Legislator Case Law & Legislation
1004/2015 AI generated

1004/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1004/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1004/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διάταξη του άρθρου 12 του ν. ΓΠΝ/1911 καθιερώνει τον κανόνα του ανεφάρμοστου των διατάξεων του ειδικού αυτού νόμου σε περίπτωση βλάβης σε πρόσωπα ή πράγματα, που μεταφέρονται με το αυτοκίνητο. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, δεν υπάρχει ευθύνη του οδηγού, κατόχου και κυρίου του ζημιογόνου αυτοκινήτου από μόνη την ιδιότητά τους αυτήν και, αντίστοιχα, δεν υπάρχει για τον κύριο του αυτοκινήτου η περιορισμένη ευθύνη του ν.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1004 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1004/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Ο. του Ν. και 2) 1, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μάντεση - Θανασούλα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Σ. του Π., ως αρχικώς ενάγοντος - εφεσιβλήτου και ως υπεισελθόντος στη θέση του αποβιώσαντος κατά τη διάρκεια της κατ' έφεση δίκης δευτέρου αρχικώς ενάγοντος - εφεσιβλήτου - πατρός του Π. Σ. του Θ., 2) Δ. συζ. Θ. Σ., το γένος Κ. Σ., 3) Χ. Σ. του Θ., εκπροσωπουμένου νομίμως υπό των ασκούντων τη γονική μέριμνά του ως άνω γονέων του (1ου και 2ης), 4) Π. Σ. του Θ., όλων κατοίκων ..., 5) Χ. χας Π. Σ., ως αρχικώς ενάγουσας - εφεσιβλήτου και ως υπεισελθούσης στη θέση του αποβιώσαντος κατά τη διάρκεια της κατ' έφεση δίκης δευτέρου αρχικώς ενάγοντος - εφεσιβλήτου - συζύγου της Π. Σ. του Θ., κατοίκου ..., 6) Μ.

χας Κ. Σ., κατοίκου ..., 7) Ι. συζ. Ι. Κ., το γένος Π. Σ., ως υπεισελθούσης στη θέση του αποβιώσαντος κατά τη διάρκεια της κατ' έφεση δίκης δευτέρου αρχικώς ενάγοντος - εφεσιβλήτου - πατρός της Π. Σ. του Θ., κατοίκου ..., 8) Α. Σ. του Π., ως υπεισελθόντος στη θέση του αποβιώσαντος κατά τη διάρκεια της κατ' έφεση δίκης δευτέρου αρχικώς ενάγοντος - εφεσιβλήτου - πατρός του Π. Σ. του Θ., κατοίκου ..., 9) Δ. Σ. του Π., ως υπεισελθόντος στη θέση του αποβιώσαντος κατά τη διάρκεια της κατ' έφεση δίκης δευτέρου αρχικώς ενάγοντος - εφεσιβλήτου - πατρός του Π. Σ. του Θ., κατοίκου ... και 10) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος, 2η, 3ος, 4ος, 5η, 6η, 7η, 8ος και 9ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα και η 10η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Σύριο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-3-2009 αγωγή των ήδη 1ου, 2ης, 4ου, 5ης και 6ης των αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Π. Σ. του Θ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 10-7-2009 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 10ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4816/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5081/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-11-2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 11-2-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 17-11-2012 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 5081/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των 1ου, 2ης, 3ου, 4ου, 5ης, 6ης, 7ης, 8ου και 9ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η διάταξη του άρθρου 12 του ν. ΓΠΝ/1911 καθιερώνει τον κανόνα του ανεφάρμοστου των διατάξεων του ειδικού αυτού νόμου σε περίπτωση βλάβης σε πρόσωπα ή πράγματα, που μεταφέρονται με το αυτοκίνητο. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, δεν υπάρχει ευθύνη του οδηγού, κατόχου και κυρίου του ζημιογόνου αυτοκινήτου από μόνη την ιδιότητά τους αυτήν και, αντίστοιχα, δεν υπάρχει για τον κύριο του αυτοκινήτου η περιορισμένη ευθύνη του ν.

ΓΠΝ/1911. Ο ζημιούμενος, όμως, επιβάτης μπορεί να θεμελιώσει τις αξιώσεις του στην 914 ΑΚ για τον οδηγό και στην 922 ΑΚ για τον ιδιοκτήτη και μη οδηγό, ως προστήσαντα. Εξάλλου, η σχέση της πρόστησης δεν είναι απαραίτητο να στηρίζεται σε δικαιοπραξία ή σύμβαση με τη στενή έννοια του όρου. Μπορεί να στηρίζεται σε σχέση καθαρώς πραγματική ή σε σχέση φιλική ή συγγενική, τέτοια δε σχέση υπάρχει και όταν ο ιδιοκτήτης ή ο κάτοχος του αυτοκινήτου γονέας εμπιστεύεται την οδήγησή του στο τέκνο του.

Εξάλλου, η από το άρθρο 914 ΑΚ ευθύνη, για μεν τον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος είναι υποκειμενική, δηλαδή βασική προϋπόθεση για τη θεμελίωσή της είναι η υπαιτιότητα αυτού, ενώ η ευθύνη του ιδιοκτήτη, του προστήσαντος τον υπαίτιο οδηγό (άρθρ. 922 ΑΚ) είναι γνήσια αντικειμενική, ανεξαρτήτως πταίσματός του, ως προς την επιλογή του προστηθέντος οδηγού, για τη ζημία που αυτός, κατά την ενάσκηση της ανατεθείσας σε αυτόν υπηρεσίας, προξένησε παρανόμως και υπαιτίως σε τρίτον (ΑΚ 914), με επακόλουθο αυτός να ευθύνεται αναγωγικώς εις ολόκληρον με τον προστηθέντα (ΑΚ 926 παρ. 1).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 300 παρ. 1 εδ. α' Α.Κ. αν εκείνος που ζημιώθηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, όταν υπάρχει ζημιογόνο γεγονός από το οποίο πηγάζει ευθύνη του ζημιώσαντος για αποζημίωση, αν στην επέλευση ή στην έκταση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, απόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας να μην επιδικάσει καθόλου αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της ή να επιδικάσει ολόκληρη την αποζημίωση.

