1003/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1003/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1003 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1003/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ευθυμία Γκαράνη, η οποία κατέθεσε προτάσεις Της αναιρεσίβλητης: Κ. Σ. του Τ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Ασημακοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν η 1216/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4863/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που εξαφάνισε την 1216/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού κράτησε προς εκδίκαση την ανωτέρω αγωγή, ανέστειλε αυτήν εωσότου περατωθεί η δίκη επί της από 14-10-2005 προγενέστερης όμοιας αγωγής. Μετά την περάτωση της δίκης της ανωτέρω αγωγής, επαναφέρεται προς συζήτηση κατ' ουσίαν και εκδόθηκε η 5350/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-2-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα.
Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΙΊολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του. ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ" αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).
Σύμφωνα με το άρθρο 6 §1 ν. 3198/1955 κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από την λύση σύμβασης. Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι πυροσβεστική (εφόσον ο νόμος τάσσει προθεσμία, μέσα στην οποία πρέπει ν' ασκηθούν τα σχετικά δικαιώματα, άρθρο 279 ΑΚ), αποσκοπεί στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας εργασιακής σχέσης και στην εκκαθάριση εντός συντόμου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μην δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη, όταν δε παρέλθει άπρακτη η αποσβεστική αυτή προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα (Ολ ΑΠ 1338/1985, ΑΠ 1387/2015, ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 705/2013).
Η μη κοινοποίηση δηλ. της αγωγής στον εργοδότη μέσα στην παραπάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία καθιερώνει ουσιαστικό απαράδεκτο, το οποίο κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως άκυρης και κατ' ανάγκη τις συνεχόμενες με αυτό ουσιαστικές αξιώσεις, ως εκ τούτου δε αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η καταγγελία αυτή καθίσταται έγκυρη (του εργαζομένου δικαιουμένου να ζητήσει μόνο την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης) και η σχετική αγωγή απορρίπτεται ως ουσιαστικά απαράδεκτη (ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 705/2013, ΑΠ 1619/2006).
Η προαναφερθείσα διάταξη έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσης εργασίας, είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου είναι αυτή, και από οποιαδήποτε παράβαση και να προέρχεται η ακυρότητα, εφαρμόζεται δηλ. όχι μόνο στους μισθωτούς που υπάγονται στις ρυθμίσεις του ως άνω νόμου και για ακυρότητα της καταγγελίας λόγω παράβασης των διατάξεων του, αλλά και στις περιπτώσεις ακυρότητας της καταγγελίας λόγω παράβασης άλλων διατάξεων (ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 404/2008).
Η ως άνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 3198/1955 για την άσκηση αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας και απόληψης, μισθών υπερημερίας λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψιν από το δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ) και καταλαμβάνει κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από την για οποιονδήποτε λόγο ακυρότητα της καταγγελίας της αορίστου χρόνου εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη (ΑΠ 1387/2015, ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 705/2013, ΑΠ 65/2012).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, η οποία σύμφωνα με αυτήν του άρθρου 279 ΑΚ εφαρμόζεται και επί της ανωτέρω αποσβεστικής προθεσμίας, κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται, σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων, παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες ή τρεις στην περίπτωση της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 η προθεσμία αυτή θεωρείται ότι τηρήθηκε με την κοινοποίηση προηγούμενης αγωγής. Όπως προκύπτει από την διάταξη αυτή η νέα αγωγή, η οποία μπορεί να ασκηθεί και πριν τελεσιδικήσει η απόφαση που απορρίπτει την προηγούμενη αγωγή, για να έχει το ανωτέρω αποτέλεσμα, πρέπει να έχει την ίδια ιστορική και νομική αιτία (ΑΠ 2074/2007). Ακολούθως, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 297 ΚΠολΔ η παραίτηση από το δικόγραφο ή, από το δικαίωμα της αγωγής γίνεται είτε με δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά της με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου. Η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (άρθρ. 295 παρ. 1 ΚΠολΔ) (ΑΠ 668/2012).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 669 και 672 του Α. Κ. και 1 του Ν. 2112/1920 συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητώς ή σιωπηρώς έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως σύμφωνα με το άρθρο 669 του Α.Κ., όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, οι διατάξεις του νόμου αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων.
Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, με όλες τις επακόλουθες συνέπειες. Η τελευταία αυτή διάταξη δεν εφαρμόζεται όταν η σύμβαση καταρτίζεται υποχρεωτικά από το νόμο ως ορισμένης διάρκειας διότι στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο χαρακτηρισμό της συμβάσεως ως ορισμένης διάρκειας ούτε η σύμβαση του προσληφθέντος υποχρεωτικά κατά νόμο μισθωτού για ορισμένο χρόνο μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου ακόμη και αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για εκτέλεση έργου που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1 του Ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2527/1997 [στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται εκτός των άλλων και οι ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ] που επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, υπό τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων.
Κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβεί τους 8 μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο 12 μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για την αντιμετώπιση κατά τις ισχύουσες διατάξεις κατεπειγουσών αναγκών λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβεί τους 4 μήνες για το ίδιο άτομο, παράταση δε ή σύναψη νέας συμβάσεως κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρη.
Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 του Συντ. επιβάλλεται να υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και λοιπών ΝΠΔΔ, κατ' εξαίρεση δε μπορεί να προβλέπεται από ειδικό νόμο για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου, ενώ με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου γίνεται πρόβλεψη για την πλήρωση οργανικών θέσεων ιδιωτικού επιστημονικού και τεχνικού προσωπικού με πρόσωπα που προσλαμβάνονται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Με την αναθεώρηση του Συντάγματος το έτος 2001, που ισχύει από 18/4/2001 και με σκοπό τη μεγαλύτερη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκαν στο άρθρο 103 η παράγραφος 7 που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή, με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, καθώς και η παράγραφος 8, κατά την οποία, "νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.
Νόμος ορίζει τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο νομιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολούμενους με σύμβαση έργου".
Έτσι, με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντάγματος επιβλήθηκαν στον κοινό νομοθέτη και τη Διοίκηση αυστηροί όροι σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με την πιο πάνω διάταξη του Ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγονται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο τα πρόσωπα που συνδέονται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με τις παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Δηλαδή η απαγόρευση μονιμοποιήσεως του κατά τα άνω προσλαμβανόμενου προσωπικού ή μετατροπής της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου καταλαμβάνει και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου απασχολούντο στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα.
Επίσης δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού ο εργοδότης, βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον την ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεων αορίστου χρόνου.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικώς και άλλων διατάξεων, και δη μετά την έναρξη ισχύος (18/4/2001) του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος, με την προσθήκη των ως άνω παραγράφων 7 και 8 σ' αυτό, με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα λοιπά ΝΠΔΔ, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες, αφού, έστω και αν αυτό συμβαίνει, ο εργοδότης δεν έχει την ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, συνακόλουθα δε, σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των ως άνω διατάξει, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920.
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ. 3 και ήδη 249 παρ.1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ. προκύπτει, ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος - μέλος της Κοινότητας, στην οποία απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.
Γι' αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην, όχι "απευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος - μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό, μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα, τα οποία αυτό θα επιλέξει.
Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους δεκτικούς εφαρμογής, δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής, η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής, η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους - μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει εθνικό δίκαιο και των αντίστοιχων κρατικών φορέων και δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις, είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια.
Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξης του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα εσωτερικού δικαίου (Ολ. ΑΠ 31/2009,19 και 20/2007). Περαιτέρω, την 10/7/1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28/6/1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη - μέλη παρέχεται προθεσμία συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως την 10/7/2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως την 10/7/2002, της οποίας η Ελλάδα έκανε χρήση.
Στο προοίμιο της οδηγίας αυτής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν ότι οι συμβάσεις αορίστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, σε ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων.
Ορίζει ειδικότερα η παραπάνω Οδηγία, μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους - μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη - μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, η/ και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/ και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.
Επίσης τα κράτη - μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη.
Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας που είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που θα λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου.
Τα κράτη - μέλη, δηλαδή, διαθέτουν ευρεία ευχέρεια επιλογής μεταξύ περισσοτέρων λύσεων για να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλεται, σε περίπτωση συνάψεως τέτοιων συμβάσεων, ο χαρακτηρισμός αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό.
Συνεπώς δεν αποκλείεται η πρόβλεψη άλλων, κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη, κυρώσεων σε βάρος του εργοδότη για την αποτελεσματική προστασία του εργαζομένου που, ως οικονομικά ασθενέστερος, συχνά υποχρεώνεται αδικαιολόγητα στη σύναψη ασύμφορων για τον ίδιο διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αντί για τη σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου, όπως είναι η ακυρότητα των συναπτομένων συμβάσεων με παράλληλη εξασφάλιση για τον εργαζόμενο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε και αποζημιώσεως.
Η ευχέρεια του νομοθέτη να προβλέπει άλλες πρόσφορες κυρώσεις, πλην του χαρακτηρισμού των ανεπίτρεπτων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, ως συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας αορίστου χρόνου, συνάγεται και από την παρ. 3 του προοιμίου της συμφωνίας πλαισίου, στην οποία ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία καθορίζει τις γενικές αρχές και τις ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με την εργασία ορισμένου χρόνου, αναγνωρίζοντας ότι για τις λεπτομέρειες της εφαρμογής της πρέπει να ληφθούν υπόψη τα πραγματικά στοιχεία των συγκεκριμένων εθνικών, ταμειακών και εποχιακών καταστάσεων".
Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π.Δ. 81/2003 και 164/2004, από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και των οποίων η ισχύς τους άρχισε από τη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις 2/4/2003 και 19/7/2004 αντίστοιχα.
