγκαλών Σ. Γ. τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και τον ρώτησε εάν είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "...", προκειμένου να το αναφέρει στον αρμόδιο υπάλληλο της τράπεζας (ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ), στην οποία είχε ήδη δοθεί, λόγω ενεχύρου, κατά τα προεκτεθέντα, η επιταγή, ώστε το ονοματεπώνυμο του να καταχωρηθεί στη θέση του εκδότη αυτής και κάτω από την έντυπη επωνυμία της ως άνω εταιρίας, και μετά τη καταφατική απάντηση του καταχωρήθηκε το ονοματεπώνυμο του από τον αρμόδιο υπάλληλο της τράπεζας.
Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά προκύπτει ότι η παραπάνω έγκληση κατατέθηκε από τον κατηγορούμενο στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης κατά του εγκαλούντος, Σ. Γ., εν γνώσει της αναλήθειας του περιεχομένου της, με σκοπό να κινηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του τελευταίου). Πράγματι δε ασκήθηκε εναντίον του εγκαλούντος Σ.
Γ. ποινική δίωξη για πλαστογραφία (νόθευση) με χρήση και απάτη στο δικαστήριο. Επί της κατηγορίας αυτής, που του αποδόθηκε εκδόθηκε η με αριθ. 18234/2010 ήδη αμετάκλητη απόφαση του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο νυν εγκαλών και τότε κατηγορούμενος Σ. Γ. κηρύχθηκε αθώος. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος, ενώ εξεταζόταν ένορκα ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, κατέθεσε ένορκα και επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της από 20-3-2007 εγκλήσεώς του, στην οποία, μεταξύ των άλλων, ανέφερε όσα πιο πάνω ειδικότερα αναγράφονται.
Τα παραπάνω είναι ψευδή, αυτός δε γνώριζε, για τους λόγους που προεκτέθηκαν, ότι αυτά είναι ψευδή και εν γνώσει του τα κατέθεσε ένορκα. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχτεί ένοχος των πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, που του αποδίδονται.
Ακολούθως κηρύσσει αυτόν ένοχο του ότι στη Θεσσαλονίκη την 20-3-2007 με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες τις ελευθερίας ποινές. Ειδικότερα: Α) Εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι’ αυτήν και συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης την από 20-3-2007 έγκληση του κατά του νυν εγκαλούντος, Σ.
Γ. του Β., με την οποία καταμήνυσε αυτόν για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας (νόθευσης) μετά χρήσεως και της απάτης στο δικαστήριο. Συγκεκριμένα, στην έγκληση αυτή ανέφερε για τον νυν εγκαλούντα, Σ. Γ., ότι στη Θεσσαλονίκη, σε ανεξακρίβωτη ημερομηνία, εντός όμως του χρονικού διαστήματος από την 16-3-2005 έως και την 1-6-2005, με πρόθεση νόθευσε τη με αριθμό ...
επιταγή της Τράπεζας EFG Eurobank Ergasias A.E., ποσού 13.700 ευρώ, εκδόσεως της εταιρίας με την επωνυμία "...", που οπισθογραφήθηκε αρχικά από την εταιρία με την επωνυμία "..." στην εταιρία με την επωνυμία "..." και από αυτήν στον ανωτέρω εγκαλούντα (Σ. Γ.), ο οποίος την κατέθεσε στην "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ" ως αξία λόγω ενεχύρου και που όταν εμφανίστηκε την 4-7-2005 στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων, μεταβάλλοντας την ημερομηνία εκδόσεως της επιταγής αυτής από την 1-6-2005 σε 30-6-2005 και θέτοντας ιδιοχείρως κατ’ απομίμηση την υπογραφή και ολογράφως το ονοματεπώνυμο του νυν κατηγορουμένου, Χ.
Τ., στη θέση του εκδότη της επιταγής αυτής και επιπλέον δίπλα από την επωνυμία της εταιρίας "...". Ότι στη συνέχεια, την επιταγή αυτή, που νόθευσε ο νυν εγκαλών, κατέθεσε ο ίδιος (Σ. Γ.) αυτήν την 30-6-2005 ως αξία σε πίστωση λογαριασμού, προκειμένου να παραπλανήσει τους υπαλλήλους της πληρώτριας Τράπεζας σχετικά με το γεγονός της νόμιμης και εμπρόθεσμης εμφάνισης της επιταγής αυτής, που μπορούσε να έχει ως έννομη συνέπεια την πληρωμή της επιταγής αυτής από τον κατηγορούμενο ως εκδότη της.