Πρέπει, όμως, η πράξη του ζημιωθέντος να έχει συντελέσει στην πρόκληση της ζημίας και να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας πράξης του ζημιωθέντος με την πρόκληση ή την έκταση της ζημίας. Τέτοια αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πιο πάνω πράξη ή η παράλειψη του ζημιωθέντος, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν ικανή και μπορούσε να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι οι έννοιες αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές. Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υπόχρεου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια αυτής της διάταξης, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ένδικου μέσου, ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι, όμως, και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη απόφανσης πάνω σε κάθε άλλου είδους πράγματα, αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης (ΑΠ 631/2010).

Είναι δε αδίκαστη η αίτηση όταν υπάρχει σιωπή του δικαστηρίου στο αιτιολογικό και στο διατακτικό της απόφασης.

Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1988). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 976/2012, ΑΠ 1522/2011).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζοντας, μετά από την εξαφάνιση, κατά παραδοχή των ασκηθεισών από τους αναιρεσείοντες αφ' ενός και την ένατη αναιρεσίβλητη αφ' ετέρου, εφέσεων κατά της πρωτόδικης απόφασης, την από 6-3-2009 κύρια αγωγή των έξι πρώτων αναιρεσιβλήτων, και του Π. Σ., στη θέση του οποίου, μετά τον επελθόντα κατά τη διάρκεια της κατ' έφεση δίκης θάνατό του υπεισήλθαν οι 1ος, 5η, 7η, 8ος και 9ος αναιρεσίβλητοι, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, κατά των αναιρεσειόντων και της ένατης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, που αφορούσε επιδίκαση εξόδων κηδείας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν από τον επισυμβάντα θάνατο του αναφερόμενου σ' αυτή στενού συγγενικού τους προσώπου κατά το ένδικο αυτοκινητικό που προκλήθηκε από υπαιτιότητα του δεύτερου αναιρεσείοντος, κατά την οδήγηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου, στο οποίο επέβαινε ο ως άνω θανών, ιδιοκτησίας του πρώτου αναιρεσείοντος, από τον οποίο είχε προστηθεί στην οδήγηση τούτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ένατη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, καθώς και την από 10-7-2009 παρεμπίπτουσα αγωγή της τελευταίας αυτής ασφαλιστικής εταιρίας κατά των συνεναγομένων της στην κύρια αγωγή - αναιρεσειόντων, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) κρίση του, ως αποδειχθέντα μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα και τους προβληθέντες από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμούς: "Την 24η Μαρτίου 2007, ημέρα Σάββατο ο Κ.

Σ., ηλικίας 16 ετών μαθητής στη β' τάξη λυκείου, υιός του πρώτου και δεύτερης των εναγόντων, αδελφός του τρίτου και τέταρτου από αυτούς, όπως ο τελευταίος στην παρούσα αγωγή παρίσταται δια των ασκούντων τη γονική μέριμνα γονέων του και εγγονός των λοιπών εναγόντων, είχε μεταβεί στην ... για να επισκεφθεί τη γιαγιά του, όγδοη των εναγόντων, και θα παρέμενε εκεί μέχρι το απόγευμα της Κυριακής της 25ης Μαρτίου 2007, οπότε και θα επέστρεφε στην κατοικία του επί της οδού ...

στον ... . Το βράδυ της 24ης Μαρτίου 2007 ο Κ. Σ. πήγε μαζί με φίλους του στο κέντρο διασκέδασης "..." στο ..., όπου γινόταν σχολικός χορός. Περί ώρα 04:00 της 25ης Μαρτίου 2007 (03:00, διότι το βράδυ εκείνο άλλαζε η ώρα) ο Κ. Σ. αποχώρησε από το άνω κέντρο διασκέδασης και αναζητούσε μεταφορικό μέσο για να επιστρέψει στην οικία της γιαγιάς του στην Α.

Φ., που απέχει από το ... περί τα 4,5 χλμ για να κοιμηθεί. Περιμένοντας να βρει μεταφορικό μέσο, συναντήθηκε με τον δεύτερο εναγόμενο και τον Α. Τ., οι οποίοι εξήλθαν του ίδιου ως άνω κέντρου διασκέδασης και επρόκειτο να μεταβούν στην Α. Φ. με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ν. Ο. για να συνεχίσουν εκεί τη διασκέδασή τους και προθυμοποιήθηκαν να μεταφέρουν τον Κ.

Σ. στην οικία της γιαγιάς του, δεδομένου ότι ήταν φίλοι με τον Α. Τ., ενώ με τον δεύτερο εναγόμενο δεν είχαν οποιαδήποτε φιλία. Επιβιβάσθηκαν και οι τρεις στο με αριθμό κυκλοφορίας ΖΗΧ - ... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας FORD μοντέλο FUSION, ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου Ε. Ο. και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΑΕΓΑ", το οποίο οδηγούσε ο δεύτερος εναγόμενος, υιός του πρώτου των εναγομένων προστηθείς στην οδήγηση αυτού από τον πατέρα του και κατευθύνθηκαν προς την Α.

