1004/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1004/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): στην τοποθεσία ... . Δια της υπ' αριθμ. ... απόφασης του τότε Στρατιωτικού Διοικητή Δωδεκανήσου Αντιναυάρχου Ν1 - εκδοθείσας κατόπιν γνωμοδότησης της κατ' αρθρ. 8 § 4 του ν.δ. 218/1947 επιτροπής και κοινοποιηθείσας στον ορισθέντα ως άνω από τον πωλητή Π1 πληρεξούσιόν του, Φ1 - επετράπη στην Σ2 συζ. Σ1 όπως αγοράσει παρά του Π1 τον υπό την κτηματομερίδα ...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1004 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1004/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ... του Π1, κατοίκου..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κυριάκο Τσέλιο.
Του αναιρεσίβλητου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Αποστολά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-1990 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 127/1995 μη οριστική, 332/1990 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 170/1992 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου η οποία ανέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 127/1995 μη οριστική, 72/2006 οριστική του άνω δικαστηρίου (Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου). Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση και εκδόθηκε η 217/2007 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-11-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 14-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 12-11-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 217/2007 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου και μόνο κατά τον πρώτο λόγο αυτής και ν' απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Το άρθρο 63 του Κτηματολογικού κανονισμού, ο οποίος κυρώθηκε με το 132/1-9-1929 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ (ως τοπικό δίκαιο) και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή σ' αυτήν της ελληνικής νομοθεσίας με το άρθρο 8§2 του Ν. 510/1947, που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (30.12.1947), σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, ορίζει στη μεν § 1 ότι: " κατά των εν τω κτηματολογικώ βιβλίω εγγραφών, αφορωσών ακίνητα ελευθέρας ιδιοκτησίας (μουλκ), είναι παραδεκτή η παραγραφή κατά τας αρχάς της ιταλικής νομοθεσίας κατόπιν δεκαπενταετούς νομής από της επισυμβάσης εγγραφής", στη δε §2 ότι: " ο χρησιδεσπόζων νομεύς δύναται να επιτύχει την καταγραφήν του δικαιώματος ή δια πράξεως, εξ ηw προκύπτει η συνεχής δεκαπενταετής νομή του και η εκ μέρους του υπέρ ου η καταγραφή αναγνώρισις, ή δι' αποφάσεως, ήτις ορίζει, αντιμωλίαν του τελευταίου τούτου ή των κληρονόμων του, ή εν ελλείψει αυτών του διευθυντού του Κτηματολογικού Γραφείου, ότι η παραγραφή συνεπληρώθη".
Με την ανωτέρω διάταξη, κατά την αληθή της έννοια, καθιερώνεται έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή) δια της επί δεκαπενταετία νομής, έναντι της επί τριακονταετία νομής που προέβλεπε ο τότε ισχύων ιταλικός ΑΚ του 1865, ως προς δε τα λοιπά στοιχεία της εν λόγω χρησικτησίας, ήτοι τις προϋποθέσεις ενάρξεως, διαδρομής και συμπληρώσεως αυτής, παραπέμπει η ίδια διάταξη στις κοινές περί έκτακτης χρησικτησίας διατάξεις που εκάστοτε ισχύουν και συνεπώς, ενόψει και του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 3 του Εισαγωγικού Νόμου του (ελληνικού) ΑΚ, που ορίζει ότι "στις περιπτώσεις που κατά την ισχύουσα νομοθεσία γίνεται παραπομπή σε διατάξεις που καταργούνται με το νόμο αυτό εφαρμόζονται στη θέση τους οι αντίστοιχες διατάξεις του ΑΚ", καθίσταται σαφές ότι από την κατά την 30.12.1947 εισαγωγή στη Δωδεκάνησο, με το άρθρο 2§1, στοιχ.
