Legislator Case Law & Legislation
1003/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vagueness under Art. 559 Civil Procedure Code regarding specific legal errors.

Case Number 1003/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a labor dispute judgment due to procedural defects. The appellant argued specific legal errors but failed to cite the precise articles violated or define the nature of the interpretative mistakes. Consequently, the court ruled that the appeal lacked the required specificity mandated by Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal for cassation must specify the exact legal provisions violated and the nature of the error, otherwise it is inadmissible for vagueness.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible appeal vagueness standard specific legal errors Code of Civil Procedure labor dispute interpretative error

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Law 3693/1957
Law 1738/1987

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1003 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1003/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια , Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Περπατάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, Υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού και Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων ως καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία: "Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων (Τ.Δ.Π.Ε.Α.Ε.)", που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ευάγγελο Τσάκαλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-10-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2949/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 6944/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-4-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 2-4-2021 και με αριθ. κατ. 2076/248/16-4-2021 αίτηση αναίρεσης του Β. Π. κατά του Ελληνικού Δημοσίου προσβάλλεται η με αριθ. 6944/17-12-2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των (εκεί) διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 2-3-2014 και με αριθ. κατ. 1438/5-3-2015 έφεσης κατά της με αριθ. 2949/15-11 -2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε από της από 13-10- 2009 και με αριθ. κατ. 186718/5057/2009 αγωγής των: 1) Β. Π., ήδη αναιρεσείοντος και των, μη διαδίκων, στην παρούσα δίκη, 2) Ν. Τ., 3) Ε. Β., 4) Ι. Κ., 5) Ν. Α., 6) Κ. Ν., 7) Κ. Σ., 8) Κ. Κ., 9) Σ. Ζ., 10) Χ. Α. και 11) Γ. Ρ. κατά του Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσιβλητου) και του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ταμείο Διαχειρίσεως Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων", στη θέση του οποίου, κατόπιν επιγενόμενης κατάργησής του, υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος το Ελληνικό Δημόσιο.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με την ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από 13-10-2009 αγωγή ο πρώτος ενάγων, ήδη αναιρεσείων Β. Π., ως προς τον οποίο ερευνάται η υπόθεση, ισχυρίσθηκε ότι το έτος 1997 προσλήφθηκε από το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ταμείο Διαχειρίσεως Πιστώσεων για την εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων" και παρείχε τις υπηρεσίες του, με τις ειδικότητες που αναφέρει στην αγωγή, σε εκτέλεση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου κατά τα χρονικά διαστήματα από 1-8-1997 έως 20-11-1997, από 4-9-2000 έως 20-9-2000, από 14-3-2001 έως 14-10-2001, από 1-4-2002 έως 17-11-2002, από 7-4-2003 έως 16-11-2003, από 17-11- 2003 έως 22-12-2003, από 1-5-2004 έως 10-5-2004, από 7-8-2005 έως 14-11- 2005, από 15-5-2006 έως 31-12-2008 και από 1-4-2009 έως 30-9-2009.

Ότι η κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων ορισμένου χρόνου, δεν δικαιολογείτο από τη φύση, το είδος και το σκοπό της εργασίας του, ούτε υπαγορευόταν από άλλο ειδικό λόγο αναγόμενο στις ιδιαίτερες συνθήκες των υπηρεσιών του εναγομένου. Ότι στην πραγματικότητα η σύμβαση που τον συνέδεε με το εναγόμενο είναι αορίστου χρόνου, καθόσον από την πρόσληψή του παρείχε την εργασία του καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού..

