Legislator Case Law & Legislation
1003/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds of inadmissibility and lack of merit regarding donation revocation.

Case Number 1003/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court of Thessaloniki. The appellant argued that the lower court erred in calculating the revocation period for donations, claiming the donor's lack of gratitude began in 2010 but continued until the lawsuit was filed. The court found the appeal inadmissible as superfluous because the donor's right to revoke had not yet expired at the time of the appeal, and the lower court's reasoning was clear and consistent. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the appellees, and the appeal bond was forfeited.

Legislator headnote

AI generated

Articles 111(2), 118(4), 216(1), 553(1), 559(19), 577(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the substantive right to revoke has not expired and the lower court's reasoning is clear and consistent.

Keywords

AI generated
donation revocation annual revocation period lack of gratitude inadmissible appeal superfluous argument civil procedure code court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 553(1) of the Code of Civil Procedure
Article 111(2) of the Code of Civil Procedure
Article 118(4) of the Code of Civil Procedure
Article 216(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1003 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1003/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Λ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ταλιαμπέ με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. χήρας Κ. Μ., 2) Α. Μ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Σοφιαλίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/3/2012 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Κ. Μ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10254/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1987/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/6/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 1-6-2020 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 884/2020, ΕΑΚ 88/2020, Αριθ. Δικ. 1000/2020) προσβάλλεται η 1987/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην των εφεσιβλήτων, ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 27-11-2014 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 10254/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Οι εφεσίβλητοι, με την από 23-1-2020 δήλωσή τους ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 26-2-2020, όπως συνομολογείται από αυτούς, παραιτήθηκαν από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της ανωτέρω απόφασης (1987/2020) και συνεπώς, αυτή κατέστη τελεσίδικη, υποκείμενη έκτοτε σε αναίρεση (άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, με κατάθεση στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 27-5-2020 (βλ. σχετική επ' αυτής βεβαίωση), ήτοι εντός της προβλεπόμενης προς άσκησή της προθεσμίας των τριάντα ημερών, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 1 του Ν. 4690/2020 "Κύρωση Π.Ν.Π. σχ. Με κορωνοϊό/Επαναλειτουργία δικαστηρίων", οι προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων και πρόσθετων λόγων ανεστάλησαν κατά το χρονικό διάστημα από 13-3-2020 έως 31-5-2020.

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία την θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των αναγκαίων για τη θεμελίωση του δικαιώματος πραγματικών περιστατικών, του οποίου η προστασία ζητείται και των οποίων πρέπει να γίνεται αναφορά με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 597/2015).Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης).

Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 917/2017).

Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής, με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 487/2020, ΑΠ 803/2019).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1509 ΑΚ προκύπτει ότι ο νομοθέτης χαρακτηρίζει ως γονική παροχή εκείνη που δεν υπερβαίνει το μέτρο το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, χωρίς όμως να προσδιορίζονται (στο νόμο) οι περιστάσεις. Ως ενδεικνυόμενο μέτρο από τις περιστάσεις θεωρείται το ανάλογο προς την οικονομική κατάσταση, την κοινωνική θέση του γονέα κατά τη σύσταση της παροχής, και την οικογενειακή κατάσταση, δηλαδή τον αριθμό των τέκνων, την ηλικία τους, τις ανάγκες των τέκνων, την οικονομική κατάσταση των άλλων τέκνων κλπ (ΑΠ 1437/2017, ΑΠ 23/2015, ΑΠ 500/2014).

Με τα δεδομένα αυτά, για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία ζητείται η ανάκληση γονικής παροχής, που έγινε προς τέκνο για τη δημιουργία οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειάς του κατά την έννοια του άρθρου 1509 του ΑΚ, λόγω αχαριστίας (ΑΚ 505), θα πρέπει να εκτίθενται σ' αυτήν σαφώς τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει, ότι η γονική παροχή είναι δωρεά στο σύνολό της ή μερικώς, δηλαδή ότι αυτή υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις (ΑΠ 1257/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) του δικογράφου της ένδικης αγωγής του αρχικώς ενάγοντος, Κ. Μ., καθολικοί διάδοχοι του οποίου είναι οι αναιρεσίβλητοι, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του κατά ποσοστά 2/8 και 2/8, αντίστοιχα, προκύπτει ότι με το εν λόγω δικόγραφο ο ενάγων (ηλικίας 64 ετών το έτος 2008 που καταρτίστηκαν τα επίδικα συμβόλαια) εξέθεσε ότι δυνάμει των αναφερομένων συμβολαίων μεταβίβασε στην εναγομένη θυγατέρα του, η οποία γεννήθηκε το έτος 1984, λόγω γονικής παροχής, τα αναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά επί των περιγραφομένων ακινήτων κατά πλήρη κυριότητα και κατά ψιλή κυριότητα, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στο δικόγραφο, όμοια δε δικαιώματα επί των ιδίων ακινήτων μεταβίβασε με τα ίδια συμβόλαια και στον υιό του Α. (που γεννήθηκε το έτος 1982).

