Supreme Court allows appeal against first-instance dismissal of bank guarantee claims due to misapplication of security law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a bank's guarantee claims. The bank argued that the First Instance Court erred in law by granting the guarantor the right to withdraw from the guarantee contract, despite the existence of collateral exceeding 10% of the loan amount. The Court held that the guarantor lacks such a right when the borrower provides sufficient security, thereby overturning the lower court's decision and remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 389, 847, 862-865 of the Civil Code; Article 5.2 of the relevant Circular: The guarantor does not possess the right to withdraw from the guarantee contract or have liability lifted if the principal debtor provides collateral exceeding the statutory threshold, thereby invalidating the lower court's application of these provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1003 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1003/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Ελένη Θεοδωρακοπούλου- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: κρατικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", πρώην "... Α.Ε." και τον ειδικό τίτλο ".... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χριστιανίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις δύο από 19-10-2015 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκε η απόφαση 3294/2019 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-1-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρ. 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 329/2019, ΑΠ 423/2017, ΑΠ 242/2015).
Η προθεσμία άσκησης αναίρεσης κατά απόφασης που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό δεν συντρέχει με την προθεσμία άσκησης έφεσης κατ` αυτής, αλλά αρχίζει από τότε που έληξε η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης, οπότε η πρωτόδικη απόφαση καθίσταται τελεσίδικη και υπόκειται σε αναίρεση (ΑΠ 222/2020, ΑΠ 423/2017, ΑΠ 153/2015).
Η κατ' αντιμωλία οριστική απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, μόνο, αφ' ότου έπαυσε να υπόκειται σε έφεση είτε διότι παρήλθε η νόμιμη γνήσια προθεσμία, από την επίδοση της απόφασης, των τριάντα (30) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα ή των εξήντα (60) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στο εξωτερικό (άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ) είτε διότι παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών, από τη δημοσίευση της απόφασης, αν η απόφαση δεν έχει επιδοθεί, εφόσον αυτή δημοσιεύθηκε από την 1.1.2016 και εφεξής (άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/ 2015) (ΑΠ 477/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 3294/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν τις από 19-10-2015 (δύο) αγωγές της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας κατά της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης κρατικής ανώνυμης εταιρίας.
Η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση δεν επιδόθηκε από κάποιον εκ των διαδίκων και δεν προσβλήθηκε με το ένδικο μέσο της έφεσης εντός της νόμιμης κατ' άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας.
Συνεπώς η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 511, 518, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη, κατά δε το άρθρο 180 ΑΚ ορίζεται ότι η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σα να μην έγινε. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά τον σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγορεύσεως (ΑΠ161/2020, ΑΠ331/2019). Η πρώτη από τις ανωτέρω διατάξεις αποτελεί περιορισμό της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, που θεσπίσθηκε με το άρθρο 361 ΑΚ, και καθιερώνει την αρχή της ακυρότητας της δικαιοπραξίας, η οποία αντιβαίνει σε απαγορευτικού ή επιτακτικού χαρακτήρα -δημόσιας τάξης- διάταξη οποιουδήποτε νόμου, ακόμη και ποινικού.
Συνεπώς με βάση τα παραπάνω, η απαγόρευση περιλαμβάνει διατάξεις που αποδοκιμάζουν την δικαιοπραξία καθ' εαυτήν ή το επιδιωκόμενο με αυτήν αποτέλεσμα ή της εξωτερικές συνθήκες της δικαιοπραξίας. Αν η απαγορευτική διάταξη απαγγέλλει ρητώς την ακυρότητα, περιττεύει η έρευνα του σκοπού αυτής, η ακυρότητα δε είναι απόλυτη, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, εφόσον υποβληθούν τα πραγματικά περιστατικά που τη συνιστούν, είναι οριστική και αθεράπευτη, δεν κυρώνεται δε η σχετική δικαιοπραξία με μεταγενέστερη έκλειψη του λόγου ακυρότητας, με αναγνώριση από τα μέρη ή παραίτηση, ακόμη δε και η τυχόν εκπλήρωση της δικαιοπραξίας δεν την καθιστά έγκυρη (ΑΠ 1078/2022, ΑΠ 1929/2009), ενώ, αν δεν ορίζεται στο νόμο ρητώς η ακυρότητα, τότε από το σκοπό και το περιεχόμενο της διάταξης θα κριθεί ο χαρακτήρας της και, συνακόλουθα, η ακυρότητα ή μη της δικαιοπραξίας που επιχειρήθηκε κατά παράβαση αυτής.
Κατά το άρθρο 181 ΑΚ, δικαιοπραξία της οποίας ένα μέρος είναι άκυρο, παραμένει ισχυρή κατά το υπόλοιπο και μόνον κατ'εξαίρεση μπορεί να συνάγεται ή να αποδεικνύεται ότι κατά τη βούληση των μερών η ακυρότητα καταλαμβάνει όλη τη δικαιοπραξία, δηλαδή καθιερώνεται ερμηνευτικός κανόνας υπέρ της μερικής ακυρότητας.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 383, 387, 389ΑΚ συνάγεται ότι η δήλωση της νόμιμης ή συμβατικής υπαναχωρήσεως αποτελεί μονομερή δικαιοπραξία με διαπλαστικό χαρακτήρα, απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο. Δεν υποβάλλεται σε τύπο και δεν επιδέχεται αίρεση, μπορεί να γίνει ρητά ή σιωπηρά με πράξεις, οι οποίες δηλώνουν αναμφισβητήτως και εμφανώς σκοπό υπαναχωρήσεως και έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση των υποχρεώσεων για παροχές, οι οποίες πηγάζουν από τη σύμβαση και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν τις παροχές, τις οποίες έλαβαν, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (AΠ 1306/2019, ΑΠ 297/2016).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 847 ΑΚ, με τη σύμβαση της εγγυήσεως ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη, ότι θα καταβληθεί η οφειλή. Επομένως, περιεχόμενο της εγγυήσεως είναι η ανάληψη από τον εγγυητή της υποχρεώσεως απέναντι στο δανειστή να εκπληρώσει την παροχή του πρωτοφειλέτη αν δεν το κάνει ο τελευταίος.
