Legislator Case Law & Legislation
1004/2014 AI generated

1004/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1004/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1004/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αυτός αναίρεσης στον οποίο δεν αναφέρεται πλημμέλεια αναγομένη στην εσφαλμένη εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς εξεύρεση της αληθούς εννοίας κανόνος δικαίου ή της υπαγωγής σ' αυτόν των ανελέγκτως δεκτών γενομένων περιστατικών της διαφοράς, αλλά η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αναφέρεται στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, πληττομένης, υπό την επίκληση της παραβιάσεως του άρθρου 560 αρ.1 εδ.

Keywords

AI generated
right of habitation access to property rights of landlord condition of leased property personal property occupied property
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1004 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1004/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καθών η κλήση: 1) Δ. Μ. του Α. και 2) Κ. συζ. Τ. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Λάγγα.

Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Α. Π. του Δ. και 2) Ι. Π. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βουκελάτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/5/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μετσόβου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2001, 9/2002, 13/2006, 4/2007 μη οριστικές, 19/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 226/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 28/3/2012 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 494/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούντες με την από 4/6/2013 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 17/1/2013 έκθεσή της, με την οποία πρότεινε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης κατ' άρθρο 560§1 εδ.Β ΚΠολΔ μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι όταν παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται ορισμοί και αφηρημένες κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των Φυσικών Επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν μομφή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ β' ΚΠολΔ διότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο δικάζον ως Εφετείο κατά παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δέχθηκε ότι αποκλειστικά κύριοι του επιδίκου ακινήτου είναι οι αναιρεσίβλητοι, αν και η ύπαρξη μπαλκονιών και παραθύρων της δικής τους οικοδομής εντός του ομόρου προς την ιδιοκτησία των εναγόντων ακινήτων, προς την πλευρά του επιδίκου ακινήτου, μαρτυρούν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι οι αναιρεσείοντες έχουν δικαίωμα οιονεί νομής δουλείας διελεύσεως, φωτισμού και εξαερισμού επί του επιδίκου ακινήτου.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης στον οποίο δεν αναφέρεται πλημμέλεια αναγομένη στην εσφαλμένη εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς εξεύρεση της αληθούς εννοίας κανόνος δικαίου ή της υπαγωγής σ' αυτόν των ανελέγκτως δεκτών γενομένων περιστατικών της διαφοράς, αλλά η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αναφέρεται στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, πληττομένης, υπό την επίκληση της παραβιάσεως του άρθρου 560 αρ.1 εδ.

β' ΚΠολΔ, της περί των πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτης κρίσης του δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξή ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσεως μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Από την διάταξη αυτή, προκύπτει ότι μπορεί να αναγνωρισθεί με αγωγή η ύπαρξη ή ανυπαρξία έννομης σχέσεως η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει προς τούτο έννομο συμφέρον.

Ως έννομη σχέση θεωρείται η βιοτική σχέση που ρυθμίζεται από το δίκαιο και συνεπάγεται ή ενέχει ως περιεχόμενό της σε σχέση με άλλο πρόσωπο ή αντικείμενο ένα τουλάχιστον δικαίωμα ή μία υποχρέωση είτε δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Εξάλλου κατά το άρθρο 1094 ΑΚ, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής αγωγής είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικουμένου ακινήτου και η νομή ή κατοχή του πράγματος από τον εναγόμενο κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής. Όταν ο εναγόμενος, δεν είναι νομέας ή κάτοχος του ακινήτου αλλά απλώς ισχυρίζεται ότι η κυριότητά του ανήκει ή αν αμφισβητεί την κυριότητα του ενάγοντος τότε δεν είναι δυνατή η έγερση κατ' αυτού της διεκδικητικής αγωγής, αλλά μόνον της αναγνωριστικής.

Αν η αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση της κυριότητας με σύμβαση, αρκεί να αναφέρεται ότι έγινε συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία και ότι η συμφωνία αυτή έγινε με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβλήθηκε σε μεταγραφή.

