Legislator Case Law & Legislation
1004/2011 AI generated

1004/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1004/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 744/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 585/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7/1/2010 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1004/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγμένων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Keywords

AI generated
withdrawal of legal aid consequences of withdrawal withdrawal of debt enforcement state recovery claim indigence termination of social assistance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1004 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1004/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και εν προκειμένω και από τον Γενικό Γραμματέα περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος που εδρεύει στην Πάτρα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου με την επωνυμία "ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ" που εδρεύει στα Άνω Συχαινά Πατρών και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Πετρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 744/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 585/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7/1/2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 9/3/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου της από 7/1/2010 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου και την παραδοχή του δευτέρου λόγου της ίδιας αναίρεσης και την αναίρεση της υπ' αριθ. 585/2009 οριστικής απόφασης του Εφετείου Πατρών κατά το εις το σκεπτικό μέρος της.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, και να εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2005, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου αβασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται. Δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, και παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν, Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν 653/1977 ''περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη των εθνικών οδών κλπ'', όπως συμπληρώθηκε με το 'άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφιστάμενων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτος αυτών, προκειμένου περί διάνοιξης εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, oι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνη πλάτους 15 μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.

Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγμένων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου παράγραφοι 1,3 και 4 του Ν. 653/1977 αντίκεινται στο άρθρο 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διάταξης του Ν 653/1977 άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος).

Το τεκμήριο ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως και γι' αυτή.

Τέλος, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 33 του ν. 2971/19.12.2001, '' το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977, είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου''.

Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου ''Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτηση του να ζητήσει από το φορέα του έργου της διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης. Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης''.

Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ''Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή επιτροπή ...''. Με το άρθρο 37 του ίδιου ως άνω άρθρου, ορίζεται ότι " Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει α) Των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί.

Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του". Με το ανωτέρω άρθρο 33 του Ν. 2971/2001 θεσπίστηκε ότι το τεκμήριο είναι μαχητό και από το συνδυασμό των διατάξεων αυτού και του άρθρου 37 σαφώς συνάγεται ότι οι διατάξεις του πρώτου από αυτά εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, καθώς και γι' αυτές οι οποίες κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του, αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους μέχρι αυτή (έναρξη ισχύος), δεν εφαρμόζονται δε για τις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη ισχύος των ανωτέρω διατάξεων (Α.Π. 1056/2008), στις οποίες δεν ισχύει η προαναφερθείσα ανατρεπτική προθεσμία των δύο μηνών για την αντίστοιχη αγωγή, η οποία εκδικάζεται από το καθ' ύλην δικαστήριο κατά την τακτική διαδικασία.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή απέρριψε έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 744/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών το οποίο είχε δικάσει κατά την τακτική διαδικασία αγωγή του αναιρεσίβλητου για επιδίκαση αποζημίωσης, για τα τμήματα της ιδιοκτησίας του που δεν αποζημιώθηκε επειδή θεωρήθηκε ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, καθώς και για τη διαφορά μεταξύ της προσωρινής και της οριστικής αποζημίωσης, και δεν είχε δεχθεί αυτή ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη.

Ειδικότερα, ο αναιρεσίβλητος με την από 30.12,2004 αγωγή απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών εξέθεσε ότι με την 1149641/9011/0010/23.12.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 10/1994, τεύχος Δ' απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για τη διάνοιξη του τμήματος Κ1-Κ4 (Χάραδρος-Διακονιάρη) της ευρείας παράκαμψης Πατρών, εδαφική έκταση της κυριότητάς του, εμβαδού 3.620 τ.μ., για την οποία όμως αποζημιώθηκε μόνο για 930 τ.μ., ενώ για τα υπόλοιπα 2.690 τ.μ.