Η εγγύηση είναι σύμβαση συναινετική, αφηρημένη και ετεροβαρής, με παρεπόμενο και επικουρικό χαρακτήρα, καταρτίζεται δε μεταξύ εγγυητή και δανειστή χωρίς να απαιτείται η σύμπραξη ή συναίνεση του οφειλέτη (ΑΠ 1500/2008). Με το άρθρο 1 του Ν. 3066/2002 συνεστήθη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." και τον ειδικό τίτλο" ...., Α.Ε.", σύμφωνα δε με το άρθρο 3 του ως άνω νόμου, '' 1.
Σκοπός της Εταιρείας είναι η διευκόλυνση της πρόσβασης των μικρών επιχειρήσεων (ΜΕ) και των πολύ μικρών επιχειρήσεων (ΠΜΕ), όλων των κλάδων, υφιστάμενων ή νεοϊδρυόμενων στην αγορά κεφαλαίων, για την προώθηση του τεχνολογικού και οργανωτικού εκσυγχρονισμού, καθώς και την εισαγωγή καινοτομιών στην οργάνωση και λειτουργία των επιχειρήσεων.
Ο Σκοπός αυτός πραγματοποιείται: α) με την παροχή εγγυήσεως αντεγγυήσεων υπέρ των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων για την κάλυψη υποχρεώσεών τους έναντι πιστωτικών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων " ή εταιρειών Επιχειρηματικών Συμμετοχών", οι οποίες απορρέουν από πάσης μορφής χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις (όπως δάνεια, προεξόφληση επιχειρηματικών απαιτήσεων, χρηματοδοτική μίσθωση κ.ά.).β) με την παροχή συναφών προς την ως άνω δραστηριότητα υπηρεσιών, πλην της απευθείας παροχής πιστώσεων.
γ) με την παροχή άλλων χρηματοδοτικών μέσων, όπως επιδότηση κόστους. 2. Η Εταιρεία μπορεί, μετά από απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης, να διαχειρίζεται και να υλοποιεί προγράμματα που χρηματοδοτούνται από τον Κρατικό προϋπολογισμό ή το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, κοινοτικά και διακρατικά προγράμματα, προγράμματα Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης ή άλλα παρεμφερή προγράμματα ή χρηματοδοτικά μέσα, όπως επιδότηση επιτοκίων, επιδότηση προμηθειών, άτοκα δάνεια.
Με την ίδια απόφαση καθορίζονται οι όροι, η διαδικασία και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια υλοποίησης των ανωτέρω προγραμμάτων και χρηματοδοτικών μέσων. 3. Οι εγγυήσεις και οι υπηρεσίες παρέχονται από την Εταιρεία σε πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις που εμπίπτουν στον ορισμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και απασχολούν μέχρι 49 εργαζομένους".
Τέλος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 του ίδιου νόμου ''Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Ανάπτυξης και Οικονομίας και Οικονομικών, ύστερα από εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας και γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος, θεσπίζονται Κανονισμοί Παροχής Εγγυήσεων και άλλων χρηματοδοτικών μέσων, οι οποίοι δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Οι Κανονισμοί βασίζονται στον επιμερισμό του επιχειρηματικού κινδύνου μεταξύ των Μ.Ε. και Π.Μ.Ε., των πιστωτικών ιδρυμάτων και της .... Α.Ε., λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων κάθε κατηγορίας. Με τους Κανονισμούς τίθενται οι κανόνες παροχής εγγυοδοσίας και άλλων χρηματοδοτικών μέσων, οι προϋποθέσεις κατάπτωσης της εγγύησης, η κατάταξη σε κατηγορίες των παρεχόμενων υπηρεσιών, οι όροι λειτουργίας των χρηματοδοτικών μέσων που παρέχονται και ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στη σχετική λειτουργία του Ταμείου σύμφωνα με τις παρακάτω αρχές:
α) Η αξία του συνόλου των εγγυήσεων που παρέχει το .... Α.Ε. δεν θα υπερβαίνει το δεκαπλάσιο των ιδίων κεφαλαίων του. β) Οι παρεχόμενες από το .... Α.Ε. εγγυήσεις καλύπτουν μέρος του ύψους των πιστωτικών διευκολύνσεων που τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα χορηγούν σε Μ.Ε. και Π.Μ.Ε..Η εγγύηση κυμαίνεται σε ποσοστό από 40% έως 80% επί του υποκειμένου δανείου, εφόσον το καλυπτόμενο από την εγγύηση μέρος του υποκειμένου δανείου που παρέχεται με βάση το οικείο καθεστώς δεν υπερβαίνει το ενάμισι εκατομμύριο (1.500.000) ευρώ ανά επιχείρηση.