Εξάλλου, αν η αγωγή στηρίζεται στην κτήση της κυριότητας με τακτική χρησικτησία πρέπει να γίνει επίκληση των κατά τα άρθρα 1041, 1042 1043 ΑΚ στοιχείων της δηλαδή νομίμου τίτλου που πρέπει να έχει μεταγραφεί και της νομής με καλή πίστη στο επίδικο εκίνητο για μία δεκαετία, ενώ αν στηρίζεται στην έκτακτη χρησικτησία πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, να γίνει επίκληση νομής στο επίδικο ακίνητο για μία εικοσετία και ότι ο χρόνος αυτός έχει συμπληρωθεί στο πρόσωπο του ενάγοντος με τη δυνατότητα όμως και στις δύο μορφές χρησικτησίας εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε δεν αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την απευθυνόμενη ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μετσόβου από 31-5-2001 αγωγή τους, ισχυρίστηκαν ότι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 132/240 εξ αδιαιρέτου ο πρώτος και κατά ποσοστό 97/240 εξ αδιαιρέτου ο δεύτερος ενός ακινήτου που βρίσκεται στο Μέτσοβο.

Ότι το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στη συγκυριότητά τους κατά παράγωγο τρόπο κτήσης και ειδικότερα δυνάμει συμβάσεως αγοραπωλησίας με συμβόλαια που έχουν νομίμως μεταγραφεί, άλλως ότι απέκτησαν την κυριότητα επί του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ως νεμηθέντες το επίδικο με διάνοια κυρίου από της ισχύος τουλάχιστον του ΑΚ διενεργώντας επ' αυτού όλες τις πράξεις εκείνης που προσιδιάζουν στη φύση αυτού.

Ότι οι εναγόμενοι, ήδη αναιρεσείοντες, συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους ενός ομόρου ακινήτου, από το μήνα Μάιο του έτους 1995 άρχισαν να αμφισβητούν τη συγκυριότητά τους σε τμήμα της ιδιοκτησίας τους εμβαδού 23,25 τετ. μέτρων ισχυριζόμενοι άλλοτε ότι το επίδικο τμήμα του ως άνω ακινήτου είναι κοινόχρηστος ιδιωτικός δρόμος και άλλοτε ότι αυτοί είναι συννομείς τούτου.

Ζήτησαν δε με την ένδική αγωγή, να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά τους επί του επιδίκου τμήματος του ακινήτου τους, εμβαδού 23,25 τετ. μέτρων. Επί της ορισμένης αυτής αγωγής, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 19/2009 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Μετσόβου με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή και αναγνωρίσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας απ' αυτούς μαζί με τους αναιρεσείοντες της επίδικης εδαφικής λωρίδας, εμβαδού 23,25 τέτ.

μέτρων. Κατά της απόφασης αυτής, οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν έφεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 226/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων που δίκασε ως εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα:

Οι εκκαλούντες είναι συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι κατά ποσοστό 229/240 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, που βρίσκεται στη συνοικία "..." στη θέση "..." μέσα στον οικισμό του Δήμου Μετσόβου, συνολικής έκτασης, κατά του τίτλους κτήσεως των εναγόντων αυτού 355,54 τ.μ. και συνορεύει ολόγυρα με δημοτικό δρόμο, με ιδιοκτησίες εναγόμενων και με Γ., με ιδιοκτησία αφών Σ.

και με ιδιοκτησία Π. Τ., με ιδιοκτησία Χ. Κ. και Μ. Τ. και με ιδιοκτησίες Β. και Π.. Το πιο πάνω ακίνητο περιήλθε στους εκκαλούντες ως εξής: 1. στον 1ο απ' αυτούς κατά ποσοστά 132/240 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του με αριθμ. .../1993 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβ/φου Μετσόβου Σταύρου Παργανά που έχει μεταγραφεί νόμιμα στον τόμο ...

και με α.α. 72 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μετσόβου 2, και στον 2ο απ' αυτούς κατά ποσοστό 97/240 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του με αριθμ. .../1994 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του ίδιου συμβ/φου, που επίσης έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του πιο πάνω υποθηκοφυλακείου στον τόμο ... και με α.α. 120.

Το προπεριγραφόμενο ακίνητο περιήλθε στον 1ο των εκκαλούντων από τους παρακάτω αναφερόμενους δικαιοπαρόχους του και ειδικότερα από τον Ν. Γ. του Κ. κατά ποσοστό 22/60 εξ αδιαιρέτου και Β. Γ. του Κ. κατά ποσοστό 11/60 εξ αδιαιρέτου, στους οποίους είχε περιέλθει ως εξής: Στον Ν. Γ.: Κατά ποσοστό 10/60 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά από τον πατέρα του Κ.