α' του προμνημονευόμενου Ν. 510/1947, του (ελληνικού) ΑΚ και του Εισαγωγικού του Νόμου καθώς και του ΝΔ 7/10.5.1946 "περί αποκαταστάσεως του ΑΚ και του Εισαγωγικού αυτού Νόμου" η προαναφερόμενη δεκαπενταετής κτητική παραγραφή διέπεται, όσον αφορά τις προϋποθέσεις ενάρξεως, διαδρομής και συμπληρώσεως αυτής, από τις αντίστοιχες διατάξεις του ΑΚ (βλ.
Ολ. ΑΠ 188/1980), μεταξύ των οποίων είναι εκείνη του άρθρου 974 ΑΚ, με, την οποία προς καθορισμό της έννοιας της νομής ορίζεται ότι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, εκείνη του άρθρου 1045 ΑΚ, κατά την οποία εκείνος που έχει στη νομή του επί το καθοριζόμενο στο νόμο χρονικό διάστημα πράγμα γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία) και εκείνη του άρθρου 1051 ΑΚ, από την οποία, συνδυαζόμενη και με τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1711, εδ.
β, 1820, 1821 και 1846 ΑΚ, συνάγεται ότι εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος είτε με καθολική είτε με ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Περαιτέρω με το άρθρο 61 του κτηματολογικού Κανονισμού θεσπίζεται τεκμήριο του ότι είναι ακριβείς οι εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία και μάλιστα τεκμήριο αμάχητο μεν προκειμένου περί θεμελιώδους (αρχικής) εγγραφής, εφόσον αυτή κατέστη αμετάκλητη και συνεπώς δεν υπόκειται πια σε προσφυγή, μαχητό δε για τις μεταγενέστερες εγγραφές.
Με τις διατάξεις αυτές ο νομοθέτης σκοπό είχε να παρέχουν οι στο κτηματολόγιο εγγραφές δημόσια πίστη, ώστε κάθε τρίτος να μπορεί, κατά συμμόρφωση προς εκείνες, να συναλλάσεται επί συμβάσεως επαχθούς αιτίας με ασφάλεια οσάκις τελεί εν καλή πίστη (βλ. Ολ. ΑΠ 569/1975). Ωστόσο, οι εν λόγω διατάξεις δεν εμποδίζουν το να αποκτήσει τρίτος κυριότητα επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία παρά τις οποίες εγγραφές επ' αυτού στο κτηματολόγιο και τούτο κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 63 του ίδιου κανονισμού, οι οποίες και εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη.
Τέλος για τη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 63 του ως άνω κανονισμού, κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία με βάση νομή επί δεκαπενταετία, πρέπει η δεκαπενταετία αυτή να είναι μεταγενέστερη από την εγγραφή στο κτηματολόγιο επ' ονόματι του δικαιούχου κατά του οποίου χωρεί η χρησικτησία (Ολ.
ΑΠ 188/1980, ΑΠ 1066/1995). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 32/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο Δωδεκανήσου δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο ήτοι λιθόκτιστη αγροικία αποτελούμενη από ένα ισόγειο χώρο και αυλή κείμενη στη θέση ..., με κτηματολογικά στοιχεία τόμος ..., φύλλο ..., μερίδα...
και φάκελο, ... οικ. ..., συνορευόμενη ανατολικά με ημιονική οδό ..., δυτικά και βόρεια με τον αγρό υπό την ΚΜ ..., έκτασης 13.800 τ.μ,, εντός του οποίου αυτού αγρού βρίσκεται η εν λόγω αγροικία και νότια με ημιονική οδό ..., νομικής φύσης μουλκ, φέρεται καταχωρισμένη στα οικεία κτηματολογικά βιβλία Ρόδου με αρχική (θεμελιώδη) εγγραφή δυνάμει της υπ' αριθ. ...