Με υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης σε περιπτώσεις πυρκαγιάς, πλημμυρών, σεισμού, αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή για εγγυήσεις που παρέχονται στις περιοχές της Δ` ζώνης κινήτρων του Ν. 2601/1998 (ΦΕΚ 81 Α'), το ποσοστό της εγγύησης μπορεί να ανέλθει στο 80%. γ) Το ποσό που καλύπτεται με την εγγύηση, σε περίπτωση κατάπτωσης αυτής, περιλαμβάνει το ανεξόφλητο υπόλοιπο του εγγυημένου κεφαλαίου της πίστωσης κατά το ποσοστό που έχει εγγυηθεί το Ταμείο πλέον των μη καταβληθέντων τόκων αυτού, μέχρι δεκαοκτώ μήνες κατ` ανώτατο όριο.
γ.α'. Όταν δεν ασκείται η ένσταση διζήσεως, το ποσό που καλύπτεται με την εγγύηση, σε περίπτωση κατάπτωσης αυτής, προκύπτει από το ποσό της οφειλής της ΜΕ κατά την ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης πίστωσης, μείον τυχόν εισπραχθέντα ποσά μέχρι την ημερομηνία καταβολής του οφειλόμενου από το .... Α.Ε. ποσού, επί το ποσοστό εγγύησης του ...
Α.Ε. β'. Όταν ασκείται η ένσταση διζήσεως, το .... Α.Ε. καταβάλλει προκαταβολή που αντιστοιχεί στο είκοσι τοις εκατό (20%) της εγγύησής της, όπως αυτή υπολογίζεται κατά την ημέρα καταγγελίας της σύμβασης πίστωσης, με βάση την οφειλή της ΜΕ και το ποσοστό της εγγύησής της. Όταν ασκείται η ένσταση διζήσεως, το ποσό που καλύπτεται με την εγγύηση, σε περίπτωση κατάπτωσης αυτής προκύπτει από:
αα) την οφειλή της ΜΕ κατά την ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης πίστωσης, ββ) πλέον τόκων μέχρι δεκαοκτώ (18) μήνες κατ' ανώτατο όριο επί του ποσού που προκύπτει από την αφαίρεση της προκαταβολής του .... Α.Ε. από την οφειλή της ΜΕ, κατά την ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης πίστωσης, γγ) μείον τυχόν εισπραχθέντα ποσά.
Το ποσό που προκύπτει σύμφωνα με τα παραπάνω πολλαπλασιάζεται επί το ποσοστό της εγγύησης του .... Α.Ε. Από το ποσό αυτό αφαιρείται η καταβληθείσα προκαταβολή, για να υπολογιστεί το τελικό ποσό που θα καταβάλει το .... Α.Ε. στην τράπεζα. Το .... Α.Ε. καταβάλλει την παραπάνω προκαταβολή εντός τριμήνου από την ημερομηνία παραλαβής από την τράπεζα συστημένης επιστολής για την καταγγελία της σύμβασης πίστωσης.
Στις περιπτώσεις που: α) δεν καταπέσει τελικώς η εγγύηση του .... Α.Ε., β) ανακληθεί η εγγύηση του .... Α.Ε. και γ) ρυθμιστεί η οφειλή της ΜΕ από την τράπεζα, η καταβληθείσα προκαταβολή επιστρέφεται στο .... Α.Ε. εντός διμήνου, έντοκα από την ημέρα της καταβολής της έως την ημέρα της επιστροφής, με επιτόκιο ίσο με αυτό των μεσομακροπρόθεσμων ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, της έκδοσης που προηγείται από την ημερομηνία επιστροφής της προκαταβολής.
δ) Η αξιολόγηση του επιχειρηματικού σχεδίου και της πιστοληπτικής ικανότητας της επιχείρησης θα διενεργείται από τα πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα. Εγγυήσεις παρέχονται μόνο για επενδύσεις σε επιχειρήσεις που θεωρούνται οικονομικά βιώσιμες. Δεν παρέχονται εγγυήσεις σε προβληματικές επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες κατά την έννοια των κοινοτικών κατεθυντήριων γραμμών, όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση.
ε). Οι επιχειρήσεις για τις οποίες εγγυάται το .... Α.Ε. καταβάλλουν σε αυτό προμήθειες, το ύψος των οποίων καθορίζεται με βάση την τιμολογιακή πολιτική του και εξαρτάται από το ύψος του αναλαμβανόμενου κινδύνου. Η προμήθεια για τις εγγυήσεις επί δανείων δεν μπορεί να υπολείπεται του 0,25% επί του αναλαμβανόμενου κινδύνου.
στ). Το Ταμείο δεν επιτρέπεται να παραιτείται της ενστάσεως διζήσεως του άρθρου 855 του Αστικού Κώδικα εκτός από κατηγορίες παρεχόμενων υπηρεσιών και συγκεκριμένες δράσεις και προγράμματα, με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζονται στον Κανονισμό Παροχής Εγγυήσεων. Οι προϋποθέσεις άσκησης της ενστάσεως διζήσεως καθορίζονται με τον Κανονισμό Παροχής Εγγυήσεων.
ζ) Οι εγγυήσεις χορηγούνται σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 69/2001 για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας. ''. Κατ' εξουσιοδότηση του ανωτέρω νόμου εκδόθηκε η ΚΥΑ 5198/485 /ΦΕΚ Β 694 /2010, με το άρθρο μόνο της οποίας εγκρίθηκε η εφαρμογή του Προγράμματος "Εγγύηση από την ...