Με το άρθρο 5 του Π.Δ. 164/2004 ορίζεται ότι, α) απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ τω. συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, β) η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους αντικειμενικός δε λόγος υφίσταται όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης, γ) σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επόμενου άρθρου.
Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ως άνω Π.Δ. η αυτοδίκαιη ακυρότητα τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημιώσεως ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του, ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Όμως ενόψει του γεγονότος ότι το Π.Δ. 164/2004 άρχισε να ισχύει από την 19/7/2004, περιέλαβε στο άρθρο 11, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις οι οποίες εξασφαλίζουν την ως άνω προσαρμογή στην προαναφερόμενη Οδηγία και προβλέπουν την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου, Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ως άνω Π.Δ.
ορίζεται ότι: 1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 1 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής συμβάσεως, κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχολήσεως 18 μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ.α' να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, γ) το αντικείμενο της συμβάσεως να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός, δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση, η προϋπόθεση δετού εδ.
α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της συμβάσεως. 2. Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας 2 μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στον οποίο αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία. 3.
Οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σ' αυτό των σχετικών κρίσεων. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ως άνω διαδικασία των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων και του ΑΣΕΠ δεν αποκλείει το δικαίωμα των εργαζομένων να ζητήσουν, σύμφωνα με τα άρθρα 20, 26, 94 και 95 του Συντάγματος, με αγωγή, παρακάμπτοντας τη διαδικασία αυτή, την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας τους, ότι δηλαδή συνδέονται με το Δημόσιο κ.λ.π., εξαρχής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Περαιτέρω από τα παραπάνω συνάγεται ότι, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, δεν μπορεί να γίνει μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου. Κατά συνέπεια, ενόψει των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε., η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το χρονικό διάστημα από 10/7/2002 μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004, αλλά ούτε και μετά την έναρξη της ισχύος του, ούτε κα η ως άνω Οδηγία, η ισχύς της οποίας ολοκληρώθηκε μόνο με την έκδοση του ως άνω διατάγματος, για την ενσωμάτωση της στην ελληνική έννομη τάξη (Ολ.
ΑΠ. 19 και 20/2007, 31/2009), τούτο δε Γ Δ 164/2004) και μόνο ρυθμίζει από την έναρξη της ισχύος του τα σχετικά ζητήματα (ΑΠ 79/2013, 1696/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση η ήδη αναιρεσίβλητη - ενάγουσα με την από 1-6-2007 ένδικη αγωγή της εκθέτει ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο την προσέλαβε δυνάμει αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας, ορισμένου χρόνου και απασχολήθηκε ως ημερήσια αρχαιοφύλακας στο μουσείο της Δήλου κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-1998 έως την 1-9-2005.
Ότι οι παραπάνω συμβάσεις χαρακτηρίσθηκαν κατ' επίφαση ως ορισμένου χρόνου, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούσαν μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, δεδομένου ότι από την έναρξη της εργασιακής της σχέσης την 1-6-1998 μέχρι την 1-9-2005, οπότε απολύθηκε χωρίς έγγραφη καταγγελία και χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, σε εκτέλεση των συμβάσεων αυτών, κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου - αναιρεσείοντος.
Ζήτησε δε με την αγωγή της αυτή να αναγνωρισθεί αφ' ενός μεν ότι η συνδέουσα αυτήν και το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) έννομη σχέση είναι αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφ' ετέρου δε η ακυρότητα της καταγγελίας της εν λόγω εργασιακής σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη - εναγόμενου διότι έγινε χωρίς την τήρηση του εγγράφου τύπου και την καταβολή της οφειλόμενης νόμιμης αποζημίωσης.
Ζήτησε επίσης να υποχρεωθεί το εναγόμενο να την απασχολεί δυνάμει της ως άνω εργασιακής σύμβασης στην θέση, την ειδικότητα και με τις αποδοχές που αντιστοιχούν εκ του νόμου στην υπηρεσιακή κατάσταση και εξέλιξη της. Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η υπ' αριθμ. 1216/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτης ασκηθείσα μετά την πάροδο της προβλεπόμενης από το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας από την επικαλούμενη της ακύρης γενόμενη καταγγελία της ένδικης εργασιακής συμβάσεως.
Επί ασκηθείσης δε εφέσεως κατά της άνω αποφάσεως εξεδόθη αρχικά η υπ' αριθμ. 4863/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ανεστάλη, η εκδίκαση της ένδικης αγωγής λόγω εκκρεμοδικίας εκ της ασκηθείσης, σε προγενέστερο χρόνο και έχουσας όμοιο περιεχόμενο κατά την ιστορική και νομική αιτία με την ένδικη αγωγή από 14-10-2005 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου αγωγής της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης κατά του εναγομένου - αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.
Ακολούθως, μετά την νομότυπη κατ' άρθρο 297 ΚΠολΔ παραίτηση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης από το δικόγραφο ως άνω πρώτης αγωγής της με την από 19-12-2016 εξώδικη δήλωσή της προς το Ελληνικό Δημόσιο την οποία επέδωσε στους αρμόδιους Υπουργούς Οικονομικών και Πολιτισμού, όπως τούτο προκύπτει από τις υπ' αριθ. .../21-12-2016 και .../21-12-2016 εκθέσεις επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Τ.