Επιπλέον ότι ο εγκαλών, στη Θεσσαλονίκη, την 12-9-2006, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, κατέθεσε αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία εν γνώσει του παρέστησε ψευδώς στο Δικαστή του Δικαστηρίου αυτού ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε την πιο πάνω επιταγή, ενώ η αλήθεια, την οποία ο νυν εγκαλών γνώριζε, ήταν ότι αυτή είχε νοθευτεί από τον ίδιο και ότι προς υποστήριξη του ψευδούς, κατά την έγκληση του νυν κατηγορουμένου, αυτού ισχυρισμού του, ο εγκαλών προσκόμισε και αντίγραφο της επιταγής αυτής.
Ότι έτσι ο νυν εγκαλών (Σ. Γ.) πέτυχε να παραπλανήσει το Δικαστή του πιο πάνω Δικαστηρίου, ο οποίος έκανε δεκτή την αίτηση του και εξέδωσε τη με αριθμό 36807/2006 διαταγή πληρωμής με την οποία ο νυν κατηγορούμενος (Χ. Τ.) υποχρεώθηκε να καταβάλει στον νυν εγκαλούντα το ποσό των 13.700 ευρώ, βλάπτοντας έτσι την περιουσία του νυν κατηγορουμένου κατά το ποσό αυτό, με αντίστοιχη παράνομη ωφέλεια του νυν κατηγορουμένου.
Ενώ η αλήθεια, την οποία ο νυν κατηγορούμενος, Χ. Τ., γνώριζε, ήταν ότι η ανωτέρω επιταγή είχε ήδη από την 16-3-2005 οπισθογραφηθεί από τον νυν εγκαλούντα, Σ. Γ., στην Εγνατία Τράπεζα και ως εκ τούτου ο νυν εγκαλών δεν είχε λόγο να προβεί σε οποιαδήποτε αλλοίωση του χρόνου έκδοσης της επιταγής αυτής. Επιπλέον ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος υπέγραψε και παρέδωσε την επιταγή αυτή στον νυν εγκαλούντα, Σ.
Γ., παρουσία του υιού του τελευταίου, στα πλαίσια αξιώσεων από μεταξύ τους συναλλαγές, ενώ αναγνώρισε και αποδέχτηκε την απαίτηση από τη συγκεκριμένη επιταγή καταβάλλοντος τμηματικά 350 ευρώ έναντι του ποσού της, η δε επιγενόμενη και χωρίς έννομη επιρροή σημείωση του ονοματεπωνύμου του νυν κατηγορουμένου κάτω από την έντυπη επωνυμία της εταιρίας "..." έγινε από την Τράπεζα στην οποία είχε δοθεί η επιταγή αυτή, κατά τη διερεύνηση του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας αυτής.
Κατατέθηκε δε η έγκληση αυτή από τον κατηγορούμενο κατά του νυν εγκαλούντος, Σ. Γ., εν γνώσει της αναλήθειας του περιεχομένου της, με σκοπό να κινηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του καταμηνυθέντος με αυτήν, Σ. Γ. του Β.. Και Β) Ενώ εξεταζόταν ένορκα ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, κατέθεσε ένορκα και επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της από 20-3-2007 εγκλήσεώς του, στην οποία, μεταξύ των άλλων, ανέφερε όσα πιο πάνω υπό στοιχείο [Α] του παρόντος ειδικότερα αναγράφονται.
Τα παραπάνω είναι ψευδή, αυτός γνώριζε ότι αυτά είναι ψευδή και εν γνώσει του τα κατέθεσε ένορκα.
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρος, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 229 παρ. 1, 224 παρ.2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία.
Ειδικότερα: α) Ως προς την ψευδή καταμήνυση, εκτίθενται ο τρόπος με τον οποίο αυτή τελέσθηκε, καθώς και τα περιστατικά που αναφέρονται σ’ αυτήν και ήταν ψευδή, αιτιολογείται δε ότι ο αναιρεσείων είχε σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του εγκαλούντος για συμμετοχή σε πλαστογραφία [νόθευση] εγγράφου με χρήση του και για απάτη σε δικαστήριο, β) Ως προς την ψευδορκία μάρτυρα, προσδιορίζεται ότι τα γεγονότα που αναφέρονταν στη μήνυση του αναιρεσείοντος, τα οποία αυτός βεβαίωσε ενόρκως κατά την ένορκη εξέταση του, ήταν ψευδή.
