Legislator Case Law & Legislation
1003/2019 AI generated

1003/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1003/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/2/2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 678/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4331/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/7/2017 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1003/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Keywords

AI generated
unpaid licensing royalties missing case documents refund of contributions to foreigners deductions and refunds unemployment benefits overpayment installment payments
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1003 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1003/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Θωμά Γκατζογιάννη και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Χειμαριού με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/2/2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 678/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4331/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/7/2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. ...14Δ'/6-12- 2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Β. Κ. προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού της αναφερομένης στην αρχή της παρούσας δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτήν έχει επιδοθεί, με την επιμέλεια του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος, νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο (άρθρα 126 παρ. 1 α', 127 παρ. 1, 128 παρ. 1-2 και 568 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, πρέπει να δικαστεί ερήμην, να προχωρήσει όμως η συζήτηση χωρίς την παρουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

II.Με την κρινόμενη από 3-7-2017 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους (άρθ. 635-646 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το ν. 4335/2015) εκδοθείσα υπ' αριθ. 4331/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθ. 678/2013 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών ?του είχε κάνει δεκτή την ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. ...92/2011 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών, δέχθηκε αυτήν (έφεση) και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την από 8-2-2011 ανακοπή του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την ως άνω διαταγή πληρωμής. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

III.Σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 αυτού δημιουργείται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, ενώ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.

Περαιτέρω, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Επιπλέον, οι πιο πάνω γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά σε μονομερή δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση, που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση (έστω και έμμεση) κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.

Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενο της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες. Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της υπάρξεως ή μη κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (Ολ.

ΑΠ 8, 10 και 11/2005, Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 401/2018, ΑΠ 245/2018). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016 (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, όμοια με εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Επομένως, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και ως εκ τούτου, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1248/2018, ΑΠ 1533/2017, ΑΠ 189/2017).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: "Η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση δύο (2) επιταγές, ήτοι τις με αριθμούς ...092-6 και ...093-4 μεταχρονολογημένες επιταγές της τράπεζας Κύπρου, έκδοσης του ανακόπτοντος και ήδη εφεσίβλητου, σε διαταγή του ιδίου, ποσού 5.000,00 ευρώ η καθεμία, με αναγραφόμενες ημερομηνίες έκδοσης την 01.08.2010, πληρωτέες από λογαριασμό που τηρούσε ο εκδότης των επιταγών στην ανωτέρω τράπεζα.

Ο τελευταίος μεταβίβασε με οπισθογράφηση τις επιταγές αυτές στον καθ ου η ανακοπή και ήδη εκκαλούντα, ο οποίος ακολούθως τις οπισθογράφησε στην εταιρεία "...". Η τελευταία εμφάνισε τις επιταγές νόμιμα προς πληρωμή την 02.08.2010, πλην όμως αυτές δεν πληρώθηκαν λόγω ανάκλησής τους από τον εκδότη με επαρκές υπόλοιπο.

Στη συνέχεια, ο καθ ου η ανακοπή κατέβαλε το ποσό των επιταγών στην ανωτέρω κομίστρια εταιρεία και κατέστη εξ αναγωγής τελευταίος κομιστής τους. Με την ένδικη ανακοπή, ο ανακόπτων ισχυρίσθηκε ότι έχει εξοφλήσει τοις μετρητοίς τις εν λόγω επιταγές την 15.04.2010 και για την αιτία αυτή εκδόθηκε η προσκομιζόμενη με αριθ. ..../15.04.2010 εξοφλητική απόδειξη του καθ' ου η ανακοπή.

Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα εξόφληση των επιταγών αυτών. Ειδικότερα, η μη εξόφλησή τους προκύπτει κατά κύριο λόγο από το ότι ο ανακόπτων δεν έλαβε, κατά την επικαλούμενη εξόφλησή τους, στην κατοχή του τα σώματά τους, ο δε ισχυρισμός του ότι αρκέστηκε κατά τον ανωτέρω χρόνο στην ανωτέρω απόδειξη του καθ' ου και ανέμενε αργότερα ότι θα του επιστρέφονταν και τα σώματα των επιταγών, πράγμα που δεν συνέβη παρά τις οχλήσεις του προς τον καθ' ου, ο οποίος παρά την πληρωμή τους αιτήθηκε και πέτυχε την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, δεν κρίνεται πειστικός, καθότι ο ανακόπτων τυγχάνει έμπειρος επαγγελματίας (εργολάβος τεχνικών έργων) και δεν μπορεί να γίνει πιστευτός ο ισχυρισμός του ότι κατέβαλε σε μετρητά το σημαντικό ποσό των 10.000,00 ευρώ προς εξόφληση συγκεκριμένων επιταγών χωρίς να ζητήσει και να λάβει τα σώματά τους.

Εξάλλου, από την επισκόπηση της προαναφερόμενης από 15.04.2010 απόδειξης του καθ' ου η ανακοπή, ποσού 10.000,00 ευρώ και αναγραφόμενη αιτιολογία "εξόφληση σκυροδέματος- εργασιών", δεν προκύπτει ότι η απόδειξη αυτή αφορά στις δύο επίμαχες επιταγές, αφού δεν γίνεται ειδική αναφορά σε αυτές, διότι, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες από τον ίδιο τον ανακόπτοντα λοιπές αποδείξεις καταβολής που εξέδωσε ο καθ' ου κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων για την κατασκευή από τον καθ' ου ως υπεργολάβου μιας πισίνας ιδιοκτησίας Οικονόμου, που είχε αναλάβει ως εργολάβος ο ανακόπτων, στα πλαίσια της οποίας συνεργασίας εκδόθηκαν οι επίμαχες επιταγές χάριν καταβολής μέρους της οφειλόμενης αμοιβής του καθ' ου, αναγραφόταν στις αποδείξεις, σε άλλες περιπτώσεις εξόφλησης επιταγών, οι αριθμοί τους (βλ.

