Legislator Case Law & Legislation
1003/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to withdrawal of arguments and inadmissibility of vague grounds.

Case Number 1003/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeals filed by the Municipality of Chios and several individuals against a second-instance judgment. The natural persons withdrew their second appeal argument and admitted the first appeal's arguments, while the municipality withdrew its appeal entirely. The court rejected the remaining appeal grounds as inadmissible because they failed to specify the content of the original claim regarding Sunday and holiday wage supplements, rendering the alleged error unidentifiable. Consequently, the appeals were rejected in their entirety, and the municipality was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 559(14) of the Code of Civil Procedure: Withdrawal of appeal arguments or entire appeal renders the request inadmissible if no other grounds remain, and appeal grounds must be specific to allow identification of the judicial error.

Keywords

AI generated
withdrawal of appeal inadmissible appeal grounds specificity of appeal Sunday wage supplements legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 62(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1003 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1003/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:

Του αναιρεσειόντος - αναιρεσιβλήτου : Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου - Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α βαθμού με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΧΙΟΥ", που εδρεύει στη Χίο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Μονιού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων: 1)Ε. Α. του Δ., 2)Σ. Α. του Μ., 3)Μ. Β. του Π., 4)Μ. Ζ. του Π., κατοίκων ... 5)Ε. Κ. του Π., και 6)Ε. Κ. του Ν., κατοίκου .... Οι 1η, 2η, 3ος, 4η και 6η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βασιλείου, ο οποίος δήλωσε ότι η 5η απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την κόρη της Ε. Κ., η οποία συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2155/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 4389/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων δήμος με την από 18-5-2016 αίτηση του και οι αναιρεσείοντες με την από 28-12-2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των φυσικών προσώπων ζήτησε την απόρριψη της από 18-5-2016 αίτησης αναίρεσης, δήλωσε ότι παραιτείται από τον 2ο λόγο της από 28-12-2017 αίτησης αναίρεσης και όλους τους ισχυρισμούς που παρατίθενται στις σελ. 10 έως και 25 της από 28-12-2017 αίτησης, ζήτησε την κατά τα λοιπά παραδοχή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, ο αναιρεσείων μπορεί, με προφορική δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά του δικαστηρίου, ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του, να παραιτηθεί είτε από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, είτε από ορισμένους αναιρετικούς λόγους.

Η παραίτηση αυτή έχει ως συνέπεια να θεωρείται, στην πρώτη περίπτωση, ότι η αίτηση αναίρεσης δεν ασκήθηκε στο σύνολο της, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, ότι δεν προβλήθηκαν οι αναιρετικοί λόγοι, από τους οποίους έγινε η παραίτηση (ΑΠ 1135/2020, ΑΠ 416/2019, ΑΠ 404/2016). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 62 εδ. α' του ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει την ικανότητα να είναι διάδικος.

Η ικανότητα αυτή, που, ως διαδικαστική προϋπόθεση, εξετάζεται κατ'άρθρο 73 του ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατο του (άρθρο 35 ΑΚ). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου ήδη αποβιώσαντος κατά την άσκησή της είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω ακυρότητας του δικογράφου της, για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, που αφορά το ίδιο το υποκείμενο της σχετικής διαδικαστικής πράξης, ενώ δεν υφίσταται στάδιο συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος (ΑΠ 1478/2022, ΑΠ 1298/2022, ΑΠ 492/2019).

Αντιθέτως, η αίτηση αναίρεσης που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατο του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο από τον αντίδικο τους ή αυτοβούλως εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και δηλώνουν ότι συνεχίζουν τη δίκη (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 654/2023, ΑΠ 306/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου: α) η από 18-5-2016 και με αριθ. κατ. 305/18- 5-2016 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Χίου" κατά των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ε., 2) Α. Σ., 3) Β. Μ., 4) Ζ. Μ., 5) Κ. Ε. και 6) Κ. Ε. και β) η από 28-12-2017 και με αριθ. κατ. 10003/987/29-12-2017 αίτηση αναίρεσης των, ως άνω, εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά του, ως άνω εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, με τις οποίες προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 4389/14-10-2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η ασκηθείσα από το, ως άνω, εναγόμενο από 14-9-2013 και με αριθ. κατ. 5238/2013 έφεση κατά της με αριθ. 2155/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 5-5-2010 και με αριθ. κατ. 89734/2578/2010 αγωγής.