Ότι εκ των παραπάνω μεταβιβάσεων η μεν μεταβίβαση κατά ποσοστό 4/24 εξ αδιαιρέτου κατά πλήρη κυριότητα και κατά ποσοστό 2/24 εξ αδιαιρέτου κατά ψιλή κυριότητα του περιγραφομένου οικοπέδου με κτίσμα, αντικειμενικής αξίας 30.745,58 ευρώ, αποτελούσε γονική παροχή, ενώ όλες οι λοιπές, συνολικής αντικειμενικής αξίας 543.393,31 ευρώ, όπως αυτή ειδικότερα προσδιορίζεται στην αγωγή ανά ακίνητο, αποτελούσαν στο σύνολό τους δωρεές, καθόσον με την άνω προγενέστερη μεταβίβαση, αξίας 30.745,58 ευρώ, την καταβολή των δαπανών για τις σπουδές της στην Κομοτηνή ποσού 28.000 ευρώ, για τη μετέπειτα διαμονή της στη Θεσσαλονίκη ποσού 40.000 ευρώ και για την επαγγελματική της αποκατάσταση ποσού 22.000 ευρώ και με την κατάθεση σε τραπεζικούς της λογαριασμούς του χρηματικού ποσού των 140.000 ευρώ, όπως οι παροχές αυτές, συνολικής αξίας 260.745 ευρώ, αναφέρονται αναλυτικά στο δικόγραφο της αγωγής, έχει ήδη εξαντληθεί το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις για παροχές του γονέα προς το τέκνο, για λόγους δημιουργίας ή διατήρησης οικογενειακής και οικονομικής αυτοτέλειας, λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής, κοινωνικής και οικογενειακής του κατάστασης και του γεγονότος ότι κατά το χρόνο των μεταβιβάσεων η εναγομένη είχε ήδη οικονομική αυτοτέλεια και είχε αποκατασταθεί επαγγελματικά.

Ότι μετά την κατάρτιση των άνω δωρεών η εναγομένη θυγατέρα του φάνηκε, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτιθέμενα, αχάριστη απέναντι σ' αυτόν με βαριά παραπτώματα και για το λόγο αυτό, με την υπό κρίση αγωγή ανακαλεί τις παραπάνω δωρεές προς την εναγομένη. Ότι, τέλος, συνεπεία της ανωτέρω ανακλήσεως, έπαψε να υφίσταται νόμιμη αιτία κτήσης της κυριότητας (ψιλής ή πλήρους, αναλόγως) των ως άνω ακινήτων προς την εναγομένη και, συνεπώς, αυτή καθίσταται άνευ νομίμου αιτίας πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε να αναγνωριστεί η εγκυρότητα της δήλωσης αυτού περί ανάκλησης των περιγραφομένων δωρεών, καθώς και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του αναμεταβιβάσει τα δωρηθέντα ακίνητα, σε περίπτωση δε άρνησής της, να καταδικαστεί η τελευταία στη σχετική δήλωση βουλήσεως περί αναμεταβίβασής τους.

Με τέτοιο περιεχόμενο και αιτήματα η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, δεδομένου ότι εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, ώστε ότι οι επίδικες γονικές παροχές να χαρακτηριστούν από το Δικαστήριο ως δωρεές στο σύνολό τους, δηλαδή ότι υπερβαίνουν το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις και, συνακόλουθα ότι υπόκεινται σε ανάκληση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 505 ΑΚ.

Ειδικότερα, εκτίθενται σ' αυτήν η προσωπική, κοινωνική και οικονομική κατάσταση του αρχικώς ενάγοντος - δωρητή κατά το χρόνο σύστασης των επίδικων συμβολαίων, ο αριθμός, η ηλικία, η προσωπική και περιουσιακή κατάσταση και οι ανάγκες των τέκνων του (της εναγομένης και του αδελφού της), καθώς και όλες οι παροχές που αυτός (αρχικώς ενάγων) έκανε προς καθένα από αυτά.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή λόγω αοριστίας, συνιστάμενης στο ότι δεν προσδιορίζεται σ' αυτήν το προσήκον μέτρο το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις, για να χαρακτηριστούν οι επίδικες γονικές παροχές, κατά το υπερβάλλον, ως δωρεές, την οποία πρότεινε με τις από 23-10-2013 προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε στο Εφετείο με τον έβδομο λόγο της έφεσής της, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1509 του ΑΚ η παροχή περιουσίας στο τέκνο από οποιονδήποτε γονέα του, είτε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αποτελεί δωρεά, μόνο ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο νομοθέτης χαρακτηρίζει ως γονική παροχή εκείνη που δεν υπερβαίνει το μέτρο το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, χωρίς όμως να προσδιορίζονται (στο νόμο) οι περιστάσεις. Ως ενδεικνυόμενο μέτρο από τις περιστάσεις θεωρείται το ανάλογο προς την οικονομική κατάσταση, την κοινωνική θέση του γονέα κατά τη σύσταση της παροχής, και την οικογενειακή κατάσταση, δηλαδή τον αριθμό των τέκνων, την ηλικία τους, τις ανάγκες των τέκνων, την οικονομική κατάσταση των άλλων τέκνων κλπ (ΑΠ 1437/2017, ΑΠ 23/2015, ΑΠ 500/2014).

Απορία του τέκνου δεν απαιτείται για τη σύσταση της γονικής παροχής, αλλά μόνο η συνδρομή ανάγκης υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις του άρθρου 1509 του ΑΚ. Αν δεν συντρέχει περίπτωση ανάγκης, τότε η παροχή έχει την έννοια της δωρεάς (ΑΠ 779/2016). Εξάλλου, ο προσδιορισμός του ενδεικνυόμενου μέτρου που καθορίζει το χαρακτήρα της γονικής παροχής ως δωρεάς σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί αόριστη νομική έννοια, η οποία εξειδικεύεται από το Δικαστήριο, με βάση τα προαναφερόμενα στοιχεία, τα οποία επικαλείται ο ενάγων στην αγωγή και ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που δέχεται τούτο ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν (ΑΠ 1437/2017, ΑΠ 654/2011, ΑΠ 491/2009, ΑΠ 1248/2009).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 505 ΑΚ, ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ του παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή. Ως αχαριστία, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, οι οποίοι επικρατούν στην κοινωνία και οφείλεται σε υπαιτιότητά του, προσβάλλει δε άμεσα αγαθά του δωρητή.