Π. και την νομότυπη επαναφορά με κλήση προς περαιτέρω συζήτηση της ένδικης υπόθεσης, εξεδόθη η ήδη προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5350/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αφού κρίθηκε η αγωγή απορριπτέα ως απαραδέκτως ασκηθείσα όσον αφορά το αίτημά της για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης), διότι ασκήθηκε μετά την πάροδο της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 3198/1955, κατά τα λοιπά κρίθηκε παραδεκτή, νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνωρίσθηκε ότι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) συνδέεται με το εναγόμενο και την υπαγόμενη σ' αυτό με την αρμόδια υπηρεσία του (Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την 1-6-1998, υποχρεώθηκε δε το εναγόμενο, ήδη αναιρεσείον, να απασχολεί την ενάγουσα στην ανωτέρω υπηρεσία με την ειδικότητα που την προσέλαβε έναντι των νόμιμων μηνιαίων αποδοχών της.
Συγκεκριμένα το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη:
"Με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου "ορισμένου χρόνου", που καταρτίστηκαν μεταξύ της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας Κ. Σ. και του εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου ελληνικού δημοσίου, η πρώτη προσελήφθη την 1/6/1998 από το δεύτερο, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες της ως ημερήσια αρχαιοφύλακας στον αρχαιολογικό χώρο και στο μουσείο Δήλου που ανήκουν στην δικαιοδοσία της ΚΑ' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων [ΚΑ' ΕΚΠΑ), ήδη Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων, η οποία αποτελεί υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού.
Η πρώτη από τις άνω συμβάσεις που καταρτίστηκε εγγράφως τη 1/6/1998 έληξε την 1/11/1998, μετά δε την πάροδο του συμφωνηθέντος χρόνου, δια επανειλημμένων όμοιων συμβάσεων η ενάγουσα - εκκαλούσα συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της υπό την ανωτέρω ειδικότητά της. Ειδικότερα, απασχολήθηκε ως ημερήσια αρχαιοφύλακας στην ΚΑ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, στην οποία παρείχε τις υπηρεσίες της από 1/6/1998 έως 1/11/1998, με βάση την αρχική σύμβαση και εν συνεχεία, μετά από διαδοχικές συμβάσεις, κατά τα χρονικά διαστήματα από 1/5/2000 έως 1/10/2000, από 1/4/2001 έως 1/12/2001, από 1/7/2002 έως 1/12/2002, από 1/6/3003 έως 1/12/2003, από 1/1/2004 έως 1/12/2004 και από 1/1/2005 έως 1/9/2005.
Από την αρχική πρόσληψη και καθ' όλη τη διάρκεια των ανωτέρω συμβάσεων, η ενάγουσα - εκκαλούσα συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της, απασχολούμενη υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και επί οκτώ (8) ώρες ημερησίως, συνιστάμενες, στη φύλαξη κατά την ημέρα του αρχαιολογικού χώρου και του μουσείου της Δήλου, όπου σε μία έκταση 2.500 τμ φιλοξενούνται αξιόλογα αρχαιολογικά ευρήματα, ενώ η επισκεψιμότητα ιδιαίτερα κατά τη θερινή περίοδο είναι αυξημένη.
Πλέον συγκεκριμένα καθ' όλο το χρονικό διάστημα των άνω διαδοχικών συμβάσεων η ενάγουσα - εκκαλούσα, . υπό τις εντολές και δεσμευτικές οδηγίες και υπό τον έλεγχο των εκάστοτε Προϊσταμένων της προαναφερόμενης υπαγόμενης στο Υπουργείο Πολιτισμού αρχαιολογικής υπηρεσίας, απασχολήθηκε στην φύλαξη του ανωτέρω χώρου, συμβάλλοντας καίρια στην ασφάλεια των μνημείων και την λειτουργία του αρχαιολογικού χώρου και του μουσείου, απασχολούμενη όπως ακριβώς και εάν ανήκε στο μόνιμο προσωπικό της παραπάνω Εφορείας.
Οι υπηρεσίες αυτές που παρείχε η ενάγουσα - εκκαλούσα είναι άρρηκτα συνδεδεμένες, λόγω της φύσης τους, με την εθνική αποστολή της φύλαξης και διατήρησης ασφαλών των αρχαιολογικών χώρων και ευρημάτων, προκειμένου να είναι δυνατή η ανάδειξή τους, με την οποία είναι επιφορτισμένο αποκλειστικά το Υπουργείο Πολιτισμού, για την εκπλήρωση δε του έργου αυτού είναι υποχρεωτική και απαραίτητη η στελέχωση των αρχαιολογικών υπηρεσιών του, εκτός από το κατάλληλο επιστημονικό προσωπικό, και με προσωπικό φύλαξης.