Πριν από την έναρξη της συζήτησης των, ως άνω, αιτήσεων αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες της από 28-12-2017 αίτησης, με προφορική δήλωση του εκπροσωπούντος αυτούς πληρεξουσίου δικηγόρου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του παρόντος δικαστηρίου, παραιτήθηκαν από το δεύτερο λόγο αυτής, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Η παραίτηση αυτή, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προεκτέθηκε, είναι νόμιμη και συνεπώς ο δεύτερος λόγος της από 28-12-2017 αίτησης αναίρεσης, στον οποίο αφορά η παραίτηση, θεωρείται ότι δεν προβλήθηκε. Επίσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των, ως άνω, αναιρεσιβλήτων-αναιρεσειόντων, αντίστοιχα, με προφορική δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, δήλωσε ότι η πέμπτη αναιρεσίβλητη - αναιρεσείουσα Κ.

Ε. απεβίωσε και ότι τη συζήτηση συνεχίζει η κληρονόμος αυτής Ε. Κ.. Όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα με επίκληση σχετικά έγγραφα και ειδικότερα το από 87/1/2015 απόσπασμα της ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Χίου, η, ως άνω, πέμπτη αναιρεσίβλητη - αναιρεσείουσα απεβίωσε στις 17-4-2015, δηλαδή μετά τη συζήτηση της έφεσης (7-10-2014) επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και πριν την άσκηση των ενδίκων από 18-5-2016 και από 28-12-2017 αιτήσεων αναίρεσης.

Επομένως, η από 28-12-2017 αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που ασκείται από την εν λόγω πέμπτη αναιρεσείουσα μετά το θάνατο αυτής, είναι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, που αφορά το υποκείμενο της διαδικαστικής αυτής πράξης, ενώ δεν υφίσταται στάδιο συνέχισης της δίκης από την κληρονόμο της ως άνω θανούσας.

Αντιθέτως, η από 18-5-2016 αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (και) κατά το μέρος που στρέφεται κατά της, ως άνω, προαποβιώσασας πέμπτης αναιρεσίβλητης, αφού ουδόλως προκύπτει ότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. γνώριζε κατά την άσκησή της το θάνατο αυτής. Νομίμως δε, με την, ως άνω, δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της παρίσταται στην ανοιγείσα με την από 18-5-2016 αίτηση αναίρεσης δίκη και συνεχίζει αυτήν η κληρονόμος της αποβιώσασας Ε.

Κ..

Κατά τα λοιπά οι αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν, κατ' άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 και στη διαδικασία για την αναίρεση, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης ασκήθηκαν νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, η μεν πρώτη στις 18-5-2016, η δε δεύτερη στις 29-12-2017, δηλαδή εντός της κατά νόμο τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, που έλαβε χώρα στις 14-10-2015, καθόσον για αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν, όπως η προσβαλλόμενη, πριν τις 1-1-2016, χωρίς να επιδοθούν, εξακολουθεί και μετά τις 1-1-2016 να ισχύει η τριετής προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, που προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο ν. 4335/2015 (Ολ ΑΠ 10/2018, ΑΠ 52/2019). Είναι, επομένως, παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτών (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως άνω, από 5-5-2010 αγωγή τους στρεφόμενη κατά: α) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης", που δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη και β) του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Χίου", ήδη αναιρεσείοντος- αναιρεσιβλήτου, οι, ως άνω ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητοι-αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι προσλήφθηκαν με συμβάσεις που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτών και των εναγομένων, με αντικείμενο τη φύλαξη των σχολικών συγκροτημάτων του δευτέρου εναγομένου, δυνάμει των Προγραμματικών Συμβάσεων που υπεγράφησαν μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, του Ο.Α.Ε.Δ.