Έτσι, αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, ιδιαίτερα όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη φροντίδας και περίθαλψης, καθώς και η καταφρόνηση του δωρητή εκ μέρους του δωρεοδόχου με λόγο και έργο. Το ζήτημα αν η συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που καταδεικνύει την αχαριστία, συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από το δικαστή, ο οποίος για την διαμόρφωση της κρίσης του εκτιμά την συμπεριφορά αυτήν με βάση αντικειμενικά κριτήρια, λαμβάνοντας υπόψη και τον βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή στενού συγγενούς του και αποφαίνεται, αν η υπ` αυτού γενόμενη δεκτή, ως εμπίπτουσα κατά αντικειμενική κρίση στις νομικές έννοιες του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας, συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνιστά στην συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.

Η κρίση αυτή του δικαστή της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς, όχι ως προς το εάν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα περιστατικά, όπως τα δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ότι αποδείχθηκαν, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ (ΑΠ 39/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 85/2020, ΑΠ 35/2020).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του, ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).

Η παραβίαση του κανόνα δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1275/2019, ΑΠ 1/2019). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμως, σ' αυτό, προσκομισθέντων, με επίκληση από τους διαδίκους, αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αρχικός ενάγων Κ.

Μ. του Α., κάτοικος εν ζωή ..., ο οποίος απεβίωσε στις 25-7-2012, ήτοι κατά τη διάρκεια της πρωτόδικης δίκης, ήταν πατέρας της εναγομένης. Το έτος 2008, σε ηλικία 64 ετών, ο Κ. Μ. θέλησε να μοιράσει την περιουσία του στα δύο τέκνα του, ήτοι την εναγομένη και τον υιό του Α. Μ., ηλικίας τότε 24 και 26 ετών, αντίστοιχα. Ειδικότερα:

Α) Δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Φυλλίδος Μ. Τ. ..., Β) Δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου γονικής παροχής της ίδιας συμβολαιογράφου..., Γ) Δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου γονικής παροχής της ίδιας συμβολαιογράφου..., Δ) Δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου γονικής παροχής της ίδιας συμβολαιογράφου..., Ε) Δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου γονικής παροχής της ίδιας συμβολαιογράφου..., ΣΤ) Δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Φυλλίδος Μ. Τ.... Ως προς τον χαρακτήρα των άνω μεταβιβάσεων - γονικών παροχών και το αν υπερβαίνουν το μέτρο που επέβαλαν οι περιστάσεις, αποδείχθηκε ότι ο αρχικός ενάγων Κ.

Μ., ήταν εν ζωή σιδηρουργός και διατηρούσε μαζί με τον αδελφό του επιτυχημένη επιχείρηση κατασκευής γεωργικών μηχανημάτων. Με τα έσοδα από την επαγγελματική του απασχόληση πέτυχε να δημιουργήσει το μεγαλύτερο μέρος της άνω ακίνητης περιουσίας, από κοινού με τον αδελφό του, που αργότερα μεταβίβασε στα τέκνα του, είτε κατά πλήρη κυριότητα είτε κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας ο ίδιος την επικαρπία ή μεταβιβάζοντάς τη στη σύζυγό του.

Ορισμένα από τα ακίνητα αυτά του απέφεραν και εισοδήματα από την εκμίσθωσή τους σε τρίτους. Κατά το χρόνο σύστασης των γονικών παροχών ο ίδιος διένυε το 64ο έτος της ηλικίας του, ενώ το επόμενο έτος (2009) συνταξιοδοτήθηκε. Τα έσοδά του ανέρχονταν έως τότε από 45.000 έως 65.000 ευρώ ετησίως, ενώ μετά τη συνταξιοδότησή του σε ποσό περίπου 22.000 ευρώ ετησίως.

Η οικογένειά του αποτελούνταν από τον ίδιο, τη σύζυγό του και τα δύο τέκνα του, ήτοι την εναγομένη, που γεννήθηκε το έτος 1984 και τον Α., που γεννήθηκε το έτος 1982. Η εναγομένη έως την ενηλικίωσή της διέμενε μαζί με την οικογένειά της στην ..., ενώ στη συνέχεια φοίτησε στο Τμήμα Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων και Ανάπτυξης του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης στην Κομοτηνή, όπου και διέμενε και αποφοίτησε το έτος 2006.

Κατά τη διάρκεια των σπουδών της, ο πατέρας της κατέβαλε όλα τα έξοδα διαμονής και διαβίωσής της ως φοιτήτριας στην άνω πόλη, δαπανώντας ποσό περίπου 28.000 ευρώ. Ήδη από το έτος 2005 η εναγομένη είχε εκφράσει την επιθυμία μετά το πέρας των σπουδών της να μην επιστρέψει στην ..., όπου διέμεναν οι γονείς της, αλλά να εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη, όπου σπούδαζε και ο αδελφός της, προκειμένου να εργασθεί.

Πράγματι, το έτος 2006 μετεγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου και πάλι ο πατέρας της κατέβαλε όλα τα έξοδα διαμονής της, ήτοι το μίσθωμα του διαμερίσματος, όπου διέμενε αρχικά με τον αδελφό της και μετά το πέρας των προπτυχιακών σπουδών αυτού, το έτος 2008, μόνη της, ύψους 460 ευρώ μηνιαίως, καθώς και τις πάγιες μηνιαίες δαπάνες της οικίας της, αλλά και άλλα χρηματικά ποσά για τη διαβίωσή της, οι συνολικές δε καταβολές του προς αυτήν για τις άνω αιτίες ανέρχονται στο ποσό των 40.000 ευρώ περίπου.