διάταξης του Δικαστή του Κτηματολογίου στο όνομα του πατέρα των εναγομένων Π1, στο όνομα του οποίου ήταν καταχωρισμένος στα οικεία κτηματολογικά βιβλία Ρόδου με αρχική (θεμελιώδη) εγγραφή, δυνάμει της υπ' αριθμ.... διάταξης του Δικαστή του Κτηματολογίου και ο υπό την ΚΜ...αγρός έκτασης 13.800 τ.μ., νομικής φύσης "αρζί-μιρί" και ελεύθερης ιδιοκτησίας "μουλκ" μετά τη δημοσίευση του ν. 2100 της 18/28.09.1952, εντός του οποίου ακινήτου όπως προαναφέρθηκε βρίσκεται η επίδικη λιθόκτιστη αγροικία με αυλή.
Ο αρχικός αυτός τιτλούχος Π1, δυνάμει του από 12.11.1943 νομίμως συνταχθέντος στη Ρόδο ιδιωτικού συμφωνητικού αγοραπωλησίας, πώλησε στην Σ2 συζ. Σ1, αντί καταβληθέντος τιμήματος 500 λιρεττών Ιταλίας τον υπό την κτηματομερίδα ...αγρόν κείμενο στη θέση ... έκτασης 13.800 τ.μ. νομικής φύσης "αρζί μιρί". Δια της -ως προς την ταυτότητα ικανότητος και την υπογραφή του εντολέως πιστοποιηθείσας δια της από ...
υπό αριθμόν ευρετηρίου ... πράξης του τότε συμβολαιογράφου Ρόδου Αλφρέδο Γκουλιορμέλλα και βεβαιωθείσας υπό των συνυπογραφόντων αυτήν μαρτύρων Μ1, και Μ2 -ομοιοχρόνου εντολής του ανωτέρω πωλητή Π1, ηλικίας τότε 47 ετών εργάτη στο επάγγελμα, κατοίκου ..., ο οποίος διώρισε ειδικόν πληρεξούσιόν του τον Φ1 ηλικίας τότε 43 ετών δημόσιον γραφέα στη Ρόδο στο επάγγελμα, προς τον οποίο έδωσε την ανέκκλητον εντολήν όπως "δια λογαριασμόν του, αντ' αυτού και ως αντιπροσώπου (του) παραστεί εις την πράξιν αγοραπωλησίας που θα συμφωνηθεί εις Ρόδον υπέρ...
Σ2 συζ. Σ1 ετών 42 οικοκυράς" για τον υπό την κτηματομερίδα ... αγρόν καλλιεργήσιμο έκτασης 13.800 τ.μ. στην τοποθεσία ... . Δια της κατά την αυτήν ημέραν (13.8.1945) εγγράφως δοθείσας, υπό του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου Ρόδου (Αλφρέδο Γκουλιορμέλλα) δια της ταυτοχρόνου (13.8.1945) υπό αριθμόν ευρετηρίου ... πράξης του, πιστοποιηθείσας υπό των συνυπογραφόντων αυτήν μαρτύρων Φ1 και Μ2 βεβαιωθείσας κατά τα ανωτέρω από 13.8.1945 εντολής της πιο πάνω αγοράστριας Σ2 συζ.
Σ1, αυτή διώρισε ειδικόν πληρεξούσιόν της τον Μ1 ηλικίας τότε 48 ετών υπάλληλον κάτοικο ..., στον οποίο έδωσε την ανέκκλητη εντολή όπως "δια λογαριασμόν της, αντ' αυτής και ως αντιπρόσωπος (της) παραστή εις την πράξη αγοραπωλησίας που θα συμφωνηθεί εις Ρόδον υπέρ αυτής" για τον υπό την κτηματομερίδα ... αγρόν καλλιεργήσιμο έκτασης 13.800 τ.μ.
στην τοποθεσία ... . Δια της υπ' αριθμ. ... απόφασης του τότε Στρατιωτικού Διοικητή Δωδεκανήσου Αντιναυάρχου Ν1 - εκδοθείσας κατόπιν γνωμοδότησης της κατ' αρθρ. 8 § 4 του ν.δ. 218/1947 επιτροπής και κοινοποιηθείσας στον ορισθέντα ως άνω από τον πωλητή Π1 πληρεξούσιόν του, Φ1 - επετράπη στην Σ2 συζ. Σ1 όπως αγοράσει παρά του Π1 τον υπό την κτηματομερίδα ...