Γ. που απεβίωσε το έτος 1926 στο Μέτσοβο Ιωαννίνων και την οποία κληρονομιά ανέλαβε και αναμίχθηκε σ' αυτήν από του χρόνου θανάτου του πατέρα του και ασκούσε πράξεις νομής και κατοχής στο επίδικο μέχρι την προς τους εκκαλούντες μεταβίβαση. Κατά ποσοστό 1/60 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά της αδελφής του Λ. συζ.

Δ. Μ., που πέθανε το έτος 1961 στα Ιωάννινα χωρίς να αφήσει διαθήκη και την οποία κληρονομιά αποδέχθηκε με το με αριθμ. .../1978 συμβόλαιο αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογραφούσης Ειρηνοδίκη Μετσόβου Γεωργίας Μπασιούκα που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... και με α.α. 12 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μετσόβου και τέλος κατά ποσοστό 11/60 εξ αδιαιρέτου ως εκ διαθήκης κληρονόμος του αδελφού του Γ.

Γ., που απεβίωσε το έτος 1979 και την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκε με το με αριθμ. .../1993 συμβόλαιο αποδοχής κληρονομιάς του συμβ/φου Μετσόβου Σταύρου Παργανά που μεταγράφηκε στον τόμο ... και με α.α. 50 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μετσόβου. Στον Β. Γ. περιήλθε: Κατά ποσοστό 10/60 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά από τον πατέρα του Κ.

Γ. που απεβίωσε, όπως προαναφέρθηκε το έτος 1926 και στην κληρονομιά του οποίου υπεισήλθε, ανέλαβε και αναμίχθηκε κατά το ποσοστό αυτό και ασκούσε στο επίδικο πράξεις νομής και κατοχής μέχρι την προς τους εκκαλούντες μεταβίβαση. Κατά ποσοστό 1/60 εξ αδιαιρέτου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αδελφής του Λ.

συζ. Δ. Μ., που πέθανε το έτος 1961, όπως επίσης προαναφέρθηκε στα Ιωάννινα χωρίς να αφήσει διαθήκη και την οποία κληρονομιά αποδέχθηκε δυνάμει του με αριθμ. .../1993 συμβολαίου αποδοχής κληρονομιάς του συμβ/φου Μετσόβου Σταύρου Παργανά που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... και με α.α. 49 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μετσόβου.

Επίσης το επίδικο ακίνητο περιήλθε στον 2ο των εκκαλούντων κατά τα 97/240 εξ αδιαιρέτου από τις: Ε. χα Δ. Γ., το γένος Ι. Ζ., 2. Ε. συζ. Β. Σ., το γένος Δ. Γ., 3. Ο. χήρα Κ. Κ., το γένος Κ. Γ., και 4. Ά. συζ. Σ. Π., το γένος Δ. Γ.. Στην Ε. χα Δ. Γ. είχε περιέλθει κατά ποσοστό 11/240 εξ αδιαιρέτου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του συζύγου της Δ.

Γ., που απεβίωσε το έτος 1985 και την οποία κληρονομιά αποδέχθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1997 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβ/φου Αθηνών Μαρίνας Παιδακάκη που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μετσόβου στον τόμο ... και με α.α. 99 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μετσόβου.

Στην Ε. συζ. Β. Σ.: Κατά ποσοστό 20/240 εξ αδιαιρέτου ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο του θετού πατέρα της Δ. Μ., που απεβίωσε το έτος 1964 και την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκε με την με αριθμ. .../1994 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβ/φου Αθηνών Μαρίνας Παιδακάκη που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... και με α.α. 96 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μετσόβου.

Κατά ποσοστό 11/240 εξ αδιαιρέτου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα της Δ. Γ. που απεβίωσε το έτος 1985, την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκε δυνάμει της με αριθμ. .../1994 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβ/φου Αθηνών Μαρίνας Παιδακάκη που έχει μεταγραφεί νόμιμα στον τόμο ... και με α.α. 99 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μετσόβου.

Στην Ο. χα Κ. Κ.: Κατά ποσοστό 40/240 εξ αδιαιρέτου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο του αποβιώσαντος το έτος 1926 πατέρα της Κ. Γ., την οποία ανέλαβε και αναμίχθηκε από το χρόνο θανάτου του πατέρα της κατά το ποσοστό της και ασκούσε μέχρι την προς τους εκκαλούντες μεταβίβαση πράξεις νομής και κατοχής αλλά και με την με αριθμ. .../1994 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβ/φου Αθηνών Μαρίνας Παιδακάκη που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μετσόβου στον τόμο ...