Μετά την πάροδο ενός έτους, κατά το οποίο δεν εργαζόταν, περί τα τέλη του 2006 και προκειμένου να μπορέσει να ανοίξει δική της επιχείρηση ως οικονομολόγος (γραφείο οικονομικών συμβουλών), πέρα από τη λήψη επιδότησης από τον …., ο πατέρας της την βοήθησε οικονομικά καταβάλλοντάς της το ποσό των 10.000 ευρώ. Έκτοτε δε και έως τον Οκτώβριο το έτους 2010 ο αρχικός ενάγων πλήρωνε για λογαριασμό της τις ασφαλιστικές της εισφορές προς το ….., ως ασφαλιστικό φορέα, στον οποίο ήταν υποχρεωτικά ασφαλισμένη, καταβάλλοντας το ποσό των 500 ευρώ ανά δίμηνο και συνολικά το ποσό των 12.000 ευρώ περίπου.

Όλες τις παραπάνω καταβολές που προκύπτουν από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα ουδόλως αμφισβητεί η εναγομένη. Με παρόμοιο τρόπο ο αρχικός ενάγων φρόντισε και για την εγκατάσταση του υιού του Α., καλύπτοντας ομοίως τα έξοδα διαβίωσής του κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Θεσσαλονίκη, αλλά και για τις μεταπτυχιακές του σπουδές στην Ελβετία από το έτος 2008, όπου, όμως, αυτός στα πλαίσια των σπουδών του παρείχε και αμειβόμενη εργασία.

Εξάλλου, ο αρχικός ενάγων Κ. Μ. κατά το έτος 2008 κατέθεσε σε τραπεζικό λογαριασμό της εναγομένης το ποσό των 140.000 ευρώ, ενώ σε τραπεζικό λογαριασμό του υιού του Α. κατέθεσε το ποσό των 80.000 ευρώ, για τη δημιουργία της οικονομικής τους αυτοτέλειας. Κατά το χρόνο σύστασης των γονικών παροχών που προαναφέρθηκαν, ο υιός του Α., ηλικίας τότε 26 ετών, έχοντας τελειώσει τις πανεπιστημιακές του σπουδές στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης ετοιμαζόταν να μεταβεί στην …..

για μεταπτυχιακές σπουδές, ήδη δε παραμένει στο εξωτερικό, όπου και εργάζεται, ενώ η εναγομένη θυγατέρα του, ηλικίας τότε 24 ετών, έχοντας τελειώσει, κατά τα ανωτέρω, από το έτος 2006 τις σπουδές της στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και έχοντας αποκτήσει πτυχίο αγγλικής γλώσσας άριστου επιπέδου (Proficiency) και χειρισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών (ECDL), είχε ανοίξει γραφείο οικονομικού συμβούλου στην Τριανδρία Θεσσαλονίκης.

Με βάση όλα τα παραπάνω, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική, κοινωνική και οικογενειακή κατάσταση του αρχικού ενάγοντος, τις παροχές και την πλήρη κάλυψη των σπουδών αμφοτέρων των τέκνων του, το γεγονός ότι ειδικά την εναγομένη τη συντηρούσε σχεδόν αποκλειστικά από την έναρξη των προπτυχιακών της σπουδών και μέχρι το έτος 2010, ενώ η τελευταία ήταν ήδη 26 ετών και ενώ ήδη από το έτος 2006 είχε ξεκινήσει επαγγελματική απασχόληση έχοντας όλα τα εφόδια προς τούτο, τα οποία εξασφάλισε με την οικονομική συνδρομή του πατέρα της, ο οποίος δαπάνησε συνολικά, κατά τα προαναφερόμενα, τουλάχιστον το ποσό των 90.000 ευρώ (28.000 + 40.000 +10.000 + 12.000), ότι την εξασφάλισε και με την κατάθεση σε λογαριασμό της, το έτος 2008, του ποσού των 140.000 ευρώ, το Δικαστήριο κρίνει ότι, από τις ένδικες μεταβιβάσεις ακινήτων προς την εναγομένη, γονική παροχή αποτελεί μόνο η μεταβίβαση ποσοστού 4/24 εξ αδιαιρέτου κατά πλήρη κυριότητα και ποσοστού 2/24 εξ αδιαιρέτου κατά ψιλή κυριότητα επί του οικοπέδου εμβαδού, κατά τον τίτλο κτήσης, 637,50 τ.μ., που βρίσκεται στο υπ' αριθμ. ..., στην ...

αρ. 17, ..., επί του οποίου υφίσταται μια διώροφη οικοδομή αποτελούμενη από: Ι) υπόγειο - αποθήκη εμβαδού 123,18 τ.μ.,

ΙΙ) ισόγειο (επαγγελματική στέγη) εμβαδού 254,80 τ.μ και

ΙΙΙ) πρώτο όροφο (επαγγελματική στέγη) εμβαδού 254,80 τ.μ., η οποία (μεταβίβαση) έλαβε χώρα με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Φυλλίδος Μ. Τ., αξίας 30.745,58 ευρώ, καθώς με αυτή οι συνολικές παροχές προς την εναγομένη ανέρχονται στο ποσό των (90.000 + 140.000 + 30.745,58 =) 260.745,58 ευρώ και ενόψει των ανωτέρω έγιναν για τη δημιουργία και τη διατήρηση της οικονομικής της αυτοτέλειας και την επαγγελματική της αποκατάστασης.

Όλες οι υπόλοιπες γονικές παροχές ακινήτων που προαναφέρθηκαν, συνολικής αξίας ... 543.393,31 ευρώ, αποτελούν δωρεές, λόγω υπέρβασης του ορίου που επιβάλλουν οι περιστάσεις και επομένως είναι δεκτικές ανάκλησης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τον Οκτώβριο του έτους 2009, ο άνω αρχικός ενάγων διαγνώστηκε ότι πάσχει από μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονος.