ΑΕ Χαμηλότοκων Δανείων για την κάλυψη δαπανών αγοράς πρώτων υλών, εμπορευμάτων και υπηρεσιών", σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του συνημμένου Οδηγού του εν λόγω Προγράμματος. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 5.2 του ανωτέρω Οδηγού Προγράμματος, "Επιλέξιμες Μορφές Δανείων" Το Πρόγραμμα αφορά στην εγγύηση νέων τραπεζικών δανείων, τακτής λήξης με σκοπό την κάλυψη δαπανών αγοράς πρώτων υλών, εμπορευμάτων και υπηρεσιών της παραγράφου 5.1.
Το κατώτατο επιλέξιμο ποσό δανείου προς εγγύηση είναι 5.000,00 Ε .Το ανώτατο σωρευτικά επιλέξιμο ποσό δανείου προς εγγύηση, ανά ΜΕ/ΠΜΕ είναι 300.000,00 Ε. Συγκεκριμένα, παρέχεται εγγύηση σε όλες τις νέες συμβάσεις τραπεζικών δανείων για τα οποία ισχύουν αθροιστικά πλέον των ανωτέρω τα κάτωθι: - η διάρκεια του δανείου και της εγγύησης είναι έξι (6) έτη με διετή περίοδο χάριτος κατά την οποία καταβάλλεται μόνο ο αναλογούν τόκος του δανείου, - για δάνεια έως 40.000 Ε δεν θα παρέχονται εξασφαλίσεις από την πλευρά των ΜΕ/ΠΜΕ - για δάνεια άνω των 40.000 Ε η επιχείρηση, εφόσον ζητηθεί από την Τράπεζα, θα παρέχει εξασφαλίσεις.
Στην περίπτωση που παρέχονται εμπράγματες εξασφαλίσεις αυτές δεν μπορούν να ξεπερνούν το 10% του αρχικού δανείου - αφορούν δάνεια χρεολυτικής απόσβεσης με εξαμηνιαία συχνότητα πληρωμής δόσεων κεφαλαίου και εξαμηνιαίο ημερολογιακό εκτοκισμό (δηλαδή εκτοκισμό κάθε 30/06 και 31/12). Το επιτόκιο του δανείου καθορίζεται σε EURIBOR 6 μηνών + 600 μονάδες βάσης (6,00%) κατ` ανώτατο όριο.
Το οριστικό επιτόκιο θα βρίσκεται αναρτημένο στη σχετική ιστοσελίδα της ... Α.Ε. Δάνεια με επιτόκια υψηλότερα του τελικώς διαμορφωθέντος επιτοκίου δεν είναι επιλέξιμα. Σημειώνεται ότι ως επιτόκιο βάσης λαμβάνεται αυτό που ισχύει κατά την ημερομηνία εκταμίευσης και διατηρείται για 6 μήνες, μέχρι την επέτειο δόσης κεφαλαίου, όπου και ανανεώνεται στο τότε ισχύον.
Κάθε επιχείρηση δύναται να υποβάλει στην ... ΑΕ (μέσω Τράπεζας) έως έξι (6) αιτήσεις, καθ` όλη την διάρκεια του προγράμματος και για διαφορετικά κάθε φορά παραστατικά εφόσον ο διαθέσιμος προϋπολογισμός του Προγράμματος δεν έχει εξαντληθεί. Μετά την παραλαβή και έγκριση, από την ... ΑΕ, του σωρευτικού ανώτατου αριθμού αιτήσεων ή/και του ανώτατου ποσού δανείου €300.000 ανά ΜΕ/ΠΜΕ, περαιτέρω υποβολές αιτήσεων της ίδιας ΜΕ/ΠΜΕ δεν θα γίνονται αποδεκτές από την ...
ΑΕ για υπαγωγή στο Πρόγραμμα''. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 10 του Οδηγού Προγράμματος, ''ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΕΛΙΚΗΣ ΖΗΜΙΑΣ'' Ορίζεται ότι το ποσό επί του οποίου εφαρμόζεται το ποσοστό εγγύησης της ... ΑΕ είναι το υπόλοιπο του κεφαλαίου/χρεολυσίου (ρητά αναφέρεται ότι δεν είναι επιλέξιμο προς εγγύηση κάθε ποσό που αφορά τόκους, τόκους υπερημερίας, έξοδα, κλπ.) κατά την ημερομηνία καταγγελίας της δανειακής σύμβασης.
Ορίζεται διάστημα 90 ημερών συνεχούς ληξιπροθεσμίας από οποιαδήποτε αιτία (ήτοι κεφάλαιο, τόκοι, κλπ), μετά την παρέλευση του οποίου η Τράπεζα δύναται και οφείλει να καταγγείλει τη δανειακή σύμβαση. Σε περίπτωση αποδεδειγμένης και δηλωμένης πλήρους αδυναμίας (καταβολής οιουδήποτε ποσού) της ΜΕ/ΠΜΕ, η οποία συγχρόνως έχει διακόψει πλήρως τη λειτουργία της, δύναται η Τράπεζα να καταγγείλει τη δανειακή σύμβαση πριν τη συμπλήρωση 90 ημερών συνεχούς ληξιπροθεσμίας.