και με α.α. 94 και κατά ποσοστό 4/240 εξ αδιαιρέτου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αδελφής της Λουκίας που απεβίωσε το έτος 1961 και την οποία κληρονομιά αποδέχθηκε με τη με αριθμ. .../1994 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβ/φου Αθηνών Μαρίνας Παιδακάκη που μεταγράφηκε στον τόμο ... και με α.α. 93 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μετσόβου.

Τέλος, στην Ά. συζ. Σ. Π. περιήλθε κατά ποσοστό 11/240 εξ αδιαιρέτου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος το έτος 1985 πατέρα της Δ. Γ. και την οποία κληρονομιά αποδέχθηκε με τη με αριθμ. .../1997 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβ/φου Αθηνών Μαρίνας Παιδακάκη που μεταγράφηκε στον τόμο ... και με α.α. 99 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μετσόβου.

Οι εφεσίβλητοι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος του όμορου με το ακίνητο των εκκαλούντων οικοπέδου μετά της επ' αυτού οικοδομής, που συνορεύει με δημοτικό δρόμο, ιδιοκτησία εκκαλούντων, ιδιοκτησία Μ. Φ., με ιδιοκτησία Γ. και με ιδιοκτησία Α.Τ.. Τα δε παραπάνω δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους.

Ανάμεσα στα προαναφερθέντα ακίνητα των διαδίκων βρίσκεται η επίδικη εδαφική λωρίδα μήκους 15,50 μ. και πλάτους 1,5 μέτρων και εμβαδού 23,25 τ.μ. Η επίδικη αυτή λωρίδα ξεκινά από τη γωνία της ιδιοκτησίας των εφεσίβλητων και το δημοτικό δρόμο, εκτείνεται σε απόλυτη ευθεία και με τις δύο ιδιοκτησίες των διαδίκων και φθάνει μέχρι τη γωνία της οικίας των εφεσίβλητων και τον κήπο των εκκαλούντων.

Περαιτέρω ο κήπος των εκκαλούντων φθάνει μέχρι την ιδιοκτησία Γ., με την οποία διαχωρίζεται με υψηλό τοίχο και έτσι το επίδικο δεν έχει πρόσβαση σε κοινόχρηστο δημοτικό δρόμο. Στην αρχή της επίδικης εδαφικής λωρίδας υπάρχει τσιμεντένια σκάλα, που ακουμπάει στην οικία των εφεσίβλητων και καταλήγει στο μέσον περίπου του επιδίκου.

Η οικοδομή των εφεσίβλητων, που είναι σε επαφή με το επίδικο έχει από την πλευρά του επίδικου μπαλκόνια και παράθυρα στο ισόγειο, στον πρώτο και δεύτερο όροφο, είναι περιφραγμένη και δεν έχει πρόσβαση στο επίδικο. Μετά το επίδικο υπάρχει ακάλυπτος χώρος των εκκαλούντων και στη συνέχεια η καινούργια τριόροφη οικοδομή τους, η οποία δεν έχει παράθυρα και μπαλκόνια από την πλευρά αυτή του επιδίκου, παρά μόνο ένα άνοιγμα στο ισόγειο αυτής μέσω του οποίου επικοινωνούν οι εκκαλούντες με τον ακάλυπτο χώρο της ιδιοκτησίας τους και το επίδικο (βλ.

την υπ' αριθ. 17/2002 έκθεση αυτοψίας). Η επίδικη αυτή λωρίδα ανήκει βάσει των προαναφερθέντων συμβολαίων στην ιδιοκτησία των εκκαλούντων, στα οποία (συμβόλαια) ρητά αναφέρεται ότι το ακίνητο των εκκαλούντων συνορεύει με την ιδιοκτησία των εφεσίβλητων. Η επίδικη αυτή λωρίδα βρίσκονταν στη νομή και κυριότητα των εκκαλούντων από το έτος 1993 κατά το οποίο αυτοί έγιναν συγκύριοι του ως άνω ακινήτου κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά τους, ενώ πριν απ' αυτούς αυτή ανήκε στην κυριότητα, νομή και κατοχή των δικαιοπαρόχων τους.