Φ.. Στη θέση του συνοδηγού κάθησε ο Α. Τ. κι ο Κ. Σ. κάθισε στην πίσω αριστερή θέση του αυτοκινήτου όπισθεν του οδηγού. Κινούμενοι με ταχύτητα 60 περίπου χλμ/ώρα επί της επαρχιακής οδού Μεσινού - Αρχαίας Φενεού, με κατεύθυνση από το ... προς την Α. Φ., φθάνοντας στη 2-300 χ/θ Μεσινού - Αρχαίας Φενεού και περί το 1,5 χιλ.

πριν την Α. Φ., ο δεύτερος εναγόμενος επιτάχυνε και στην προσπάθειά του να αποφύγει μια λακκούβα έκανε απότομο ελιγμό πρώτα αριστερά και έπειτα δεξιά με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο να βγει δεξιά έξω από το δρόμο και να προσκρούσει με την πίσω αριστερή πλευρά του πάνω σε ένα δένδρο (βλ. κατάθεση Α. Τ.) με αποτέλεσμα να τραυματισθεί ο Α.

Τ. και θανάσιμα ο Κ. Σ.. Αποκλειστικά υπαίτιος για το παραπάνω ατύχημα είναι ο δεύτερος εναγόμενος ο οποίος δεν κατέβαλε την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν είχε καταβληθεί με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ατυχήματος που όφειλε και ηδύνατο να καταβάλει, εν όψει των περιστάσεων.

Ειδικότερα δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ούτε ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε, ώστε να έχει τη δυνατότητα σε κάθε στιγμή να ακινητοποιήσει το όχημά του προ οποιουδήποτε κινδύνου δυνάμενου να προβλεφθεί, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 και 19 του ΚΟΚ, αλλά αντίθετα εκινείτο με ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης κατά το άρθρο 20 του ΚΟΚ (90 χιλ/ώρα), με αποτέλεσμα να εκτραπεί της πορείας του και να επιπέσει σε παρακείμενο δένδρο και στη συνέχεια να κατακρημνιστεί σε χωμάτινο πρανές στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος, βάθους περίπου 2 μέτρων.

Ειδικότερα όντας ανήλικος και χωρίς να έχει την απαιτούμενη άδεια οδήγησης ήτοι άπειρος στην οδήγηση, ανέλαβε την οδήγηση του οχήματος του πατέρα του, κατά παραχώρηση από αυτόν, και στη συνέχεια ανέπτυξε ανεπίτρεπτα υψηλή ταχύτητα για τις περιστάσεις (ύπαρξη σκότους, έλλειψη τεχνητού φωτισμού επί της οδού) και προκειμένου να αποφύγει μία λακούβα, έκανε επικίνδυνο ελιγμό με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου και να εκτραπεί κατά τα ανωτέρω της πορείας του.

Το γεγονός ότι ο δεύτερος εναγόμενος εκινείτο με ιδιαίτερα μεγάλη ταχύτητα προκύπτει τόσο από το μήκους 17,30 μέτρων πλάγιας ολίσθησης του εμπρόσθιου αριστερού τροχού του ανωτέρω οχήματος επί του οδοστρώματος προ του σημείου της εξόδου του από αυτό, από την επί 16.80 μέτρων κίνησή του επί του χωμάτινου ερείσματος εκτός του οδοστρώματος μέχρι της προσκρούσεώς του στο δένδρο όσο και από το σημείο στο οποίο ακινητοποιήθηκε μετά την πρόσκρουση το άνω όχημα σε χωμάτινο πρανές στα δεξιά του οδοστρώματος, ήτοι σε απόσταση μεγαλύτερη των 8 μέτρων από το άκρο του οδοστρώματος επί του οποίου εκινείτο προ της προσκρούσεως.

Ήταν τέτοια, δε, η σφοδρότητα της προσκρούσεως λόγω της ιδιαίτερα μεγάλης ταχύτητας την οποία είχε αναπτύξει ο ανωτέρω οδηγός, ώστε ακόμη και η πρόσκρουση του αυτοκινήτου επί του δένδρου δεν κατέστη ικανή να ανακόψει την πορεία του και το άνω όχημα εκτινάχθηκε σε απόσταση 8 περίπου μέτρων από το σημείο προσκρούσεώς του στο δένδρο.

Συνακόλουθες με τη μεγάλη ταχύτητα του επίδικου αυτοκινήτου είναι οι ζημιές που αυτό υπέστη σύμφωνα με την από 25-3-2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Μηχανολόγου - Μηχανικού Κ. Δ., που ορίστηκε με την 2514/9/6-α/25-3-2007 έγγραφη εντολή του Α.Τ. ... . Ειδικότερα υπέστη: "Στρέβλωση όλης της αριστερής πλευράς του, - Στρέβλωση του εμπρόσθιου δεξιού φτερού,- Στρέβλωση του σασί, - Σπάσιμο του παρμπρίζ και των αριστερών παραθύρων ...".

Επομένως ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε όμοια κι ο ισχυρισμός των εκκαλούντων της υπό στοιχείο β' έφεσης περί του ότι ο δεύτερος εναγόμενος - εκκαλών έβαινε καθ' όλη την πορεία του μέχρι την πρόσκρουση στο δένδρο με μικρή ταχύτητα (60 χιλ/ώρα) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από την πρόσκρουση του ζημιογόνου αυτοκινήτου στο παρακείμενο δένδρο κατά τα παραπάνω αναφερόμενα και σύμφωνα με την 623/26-3-2007 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής, επήλθε ο θάνατος του Κ. Σ. από βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και κακώσεις θώρακος. Σύμφωνα με τη νεκροψία ο θανών έφερε εξωτερικώς: "Κάταγμα αριστερού μηρού (άνω τριτημόριο), διάσχιση στην αριστερή ινιακή χώρα, δύο επιμήκεις διασχίσεις πώγωνος δεξιά, πολλαπλές στικτές εκδορές στην πρόσθια μετωπιαία χώρα, καθώς και στην πρόσθια και αριστερή πλάγια τραχηλική χώρα, εκδορές και εκχυμώσεις στη ράχη της αριστερής άκρας χειρός, μικροεκδορά στην αριστερή γαστροκνημία".