αγρόν. Η κατά τα ανωτέρω σχετική άδεια του Στρατιωτικού Διοικητή Δωδεκανήσου, χορηγήθηκε για την υπογραφή της επίσης μεταβίβασης του προαναφερθέντος υπό την κτηματομερίδα ... αγρού, ο οποίος (αγρός) δεν είχε μεταγραφεί στο κτηματολόγιο στο όνομα της αγοράστριας Σ2 συζ. Σ1. Ακολούθως δεν έγινε μεταγραφή του ως άνω από 12.11.1943 ιδιωτικού συμφωνητικού αγοραπωλησίας, όχι διότι αυτό ήταν ιδιωτικό έγγραφο, αφού κατά το ισχύον τότε Ιταλικό Δίκαιο (αρθρ. 1326 και 1321, 1325, 1351 και 1418 του Ιταλικού Αστικού Κώδικα του 1942), οι συμβάσεις μεταβίβασης ακινήτων εγκύρως κατηρτίζοντο και δι' ιδιωτικού εγγράφου, αλλά διότι δεν συνέτρεξε η προβλεπόμενη υπό του άρθρου 53 § 2 του Κτηματολογικού Κανονισμού προϋπόθεση όπως: "τα έγγραφα βάσει των οποίων δύναται η καταχώρισις...
είναι συντεταγμένα κατά δημόσιον τύπον ή ιδιωτικώς μεν αλλά με επικυρωμένας τας υπογραφάς ή βεβαιωμένας δικαστικώς και οσάκις είναι ανάγκη επικυρωμένας δεόντως", γι' αυτό το λόγο στο ανωτέρω από 12.11.1943 ιδιωτικό συμφωνητικό αγοραπωλησίας προεβλέφθη ότι "ο πωλητής αναλαμβάνει την υποχρέωσιν να εμφανισθή ενώπιον του συμβολαιογράφου δια την υπογραφήν της επισήμου μεταβιβάσεως μόλις χορηγηθή η σχετική άδεια της ...Κυβερνήσεως".
Με απλή επικύρωση της υπογραφής του πωλητή Π1 ήταν δυνατή η μεταγραφή του ως άνω από 12.11.1943 ιδιωτικού συμφωνητικού αγοραπωλησίας, αφού είχε ήδη χορηγηθεί η κατ' άρθρο 68 § 3 του Κτηματολογικού Κανονισμού απαιτούμενη έγκριση του ασκούντος καθήκοντα του Κυβερνήτη Στρατιωτικού Διοικητή Δωδεκανήσου Αντιναυάρχου Ν1, δια της προδιαληφθείσας υπ' αριθ. 17676/15.9.1947 απόφασης του, όπως επίσης ήταν δυνατή για τον ίδιο λόγο η υπό των προαναφερθέντων ειδικών πληρεξουσίων αντιπροσώπων πωλητή και αγοράστριας κατάρτιση μεταβιβαστηρίου προς τούτο επίσημου ιδιωτικού εγγράφου προς απόκτηση του πωληθέντος παραπάνω αγρού.
Με την κατάρτιση του ως άνω από 12.11.1943 ιδιωτικού συμφωνητικού αγοραπωλησίας, ο πωλητής Π1 ταυτόχρονα παρέδωσε στην αγοράστρια Σ2 συζ. Σ1, τόσο τον υπ' αριθμ. ... έγγραφο τίτλο (που αφορά τον υπό την κτηματομερίδα ... αγρό) όσο και τον υπ' αριθ. ...τίτλο που αφορά την εντός του υπό την ΚΜ ... αγρού υφιστάμενη αγροικία και αυλή υπό την κτηματομερίδα 33 νομικής φύσης μουλκ, που επικαλείται και προσκομίζει ο εκκαλών-ενάγων.