Σε περίπτωση καθυστέρησης, η τράπεζα, με ποινή υπαναχώρησης, υποχρεούται να ενημερώνει την ... ΑΕ για την καθυστέρηση, το αργότερο έως την 20η ημέρα του επομένου ημερολογιακού μήνα για τις καθυστερήσεις του αμέσως προηγούμενου μήνα. Η τράπεζα σε συνέχεια της προαναφερόμενης συνεχούς ληξιπροθεσμίας αποστέλλει στην ...
ΑΕ το έντυπο της καταγγελίας/κατάπτωσης, σύμφωνα με το επισυναπτόμενο Υπόδειγμα 6 (Παράρτημα III Οδηγού), στο οποίο θα αναγράφεται το τελικώς οφειλόμενο ποσό και θα συνυποβάλλονται ως συνημμένα τα ακόλουθα.....''. Από το σύνολο των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι οι παρεχόμενες από την εταιρεία "... Α.Ε." εγγυήσεις διέπονται κατ' αρχήν από την αναφερόμενη ως άνω ειδική νομοθεσία, ενώ οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα, που διέπουν την παροχή εγγύησης (άρθρα 847 επ.
ΑΚ), εφαρμόζονται συμπληρωματικά, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται από τις ως άνω ειδικότερες διατάξεις. Οι εγγυήσεις αυτές καλύπτουν μέρος του ύψους των πιστωτικών διευκολύνσεων που τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα χορηγούν σε Μ.Ε. και Π.Μ.Ε., κυμαινόμενες σε ποσοστό από 40% έως 80% επί του υποκειμένου δανείου, αναλαμβάνοντας έτσι η Εταιρεία ...
Α.Ε. μέρος του κινδύνου της χρηματοδότησης των Μ.Ε. και ΠΜΕ. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνονται ο επιμερισμός του κινδύνου της χρηματοδότησης τους σε τρία μέρη [επιχειρήσεις, τράπεζες και Εταιρεία (Δημόσιο)]. Με βάση τις ανωτέρω ειδικές διατάξεις, η εταιρεία μπορεί, μετά από απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης, να υλοποιεί διάφορα προγράμματα, καθορίζοντας και τους όρους, τη διαδικασία και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια υλοποίησης εκάστου προγράμματος.
Σε σχέση λοιπόν με τις ανωτέρω εγγυήσεις, που παρασχέθηκαν βάσει της προαναφερόμενης ΚΥΑ 5198/485 /ΦΕΚ Β 694 /2010, με την οποία εγκρίθηκε η εφαρμογή του Προγράμματος "Εγγύηση από την ... ΑΕ Χαμηλότοκων Δανείων για την κάλυψη δαπανών αγοράς πρώτων υλών, εμπορευμάτων και υπηρεσιών", ρητά ορίστηκε, ότι για δάνεια έως 40.000 ευρώ δεν θα παρέχονται εξασφαλίσεις από την πλευρά των ΜΕ/ΠΜΕ, ενώ για δάνεια άνω των 40.000 ευρώ η επιχείρηση, εφόσον ζητηθεί από την Τράπεζα, θα παρέχει μεν εξασφαλίσεις, πλην όμως, στην περίπτωση που παρέχονται εμπράγματες εξασφαλίσεις αυτές δεν μπορούν να ξεπερνούν το 10% του αρχικού δανείου.
Από τη διατύπωση της πιο πάνω διάταξης προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια (ΑΚ 174), κανόνα δικαίου, χωρίς τη ρητή, σε περίπτωση παραβίασής της, απαγγελία ακυρότητας, η οποία, όμως, δεν αποκλείεται από το περιεχόμενο της διάταξης και τον επιδιωκόμενο με αυτή σκοπό, από τον οποίο, περαιτέρω, σαφώς συνάγεται ότι η ακυρότητα αυτή της συμφωνίας παροχής εμπράγματης εξασφάλισης είναι μερική, ενόψει του προβλεπόμενου επιμερισμού του κινδύνου της χρηματοδότησης τους σε τρία μέρη, και καταλαμβάνει, συνεπώς, μόνον το μέρος κατά το οποίο η συμφωνία υπερβαίνει το 10% του συνομολογηθέντος δανείου, παραμενουσών κατά τα λοιπά ισχυρών τόσο της σύμβασης εγγύησης όσο και της συμφωνίας για την παροχή από τον δανειολήπτη εμπράγματης εξασφάλισης, εκτός αν συνάγεται ότι τα μέρη δεν θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος.
Αντιθέτως, ούτε από τις ανωτέρω ειδικές διατάξεις, και ιδιαίτερα από το όλο περιεχόμενο της ΚΥΑ, ούτε και από τις συμπληρωματικά εφαρμοζόμενες διατάξεις του αστικού κώδικα, που διέπουν την παροχή εγγύησης, προκύπτει ότι, σε περίπτωση παραβίασης της πιο πάνω διάταξης, παρέχεται στην εταιρεία ... ΑΕ δικαίωμα υπαναχώρησης από την εγγυοδοτική της ευθύνη.
Ενισχυτικό της άποψης αυτής είναι και το γεγονός ότι, σύμφωνα με την ΚΥΑ, δικαίωμα υπαναχώρησης του Ταμείου προβλέπεται μόνο σε περίπτωση παραβίασης του άρθρου 10, με το οποίο ορίστηκε ο χρόνος εντός του οποίου η τράπεζα οφείλει να ενημερώσει την ... ΑΕ για την ύπαρξη καθυστερήσεων της δανειακής σύμβασης, δεδομένου ότι, αν βούληση του νομοθέτη ήταν να παρέχεται στο Ταμείο δικαίωμα υπαναχώρησης και στην περίπτωση παραβίασης της διάταξης για τις εμπράγματες εξασφαλίσεις, θα το όριζε ρητά, όπως και στην περίπτωση του άρθρου 10.