Σύμφωνα με τη νεκροτομή ο θανών έφερε: "Κρανίο: τα οστά του κρανίου φέρουν εγκάρσιο κάταγμα της βάσεως διερχόμενο στο ινιακό οστό αριστερά, στο αριστερό λιθοειδές οστό, στο τουρκικό εφίππιο και στη δεξιά ελάσσονα πτέρυγα του σφηνοειδούς οστού", Μήνιγγες, Εγκέφαλος: Διάχυτη υπαραχνοειδής αιμορραγία... Στόμα, Λαιμός: ...

εντός της τραχείας ανευρίσκεται μικρή ποσότητα αίματος... Πλευρές, Υπεζωκώς, Πνεύμονες: κατά τη διάνοιξη του θώρακος παρατηρείται αιμοθώρακας αμφοτεροπλεύρως, διαπιστούται πλήρης διατομή της θωρακικής αορτής στο ύψος του 4ου θωρακικού σπονδύλου. Πνεύμονες έξαιμοι. Ήπαρ, Σπλην, Πάγκρεας: χωρίς αλλοιώσεις, έξαιμα.

Ουρογενοποιητικό Σύστημα: Νεφροί χωρίς αλλοιώσεις - έξαιμοι ...". Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο θανών δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας όμως κρίνεται ότι η έλλειψη αυτή δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου αυτού, το οποίο θα επήρχετο ούτως ή άλλως δεδομένου ότι όπως αποδείχθηκε από τη σφοδρή πρόσκρουση του αυτοκινήτου στο δένδρο, η πίσω αριστερή πόρτα του αυτοκινήτου στρέβλωσε και υποχώρησε προς το εσωτερικό του αυτοκινήτου με αποτέλεσμα να υποστεί ο Κ.

Σ. κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις σε τρόπο ώστε να δείχνει (το αυτοκίνητο) ότι είχε "αγκαλιάσει" τον κορμό του δένδρου, τις οποίες κακώσεις δεν θα μπορούσε να αποφύγει φορώντας ζώνη ασφαλείας, αφού θα παρέμενε στην ίδια θέση με αυτή που παρέμεινε λόγω της αδράνειας και της αμεσότητας της σύγκρουσης. Τα παραπάνω συνεπικουρούνται και από το γεγονός ότι οι λοιποί επιβάτες του εν λόγω αυτοκινήτου αν και δεν φορούσαν ζώνη ασφαλείας δεν είχαν την ίδια τύχη με τον Κ.

Σ.. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε όμοια και ορθά απέρριψε την αβάσιμη ένσταση των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του θανόντος στην πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού του λόγω μη χρήσης από αυτόν προστατευτικής ζώνης ασφαλείας. Πρέπει, συνεπώς ο αντίθετος εξεταζόμενος λόγος των υπό κρίση εφέσεων (των εναγομένων) να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο Κ. Σ. γνώριζε τόσο την ανηλικότητα του δεύτερου των εναγομένων, όσο και το γεγονός ότι δεν είχε την απαιτούμενη άδεια οδήγησης. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η φυσική διάπλαση του δεύτερου των εναγομένων δεν δήλωνε την ανηλικότητά του και ότι ο θανών με τον δεύτερο εναγόμενο δεν είχαν ιδιαίτερες σχέσεις, άλλωστε η κατοικία τους ήταν σε διαφορετικά μέρη (...

ο θανών, … ο δεύτερος εναγόμενος), και το στοιχείο που τους συνέδεε ήταν ο κοινός φίλος τους Α. Τ..

Συνεπώς ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε όμοια και απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του θανόντος για το λόγο ότι γνώριζε ότι ο δεύτερος εναγόμενος δεν είχε άδεια οδήγησης. Πρέπει, επομένως να απορριφθεί ως αβάσιμος ο εξεταζόμενος αντίθετος λόγος των κρινόμενων εφέσεων (των εναγομένων) ...

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι μεταξύ του πρώτου εναγόμενου Ε. Ο. και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ συμφωνήθηκε με το ... (αρ. ανανεωτηρίου ...) ασφαλιστήριο συμβόλαιο, η ασφάλιση του ΖΗΧ - ... ΙΧΕ αυτοκινήτου για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη για το χρονικό διάστημα από 9-1-2007 έως 9-7-2007.

Η ασφάλιση του αυτοκινήτου αυτού διέπεται από τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας και από τους ενιαίους όρους συμβολαίων αυτοκινήτων, τους διαλαμβανόμενους στην Κ4/585/1978 Υπουργική απόφαση και, εφόσον μεταξύ των ενιαίων όρων ασφάλισης αυτοκινήτων περιλαμβάνεται και το άρθρο 25 περ. 6 της Κ4/585/78 ΑΥΕ (βλ.

άρθρο 10 παρ. 6 της ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ του Ε. Ο. και της ασφαλιστικής εταιρείας, το άρθρο αυτό έχει περιληφθεί στην ασφαλιστική σύμβαση, λόγω της ρητής παραπομπής του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, και έχει αποκτήσει συμβατική ισχύ μεταξύ των συμβληθέντων στην ασφαλιστική σύμβαση). Άλλωστε ο Ε. Ο. παρέλαβε ανεπιφύλακτα το ασφαλιστήριο.