Λόγω της κατάστασης της υγείας του, ήταν αναγκαίες οι μεταβάσεις του από την ..., όπου κατοικούσε, σε νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης, προκειμένου να υποβληθεί σε χημειοθεραπείες και ακτινοθεραπείες. Κατά τις μεταβάσεις του διέμενε με τη σύζυγό του στο διαμέρισμα που μίσθωνε στη Θεσσαλονίκη για την εναγόμενη θυγατέρα του.

Μέχρι το καλοκαίρι του έτους 2010 η εναγομένη παρείχε βοήθεια στον πατέρα της, μεταφέροντάς τον στο νοσοκομείο με το αυτοκίνητό της και αγοράζοντας φάρμακα που ήταν αναγκαία για τη θεραπεία του, έκτοτε όμως και χωρίς σοβαρό λόγο έπαψε να επιδεικνύει το παραμικρό ενδιαφέρον γι' αυτόν, διακόπτοντας κάθε επικοινωνία μαζί του.

Είναι δε αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ούτε τηλεφωνικά επικοινωνούσε με το δωρητή και ουδέποτε τον επισκέφθηκε στην οικία του στην ..., όταν ο τελευταίος είχε ανάγκη εκδηλώσεων αγάπης και ενδιαφέροντος ένεκα της δύσκολης ψυχοσωματικής του κατάστασης, λόγω γήρατος και ασθενείας. Στις αρχές του έτους 2011 ο αρχικός ενάγων διαπίστωσε ότι η εναγομένη είχε εγκαταλείψει το διαμέρισμα που ο ίδιος μίσθωνε για λογαριασμό της στη Θεσσαλονίκη, χωρίς να τον ενημερώσει για τον τόπο όπου μετέβη και αδιαφορώντας έστω να ενημερωθεί για την εξέλιξη της υγείας του.

Έκτοτε ο ενάγων και τα λοιπά μέλη της οικογένειάς της ξεκίνησαν προσπάθειες αναζήτησής της, καθώς δεν απαντούσε ούτε στα τηλεφωνήματά τους και τελικά τον Μάρτιο του έτους 2011 πληροφορήθηκαν ότι αυτή είχε εγκατασταθεί στη Ναύπακτο. Καθ' όλο το έτος 2011 και ενώ ο ενάγων μετέβη με τη βοήθεια του υιού του τρεις φορές σε νοσοκομείο του Φράιμπουρκ της Γερμανίας, προκειμένου να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση στον πνεύμονα, η εναγομένη με τη στάση της έκανε σαφές ότι δεν επιθυμεί να επικοινωνεί με τον πατέρα της και ότι αδιαφορεί για την επιβαρυμένη υγεία του, παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος συνεχώς προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί της μέσω γραπτών μηνυμάτων με κινητό τηλέφωνο.

Ο αδελφός της Α., ο οποίος βρισκόταν για σπουδές στο εξωτερικό, προσπαθούσε και αυτός να έρθει σε επικοινωνία μαζί της μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ενημερώνοντάς την αυτοβούλως για την υγεία του πατέρα τους και παρακαλώντας την να επικοινωνήσει μαζί του, χωρίς όμως η ίδια να ανταποκρίνεται στις εκκλήσεις του.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η εναγομένη ουδέποτε από τα μέσα του έτους 2010 επέδειξε ενδιαφέρον για την περίθαλψη του πατέρα της, τη σχετική φροντίδα του ή έστω την ηθική και ψυχολογική του συμπαράσταση, την οποία αυτός είχε ανάγκη και εύλογα ανέμενε από τη θυγατέρα του, ούτε προέβη σε έστω τυπική επίσκεψη στην πατρική της οικία.

Έτσι ο δωρητής, που μάταια περίμενε όλο αυτό το χρονικό διάστημα την εκδήλωση ενδιαφέροντος της εναγομένης, με την ένδικη αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δήλωσε ότι ανακαλεί τις άνω γονικές παροχές, κατά το μέρος που υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο και συνιστούν δωρεές προς αυτήν, λόγω αχαριστίας της, ενώ τρεις μήνες μετά την άσκηση της αγωγής του και συγκεκριμένα στις 25-7-2012, μετά από επιδείνωση της κατάστασής του, απεβίωσε.

Παρά δε το ότι οι λοιποί συγγενείς και ιδίως ο αδελφός της επιχειρούσαν συνεχώς να επικοινωνήσουν με την εναγομένη, μέσω τηλεφώνου, γραπτών μηνυμάτων και μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, για να την ενημερώσουν αρχικά για την επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του, με σκοπό να την παροτρύνουν να τον επισκεφθεί και εν συνεχεία για το θάνατό του, η τελευταία ουδέποτε τους απάντησε και δεν παρευρέθηκε ούτε στην κηδεία του.

Τα παραπάνω περιστατικά αποδεικνύονται από όλα τα αποδεικτικά μέσα, ειδικότερα δε από την κατάθεση της Λ. Μ. στην ως άνω ένορκη βεβαίωση, που ως σύζυγος του ενάγοντος κατέθεσε όσα γνώριζε είτε εξ ιδίας αντιλήψεως είτε από τον ίδιο τον ενάγοντα και δεν αντικρούονται από την κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης, κόρης φιλικού προσώπου της εναγομένης, η οποία δεν είχε ιδία αντίληψη των όσων κατέθεσε, αλλά απλώς επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς της εναγομένης, τα όσα δε αυτή ανέφερε σχετικά με το ενδιαφέρον που επέδειξε η εναγομένη για τον ασθενή πατέρα της αφορούσαν μόνο το χρονικό διάστημα μέχρι το έτος 2010.