Ότι το τελευταίο από 30-9-2009 έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, καταγγέλλοντας έτσι ακύρως, χωρίς την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων, τη σύμβαση εργασίας. Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι η σύμβαση που τον συνδέει με το εναγόμενο είναι μια ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και ότι η καταγγελία αυτής είναι άκυρη και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τον απασχολεί στη θέση, στην ειδικότητα και με τις αποδοχές, που αντιστοιχούν στην εκ του νόμου υπηρεσιακή του ένταξη.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την, ως άνω, με αριθ.2949/2013 οριστική απόφαση απέρριψε τη σε βάρος του πρώτου ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος αγωγή ως μη νόμιμη. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 6944/2019 απόφαση, αφού έκρινε, ομοίως, ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την ασκηθείσα (και) από τον πρώτο ενάγοντα, ήδη αναιρεσείοντα από 2-3-2014 έφεση.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος (ΑΠ Ολ. 32/1996). Ειδικότερα, η διατύπωση του αναιρετικού λόγου συνίσταται στην περιγραφή των σφαλμάτων της προσβαλλόμενης απόφασης, που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για την συνδρομή ενός από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (ΑΠ 563/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. ( ΑΠ 772/2023, ΑΠ 683/2022, ΑΠ 109/2020). Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός, ο ως άνω, αναιρετικός λόγος απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι συγκεκριμένες διατάξεις του νόμου που παραβιάσθηκαν, το συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, στο οποίο κατά την άποψη του αναιρεσείοντος υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή στην έννομη συνέπεια που εσφαλμένα διαγνώσθηκε ή δεν διαγνώσθηκε (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 637/2017, ΑΠ 316/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003). Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια, οι αιτιολογημένες αρνήσεις των παραπάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή των δικαστηρίων, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 194/2020).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο από τον αριθμό 8 λόγος αναίρεσης της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 68/2022, 725/2022). Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα "πράγματα" που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη, ενώ δεν προτάθηκαν ή εκείνα που δεν έλαβε υπόψη παρά το ότι είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν, αν τα "πράγματα" ήταν ουσιώδη, καθώς και ποια επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης. Επίσης πρέπει να μνημονεύεται το σφάλμα από τη λήψη ή τη μη λήψη υπόψη των "πραγμάτων" (ΑΠ 62/2019, ΑΠ 887/2018).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς αποδείξεις ή δεν διέταξε αποδείξεις γι' αυτά. Αμφότεροι οι, ως άνω, αναιρετικοί λόγοι προϋποθέτουν ότι το Δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, διατυπώνοντας το αποδεικτικό του πόρισμα και δεν ιδρύονται όταν η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, αόριστη, ή για άλλο τυπικό λόγο (ΑΠ 135/2019, ΑΠ 1935/2017, για τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19, ΑΠ 289/2017 για τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 10).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για τη διαμόρφωση της κρίσης του ότι η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη (και) ως προς τον πρώτο ενάγοντα, ήδη αναιρεσείοντα, ως προς τον οποίο ερευνάται η υπόθεση, μετά από παράθεση των οικείων νομικών διατάξεων σκέψεων, διέλαβε τις ακόλουθες παραδοχές: "Η ....αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα ...είναι μη νόμιμη, καθόσον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας και κατά τις αναφερόμενες εκεί διατάξεις, δεν καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, ως σύμβασης αορίστου χρόνου, ακόμη και αν αυτή καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες, καθ'όσον ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη τέτοιων συμβάσεων, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του προαναφερόμενου Νόμου 2190/1994 και κατά περέκκλιση της θεσπιζόμενες από το νόμο διαδικασίας επιλογής προσωπικού από τον ΑΣΕΠ ούτε είναι δυνατή η μετατροπή της ακόμη και με βάση την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου.

Ειδικότερα δεν είναι δυνατή η αναγνώριση των επίδικων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά μετατροπή ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, λόγω των ρητών απαγορεύσεων του Νόμου 2190/1994, μεταγενέστερου του άρθρου 8 του Νόμου 2112/1920, τον οποίο και κατήργησε. Δεν είναι δυνατή η μετατροπή ούτε ακόμη και με βάση τις διατάξεις της προαναφερόμενης Οδηγίας, η οποία καταλείπει τη μετατροπή στην ευχέρεια του Εσωτερικού Νομοθέτη ...