Κατά το χρόνο δε του ένδικου ατυχήματος με το παραπάνω αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ν. Ο., τον οποίο είχε προστήσει ο πατέρας του Ε. Ο. στην οδήγηση του αυτοκινήτου αυτού, εστερείτο άδειας οδήγησης αυτοκινήτου. Το γεγονός της πρόστησης αποδεικνύεται από το ότι ο Ν. Ο. χρησιμοποιούσε το ζημιογόνο αυτοκίνητο μετά από παραχώρηση του πατέρα του Ε.

Ο. σε καθημερινή βάση, γι' αυτό άλλωστε είχε και την ικανότητα να το οδηγεί με άνεση και να εκτελεί επικίνδυνους ελιγμούς όπως αυτός που οδήγησε στο θάνατο τον Κ. Σ.. Άλλωστε, ο πατέρας του και προστήσας αυτόν στην οδήγηση, δεν ανησύχησε που έλειπε το αυτοκίνητο και δεν αναζήτησε τον υιό του προκειμένου να επιστρέψει το αυτοκίνητο επειδή του είχε παραχωρήσει τη χρήση, ενώ αυτός χρησιμοποιούσε το άλλο αγροτικό αυτοκίνητο για τις μετακινήσεις του.

Εάν είναι αληθινό ότι ο Ε. Ο. χρησιμοποιούσε το ζημιογόνο αυτοκίνητο για να πηγαίνει στα πρόβατα, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες της υπό στοιχείο β' εφέσεως, τότε θα είχε αντιληφθεί ότι το αυτοκίνητο έλειπε και θα έπρεπε να το αναζητήσει και μάλιστα να απευθυνθεί στο γιο του γιατί τουλάχιστον γνώριζε ότι το οδηγούσε στα χωράφια.

Αντίθετα αποδεικνύεται ότι στη συγκεκριμένη ημέρα οι γονείς του Ν. Ο. ήταν στην ταβέρνα του χωριού, όπου πήγε ο Ν. Ο. και ζήτησε τα κλειδιά του αυτοκινήτου από τον πατέρα του, ο οποίος αρχικά δυσανασχέτησε, όμως κατόπιν παρέμβασης της συζύγου του επέτρεψε στον γιο του να οδηγήσει το αυτοκίνητο. Η παραπάνω κατάθεση του πρώτου ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κρίνεται πειστική σε αντίθεση με τις καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης και ιδιαίτερα του Α.

Τ., ο οποίος κατά την κατάθεση του στην Τροχαία Κορίνθου δεν αναφέρθηκε στο γεγονός ότι μετά από προτροπή του ο Ν. Ο. αφαίρεσε το αυτοκίνητο του πατέρα του. Υπάρχει συνεπώς πρόστηση στην οδήγηση του αυτοκινήτου από τον ιδιοκτήτη αυτού πατέρα του ανήλικου οδηγού Ν. Ο. εν γνώσει του ότι αυτός δεν είχε άδεια οδήγησης και συνεπώς είναι υπαίτιος στην πρόκληση του ατυχήματος.

Επομένως ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε όμοια και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες της υπό στοιχείο β' εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, υπό τις οποίες έκρινε ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του επιβαίνοντος στο ζημιογόνο όχημα Κ. Σ., οδηγούμενο από τον 2° αναιρεσείοντα Ν. Ο., προκλήθηκε από υπαιτιότητα του τελευταίου, ο οποίος είχε προστηθεί στην οδήγηση τούτου από τον πρώτο αναιρεσείοντα, πατέρα του, Ε. Ο. και ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση συνυπαιτιότητας του θανόντος στο επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου του, το Εφετείο απέρριψε τους συναφείς με την έλλειψη σχέσης προστήσεως και της συνδρομής συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος στην πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού του λόγους των ως άνω εφέσεων, ακολούθως, δε, μετά από παραδοχή των συναφών λόγων εφέσεων των εκκαλούντων αναφορικά με το ύψος των επιδικασθέντων ποσών στους αναιρεσίβλητους για έξοδα κηδείας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, δέχτηκε κατ' ουσίαν τις εφέσεις και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κράτησε την υπόθεση προς κατ' ουσίαν έρευνα, δέχτηκε εν μέρει την ως άνω αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.

Οι αναιρεσείοντες με τους λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προσάπτουν αναιρετικές πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με την κρίση του Εφετείου: α) περί ύπαρξης σχέσης προστήσεως μεταξύ του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, ως προστήσαντος και του δεύτερου εναγομένου και ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος ως προοτηθέντος στην οδήγηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του πρώτου και β) περί μη συνδρομής συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος συγγενούς των κυρίως εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων στην πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού του.

Ειδικότερα, αναφορικά με την κρίση του Εφετείου περί ύπαρξης σχέσης προστήσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον πρώτο αναιρεσείοντα οι παρακάτω πλημμέλειες και συγκεκριμένα: α) Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, διότι το δικάσαν Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του πρώτου αναιρεσείοντος περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως ως προς αυτόν, τόσο της κύριας αγωγής των κυρίως εναγόντων και ήδη οκτώ πρώτων αναιρεσιβλήτων, όσο και της παρεμπίπτουσας αγωγής της συνεναγομένης του στην κύρια αγωγή και ήδη ένατης αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΑΕΓΑ", συνιστάμενο στο ότι δεν υπήρχε σχέση προστήσεως μεταξύ αυτού και του δευτέρου αναιρεσίβλητου, γιου του, στην οδήγηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου, λόγω του ότι ο τελευταίος οδήγησε τούτο για πρώτη και τελευταία φορά τη νύκτα του ατυχήματος της 24ης - 25ης Μαρτίου 2007, κρυφά απ' αυτόν, ο οποίος τελούσε σε απόλυτη άγνοια του γεγονότος τούτου' β) με τον ίδιο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, επικουρικώς, για την περίπτωση απορρίψεως του προηγούμενου λόγου αναίρεσης, η πλημμέλεια από τον αριθμό 9 περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη αίτησή του και ειδικότερα την εμπεριεχόμενη κατά το νόμο στην προταθείσα νομίμως από αυτόν ένσταση μη νομιμοποιήσεως παθητικώς ως προς αυτόν της κύριας και παρεμπίπτουσας αγωγής, αίτηση απορρίψεως των αγωγών αυτών, κατά το μέρος που απευθύνονται κατά τούτου' γ) με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ.