Επιπροσθέτως, αποδείχθηκε ότι μετά την λήξη της ως άνω τελευταίας σύμβασης, η ενάγουσα - εκκαλούσα συνέχισε να απασχολείται στην αυτή ως άνω υπηρεσία και με την ίδια ειδικότητα, καθ' όλο το χρονικό διάστημα των ετών 2006 - 2013 δυνάμει αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων, ενώ κατά τα έτη 2015 - 2016 προσλήφθηκε με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, υπό την προσχηματική ειδικότητα της καθαρίστριας.
Συνεπώς, καθ' όλο το χρονικό διάστημα των ως άνω διαδοχικών συμβάσεων έως και σήμερα, η ενάγουσα - εκκαλούσα, με την παροχή των υπηρεσιών της κάλυπτε και καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπαγόμενης στο Υπουργείο Πολιτισμού ανωτέρω αρχαιολογικής υπηρεσίας, ΚΑ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων και ήδη Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων, στην οποία απασχολήθηκε, λαμβανομένου υπόψη και του ότι οι παρασχεθείσες υπηρεσίες της, ως αντικείμενο των συμβάσεών της με το εναγόμενο - εφεσίβλητο, σχετίζονται άμεσα και ευθέως με τις πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Υπουργείου Πολιτισμού και των αρχαιολογικών υπηρεσιών του, όπως οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που αυτές υπηρετούν, χωρίς δε τις εν λόγω υπηρεσίες είναι αδύνατη η λειτουργία των τελευταίων.
Εξάλλου, η απασχόληση της ενάγουσας - εκκαλούσας από το έτος 1998 έως και σήμερα, επί δεκαεννέα δηλαδή έτη, και η επί επτά φορές ανανέωση των συμβάσεών της ενισχύει επί πλέον και από μόνο του ως γεγονός την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ότι η εφεσίβλητη κάλυπτε και καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Σημειώνεται ότι, ήδη πριν από το έτος 2011, η Γενική Διεύθυνση Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Πολιτισμού, κατέγραψε και ανέφερε στη Γενική Διεύθυνση Διοικητικής Υποστήριξης εξακόσια πενήντα (650) κενά σε φύλακες, εκτιμώντας ότι οι ειδικότητα αυτή είναι απαραίτητο να καλυφθεί με ανθρώπινο δυναμικό λόγω της αναγκαιότητας της για την ασφάλεια και την εύρυθμη λειτουργία των αρχαιολογικών χώρων και μουσείων.
Ακολούθως, η ανωτέρω ορισμένη χρονική διάρκεια των συμβάσεων ουδόλως δικαιολογούταν από τη φύση, το είδος και το σκοπό των παρεχόμενων από την ενάγουσα - εκκαλούσα ως άνω υπηρεσιών, αλλά ούτε και από οποιοδήποτε άλλο αντικειμενικό λόγο, όπως αναπλήρωση κωλυόμενου φύλακα ανήκοντος στο μόνιμο προσωπικό υπαλλήλου ή για την εκτέλεση σωρευμένης ή παροδικού χαρακτήρα εργασίας αλλά, αντιθέτως, τέθηκε από το εναγόμενο - εφεσίβλητο σκοπίμως, προς καταστρατήγηση των εργασιακών δικαιωμάτων της ενάγουσας - εκκαλούσας, με συνέπεια να καθίσταται άκυρος ο όρος των συμβάσεων ως προς το χρονικό περιορισμό τους και το σύνολο των διαδοχικών συμβάσεων ν' αποτελεί μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Ενόψει δε του ότι, όπως αποδείχθηκε, α) οι επίδικες διαδοχικές συμβάσεις ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, β) η πρώτη από αυτές καταρτίστηκε την 1/6/1998, δηλαδή πριν από την έναρξη της ισχύος των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18-4-2001, αλλά και πριν από την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και των άρθρων 5 και 11 του π.δ. 164/2004, ήταν δε ενεργές κατά την έναρξη ισχύος του προεδρικού αυτού διατάγματος (19-7-2004), ενώ συνεχίστηκαν και μετά την ισχύ των άνω διατάξεων, δοθέντος και του ότι η ενάγουσα - εκκαλούσα είχε συμπληρώσει μέχρι τις 19/7/2004 συνολικό χρόνο απασχόλησης στο εναγόμενο - εφεσίβλητο που υπερέβαινε τους 24 μήνες (40 μήνες έως την 1/12/2004), γ) κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου - εφεσίβλητου και δη του Υπουργείου Πολιτισμού, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί το Υπουργείο αυτό, ο δε συνολικός χρόνος υπηρεσίας της ενάγουσας - εκκαλούσας παρασχέθηκε κατά πλήρες ωράριο στον ίδιο φορέα, με τους ίδιους όρους εργασίας και τα ίδια καθήκοντα που αναφέρονται στην αρχική σύμβαση, δ) καταρτίστηκαν ως συμβάσεις ορισμένης διάρκειας προς καταστρατήγηση της προστατευτικής για τους εργαζομένους διάταξης του άρθρου 8 ν. 2112/1920, χωρίς να δικαιολογείται από τη φύση τους ο καθορισμός τους ως ορισμένου χρόνου και ε) είχαν ήδη προσλάβει πριν την έναρξη ισχύος του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και του π.δ. 164/2004 το χαρακτήρα σύμβασης αορίστου χρόνου, τον οποίο διατήρησαν και μετά την ισχύ τους, συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 και συνεπώς, οι προαναφερθείσες διαδοχικές συμβάσεις της ενάγουσας - εκκαλούσας μετά του εναγόμενου - εφεσίβλητου, που έγιναν με πρόθεση καταστρατήγησης του ν. 2112/1920, αποτελούν εξ αρχής μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία δεν έληξε αυτοδικαίως την 1/9/2005, ημερομηνία λήξης της τελευταίας ως άνω σύμβασης, αλλά εξακολουθεί να υφίσταται και μετά την εν λόγω ημερομηνία.