Τέλος, και αναφορικά με τον πρώτο ενάγοντα Β. Π., η ένδικη αγωγή είναι επίσης μη νόμιμη, δεδομένου ότι σύμφωνα με όσα πραγματικά περιστατικά εκτίθενται σ' αυτήν, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του προαναφερόμενου άρθρου 11 παρ. 1 του άνω π.δ. (164/2004), ήτοι σύναψη διαδοχικών συμβάσεων, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 5 του άνω διατάγματος, ήτοι δεν μεσολαβεί μεταξύ των συμβάσεων χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών (3) μηνών, οι οποίες να έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του και να είναι ενεργές ως την έναρξη ισχύος αυτού, συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση ... ".

Με το μοναδικό λόγο αναίρεσης, όπως εκτιμάται από το Δικαστήριο, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση συλλήβδην τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 19, 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στο εννοιολογικό περιεχόμενο των οποίων αναφέρεται, ισχυριζόμενος ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εκτίμησε εσφαλμένα τις προσκομισθείσες αποδείξεις και δεν εφάρμοσε ορθά τόσο κανόνες ουσιαστικού δικαίου, όσο και κανόνες ερμηνευτικούς των δικαιοπραξιών, απορρίπτοντας αναιτιολόγητα την έφεσή του, ενώ αν εκτιμούσε ορθά τις αποδείξεις και εφάρμοζε σωστά το νόμο θα έπρεπε να δεχθεί την έφεση και την αγωγή του. Ακολούθως δε, παραθέτει νομικές διατάξεις κανόνων εθνικού και ενωσιακού δικαίου, καθώς και παραδοχές αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, που, κατά τους ισχυρισμούς του, επιλύουν νομικά ζητήματα συναφή με εκείνα της κρινόμενης υπόθεσης.

Ο, ως άνω, αναιρετικός λόγος, κατά το σκέλος αυτού, με το οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται και μάλιστα κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τα σφάλματα που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για την συνδρομή των λόγων αυτών και συγκεκριμένα:

α) όσον αφορά την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια δεν αναφέρονται οι συγκεκριμένες νομικές διατάξεις των κανόνων δικαίου που παραβιάσθηκαν και μάλιστα ο αριθμός κάθε νόμου και το άρθρο αυτού, καθώς και τα συγκεκριμένα ερμηνευτικά ή υπαγωγικά σφάλματα, στα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος υπέπεσε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Μόνη δε η παράθεση συλλήβδην νομικών διατάξεων και σκέψεων, χωρίς να προσδιορίζεται ποιες από τις αναφερόμενες διατάξεις παραβιάσθηκαν, καθώς και σε τί συνίσταται η παραβίασή τους, ώστε να στοιχειοθετείται συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, δεν αρκεί για να καταστήσει τον αναιρετικό αυτό λόγο ορισμένο, β) όσον αφορά την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, δεν προσδιορίζεται αν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, ή της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν, ή αμφότερες οι εν λόγω περιπτώσεις.

Επίσης δεν προσδιορίζονται τα "πράγματα" κατά την προεκτεθείσα έννοια, που το Δικαστήριο έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη, αντίστοιχα, καθώς και το σφάλμα του Δικαστηρίου από τη λήψη ή τη μη λήψη υπόψη αυτών. Περαιτέρω, ο, ως άνω, αναιρετικός λόγος, κατά το σκέλος αυτού, με το οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 19 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, προϋπόθεση για την ίδρυση των από τους αριθμούς 19 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικών λόγων είναι η από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξέταση της ουσίας της διαφοράς, που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχει, αφού η αγωγή κρίθηκε μη νόμιμη και δεν ερευνήθηκε κατ' ουσίαν.

Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, ο αναιρεσείων, στα δικαστικά έξοδα αυτού (αναιρεσιβλήτου), τα οποία θα καταλογιστούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191 §2 Κ.Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 1344230ΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.

Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Απορρίπτει την από 2-4-2021 και με αριθ. κατ. 2076/248/16-4-2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 6944/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

-Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και των τριών αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