γ' του ΚΠολΔ, διότι, το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε ότι υπήρξε σχέση προστήσεως μεταξύ του πρώτου αναιρεσείοντος ως προστήσαντος και του δεύτερου αναιρεσείοντος ως προστηθέντος στην οδήγηση του υπ' αριθμ. ΖΗΧ - ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του πρώτου, δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε, όπως όφειλε από το νόμο αποδεικτικά μέσα που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα προς απόδειξη του ισχυρισμού του πρώτου ότι δεν υπήρξε τέτοια σχέση και συγκεκριμένα:

α) Την από 20-3-2010 υπεύθυνη δήλωση, κατά το άρθρον 8 του ν. 1599/1986, του, έχοντος την μοναδική επί της πλατείας της ... ταβέρνα από το έτος 1994 μέχρι και το 2009 Α. Α., β) τα υπ' αριθμ. 3/27-2-2009 πρακτικά συνεδριάσεως και απόφαση του Μονομελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Κορίνθου, περιέχοντα τις επικληθείσες επίσης καταθέσεις στην ποινική δίκη κατά του δευτέρου αναιρεσείοντος για το ένδικο ατύχημα των μαρτύρων Κ.

Β. Ρ., Α. Κ. Κ., Α. Τ., Χ. Σ. και του πρώτου των κυρίως εναγόντων Θ. Π. Σ., γ) την από 2 Απριλίου 2010 έγγραφη δήλωση του Σ. Λ., αντιδημάρχου του εδρεύοντος στη ... Δήμου Φενεού κατά το κρίσιμο έτος 2007, (το γνήσιο της υπογραφής του οποίου σ' αυτή έχει βεβαιωθεί από τον εν λόγω Δήμο Φενεού), και δ) επικυρωμένο αντίγραφο της υποβληθείσας στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, δια του Αστυνομικού Τμήματος ..., από 20 Απριλίου 2010 μηνύσεως του πρώτου αναιρεσείοντος κατά των δύο πρώτων των κυρίως εναγόντων (Θ.

Π. Σ. και Δ. συζ. Θ. Σ.) για απάτη επί Δικαστηρίου αμφοτέρων τούτων, από την οποία το περιουσιακό όφελος αυτών, όπως και η αντίστοιχη ζημία του πρώτου αναιρεσείοντος, υπερβαίνει το ποσόν 73.000 ευρώ.

Ο πρώτος από τους παραπάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, απαραδέκτως προβάλλεται, καθόσον ο φερόμενος ως αγνοηθείς ισχυρισμός του πρώτου αναιρεσείοντος δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη αλλά συνιστά αιτιολογημένη άρνηση των ως άνω αγωγών και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται ο παρών λόγος αναίρεσης, σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία το σχετικό ισχυρισμό, δεχόμενο ότι "υπήρχε πρόστηση στην οδήγηση του αυτοκινήτου από τον ιδιοκτήτη αυτού πατέρα του ανήλικου οδηγού Ν.

Ο. εν γνώσει του ότι αυτός δεν είχε άδεια οδήγησης" και ότι "το γεγονός της πρόστησης αποδεικνύεται από το ότι ο Ν. Ο. χρησιμοποιούσε το ζημιογόνο αυτοκίνητο μετά από παραχώρηση του πατέρα του Ε. Ο. σε καθημερινή βάση, γι' αυτό άλλωστε είχε και την ικανότητα να το οδηγεί με άνεση και να εκτελεί επικίνδυνους ελιγμούς όπως αυτός που οδήγησε στο θάνατο τον Κ.

Σ.". Ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από την επικουρικώς προβαλλόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μετά την απόρριψη του αμέσως παραπάνω λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚπολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος καθόσον, σύμφωνα με τη σχετική νομική σκέψη που προαναφέρθηκε, ως αίτηση κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 9 του ΚΠολΔ, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση δεν συνιστά η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ως προς την επικαλούμενη από τον ενάγοντα σχέση προστήσεως μεταξύ των εναγομένων, όπως είναι ο προβληθείς από τον πρώτο αναιρεσιβλητο ισχυρισμός περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως ως προς αυτόν της κύριας αγωγής των κυρίως εναγόντων και ήδη οκτώ πρώτων αναιρεσιβλήτων καθώς και της παρεμπίπτουσας αγωγής της συνεναγομένης του στην κύρια αγωγή και ήδη ένατης αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΑΕΓΑ", λόγω μη ύπαρξης σχέσης προστήσεως μεταξύ αυτού και του δευτέρου αναιρεσίβλητου, γιου του, στην οδήγηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου.