Περαιτέρω, η γνώση του αναιρεσείοντος ως προς το ψευδές των από αυτόν κατατεθέντων αιτιολογείται πλήρως από την έμμεση, αλλά σαφή παραδοχή ότι αυτός είχε προσωπική αντίληψη των καταμηνυθέντων ως ψευδών και του αντιστοίχου περιεχομένου της μηνύσεώς του, οπότε γνώριζε την πραγματική κατάσταση, ως εκ της οποίας δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων, σχετικά με τη γνώση αυτή, περιστατικών.
Συγκεκριμένα, η γνώση αυτή προκύπτει από τις παραδοχές της αποφάσεως: "Η αλήθεια όμως, την οποία ο κατηγορούμενος Χ. Τ. γνώριζε, για τους λόγους, που θα εκτεθούν παρακάτω, ήταν ότι η ανωτέρω επιταγή είχε ήδη από την 16-3-2005 οπισθογραφηθεί, κατά τα προεκτεθέντα, από τον εγκαλούντα στην Εγνατία Τράπεζα και είχε καταχωρηθεί σε πλαφόν, και ως εκ τούτου ο εγκαλών δεν είχε λόγο να προβεί σε οποιαδήποτε αλλοίωση του χρόνου έκδοσης της επιταγής αυτής.
Ο ίδιος δε ο κατηγορούμενος υπέγραψε και παρέδωσε την επιταγή αυτή στον εγκαλούντα, Σ. Γ., παρουσία του γιού του τελευταίου, στα πλαίσια αξιώσεων από τις μεταξύ τους ως άνω συναλλαγές (αγοραπωλησίες αυτοκινήτων), ενώ αυτός (κατηγορούμενος) αναγνώρισε και αποδέχτηκε την απαίτηση από τη συγκεκριμένη επιταγή καταβάλλοντος μάλιστα τμηματικά 350 ευρώ έναντι του ποσού της, η δε επιγενόμενη και χωρίς έννομη επιρροή σημείωση του ονοματεπωνύμου του κατηγορουμένου στη θέση του εκδότη της επιταγής και κάτω από την έντυπη επωνυμία της εταιρίας "..." έγινε από την Τράπεζα στην οποία είχε δοθεί η επιταγή αυτή, κατά τη διερεύνηση του νομίμου εκπροσώπου της εν λόγω εταιρίας.
Ο κατηγορούμενος αποδείχτηκε από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία ότι γνώριζε την αλήθεια των ως άνω πραγματικών περιστατικών. Και τούτο διότι η επιταγή υπογεγραμμένη και με γραμμένη την ημερομηνία έκδοση της (30.6.2005) από τον κατηγορούμενο, είχε παραδοθεί από τον ίδιο στον εγκαλούντα στα πλαίσια της συνεργασίας τους και μάλιστα παρουσία και του γιου του τελευταίου, ενώ ο εγκαλών δεν είχε κανένα λόγο να αλλάξει την ημερομηνία έκδοσης της επιταγής, την οποία είχε παραδώσει ήδη από τον Μάρτιο του έτους 2005 σε πλαφόν στην Τράπεζα.
Περαιτέρω ο εγκαλών Σ. Γ. τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και τον ρώτησε εάν είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "...", προκειμένου να το αναφέρει στον αρμόδιο υπάλληλο της τράπεζας (ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ), στην οποία είχε ήδη δοθεί, λόγω ενεχύρου, κατά τα προεκτεθέντα, η επιταγή, ώστε το ονοματεπώνυμο του να καταχωρηθεί στη θέση του εκδότη αυτής και κάτω από την έντυπη επωνυμία της ως άνω εταιρίας, και μετά τη καταφατική απάντηση του καταχωρήθηκε το ονοματεπώνυμο του από τον αρμόδιο υπάλληλο της τράπεζας).
Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέες, ως απαραδέκτως πλήττουσες την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-2-2015 αίτηση του Χ. Τ. του Σ., για αναίρεση της με αριθμό 3331/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