δεν του καταβλήθηκε αποζημίωση καθόσον θεωρήθηκε ότι αυτοαποζημιώνεται, λόγω της επελθούσας ωφέλειας, κατ' εφαρμογή του τεκμηρίου του άρθρου 1 του Ν. 653/1977. Ότι επιπροσθέτως το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον δεν του κατέβαλε ολόκληρη την αποζημίωση για τα 930 τ. μ. καθόσον υποχρεώθηκε σε αποζημίωση των παροδίων ιδιοκτητών λόγω της επελθούσας ωφέλειας.

Και ότι αυτό δεν είναι ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, αφού η έκταση που του απέμεινε, κατά τα ανωτέρω, δεν απέκτησε πρόσωπο στην οδό που κατασκευάστηκε. Ζήτησε δε επικαλούμενο το μαχητό του τεκμηρίου που καθιερώνει η ως άνω διάταξη, να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλλει αποζημίωση ποσού 71.699,3 ΕΥΡΩ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, για το ως άνω τμήμα του ακινήτου, με βάση την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως, που έχει καθοριστεί με την 891/1999 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 744/2007 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή και κατά της αποφάσεώς του το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε έφεση παραπονούμενο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ζήτησε δε την εξαφάνισή της και την απόρριψη της αγωγής του αναιρεσίβλητου.

Το Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε απορρίπτοντας αντίστοιχο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ότι η αγωγή κατά το παραπάνω ιστορικό αίτημά της επειδή αφορά αποζημίωση που είχε συντελεσθεί μέχρι την ισχύ του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων και δικάζεται κατά τη τακτική διαδικασία, χωρίς να υπόκειται η άσκησή της στη δίμηνη ανατρεπτική προθεσμία του άρθρου 33 παρ. 3 του ν. 2971/2001.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 33και 37 του ν. 2971/2001 και δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙ. Το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του κρίνοντας επί λόγου έφεσης του αναιρεσείοντος ελληνικού Δημοσίου δέχθηκε σχετικά με το ζήτημα της δικαστικής δαπάνης και το ύψος της που καθορίστηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο τα ακόλουθα: "Τα δικαστικά έξοδα ορθά επιβλήθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε βάρος του εναγόμενου ελληνικού Δημοσίου σύμφωνα με τα άρθρα 176, 189 και 191 παρ. 1 του ΚΠολΔ και 17 παρ. 4 του Ν.Δ. 797/1971, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 1 του Ν.Δ. 446/1974 και 9 παρ. 5 του Ν. 1093/1980 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 98, 100 παρ.1α, 103, 107 παρ.1, 110 παρ.3, 111 και 114 παρ.5 του Κώδικα των Δικηγόρων και δεν εφαρμόστηκε το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 134423/8.12.1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, αφού η παρούσα υπόθεση αφορά καταβολή αποζημιώσεως από αναγκαστική απαλλοτρίωση (Ολ.ΑΠ 17/2000 ΕλλΔνη 42,958)".

Ακολούθως δε απέρριψε ως αβάσιμο τον λόγο της εφέσεως, με τον οποίο το Ελληνικό Δημόσιο παραπονιόταν ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα το καταδίκασε στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος ποσού 2.000 ευρώ". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ. γ' του ν. 2882/2001, που ορίζει στις απαλλοτριώσεις δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, γιατί η διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ.

γ' του ν. 2882/2001 αναφέρεται μόνο στις δίκες για τον προσωρινό και τον οριστικό καθορισμό της αποζημίωσης, και όχι στις δίκες που διεξάγονται κατά την τακτική διαδικασία του ΚΠολΔ, έστω και αν αυτές έχουν ως αντικείμενο την εκ της απαλλοτρίωσης αποζημίωση όπως στην προκείμενη περίπτωση (Α.Π. 1056/2008) Επομένως, τα όσα ισχυρίζεται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου.

Από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται βάσιμα και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της εκείνο που αφορά την απόρριψη του λόγου της έφεσης του αναιρεσείοντος, που είχε σχέση με την επιδικασθείσα σε βάρος του αναιρεσείοντος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δικαστική δαπάνη.

Ακολούθως δε πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, για περαιτέρω εκδίκαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ., 22 του ν. 3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 585/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει σε (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις5 Απριλίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