Ο τρίτος από τους παραπάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον μεν αφορά στη μη λήψη υπόψη της από 20-03-2010 υπεύθυνης δήλωσης, κατά το άρθρον 8 του ν. 1599/1986, του Α. Α. και της από 2 Απριλίου 2010 έγγραφης δήλωσης του Σ. Λ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον οι δηλώσεις ή βεβαιώσεις τρίτων προσώπων που αποτελούν μαρτυρίες τους, είναι απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον έγιναν για να χρησιμοποιηθούν, κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως αποδεικτικά μέσα σε ορισμένη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη, χωρίς να τηρηθούν οι δικονομικές διατάξεις για την εξέταση των μαρτύρων, έστω και αν τηρήθηκε γι' αυτές ο τύπος του άρθρ. 8 ν. 1599/1986 (Ολ.ΑΠ 8/87) και ως εκ τούτου το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008) να λάβει υπόψη τις εν λόγω δηλώσεις.

Καθόσον δε αφορά στα λοιπά επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων και "όλα τα επικαλούμενα από τους διαδίκους και προσαγόμενα έγγραφα" και από το όλο το περιεχόμενο της ως άνω απόφασης, με την οποία απορρίφθηκαν ρητά οι ισχυρισμοί του πρώτου αναιρεσείοντος περί μη ύπαρξης σχέσης προστήσεως μεταξύ του πρώτου αναιρεσείοντος ως προστήσαντος και του δεύτερου αναιρεσείοντος ως προστηθέντος στην οδήγηση του υπ' αριθμ.

ΖΗΧ - ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, αξιολογούμενο σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες της, αναφορικά με το θέμα αυτό, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα εν λόγω έγγραφα. Επομένως, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ, καθόσον αφορά στα τελευταία αυτά έγγραφα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, αναφορικά με την κρίση του Εφετείου περί μη συνδρομής συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος συγγενούς των κυρίως εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων στην πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού του συνιστάμενη στο ότι: α) αυτός δέχτηκε να επιβιβαστεί στο οδηγούμενο από τον δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο αυτοκίνητο παρά το ότι γνώριζε ότι ο τελευταίος, λόγω της ανηλικότητάς του, εστερείτο της απαιτούμενης άδειας οδηγήσεως αυτοκινήτου και β) μετά την επιβίβασή του στο ως άνω αυτοκίνητο δεν χρησιμοποίησε την υπάρχουσα στη θέση πίσω από τον οδηγό, στην οποία καθόταν, ζώνη ασφαλείας, προβάλλονται οι παρακάτω πλημμέλειες και συγκεκριμένα:

α) με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, και κατά άλλο μέρος αυτού, η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, διότι το δικάσαν Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του την ένσταση των κυρίως εναγομένων - αναιρεσειόντων περί συνυπαιτιότητας του θανόντος συγγενούς των κυρίως εναγόντων και ήδη οκτώ πρώτων αναιρεσιβλήτων Κ.

Θ. Σ. κατά ποσοστόν 70% στην πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού του για το λόγο ότι αφ' ενός μεν δέχτηκε να επιβιβαστεί στο οδηγούμενο από το δεύτερο αναιρεσείοντα όχημα αν και γνώριζε ότι ο δεύτερος εναγόμενος της κύριας αγωγής και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος στερείτο λόγω ανηλικότητας άδειας οδήγησης, αφ' ετέρου δε μετά την επιβίβασή του σ' αυτό δεν χρησιμοποίησε την υπάρχουσαν στη θέση πίσω από τον οδηγό, στην οποία καθόταν, ζώνη ασφαλείας, που προβλήθηκαν παραδεκτώς απ' αυτούς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφέρθηκαν με την έφεσή τους και με τις προτάσεις τους ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, και β) με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο με το να απορρίψει την προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος συγγενούς των κυρίως εναγόντων Κ.

Θ. Σ., στην πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού του συνιστάμενη στο ότι: 1) αυτός δέχτηκε να επιβιβαστεί στο οδηγούμενο από τον δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο αυτοκίνητο παρά το ότι γνώριζε ότι ο τελευταίος, λόγω της ανηλικότητάς του, εστερείτο της απαιτούμενης άδειας οδηγήσεως αυτοκινήτου και 2) μετά την επιβίβασή του στο ως άνω αυτοκίνητο δεν χρησιμοποίησε την υπάρχουσα στη θέση πίσω από τον οδηγό, στην οποία καθόταν, ζώνη ασφαλείας, παρά το ότι τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος - υπαιτιότητας, που αποτελεί προϋπόθεση του εφαρμοζόμενου για τη νομική θεμελίωση της ενστάσεώς του, κανόνα του άρθρου 300 ΑΚ σε συνδ.

με το άρθρο 914 ΑΚ και επί πλέον επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθούν, αντικειμενικά, ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος και γ) με τον ίδιο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, επικουρικώς, για την περίπτωση απορρίψεως του προηγούμενου λόγου αναίρεσης, καθόσον αφορά στη θεμελίωση της ένστασης συντρέχοντος πταίσματος στη γνώση από το θανόντα της ανηλικότητας του δεύτερου εναγομένου και ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι άλλως, "αν ήθελεν είπει τις ότι διέλαθον της προσοχής του δικάσαντος Εφετείου τα επαναεπικληθέντα και επαναπροσκομισθέντα ενώπιόν του πέντε βραβεία άριστης επιδόσεως του δεύτερου εναγομένου εφεσίβλητου του Γυμνασίου και του Λυκείου τα οποία απονεμήθηκαν σ' αυτόν από το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, από τα οποία προέκυπτε η ανηλικότητά του, ως μαθητή της Β' Τάξεως του Λυκείου", παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τούτο (το δικάσαν Εφετείο) τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, υποπίπτοντας έτσι στην ως άνω πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ.