Η προπεριγραφόμενη συμπεριφορά της εναγομένης, που δεν εκδήλωσε κανένα ενδιαφέρον, με λόγια ή με έργα, για την τύχη του ενάγοντος καθ' ο χρονικό διάστημα αυτός νοσηλευόταν στο νοσοκομείο και υποβαλλόταν σε θεραπείες, διακόπτοντας κάθε επικοινωνία μαζί του, αντικειμενικώς αξιολογούμενη, είναι αντικοινωνική και αποδοκιμαστέα, αφού αντίκειται αφενός σε κανόνες δικαίου, αφετέρου στις κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας και σαφώς συνιστά βαρύ παράπτωμα, ήτοι αχαριστία με την μορφή της χωρίς σοβαρό λόγο πλήρους υπαίτιας αδιαφορίας αυτής ως δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του αρχικού ενάγοντος δωρητή, ενόψει αφενός του στενού συγγενικού δεσμού τους και αφετέρου του ότι ο τελευταίος, εκτός από περίθαλψη, είχε ανάγκη εκδηλώσεων αγάπης και ψυχικής συνδρομής από τη θυγατέρα του, ενόψει της ηλικίας του και της κακής κατάστασης της υγείας του.

Επομένως, η δωρεοδόχος εναγομένη φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστη προς το δωρητή... Η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι δεν επέδειξε αχαριστία προς τον πατέρα της και ότι η ρήξη στη σχέση τους δεν επήλθε εξαιτίας της δικής της συμπεριφοράς, αλλά εξαιτίας της συμπεριφοράς του πατέρα της, ο οποίος δεν δεχόταν τις επιλογές της για την προσωπική της ζωή και την επαγγελματική της πορεία.

Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας της επιθυμούσε να επιστρέψει αυτή στο χωριό τους, στην ..., τελώντας γάμο με κάτοικο της περιοχής και να ζει κοντά του, ότι δεν της επέτρεπε να μεταβεί στο εξωτερικό για εργασία και ότι όταν του ανακοίνωσε ότι συνδέθηκε συναισθηματικά με πρώην συμφοιτητή της, με τον οποίο και τέλεσαν αρραβώνα μυστικά και ότι θα πήγαινε να ζήσει μαζί του και να εργασθεί στην Αθήνα, αυτός πέτυχε να διαλύσει τη σχέση της.

Οι ισχυρισμοί της αυτοί, ωστόσο, είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Ειδικότερα, η στάση του πατέρα της εναγομένης απέναντι στις επιθυμίες της ως προς την επαγγελματική της αποκατάσταση και ιδίως η στήριξη, ηθική και οικονομική, που της παρείχε, όχι μόνο κατά τη διάρκεια των σπουδών της, αλλά και κατά την εγκατάστασή της για εργασία στη Θεσσαλονίκη, ουδόλως υποδηλώνει ότι πρόθεσή του ήταν να την περιορίσει στην ..., ώστε να διαμένει κοντά στον ίδιο και τη μητέρα της.

Ομοίως, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν θα της επέτρεπε να μεταβεί στο εξωτερικό για εργασία, όπως, άλλωστε, έπραξε και ο αδελφός της, ο οποίος ακόμη διαμένει και εργάζεται στο εξωτερικό. Αντιθέτως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, θα στήριζε και αυτή την επιλογή της, όπως τούτο προκύπτει από ιδιόχειρο σημείωμα του πατέρα της προς αυτήν, που η ίδια προσκομίζει και επικαλείται, με το οποίο της προτείνει να πάει στον αδελφό της στο εξωτερικό για να τη βοηθήσει ή να πάει στην Αγγλία και να βρει εργασία.

Εξάλλου, δεν προέκυψε από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι ο πατέρας της διέλυσε τον αρραβώνα της, αφού άλλωστε ο ίδιος δεν γνώριζε τίποτε σχετικό με αρραβώνα της θυγατέρας του...". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1509 και 505 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Ειδικότερα, τα ανωτέρω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, περί της περιουσιακής και οικογενειακής κατάστασης του δωρητή κατά το χρόνο σύστασης των επίδικων γονικών παροχών (έτος 2008), του αριθμού, της ηλικίας και των αναγκών των τέκνων του (αναιρεσείουσας και υιού του Α.) και των προηγούμενων παροχών που είχε κάνει σε καθένα από αυτά για τη δημιουργία οικονομικής και οικογενειακής τους αυτοτέλειας, στην δε αναιρεσείουσα και για την έναρξη του επαγγέλματός της, εμπίπτουν στο εύρος της νομικής έννοιας "του μέτρου που επιβάλλουν οι περιστάσεις", η υπέρβαση του οποίου, καθιστά, τις επίδικες γονικές παροχές στο σύνολό τους δωρεές κατ` άρθρο 1509 ΑΚ, ενώ τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, που ανάγονται στη συμπεριφορά της εναγόμενης - αναιρεσείουσας, ήτοι η εξακολουθητική και αδικαιολόγητα αδιάφορη συμπεριφορά της προς τον δωρητή πατέρα της, για την κατάσταση της υγείας του οποίου και την εξέλιξη αυτής δεν επέδειξε κανένα ενδιαφέρον, καθ' όλο το χρονικό διάστημα από το καλοκαίρι του έτους 2010 μέχρι το χρόνο ανάκλησης της δωρεάς, παρά το στενό τους συγγενικό δεσμό και το γεγονός ότι αυτός, λόγω της άσχημης κατάστασης της υγείας του, είχε ανάγκη από εκδηλώσεις αγάπης και ενδιαφέροντος και από ψυχική συνδρομή εκ μέρους της αναιρεσείουσας θυγατέρας του, τις οποίες επιζητούσε, όπως προκύπτει από τις επανειλημμένες τηλεφωνικές κλήσεις του προς αυτήν και με μηνύματα στο κινητό της τηλέφωνο, η οποία (ανωτέρω συμπεριφορά) επιβεβαιώνεται και από την μετέπειτα (μετά την ανάκληση των δωρεών) συμπεριφορά της, αφού αυτή δεν παρέστη ούτε στην κηδεία του, αποτελεί βαριά αντικοινωνική και αποδοκιμαστέα συμπεριφορά αυτής προς αυτόν, γιατί αντιβαίνει προς τις κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής, η οποία πληροί το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας αυτής έναντι του αρχικώς ενάγοντος δωρητή - πατέρα της και κατά συνέπεια δικαιολογεί την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 505 ΑΚ.