και της, ως άνω, πρώτης εναγομένης. Ότι από την πρόσληψή τους η απασχόλησή τους πραγματοποιήθηκε στην πραγματικότητα με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες, κατ' επίφαση μόνο χαρακτηρίζοντο από τους εναγομένους ως "συμφωνητικά συνεργασίας", διαδοχικώς ανανεωθείσες έως 30-6-2006, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.

Ότι καθόλο το χρονικό διάστημα απασχόλησής τους ασκούσαν τα ανατεθέντα σ' αυτούς καθήκοντα, τα οποία συνίσταντο στη φύλαξη των σχολικών κτιρίων του δευτέρου εναγομένου, τελώντας υπό τις εντολές και τις οδηγίες του τελευταίου, που καθόριζε τον τόπο, το χρόνο και τους όρους παροχής των υπηρεσιών τους, εργαζόμενοι σε εικοσιτετράωρη βάση, τις καθημερινές, τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες, σε κυλιόμενες οκτάωρες φυλακές (βάρδιες) ο καθένας, σύμφωνα με το πρόγραμμα που κατήρτιζε και τους χορηγούσε το δεύτερο εναγόμενο.

Ότι μετά την ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας ενώπιον του ΑΣΕΠ και αφού διαπιστώθηκε η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 11 π.δ. 164/2004 και κρίθηκε ότι οι επιγραφόμενες ως "συμφωνητικά συνεργασίας" συμβάσεις τους υπέκρυπταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, οι εργασιακές τους σχέσεις μετατράπηκαν σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και στις 1-7-2006 κατετάγησαν όλοι σε οργανικές σχέσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του δευτέρου εναγομένου, με την ειδικότητα των σχολικών φυλάκων (ΔΕ).

Ότι καθόλη τη διάρκεια της απασχόλησής τους, οι εναγόμενοι, δεν τους κατέβαλαν, πέραν του ημερομισθίου των 35,22 ευρώ, αποζημίωση για παράνομες υπερωρίες, προσαύξηση λόγω νυχτερινής εργασίας και εργασίας κατά Κυριακές και αργίες, τα έξοδα κίνησης και το επίδομα γάμου για τα έτη 2001 έως 2006, καθώς και το επίδομα Πάσχα για το έτος 2006.

Ζήτησαν δε, κατόπιν παραδεκτού μερικού περιορισμού του αιτήματος τους να επιδικασθεί σε καθένα από αυτούς, εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά το αντίστοιχο ποσό με το νόμο τόκο από τότε που τα επί μέρους ποσά κατέστησαν απαιτητά, άλλως την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την, ως άνω, με αριθ. 2155/2013 οριστική απόφαση απέρριψε την αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία, για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης, δέχθηκε αυτήν κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του δευτέρου εναγομένου και επιδίκασε σε κάθε ενάγοντα εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά τα αναφερόμενα αντίστοιχα ποσά.

Κατά της απόφασης αυτής, το δεύτερο εναγόμενο άσκησε την, ως άνω, από 14-9- 2013 έφεση. Επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθ. 4389/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε δεκτό: α) ότι η αγωγή, κατά το κεφάλαιο που αφορά στις προσαυξήσεις για εργασία τις Κυριακές και αργίες είναι αόριστη και β) ότι οι αγωγικές αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 5-2-2001 έως 29-12-2003 έχουν υποπέσει σε διετή παραγραφή, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν και υποχρέωσε το δεύτερο εναγόμενο να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα τα αναφερόμενα αντίστοιχα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Α) Επί της από 18-5-2016 και με αριθ. κατ. 305/18-5-2016 αίτησης αναίρεσης: Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει αυτόν, αν δεν συντρέχει μία, από την ως άνω διάταξη, εξαιρετικές περιπτώσεις, είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/1987, Ολ.ΑΠ 43/1990, ΑΠ 231/2020, ΑΠ 593/2015).