Οι λόγοι αυτοί, καθόσον αφορά, στη θεμελίωση της ως άνω ενστάσεως στη γνώση της ανηλικότητας και της έλλειψης άδειας οδήγησης του αναιρεσείοντος οδηγού εκ μέρους του θανόντος, είναι, επίσης, απορριπτέοι: Ο πρώτος απ' αυτούς από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως αβάσιμος, εφόσον από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, καθόσον αφορά στην εν λόγω ένσταση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την προταθείσα αυτή ένσταση (πράγμα) και την έκρινε απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ο δεύτερος απ' αυτούς (επικουρικός) από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται επί υποθετικού σφάλματος της προσβαλλόμενης απόφασης, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων και "όλα τα επικαλούμενα από τους διαδίκους και προσαγόμενα έγγραφα" και από το όλο περιεχόμενο της ως άνω απόφασης, με την οποία απορρίφθηκαν ρητά οι ισχυρισμοί του πρώτου αναιρεσείοντος περί μη ύπαρξης σχέσης προστήσεως μεταξύ του πρώτου αναιρεσείοντος ως προστήσαντος και του δεύτερου αναιρεσείοντος ως προστηθέντος στην οδήγηση υπ' αριθμ.

ΖΗΧ - ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, αξιολογούμενο σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες της, αναφορικά με το θέμα αυτό, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα εν λόγω έγγραφα και ο τρίτος απ' αυτούς, από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως αβάσιμος, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία, μεταξύ άλλων, ο Κ.

Σ. δεν γνώριζε ούτε από τις περιστάσεις (φυσική διάπλαση του δεύτερου αναιρεσίβλητου, η οποία δεν δήλωνε την ανηλικότητά του, έλλειψη ιδιαίτερων σχέσεων του εν λόγω αναιρεσίβλητου με το θανόντα, διαφορετικοί τόποι κατοικίας αυτών) μπορούσε να γνωρίζει, τόσο την ανηλικότητα του δεύτερου των εναγομένων, όσο και το γεγονός ότι δεν είχε την απαιτούμενη άδεια οδήγησης, δικαιολογούν την απόρριψη της εν λόγω ενστάσεως ως ουσιαστικά αβάσιμης.

Περαιτέρω, όμως, το Εφετείο, το οποίο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ως απορριπτέα την ένσταση των αναιρεσειόντων περί συνυπαιτιότητας του θανόντος στην πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού του, λόγω μη χρήσης από αυτόν της προστατευτικής ζώνης ασφαλείας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι, ενώ, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της απόφασης, δέχεται, σε ένα μεν σημείο ότι το αυτοκίνητο κινούμενο με ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης κατά το άρθρο 20 του ΚΟΚ (90 χιλ/ώρα) εκτράπηκε της πορείας του και επέπεσε με την πίσω αριστερή πλευρά του πάνω σε ένα δένδρο και σε άλλο σημείο ότι το ως άνω αυτοκίνητο μετά την πρόσκρουσή του στο δέντρο κατακρημνίστηκε σε χωμάτινο πρανές στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος, βάθους περίπου δύο μέτρων, συνθήκες υπό τις οποίες καθίσταται βέβαιη η απότομη εκτίναξη του σώματος του θανόντος και η βίαιη πρόσκρουση αυτού στις εσωτερικές επιφάνειες του αυτοκινήτου, τελικά καταλήγει ότι παρόλα αυτά η παράλειψη αυτή του θανόντος δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου αυτού, το οποίο θα επήρχετο ούτως ή άλλως λόγω της σφοδρότητας της πρόσκρουσης του αυτοκινήτου με την πίσω αριστερή πόρτα του στο δέντρο, χωρίς να διευκρινίζει με σαφήνεια και πληρότητα για ποιο λόγο δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν οι βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και κακώσεις του θώρακος εξ αιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατος του Κ.

Σ., εάν ο τελευταίος ήταν προσδεδεμένος με τη ζώνη ασφαλείας, ούτε άλλωστε εξηγεί πώς προκλήθηκαν οι κακώσεις στο θώρακα του θανόντος και οι βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις που υπέστη ο τελευταίος, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ως άνω παράλειψης και της έκτασης του τραυματισμού του και συνεπώς η ορθή ή μη εφαρμογή των περί συνυπαιτιότητας διατάξεων των άρθρων 300 σε συνδ. 914 ΑΚ.

Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες σχετικά με τη μη χρήση από το θανόντα της προστατευτικής ζώνης ασφαλείας με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, κρίνονται βάσιμα, όπως και ο σχετικός λόγος αναίρεσης, ο οποίος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης της έρευνας, μετά την παραδοχή του ως άνω λόγου, και του άλλου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αφορά στο αυτό ζήτημα (απόρριψη ένστασης συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος λόγω μη χρήσης απ' αυτόν της ζώνης ασφαλείας).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση (μόνο) κατά το μέρος της που απέρριψε την ένσταση των εναγομένων - αναιρεσειόντων περί συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος επειδή δεν έκανε χρήση της ζώνης ασφαλείας, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της ένδικης αναίρεσης στους αναιρεσείοντες. Τέλος, πρέπει να κατανεμηθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των αναιρεσειόντων που εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Μάντεση - Θανασούλα και των αναιρεσιβλήτων, από τους οποίους οι εννέα πρώτοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο Κων/νο Φραγκανδρέα, η δε δέκατη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Σύριο, κατά το λόγο της εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου των διαδίκων και να συμψηφιστούν στο σύνολό τους (άρθρα 183 και 178 παρ. 1, εδ. 1 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5081/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος αυτής.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παραβόλου για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Και

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουλίου 2015.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