Επομένως, ο τρίτος και ο πέμπτος λόγοι αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος τους, με τους οποίους η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1509 και 505 ΑΚ, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, το Εφετείο, με αυτά που δέχθηκε, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα: (α) του υπολογισμού του μέτρου, πέραν του οποίου οι γονικές παροχές θεωρούνται δωρεές, αφού αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία, ενόψει και των προηγούμενων παροχών του δωρητή προς την αναιρεσείουσα θυγατέρα του, σε ακίνητα και σε χρήματα, ανερχομένων στο συνολικό ποσό των 260.745,58 ευρώ, καθώς και του ότι δεν προέκυψε ότι αυτή (αναιρεσείουσα) αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, που να δικαιολογούν περαιτέρω οικονομική της ενίσχυση για τη δημιουργία οικονομικής αυτοτέλειας, προκύπτει, ότι οι επίδικες γονικές παροχές είναι δωρεές στο σύνολό τους, γιατί υπερβαίνουν στη συγκεκριμένη περίπτωση το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο και (β) ως προς τη συνδρομή της ύπαρξης βαρέως παραπτώματος και λόγου αχαριστίας στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας προς ανάκληση των επίδικων δωρεών, αφού η ανωτέρω συμπεριφορά της συνιστά βαρύ παράπτωμα και υπάγεται στην έννοια της αχαριστίας, που δικαιολογεί την ανάκληση των επίδικων δωρεών, οι οποίες (αιτιολογίες) καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 1509 και 505 ΑΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας η παράθεση και άλλων περιστατικών και ειδικότερα, η αποτίμηση της αξίας της προηγούμενης περιουσίας του αναιρεσείοντος και της περιουσίας του μετά την σύσταση των επίμαχων γονικών παροχών, η αναφορά περί του εάν τα μεταβιβασθέντα με τις επίδικες γονικές παροχές ακίνητα αποτελούσαν τη μοναδική περιουσία του (δωρητή) ή αν ήταν μισθωμένα και ποιος εισέπραττε τους καρπούς τους, ούτε αν η αναιρεσείουσα κατά το χρόνο των παροχών είχε και άλλα περιουσιακά στοιχεία και αν αυτά της δημιουργούσαν φορολογικά βάρη.

Επομένως, ο τρίτος και ο πέμπτος αναιρετικοί λόγοι, κατά το σκέλος τους από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο ότι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 754/2020, ΑΠ 1079/2019, ΑΠ 8/2019).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα, με επίκληση στις από 1-12-2017 προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ, ιδιόχειρα σημειώματα του πατέρα της, προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι η συμπεριφορά της απέναντί του δεν ήταν αχάριστη και ότι η ρήξη στις σχέσεις τους επήλθε εξαιτίας του δεσποτικού και αυταρχικού χαρακτήρα εκείνου, ο οποίος δεν ανεχόταν τις επιλογές της στην προσωπική και επαγγελματική της ζωή.

Όπως, όμως, προκύπτει από την ενυπάρχουσα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης διαβεβαίωση ότι συνεκτιμήθηκαν όλα ανεξαιρέτως τα παραδεκτά και νόμιμα, με επίκληση από τους διαδίκους, προσαχθέντα έγγραφα, σε μερικά των οποίων γίνεται ιδιαίτερη αναφορά και σχολιασμός (καταθέσεις μαρτύρων, ιδιόχειρο σημείωμα του ενάγοντος προς την εναγομένη), σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του και τα προαναφερόμενα ιδιόχειρα σημειώματα, ενώ δεν ήταν υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι τα συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Εξάλλου, σε περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση έχει κύριες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της και πλεοναστικές που στηρίζουν το ίδιο διατακτικό της, εφόσον οι πρώτες αιτιολογίες από αυτές δεν πλήττονται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, οι απευθυνόμενοι κατά των πλεοναστικών αιτιολογιών λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, κατ' άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της απόφασης.

Πλεοναστικές είναι οι αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δηλαδή οι αιτιολογίες που εκφέρθηκαν εκ περισσού και ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της (Ολ ΑΠ 13/1995, ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 997/2019, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1991/2017, ΑΠ 551/2017 ΑΠ 1051/2010).

Επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η ανάκληση αποκλείεται, αν ο δωρητής έδωσε συγγνώμη στο δωρεοδόχο ή αν πέρασε ένα έτος αφότου ο δωρητής, έχοντας δικαίωμα να ανακαλέσει, πληροφορήθηκε το λόγο της ανάκλησης. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η τιθέμενη με αυτήν ετήσια προθεσμία της ανάκλησης της δωρεάς, που είναι αποσβεστική προθεσμία, δεν αρχίζει, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το λόγο της αχαριστίας είναι εξακολουθητικά και φθάνουν μέχρι την πράξη ανάκλησης, διότι στην περίπτωση αυτή τα ανωτέρω περιστατικά θεωρούνται και λαμβάνονται υπόψη ως ενιαίο σύνολο, οπότε η προθεσμία αρχίζει από την τέλεση του τελευταίου παραπτώματος (ΑΠ 98/2020, ΑΠ 515/2020, ΑΠ 948/2017).