Το εναγόμενο - εφεσίβλητο ρητά συνομολογεί όλα τα ανωτέρω περιστατικά αναφορικά με τον φορέα στον οποίο απασχολήθηκε η ενάγουσα - εκκαλούσα, τον αριθμό, το είδος και την χρονική διάρκεια των συναφθέντων με αυτήν συμβάσεων και την ειδικότητα με την οποία απασχολήθηκε η ενάγουσα - εκκαλούσα, καθόσον αναφέρεται και το ίδιο σε αυτά, ενώ έμμεσα συνομολογεί το γεγονός ότι η τελευταία συνεχίζει έως και σήμερα να απασχολείται στην ίδια θέση και υπό την ίδια ειδικότητα, καθόσον δεν το αμφισβητεί Περαιτέρω, το εναγόμενο - εφεσίβλητο αρνείται ότι η ενάγουσα - εκκαλούσα καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της προαναφερόμενης αρχαιολογικής υπηρεσίας, ισχυρισμός που, ωστόσο, δεν αποδείχθηκε.
Ειδικότερα, από κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η κατά τον ως άνω τρόπο πρόσληψη της ενάγουσας - εκκαλούσας κάλυπτε έκτακτες και περιστασιακές ανάγκες της ανωτέρω αρχαιολογικής υπηρεσίας όσον αφορά τη φύλαξη του αρχαιολογικού χώρου και του μουσείου της Δήλου, καθόσον μάλιστα η Δήλος δεν κατοικείται και συνεπώς, παρίσταται εντονότερη η ανάγκη φύλαξης και επιτήρησης του αρχαιολογικού χώρου και του μουσείου της, κατά τον βάσιμο ισχυρισμό της ενάγουσας - εκκαλούσας, τον οποίο το εναγόμενο - εφεσίβλητο δεν αμφισβητεί Κατ' ακολουθία των παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη από 1/6/2007 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../2007 αγωγή, η οποία είναι ορισμένη και νόμιμη όσον αφορά τη βάση της και το αίτημά της για αναγνώριση της έννομης σχέσης που την συνδέει με το εναγόμενο - εφεσίβλητο ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στηριζόμενη στις διατάξεις που διαλαμβάνονται στη νομική σκέψη στο υπό στοιχείο II τμήμα της παρούσας και να υποχρεωθεί το τελευταίο να την απασχολεί με την ειδικότητα που την προσέλαβε, το δε έννομο συμφέρον της ενάγουσας είναι πρόδηλο καθόσον αυτή εξακολουθεί.
Αντιθέτως, η αγωγή κρίνεται απορριπτέα ως απαραδέκτως ασκηθείσα όσον αφορά την βάση και το αίτημά της για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας - εκκαλούσας, καθόσον ασκήθηκε μετά την παρέλευση της αποσβεστικής προθεσμίας των τριών (3) μηνών από την επικαλούμενη καταγγελία, που, κατά τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, έγινε σιωπηρά με την εκδήλωση της άρνησης του εναγόμενου - εφεσίβλητου να αποδέχεται τις υπηρεσίες της αντιδίκου του.
Ειδικότερα, η επικαλούμενη καταγγελία, κατά τα εκτιμώμενα ορθώς διαλαμβανόμενα στην κρινόμενη αγωγή περιστατικά, έγινε στις 1/9/2005 και η αγωγή ασκήθηκε (διά της επιδόσεως της στο εναγόμενο - εφεσίβλητο) στις 1/8/2007, όπως τούτο αποδεικνύεται εκ της ομολογίας της ενάγουσας - εκκαλούσας που συνάγεται από το ότι αυτή δεν αμφισβητεί τον σχετικό ισχυρισμό του αντιδίκου της, ενόψει του ότι ουδείς των διαδίκων επικαλείται και προσκομίζει έκθεση επίδοσης ή αντίγραφο του επιδοθέντος δικογράφου της αγωγής, δηλαδή σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο τις 1/12/2005, οπότε και έληγε η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία που θεσπίζεται με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 3198/1995 (άρθρα 251 και 279 ΑΚ).