Ταυτόχρονα με την υπογραφή του από 12.11.1943 ιδιωτικού συμφωνητικού αγοραπωλησίας και την παράδοση των προμνημονευομένων υπ' αριθ. ... και ... κτηματολογικών τίτλων, ο πωλητής Π1 παρέδωσε όπως αναφέρεται στο εν λόγω από 12.11.1943 ιδιωτικό συμφωνητικό αγοραπωλησίας, τη νομή των πωληθέντων ακινήτων στην αγοράστρια Σ2 συζ.
Σ1, δηλωθέντος εις το συμφωνητικό αυτό ότι "η αγοράστρια εισέρχεται από τούδε εις την κατοχήν υλικήν και νομικήν του ακινήτου...". Από την κατάρτιση του παραπάνω από 12.11.1943 ιδιωτικού συμφωνητικού αγοραπωλησίας και της παράδοσης στην αγοράστρια Σ2 συζ. Σ1 των δύο κτηματολογικών τίτλων ήτοι τόσο του πωληθέντος υπό την ΚΜ ...
αγρού, όσο και της μη διαληφθείσας εις το προς την Σ2 συζ. Σ1 αλλά πράγματι προφορικώς πωληθείσας και παραδοθείσας ταυτόχρονα μετά του υπ' αριθμ. ... τίτλου της υπό την ΚΜ 33 αγροικίας και αυλής, η ανωτέρω (Σ2 συζ. Σ1) από το Μάιο 1974 μέχρι και τον κατά την 30.6.1981 θάνατο της νεμήθηκε με διάνοια αποκλειστικού κυρίου την επίδικη αγροικία και την αυλή της υπό την κτηματομερίδα 33, ασκώντας επ' αυτής τις στη φύση της και τον προορισμό της ως αγροικία διακατοχικές πράξεις νομής που προσιδιάζουν στον κύριο.
Συγκεκριμένα την χρησιμοποιούσε και μέσα σ' αυτήν τοποθετούσε διάφορα από τα γεωργικά εργαλεία της καθώς και τον ελαιόκαρπο που συγκόμιζε από τα ελαιόδενδρα του υπό την ΚΜ ... αγρού, εντός του οποίου (αγρού) βρίσκεται η επίδικη αγροικία και από τα ελαιόδενδρα από τα άλλα κτήματα που είχε με το σύζυγο της στη ...
μέχρι να τον μεταφέρει όλο μαζί στο ελαιοτριβείο στη .... Όταν έπαιρνε τον ελαιόκαρπο για το ελαιοτριβείο, μέσα στην αγροικία τοποθετούσε τα κλαδιά που κλάδευε τα ελαιόδενδρα, για να μην της πάρει κανείς, τα οποία κλαδιά τα μετέφερε σταδιακά στο σπίτι της στη ... με δύο γαϊδουράκια που είχε, και τα χρησιμοποιούσε για τη φωτιά και το φούρνο.
Επίσης ο σύζυγος της Σ1 ο οποίος πήγαινε συχνά για ψάρεμα, τοποθετούσε μέσα στην αγροικία αυτή διάφορα είδη του ψαρέματος όπως κουπιά και κύρτους. Η Σ2 συζ. Σ1 κατά το θάνατο της 30.6.1981 (βλ. την υπ' αριθ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Ρόδου), όσον αφορά την επίδικη αγροικία με την αυλή της και τον υπό την ΚΜ ...αγρό εντός του οποίου βρίσκεται η αγροικία αυτή, κληρονομήθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. ...
δημόσιας διαθήκης της, συνταχθείσας στη συμβολαιογράφο Ρόδου Μαίρη Παπαδάκη, η οποία δημοσιεύθηκε νομότυπα με τα υπ' αριθμ. 32/17.9.1981 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, από τον ενάγοντα ανηψιό της, γυιό του αδελφού του συζύγου της, ο οποίος έκτοτε από 1.7.1981 μέχρι και την πρώτη συζήτηση της ένδικης αγωγής 8.11.1990, συνέχισε να νέμεται με διάνοια αποκλειστικού κυρίου την εν λόγω αγροικία και την αυλή της, ασκώντας επ' αυτής τις στη φύση της και τον προορισμό της ως αγροικία διακατοχικές πράξεις νομής.