Με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 510 ΑΚ, με το να δεχθεί ότι το παράπτωμα αυτής ήταν ενιαίο τελούμενο συνεχώς δια διαρκών και συνεχιζόμενων παραλείψεων από το καλοκαίρι του 2010 έως την ανάκληση των επίδικων δωρεών και ότι ταυτόχρονα συνεχίστηκε και μετά την ανάκληση, διότι τοποθετεί τον χρόνο έναρξης της ετήσιας αποσβεστικής προθεσμίας και μετά την ήδη πραγματοποιηθείσα δια της δηλώσεως ανάκληση των επίδικων δωρεών.

Όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ο κατ' άρθρο 510 παρ. 1 ΑΚ ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί απόσβεσης του δικαιώματος του αρχικού ενάγοντος για ανάκληση των επίδικων δωρεών λόγω παρόδου της ετήσιας αποσβεστικής προθεσμίας από τη γνώση του λόγου ανάκλησης έως την άσκηση της ένδικης αγωγής, τον οποίο αυτή πρόβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε με λόγο έφεσης, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος, με την εξής αιτιολογία: "...Περαιτέρω, η όλη αυτή συμπεριφορά της δωρεοδόχου αποτελείται από παραλείψεις (αδιαφορία, μη επισκέψεις κλπ), οι οποίες συνιστούν το λόγο της αχαριστίας και έλαβαν χώρα εξακολουθητικά, αποτελώντας ένα ενιαίο σύνολο μεταξύ τους.

Εξαιτίας αυτού δε του άρρηκτου δεσμού μεταξύ τους, που συνιστά διηνεκή καταφρονητική και αποδοκιμαστέα κοινωνική συμπεριφορά, δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να θεωρηθεί ότι υπάρχει τελευταίο γεγονός, από την πάροδο του οποίου να παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος του έτους ως την ανάκληση των δωρεών, αλλά η προθεσμία θεωρείται ότι αρχίζει από την τέλεση του ενιαίου παραπτώματος, το οποίο, στην προκειμένη περίπτωση, συνέβη από το καλοκαίρι του έτους 2010 έως και την ανάκληση και ειδικότερα εντός του έτους πριν από αυτήν και συνεχίστηκε και μετά από αυτήν, απορριπτομένου του ισχυρισμού της εναγομένης που προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει εν προκειμένω με λόγο έφεσης, περί απώλειας του σχετικού δικαιώματος του αρχικού ενάγοντος για ανάκληση των γενόμενων δωρεών λόγω παρόδου της ετήσιας αποσβεστικής προθεσμίας έως την άσκηση της αγωγής...".

Δηλαδή, το Εφετείο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εμπρόθεσμης ανάκλησης των ενδίκων δωρεών δέχθηκε με την κύρια αιτιολογία του ότι η όλη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, που συνιστά τον λόγο της αχαριστίας, αποτελείται από παραλείψεις (αδιαφορία, μη επισκέψεις κλπ), οι οποίες έλαβαν χώρα εξακολουθητικά από το καλοκαίρι του έτους 2010 έως και το χρόνο της ανάκλησης, που, όπως προεκτέθηκε, έλαβε χώρα με την ένδικη αγωγή και ως εκ τούτου δεν είχε επέλθει απώλεια του σχετικού δικαιώματος του ενάγοντος δωρητή προς ανάκληση, αφού η ανωτέρω ετήσια αποσβεστική προθεσμία μέχρι το χρόνο της ανάκλησης δεν είχε ακόμη αρχίσει.

Συνακόλουθα, η επίμαχη παραδοχή περί του ότι η αποτελούσα αχαριστία συμπεριφορά της αναιρεσείουσας συνεχίστηκε και μετά από τη δήλωση ανάκλησης των δωρεών, εκφέρθηκε εκ περισσού και αποτελεί πλεοναστική αιτιολογία, η οποία δεν ήταν απαραίτητη για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης αναφορικά με την απόρριψη της ανωτέρω ένστασης της αναιρεσείουσας.

Συνεπώς, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, ως αλυσιτελής. Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι παραβίασε εκ πλαγίου την ανωτέρω διάταξη ουσιαστικού δικαίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το χρόνο έναρξης της αποσβεστικής προθεσμίας, διότι ενώ δέχεται ότι η συμπεριφορά αχαριστίας που αυτή επέδειξε αρχίζει από το καλοκαίρι του έτους 2010 και συνεχίστηκε έως τον Μάρτιο του 2011, εντούτοις με αντιφατικό τρόπο και ασάφεια επεκτείνει το ως άνω χρονικό διάστημα έως την επίδοση της αγωγής, χωρίς να έχει μεσολαβήσει κάποιο άλλο γεγονός εκτός από την ήδη επιδειχθείσα αδιαφορία της.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο διαλαμβάνει σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του χρόνου έναρξης της ετήσιας αποσβεστικής προθεσμίας προς ανάκληση των επίδικων δωρεών, δεχόμενο ότι η ανωτέρω εξακολουθητική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας προς τον δωρητή πατέρα της, η οποία άρχισε από το καλοκαίρι του έτους 2010 συνεχίστηκε μέχρι το χρόνο της δήλωσης ανάκλησης, που έλαβε χώρα με την άσκηση της ένδικης αγωγής και ως εκ τούτου μέχρι το χρόνο ανάκλησης η ετήσια αποσβεστική προθεσμία δεν είχε αρχίσει.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως διάδικος που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά το σχετικό αίτημά τους, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσαν (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-6-2020 (ΓΑΚ 884/2020, ΕΑΚ 88/2020, Αριθ. Δικ. 1000/2020) αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 1987/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