Περαιτέρω, με το άρθρο πρώτο του Ν. 3912/2011 (ΦΕΚ Α 17/17.2.2011) συνεστήθη η (αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρεία με την Επωνυμία "... Α.Ε." και τον ειδικό τίτλο "ΕΤ.Ε.ΑΝ. Α.Ε.", η οποία υποκατέστησε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της την πιο πάνω ανώνυμη εταιρεία με την Επωνυμία "... ΑΕ" που συστήθηκε με το ν. 3066/2002.
Με το άρθρο τρίτο του αυτού άρθρου και νόμου ορίστηκε ότι: 1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, η ... Α.Ε. παύει να υφίσταται και όλα τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκτηθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος επ` ονόματι της εταιρείας αυτής, περιέρχονται στην Εταιρεία, η οποία υπεισέρχεται αυτοδικαίως σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της.
Επίσης, περιέρχονται στην εταιρεία τα κάθε είδους περιουσιακά στοιχεία, πόροι και δικαιώματα που έχουν περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην ... Α.Ε. μετά την ημερομηνία του ισολογισμού της 31.12.2010, τα οποία θα εγγραφούν στα βιβλία της Εταιρείας. 2. Στις κάθε είδους, τύπου, φύσεως και περιεχομένου δικαιοπραξίες και συμβάσεις εργασίας, στις οποίες το μοναδικό ή ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι η "...
Α.Ε.", στη θέση αυτού υπεισέρχεται η Εταιρεία, χωρίς κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη να δικαιούται να ζητήσει για το λόγο αυτό τη λύση των δικαιοπραξιών ή τη μη εκτέλεση αυτών ή τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του που απορρέουν από αυτές.3. Όπου σε έγγραφα ιδιωτικά ή δημόσια αναγράφεται η Επωνυμία "... Α.Ε.", από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου νοείται η ανώνυμη εταιρεία "....
Α.Ε.". 4. Οι εκκρεμείς δίκες της ... Α.Ε. συνεχίζονται από την Εταιρεία, χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή τους και χωρίς να απαιτούνται άλλες ειδικότερες διατυπώσεις ή ενέργειες για τη συνέχιση τους. Για τις δίκες αυτές εξακολουθούν να ισχύουν τα ουσιαστικά και δικονομικά προνόμια της ... Α.Ε.. 5....". Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιό επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 159/2004).
Η υπουργική απόφαση, κανονιστικού περιεχομένου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 850/2004, ΑΠ 825/2004, ΑΠ 1605/ 1995), η οποία, για τη ρύθμιση των θεμάτων της, εκδίδεται επιτρεπτά στο πλαίσιο νομοθετικής εξουσιοδότησης που παρασχέθηκε νόμιμα, αποτελεί, υπό την προϋπόθεση δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΑΠ 566/1995), κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ελέγχεται μέσω του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, όταν εσφαλμένα εφαρμόστηκε (ΑΠ 850/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ''Η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία συστήθηκε με το Ν. 3912/17-2-2011, δυνάμει του οποίου υποκατέστησε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...
ΑΕ" και τον ειδικό τίτλο "... ΑΕ", που είχε συσταθεί με το Ν. 3066/2002. Δυνάμει της υπ' αριθμ. 5198/485/2010 ΚΥΑ των Υπ. Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας (ΦΕΚ Β' 694/21-5-2010), εγκρίθηκε η εφαρμογή του προγράμματος "Εγγύηση από την ... ΑΕ χαμηλότοκων δανείων για την κάλυψη δαπανών αγοράς πρώτων υλών, εμπορευμάτων και υπηρεσιών", με την υλοποίηση του οποίου επιφορτίστηκε η εναγομένη μετά την κατά τα ανωτέρω υπεισέλευσή της στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του ...
του. Γενικός στόχος του προγράμματος αυτού σύμφωνα με τον Οδηγό Προγράμματος, που εγκρίθηκε με την προαναφερθείσα ΚΥΑ, είναι η ανάπτυξη και επέκταση της γενικής επιχειρηματικής δραστηριότητας υφιστάμενων, νέων και υπό σύσταση Μεγάλων Επιχειρήσεων και Πολύ Μεγάλων Επιχειρήσεων (ΜΕ και ΠΜΕ) μέσω της υποστήριξης της πρόσβασης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα για την άμεση κάλυψη τρεχουσών αναγκών για δαπάνες αγοράς πρώτων υλών, εμπορευμάτων και υπηρεσιών και συνεπώς απελευθέρωσης πόρων για την επίτευξη στο απώτερο μέλλον του τεχνολογικού τους εκσυγχρονισμού.
Στο πλαίσιο αυτό το ... (ήδη ΕΤΕΑΝ) εγγυάται μεγάλο μέρος των δανείων που συνάπτουν οι ΜΕ και ΠΜΕ με τους χρηματοπιστωτικούς φορείς, διασφαλίζοντας παράλληλα χαμηλό σχετικά επιτόκιο, παροχή ελάχιστων η μηδενικών εξασφαλίσεων για τις ΜΕ και ΠΜΕ και ομαλό τρόπο αποπληρωμής των δανείων, με τον τρόπο δε αυτό επιμερίζεται ο επιχειρηματικός κίνδυνος ανάμεσα στα τρία εμπλεκόμενα μέρη (επιχειρήσεις, πιστωτικά ιδρύματα, Ταμείο Εγγυοδοσίας).