Μάλιστα κατά το έτος 1965 τοποθετήθηκε στην αρχή του επιδίκου από τους δικαιοπαρόχους των εκκαλούντων ξύλινη πόρτα με κλειδαριά και στο επίδικο είχαν πρόσβαση μόνο οι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων και οι μισθωτές των δικαιοπαρόχων τους. Από τη μεταβίβαση δε του εν λόγω ακινήτου στους εκκαλούντες, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο τμήμα απ1 αυτό διέρχονταν μόνο οι εκκαλούντες, ενώ οι εφεσίβλητοι διέρχονταν κάποιες φορές απ' αυτό ευκαιριακά με την ανοχή των εκκαλούντων στα πλαίσια της καλής γειτνίασης και μόνο.

Στη συνέχεια και δη μετά την ανέγερση οικοδομής στο ακίνητο των εφεσίβλητων από τους τελευταίους αυτοί έπαψαν εντελώς να διέρχονται απ' αυτή. Τούτο δε ενισχύεται από το γεγονός ότι η οικοδομή των εφεσίβλητων είναι περιφραγμένη και δεν έχει πρόσβαση στο επίδικο, όπως ρητά τούτου αναφέρεται στην υπ' αριθ. 17/2002 έκθεση αυτοψίας της Ειρηνοδίκου Μετσόβου Χρυσούλας Δάντζερα, το ίδιο δε αναφέρεται και στην υπ' αριθ. 20/2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Ν.

Π..

Συνεπώς από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι οι εφεσίβλητοι ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο. Εξάλλου και οι ίδιοι οι εφεσίβλητοι με την υπ' αρ. 19/1995 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που άσκησαν κατά των εκκαλούντων δεν ισχυρίζονταν ότι είναι κύριοι ή νομείς του επίδικου, αλλά ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα ήταν κοινόχρηστος δρόμος. Ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι το επίδικο ήταν κοινόχρηστος δρόμος. Μάλιστα στην υπ' αριθ. πρωτ. 2036/1994 βεβαίωση του Δημάρχου Μετσόβου βεβαιώνεται ότι με την οικοδομή που ανεγείρει ο Α. Π. δεν θίγονται δημοτικά συμφέροντα. Βάσει λοιπόν των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι το επίδικο ανήκει στη συγκυριότητα των εκκαλούντων και ειδικότερα στον πρώτο κατά ποσοστό 132/240 εξ αδιαιρέτου και στο δεύτερο κατά ποσοστό 97/240 εξ αδιαιρέτου.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων έκανε εξ ολοκλήρου δεκτή την ένδικη αγωγή αναγνωρίζοντας με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 132/240 εξ αδιαιρέτου ο πρώτος και κατά ποσοστό 94/240 εξ αδιαιρέτου ο δεύτερος τούτων, επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας εμβαδού 23,25 τετ.μέτρων και εξαφάνισε στη συνέχεια την εκκληθείσα υπ' αριθ. 19/2009 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Μετσόβου.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το ως Eφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1192, 1193 εδ. α', 1045, 1051 ΑΚ τις οποίες ορθά εφάρμοσε ούτε τις διατάξεις ν.8 παρ.1 κωδ.( 7,39), ν.9 παρ.1 Β (50,14) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, καθόσον δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου παραγώγως, αλλιώς με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του ΑΚ ως νεμηθέντας το επίδικο κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως μετά των δικαιοπαρόχων τους από το έτος 1965 τουλάχιστον μέχρι του έτους 1995 συμπληρώσαντες εικοσαετία τουλάχιστον, κατά τα διαλαμβανόμενα στην βάση της αγωγής πραγματικά περιστατικά, που δικαιολογούν την επί του επιδίκου κτήση της κυριότητας από τους ενάγοντες με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Επομένως οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 560 παρ. 1 ΚΠολΔ με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 28-3-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 226/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο αίτημα αυτών ( άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) όπως διατυπώνεται στην από 4-6-2013 αίτηση κλήση τους για προσδιορισμό νέας δικασίμου για τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-3-2012 αίτηση των Δ. Μ. και Κ. συζ. Τ. Τ. για αναίρεσης της υπ' αριθμ. 226/2011 αποφάσεως του ως Eφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18-3-2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 2-5-2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