Ειδικότερα την χρησιμοποιούσε και μέσα σ' αυτήν τοποθετούσε διάφορα από τα γεωργικά του εργαλεία καθώς και τον ελαιόκαρπο που συγκόμιζε από τα ελαιόδενδρα του υπό την ΚΜ ... αγρού εντός του οποίου βρίσκεται η αγροικία αυτή και η αυλή της και από τα ελαιόδενδρα από τα άλλα κτήματα του που βρίσκονται στη ...
και ..., μέχρι να τον μεταφέρει όλον μαζί στο ελαιοτριβείο του ..... Ο αρχικός τιτλούχος Π1 απεβίωσε την 15.5.1963 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη μεταποβιώσασα κατά την 22.10.1972 σύζυγο του ... και τις τρεις κόρες του εναγόμενες κατά ποσοστά 1/4 εξ αδιαιρέτου εκάστη. Οι εναγόμενες με την υπ' αριθμ. 321/1973 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας, αναγνωρίσθηκαν ως μόνες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της κληρονομιαίας περιουσίας των γονέων τους κατά ποσοστά 1/3 εξ αδιαιρέτου η καθεμία, η οποία απόφαση φέρεται εγεγραμμένη στις 2.9.1976 στους κτηματολογικούς τίτλους ...
και ... που αφορούν ο πρώτος τίτλος το υπό την ΚΜ ... αγρό έκτασης 13.800 τ.μ. και ο δεύτερος τίτλος την υπό την ΚΜ 33 αγροικία και αυλή. Μετά την παραπάνω κατά το Σεπτέμβριο 1976 καταχώριση στις ως άνω κτηματολογικές μερίδες οι δύο πρώτες εναγόμενες κατά το Νοέμβριο του ίδιου έτους 1976, προέβησαν στη συγκομιδή του ελαιοκάρπου των ελαιοδένδρων που βρίσκονται στον υπό την ΚΜ ...
αγρόν. Όμως αμέσως μηνύθηκαν από την αγοράστρια Σ2 σύζ. Σ1, ανεξαρτήτως βέβαια που αθωώθηκαν με την υπ' αριθμ. 2396/1976 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου. Η ανωτέρω βέβαια εγγραφή στο Κτηματολόγιο επ' ονόματι των δικαιούχων εναγομένων που έλαβε χώρα κατά τα ως άνω ποσοστά 1/3 εξ αδιαιρέτου η καθεμία στις 2.9.1976, όσον αφορά την επίδικη αγροικία και αυλή, έχει μεν ως αποτέλεσμα να δημιουργείται εντεύθεν μαχητό τεκμήριο, κατά το άρθρο 61 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, ότι οι εναγόμενες είναι συγκύριες κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου η καθεμία της επίδικης αγροικίας και αυλής, όμως αφού ο σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, νομέας της εν λόγω επίδικης αγροικίας και αυλής από το Μάιο 1974 και εντεύθεν μέχρι και το χρόνο της πρώτης συζήτησης της ένδικης αγωγής 8.11.1990 υπερδεκαπενταετές χρονικό διάστημα δεν ήταν οι εναγόμενες, αλλά όπως έχει προαναφερθεί νομέας με διάνοια κυρίου ήταν ο ενάγων από 1.7.1981 μέχρι 8.11.1990, προσμετρώντας κατ' αρθρ. 1051 ΑΚ στο χρόνο νομής του και το χρόνο νομής με διάνοια κυρίου της άμεσης δικαιοπαρόχου θείας του εκ πατρός Σ2 συζύγου Σ1, την οποία κληρονόμησε δυνάμει της προμνημονευόμενης υπ' αριθμ. ...