Η δε άσκηση της προγενέστερης από 14/10/2005 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 158117/4104/2005 αγωγής, που έχει όμοιο κατά την ιστορική και νομική βάση της περιεχόμενο, ως και ίδιο αίτημα με την κρινόμενη, και ασκήθηκε εντός της ως άνω αποσβεστικής προθεσμίας καθόσον επιδόθηκε στο ελληνικό δημόσιο στις 20/10/2005 (σχ.
η προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα - εκκαλούσα υπ' αριθ. ... /20-10-2005 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Α. Δ.), δεν διέκοψε, κατ' άρθρο 263 ΑΚ, εφαρμοζόμενο κατά ρητή επιταγή της διάταξης του άρθρου 279 ΑΚ και επί αποσβεστικών προθεσμιών, την ως άνω αποσβεστική προθεσμία. Τούτο διότι, η επικαλούμενη παραίτηση της ενάγουσας - εκκαλούσας από την προγενέστερη αυτή αγωγή, ως απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 263 ΑΚ, έλαβε χώρα μεταγενέστερα της ασκήσεως της κρινόμενης αγωγής και συγκεκριμένα, είτε θεωρηθεί ότι αυτή έγινε στις 25/11/2013, όταν και η κρινόμενη αγωγή εισήχθη το πρώτον, μετά από αλλεπάλληλες αναβολές, προς συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της ενάγουσας - εκκαλούσας στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθ. 1216/2014, εκκαλουμένη και ήδη εξαφανισθείσα με την υπ' αριθ. 4863/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών αυτών, αλλά και με τις έγγραφες προτάσεις που αυτή κατέθεσε, είτε θεωρηθεί ότι αυτή έγινε διά της από 19/12/2016 εξώδικης δηλώσεως της ενάγουσας - εκκαλούσας προς το αντίδικο της, που επιδόθηκε στο τελευταίο στις 21/12/2016 (σχ.
οι προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα - εκκαλούσα υπ' αριθ. ... και ...εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Τ. Π., προς τους εκπροσωπούντες το ελληνικό δημόσιο Υπουργούς Πολιτισμού και Οικονομικών, αντίστοιχα).
Συνεπώς, η κρινόμενη αγωγή δεν επανεγέρθηκε μετά από τη νομότυπη παραίτηση από την ως άνω ασκηθείσα προγενέστερα, αλλά ασκήθηκε ενόσω η τελευταία εκκρεμούσε, εις τρόπον ώστε να μην πληρούται ούτε και η έτερη προϋπόθεση του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 263 ΑΚ περί εγέρσεως της νέας όμοιας αγωγής εντός έξι (6) μηνών από την παραίτηση της όμοιας προηγούμενης αγωγής.
IV. Συμπερασματικά προς όλα τα παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η κρινόμενη από 1/6/2007 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../2007 αγωγή κατά ένα μέρος και δη κατά τη βάση και το αίτημα της για αναγνώριση της συνδέουσας τους διαδίκους έννομης σχέσης ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, απορριπτομένης κατά τα λοιπά ως απαραδέκτως ασκηθείσας και να υποχρεωθεί το εναγόμενο ελληνικό δημόσιο να απασχολεί την ενάγουσα στην υπηρεσία και με την ειδικότητα που την προσέλαβε, καταβάλλοντος τις νόμιμες αποδοχές της....." Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε κανόνες διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και δη αυτούς του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και των άρθρων 669 παρ. 1 και 280 του Α.Κ με το να δεχτεί εν μέρει την από 1.6.2007 υπ' αριθ.
καταθ. .../2007 αγωγή και να αναγνωρίσει ότι η αναιρεσίβλητη συνδέεται με το Ελληνικό Δημόσιο και δη με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από 1.6.1998, και να υποχρεώσει το Ελληνικό Δημόσιο να απασχολεί την ενάγουσα- αναιρεσίβλητο στην ανωτέρω υπηρεσία με την ειδικότητα που την προσέλαβε και έναντι των νομίμων αποδοχών της, με απειλή σε βάρος του χρηματικής ποινής 100 ευρώ για κάθε ημέρα παραβίασης της ανωτέρω υποχρέωσής του, αν και κατ' εφαρμογήν του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, απέρριψε την αγωγή ως ασκηθείσα απαραδέκτως, όσον αφορά την βάση και το αίτημά της για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής της σύμβασης, καθόσον ασκήθηκε μετά την παρέλευση της αποσβεστικής προθεσμίας των τριών (3) μηνών από αυτήν, Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, εφόσον , όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή είναι απορριπτέα ως απαραδέκτως ασκηθείσα , όσον αφορά στη βάση και αίτημά της για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σχέσης της ενάγουσας -εκκαλούσας καθόσον ασκήθηκε μετά την παρέλευση της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, το απαράδεκτο της αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης ως προς το αίτημά της για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας της καταλαμβάνει κάθε αξίωσή της που πηγάζει από την για οποιονδήποτε λόγο ακυρότητα της καταγγελίας της αορίστου χρόνου εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη και συνεπώς εκτός από το αίτημά της για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας της και το αίτημά της για επάνοδο της στην υπηρεσία όπου αυτή απασχολήθηκε.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της αγωγής, υποχρέωσε το Ελληνικό Δημόσιο να απασχολεί την ενάγουσα- αναιρεσίβλητη στην ανωτέρω υπηρεσία με την ειδικότητα που την προσέλαβε και έναντι των νομίμων αποδοχών της, με απειλή σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου χρηματικής ποινής υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ' αυτή πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει κατά τούτο δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος.