Στις 30-11-2011 η ενάγουσα υπό την παλαιότερη επωνυμία της "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" (κατάστημα Κορωπίου) χορήγησε στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" δύο δάνεια δυνάμει των υπ' αριθμ. ... και ... δανειακών συμβάσεων, ποσού 255.791,38€ και 40.052,06€ αντίστοιχα, την κάλυψη τμήματος της οφειλής εκάστου σε ποσοστό 80% εγγυήθηκε εγγράφως η εναγομένη για χρονικό διάστημα 72 μηνών με τις υπ' αριθμ. ...
και ... Πράξεις Εγγύησης, αντίστοιχα, στις οποίες συμβλήθηκαν επίσης η ενάγουσα και η πρωτοφειλέτης - δανειολήπτρια επιχείρηση και οι οποίες διέπονται από τον προαναφερθέντα Οδηγό Προγράμματος. Ως έναρξη της διάρκειας της παρασχεθείσας από την εναγομένη εγγύησης ορίστηκε ο χρόνος εκταμίευσης των δανείων, που έλαβε χώρα για αμφότερα και για το σύνολο του ποσού της χορήγησης εκάστου στις 5-12-2011.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα στις 20-10-2014 κατήγγειλε αμφότερες τις δανειακές συμβάσεις, για τις οποίες είχε εγγυηθεί η εναγομένη, λόγω μη τήρησης από την πρωτοφειλέτη επιχείρηση των συμβατικών της υποχρεώσεων, έκλεισε τους τηρούμενους στην ενάγουσα λογαριασμούς εξυπηρέτησης των δανείων αυτών και μετέφερε σε λογαριασμούς οριστικής καθυστέρησης το χρεωστικό υπόλοιπο εκάστου, εκ των οποίων το συνολικά οφειλόμενο κεφάλαιο κατά το χρόνο της καταγγελίας ανερχόταν για το υπ' αριθμ. ...
δάνειο στο ποσό των 255.791,38€ και για το υπ' αριθμ. ... δάνειο στο συνολικό ποσό των 39.885,35€. Η ενάγουσα με τις από 11- 11-2014 δύο επιστολές της (μία για κάθε δάνειο), οι οποίες παρελήφθησαν από την εναγομένη στις 2-12-2014, αιτήθηκε την κατάπτωση των επίδικων εγγυήσεων της εναγομένης ενημερώνοντάς την περί της καταγγελίας των εγγυημένων απ' αυτήν δανειακών συμβάσεων καθώς και για το ποσό της κατάπτωσης εκάστου δανείου σύμφωνα με το ποσοστό της εγγύησης (80%), που ανέρχονται για το υπ' αριθμ. ...
δάνειο, στο οποίο αντιστοιχεί η υπ' αριθμ. ... Πράξη Εγγύησης, στο ποσό των 204.633,10€ και για το υπ' αριθμ. ... δάνειο, στο οποίο αντιστοιχεί η υπ' αριθμ. ... Πράξη Εγγύησης στο ποσό των 31.908,28. Η εναγομένη με τις δύο υπ' αριθμ. πρωτ. 219498/3-10-2017 επιστολές της προς την ενάγουσα, της ανακοίνωσε τη μη αποδοχή των αιτημάτων κατάπτωσης και τη μη καταβολή των αιτούμενων ποσών, επικαλούμενη τη μη τήρηση από την ενάγουσα των Γενικών και Ειδικών όρων παροχής της εγγύησης.
Από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα προκύπτει ότι στον Οδηγό Προγράμματος που εφαρμόζεται για τα επίμαχα δάνεια, το ... (ήδη ΕΤΕΑΝ), για την περίπτωση υπαίτιας παραβίασης της Πράξης Εγγύησης και του Οδηγού Προγράμματος που τη διέπει, επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα της υπαναχώρησης δυνάμει του όρου που προβλέπει ότι "Μετά την παραλαβή από την ...
ΑΕ, συμπληρωμένου ορθά του εντύπου της καταγγελίας που θα συνοδεύεται με όλα τα ως άνω συνημμένα και εφόσον δεν συντρέχει λόγος υπαναχώρησης, η ... ΑΕ θα καταβάλλει στην τράπεζα το ποσό της εγγύησης εντός προθεσμίας δύο μηνών". Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα για την εμπράγματη εξασφάλιση της απαίτησής της από το υπ' αριθμ. ...
δάνειο συνήψε με την πρωτοφειλέτη επιχείρηση την από 30-11-2011 σύμβαση ενεχυράσεως δύο επιταγών συνολικού ποσού 35.000€ και την με ίδια ημερομηνία σύμβαση ενεχυράσεως κάθε απαίτησης της πρωτοφειλέτη για κεφάλαιο και τόκους από τον υπ' αριθμ. 0026.0040.60.0200968721 λογαριασμό καταθέσεώς της, σε οποιοδήποτε ποσό κι αν ανέλθει η απαίτηση αυτή, ενώ για την εμπράγματη εξασφάλιση της απαίτησής της από το υπ' αριθμ. ...