Συνεπώς ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο παραπάνω δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο αν ο σχετικός ισχυρισμός ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 524/2019, ΑΠ 199/2017), αν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση του εδαφ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (ΑΠ 911/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον στην ερευνώμενη από 18-5-2016 αίτηση αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3 και 93 ν. 2362/1995, καθώς και εκείνη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 101 παρ. 3 ν. 4139/2013, με το να δεχθεί ότι οι απορρέουσες από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ένδικες απαιτήσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-2004 έως 30-6-2006, τις οποίες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε στους ενάγοντες δεν έχουν παραγραφεί, παρά το γεγονός ότι κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης από 5-5-2010 αγωγής είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 ν. 2362/1995, η οποία δεν είχε διακοπεί με τις αναφερόμενες αιτήσεις διαμαρτυρίας των εναγόντων προς την αρμόδια αρχή, ούτε με την προηγουμένως ασκηθείσα κατά του εναγομένου από 21-12-2007 αγωγή τους, άλλως (η παραγραφή) συμπληρώθηκε εν επιδικία.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και, για το λόγο αυτό, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το αναιρεσείον δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι τον εν λόγω περί παραγραφής ισχυρισμό πρόβαλε κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως εναγόμενο, και νομίμως τον επανέφερε κατά τη διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ως εκκαλούν, με λόγο έφεσης, ή ότι πρότεινε αυτόν το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, καθότι λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σύμφωνα με το άρθρο 527 αρ.3 σε συνδ. με το άρθρο 269 παρ.1 εδ.β' ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάσταση τους με το ν.4335/2015, ως εκ του χρόνου άσκησης της έφεσης (άρθ. 1 άρθρο ένατο παρ.2 του ν.4335/2015), ή ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη από 18-5-2016 αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των αναρεσιβλήτων, κατά το βάσιμο αίτημά τους, μειωμένα όμως, κατ' άρθρο 281 παρ. 2 ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", (ΑΠ 484/2022, ΑΠ 189/2021), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

Β) Επί της από 28-12-2017 και με αριθ. κατ. 10003/987/29-12-2017 αίτησης αναίρεσης: Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο, ως άνω, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά τη μη επαρκή έκθεση των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την κήρυξε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Για να είναι ορισμένος και, επομένως παραδεκτός ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να παρατίθεται στην αίτηση αναίρεσης το περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε από την αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 1321/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας το αίτημα της ένδικης αγωγής περί επιδίκασης σ' αυτούς προσαυξήσεων για εργασία τις Κυριακές και αργίες, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη αυτού (αιτήματος).

Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, είναι αόριστος και, επομένως, απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι δεν παρατίθεται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης το περιεχόμενο της αγωγής κατά το, ως άνω, κριθέν ως αόριστο κεφάλαιο αυτής, που αφορά το αίτημα περί επιδίκασης των προσαυξήσεων για εργασία τις Κυριακές και αργίες, ώστε από την αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης να μπορεί να διαπιστωθεί το αποδιδόμενο σφάλμα. Αν δηλαδή η αγωγή περιέχει επαρκή έκθεση των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του εν λόγω αιτήματος και, επομένως αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, θεωρώντας εσφαλμένα ότι η έκθεση των αναγκαίων στοιχείων δεν είναι επαρκής, το απέρριψε ως αόριστο. Επομένως, δεδομένου ότι, μετά την, κατά τα παραπάνω, παραίτηση των αναιρεσειόντων από το δεύτερο αναιρετικό λόγο, δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η από 28-12-2017 αίτηση αναίρεσης, ενώ δεν υποβάλλεται αίτημα επιδίκασης δικαστικών εξόδων υπέρ του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Συνεκδικάζει τις: α) από 18-5-2016 και με αριθ. κατ. 305/18-5-2016) και β) από 28-12-2017 και με αριθ. κατ. 10003/987/29-12-2017 αιτήσεις για αναίρεση της με αριθ. 4389/14-10-2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

-Απορρίπτει την από 18-5-2016, ως άνω, αίτηση αναίρεσης.

-Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

-Απορρίπτει την από 28-12-2017, ως άνω, αίτηση αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