δημοσίας διαθήκης της, από το Μάϊο 1974 μέχρι και τον κατά την 30.6.1981 θάνατο της, το παραπάνω υπάρχον μαχητό τεκμήριο ανατράπηκε. Επομένως αφού στο πρόσωπο του ενάγοντος συμπληρώθηκε ο νόμιμος χρόνος της δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής, για την με χρησικτησία κτήση της κυριότητας κατά το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου επί της επίδικης αγροικίας και αυλής της δικαιούχου πρώτης εναγομένης κατά της οποίας χωρεί η χρησικτησία, της οποίας η εγγραφή στις 2.9.1976 είναι μεταγενέστερη της κατά την 30.12.1930 αρχικής (θεμελιώδους) εγγραφής στο όνομα του αρχικού τιτλούχου Π1, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη η αγωγή".
Με τις σκέψεις αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, στη συνέχεια εξαφάνισε την εκκαλούμενη 72/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή, δέχθηκε αυτήν (αγωγή) και αναγνώρισε ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπο του (ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου) ο χρόνος της δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής για την με χρησικτησία κτήση, κατά το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου.
Με βάση όμως αυτά που δέχθηκε το Εφετείο περιέλαβε στην απόφαση του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επειδή παρόλο που δέχθηκε α) ότι η αρχική εγγραφή στο κτηματολόγιο της ένδικης ιδιοκτησίας έλαβε χώραν στις 30-12-1930 (με την 155/30-12-30 διάταξη του δικαστή του κτηματολογίου) στο όνομα του πατέρα των εναγομένων Π1 και η εγγραφή στο κτηματολόγιο της ίδιας ιδιοκτησίας στο όνομα της αναιρεσείουσας και των λοιπών εναγομένων έλαβε χώραν στις 2-9-1976 (με την εγγραφή της 321/1976 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου με την οποία αυτές αναγνωρίστηκαν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της κληρονομίας των γονέων τους στην οποία περιλαμβάνεται και η ένδικη ιδιοκτησία), οπότε σύμφωνα με την προηγηθείσα σκέψη αρχίζει να τρέχει ο χρόνος της 15ετούς χρησικτησίας, και β) ότι ταυτόχρονα με την υπογραφή του από 12-11-1943 ιδιωτικού συμφωνητικού αγοραπωλησίας ο πωλητής Π1 παρέδωσε στην Σ2 συζ.
Σ1 (δικαιοπάροχο του ενάγοντος) τη νομή και κατοχή της ένδικης ιδιοκτησίας, μαζί με τους σχετικούς τίτλους, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά τρόπο αντιφατικό και χωρίς επαρκή αιτιολογία ότι η τελευταία νεμήθηκε το επίδικο από του Μαΐου 1974, χωρίς να αναφέρει ποιός νεμόταν αυτό κατά το ενδιάμεσο διάστημα ήτοι από τις 12-11-1943 έως το Μάϊο 1974, δοθέντος ότι, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, εφόσον είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπο της αγοράστριας Σ2 συζ.
Σ1 η 15ετής κτητική παραγραφή μέχρι τη μεταγενέστερη εγγραφή (1-2-1976) που έγινε στο πρόσωπο των κληρονόμων του πωλητή αρχικού δικαιούχου Π1, καταλύθηκε η κυριότητα του τελευταίου και αυτοί, ως κληρονόμοι του, δεν απέκτησαν με τον παράγωγο τρόπο της κληρονομικής διαδοχής την κυριότητα του επιδίκου, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία δεν είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπο της άνω αγοράστριας η 15ετής κτητική παραγραφή, για την κατάλυση της κυριότητας των κληρονόμων του αρχικού δικαιούχου, η παραγραφή αυτή έπρεπε να είχε ως χρόνο αφετηρίας τη μεταγενέστερη υπέρ των κληρονόμων εγγραφή.
Επομένως ο πρώτος λόγος, αναίρεσης κατ' ορθή υπαγωγή, από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου , που επικαλείται, η αναιρεσείουσα, η οποία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την προαναφερόμενη αιτίαση, είναι βάσιμος και πρέπει, γι' αυτό, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.
ΙΙ. Κατ' ακουλουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρο 183, 176 Κ.ΠοΛ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 217/2007 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