δάνειο συνήψε με την ίδια πρωτοφειλέτη την από 30- 11-2011 σύμβαση ενεχύρασης μιας επιταγής ποσού 6.400€ καθώς και την με όμοια ημερομηνία σύμβαση ενεχυράσεως κάθε απαίτησης της πρωτοφειλέτη για κεφάλαιο και τόκους από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό καταθέσεώς της, σε οποιοδήποτε ποσό κι αν ανέλθει η απαίτηση αυτή.
Το ύψος των προαναφερθέντων εμπράγματων εξασφαλίσεων που ζήτησε και έλαβε η ενάγουσα από την πρωτοφειλέτη για κάθε δάνειο υπερβαίνουν το 10% του ποσού χορήγησης εκάστου, κατά παράβαση του όρου 5.2 του Οδηγού Προγράμματος, ο οποίος μεταξύ άλλων προβλέπει ότι "για δάνεια άνω των 40.000€ η επιχείρηση, εφόσον ζητηθεί από την Τράπεζα, θα παρέχει εμπράγματες εξασφαλίσεις.
Στην περίπτωση που παρέχονται εμπράγματες εξασφαλίσεις αυτές δεν μπορούν να ξεπερνούν το 10% του αρχικού δανείου", όρος ο οποίος επαναλαμβάνεται ρητά και στις επίμαχες Πράξεις εγγύησης. Πρέπει συνεπώς να γίνει κατ' ουσίαν δεκτή η νομίμως προβληθείσα κατ' άρθρο 389 ΑΚ ένσταση της εναγομένης, απορριπτομένης ως ουσία αβάσιμης της κατ' άρθρο 281 ΑΚ αντένστασης της ενάγουσας, με την οποία ισχυρίζεται ότι η εναγομένη ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμα της υπαναχώρησης επικαλούμενη ότι με τη λήψη από αυτήν εμπράγματων εξασφαλίσεων που ξεπερνούν του 10% για καθένα από τα επίδικα δάνεια μειώνεται ο εγγυητικός κίνδυνος της εναγομένης, αφού σκοπός του Προγράμματος, σύμφωνα με τους γενικούς και ειδικούς στόχους που ορίζονται στον Οδηγό του, δεν είναι η καλυτέρευση της εγγυητικής θέσης της εναγομένης αλλά η ελαχιστοποίηση του κόστους δανεισμού των ΜΕ/ΠΜΕ μέσω προκαθορισμένου χαμηλού επιτοκίου και παροχής ελάχιστων ή μηδενικών εξασφαλίσεων των επιχειρήσεων αυτών, επιμερίζοντας με τον τρόπο αυτόν τον επιχειρηματικό κίνδυνο ανάμεσα στα τρία εμπλεκόμενα μέρη (επιχειρήσεις, πιστωτικά ιδρύματα, Ταμείο Εγγυοδοσίας), ώστε να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα αυτού του είδους των επιχειρήσεων στο περιβάλλον της οικονομικής κρίσης, ενώ με τη λήψη από την ενάγουσα τόσο της εγγύησης της εναγομένης σε ποσοστό 80% όσο και εμπράγματων εξασφαλίσεων από τη δανειολήπτρια επιχείρηση πέραν του 10%, ο προαναφερθείς επιμερισμός του κινδύνου στα τρία συμβαλλόμενα στην εκάστοτε Πράξη Εγγύησης μέρη ματαιώνεται, αφού αναγκαία οδηγεί σε πλήρη εξασφάλιση της απαίτησης της ενάγουσας σε βάρος της υπέρ ης η εγγύηση της εναγομένης επιχείρησης.....''.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε τις αγωγές ως αβάσιμες κατ' ουσίαν. Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο, δεχόμενο ότι η αναιρεσίβλητη έχει δικαίωμα υπαναχώρησης από τις ένδικες συμβάσεις εγγυήσεως, για το λόγο ότι η αναιρεσείουσα-δανείστρια εταιρία έχει λάβει από την πρωτοφειλέτρια εταιρία εμπράγματες ασφάλειες που υπερβαίνουν το 10% του ποσού χορήγησης εκάστου δανείου, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 389, 847, 862-865 ΑΚ και 5.2 της υπ' 5198/485/21-5-2010 ΚΥΑ, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του Ν. 3066/2002 (άρθρο 8 ), τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, η παράβαση του άρθρου 5.2 της ανωτέρω ΚΥΑ που διέπει, κατά ρητή διάταξη αυτών, τις ένδικες συμβάσεις εγγυήσεως και προβλέπει ότι για δάνεια άνω των 40.000 ευρώ η πρωτοφειλέτρια, αν ζητηθεί από τη δανείστρια τράπεζα, θα παρέχει εξασφαλίσεις, στην περίπτωση δε που παρέχονται εμπράγματες εξασφαλίσεις αυτές δεν μπορούν να ξεπερνούν το 10% του αρχικού δανείου, δεν παρέχει στον εγγυητή δικαίωμα υπαναχώρησης και άρση της εγγυοδοτικής του ευθύνης.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, κατά παραδοχή του ανωτέρω γενομένου δεκτού ως βασίμου λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Πρωτοδικείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου ο οποίος εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Αναιρουμένης δε στο σύνολό της της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει περαιτέρω να διαταχθεί, συμφώνως προς το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την υπ' αριθ. 3294/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών .
-
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
-Διατάζει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το καταβληθέν από αυτήν παράβολο.
-
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