Περαιτέρω με τις ανωτέρω κρίσεις του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεχόμενο ως κατ' ουσίαν βασική την αγωγή ως προς το αίτημά της να αναγνωρισθεί ότι η ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη συνδέεται με το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από την 1-6-1998 και να υποχρεώσει αυτό να την απασχολεί με την ειδικότητα που την προσέλαβε έναντι των νόμιμων μηνιαίων αποδοχών της διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τις παραδοχές του αιτήματος αυτού με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος, ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, 21 του Ν. 2190/1994, 648 επ.
ΑΚ και 11 και 5 παρ. 1 του ΠΔ 164/2004. Τούτο δε διότι δέχθηκε ότι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, καθ' ό μέρος οι επίμαχες συμβάσεις ενήφθηκαν πριν την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 - 8 του Συντάγματος (17-4-2001), υφίσταντο διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που συνιστούσαν μια ενιαία σύμβαση, αν και σ' αυτές μεσολαβούσαν από της λήξεως της μιας και μέχρι την έναρξη ισχύος της επομένης μεγάλα χρονικά διαστήματα (μεγαλύτερα των τριών μηνών), χωρίς να δικαιολογεί για ποιο λόγο στις ανωτέρω συμβάσεις της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης μεσολαβούν μεγάλα χρονικά μεγαλύτερα των τριών μηνών.
Ειδικότερα, μεταξύ της πρώτης (1-6-1998 - 1-11-1998) και της δεύτερης σύμβασης (1-5-2000 - 1-10-2000) μεσολαβεί κενό διάστημα 1 έτους και 6 μηνών, μεταξύ της δεύτερης (1-5-2000 - 1-10-2000) και της Τρίτης (1-4-2001 - 1-12-2001) μεσολαβεί κενό διάστημα έξι (6) μηνών, μεταξύ της τρίτης (1-4-2001-1-12-2001) και της τέταρτης (1-7-2002 - 1-12-2002) μεσολαβεί κενό διάστημα επτά (7) μηνών.
Επομένως, και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος, κατά, το μέρος που οι ένδικες συμβάσεις της αναιρεσίβλητης συνήφθησαν πριν από την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103, παρ. 7-8 του Συντάγματος (17-4-2001).
Ακολούθως και καθ' ό μέρος οι επίμαχες συμβάσεις συνήφθησαν μετά την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7-8 του Συντάγματος (17-4-2001) το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις, καθόσον από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, βάσει των όσων, αναλυτικά εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, ότι με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή δεν μπορεί να υπάρξει έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, αφού κάτι τέτοιο προκύπτει στις εν λόγω διατάξεις ακόμη και αν η αναιρεσίβλητη εξυπηρετούσε και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Επίσης, δεν συντρέχουν εν προκειμένω, για την αναιρεσίβλητη οι καθοριζόμενες στο άρθρο 11, παρ. 1 ΠΔ 164/2004 προϋποθέσεις μετατροπής των εργασιακών της συμβάσεων σε σύμβαση αορίστου χρόνου, διότι, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή αυτή είχε συνάψει πριν την ισχύ του ΠΔ 164/2004 (19-7-2004) τις από 1-7-2002 έως 1-12-2002, από 1-6-2003 έως 1-12-2003 και από 1-1-2004 έως 1-12-2004 εργασιακές συμβάσεις, πλην όμως η εργασιακή αυτή σχέση δεν είχε διαρκέσει μέχρι την έναρξη ισχύος του ανωτέρω ΠΔ 164/2000 (19-7-2004) τουλάχιστον 24 μήνες ή 18 μήνες με τρείς τουλάχιστον ανανεώσεις, πέραν της αρχικής συμβάσεως, όπως απαιτείται από την διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1α του ως άνω Προεδρικού Διατάγματος.
Με τις ανωτέρω κρίσεις του το Εφετείο, ήτο με τις κρίσεις ότι οι ένδικες συμβάσεις της αναιρεσίβλητης αποτελούν εξ αρχής, δηλαδή από την 1-6-1998 και εφεξής μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ανεπαρκείς αιτιολογίες και συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη οι ανωτέρω πλημμέλειες είναι βάσιμος.
Εν όψει όλων αυτών πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δή ως προς την αναγνώριση του ότι η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη συνδέεται με την αρμόδια αρχαιολογική υπηρεσία του εναγομένου - αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την 1-6-1998 και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (αρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη όμως σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΚΥΑ 134423/1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 5350/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