από 9.02.2010 και από 5.03.2010 αποδείξεις). Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι την 15.04.2010 πράγματι ο ανακόπτουν κατέβαλε στον καθ' ου σε μετρητά το ποσό των 10.000 ευρώ και έτσι εκδόθηκε η ανωτέρω απόδειξη του καθ' ου, όχι όμως για την εξόφληση των επίμαχων μεταχρονολογημένων επιταγών, και ταυτόχρονα εξέδωσε και παρέδωσε στον καθ' ου και τις δύο επίμαχες μεταχρονολογημένες επιταγές με ημερομηνία 01.08.2010, καθότι η οφειλή του σε εκείνον τον χρόνο ανερχόταν στο ποσό των 20.000 ευρώ.

Εκ των υστέρων, ο ανακόπτων προέβη για δικούς του λόγους που δεν ερευνώνται στην ένδικη υπόθεση σε ανάκληση και μη πληρωμή των επιταγών. Σημειωτέον ότι ο ανακόπτων, με την ένδικη ανακοπή του, δεν προέβαλε λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής σχετιζόμενους με την αιτία έκδοσης των επιταγών και την κύρια σύμβαση (σύμβαση έργου).

Επιπλέον, κρίνεται αντιφατικός ο προβαλλόμενος με τις προτάσεις ισχυρισμός του ανακόπτοντος - εφεσίβλητου ότι έχει εξοφλήσει τις επίμαχες επιταγές και συνολικά έχει καταβάλει στον καθ' ου το ποσό των 24.500,00 ευρώ και ταυτόχρονα ότι το εκτελεσθέν από τον καθ' ου έργο είχε πλημμέλειες και δεν αντιστοιχούσε στο ποσό αυτό...

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, με την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε τον ισχυρισμό του ανακόπτοντος περί εξόφλησης των επιταγών και ακολούθως έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 623 επ., 632 ΚΠολΔ, 1, 12 παρ. 1, 14, 22 και 28 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, καθόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της.

Η εν λόγω δε διάταξη αφορούσε τον ισχυρισμό-λόγο ανακοπής του αναιρεσείοντος ότι οι ένδικες επιταγές, με βάση τις οποίες εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, στερούνταν νόμιμης αιτίας (904 ΑΚ) λόγω της επικαλούμενης απ' αυτόν εξόφλησης με την καταβολή εκ μέρους του ποσού των 10.000 ευρώ την 15-4-2010. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που περιέχονται στον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, περί παρερμηνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και περί παραβίασης του αναφερόμενου διδάγματος της κοινής πείρας δεδομένου ότι, εφόσον δεν είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων άλλες εργασίες, ήταν αδύνατον να υπάρχει περαιτέρω οφειλή του αναιρεσείοντος, είναι φανερό ότι αφορούν στην εκτίμηση της επικαλούμενης απ' αυτόν υπ' αριθ. ..../15-4-2010 απόδειξης καταβολής ποσού 10.000 ευρώ και γενικότερα στην ανέλεγκκτη κατ' άρθρ 561 ΚΠολΔ εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.

Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης είναι σαφές ότι αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και συγκεκριμένα, των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του δεν προκύπτουν τα περιστατικά που δέχθηκε και δεν θα μπορούσαν να υποστηρίξουν αυτά και γενικότερα το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την μη εξόφληση των επιδίκων επιταγών.

Εφόσον όμως το αποδεικτικό πόρισμα, κατά τα ως άνω αναφερόμενα, εκτίθεται με σαφήνεια, οι επικαλούμενες ελλείψεις και αντιφάσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, ως αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, δεν μπορούν να θεμελιώσουν τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις.

IV. Κατά το άρθρο 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016 (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση ή αντένσταση, καθώς και οι λόγοι έφεσης. Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ ΑΠ 22/2003, Ολ ΑΠ 25/2005, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 1262/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 του ΚΠολΔ ότι δεν έλαβε υπόψη της τον ισχυρισμό του, που αιτιολογεί την ανάκληση και μη πληρωμή των ενδίκων δύο επιταγών κατά την εμφάνισή τους και ο οποίος "είναι άρρηκτα συνδεδεμένος και οδηγεί στο βασικό ισχυρισμό του ότι εξόφλησε την εξ επιταγών (10.000 ευρώ) οφειλή του στον αντίδικο και ασκεί ουσιωδέστατη επιρροή στην έκβαση της δίκης".

Με το περιεχόμενο αυτό, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι με το να δεχθεί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι ο αναιρεσείων με την καταβολή στις 15-4-2010 σε μετρητά στον αναιρεσίβλητο του ποσού των 10.000 ευρώ δεν προέβη σε εξόφληση των επίμαχων μεταχρονολογημένων επιταγών, καθώς και ότι ο τελευταίος εκ των υστέρων προέβη σε ανάκληση και μη πληρωμή αυτών για δικούς του όμως λόγους, είναι σαφές ότι έλαβε υπόψη του τον πιο πάνω ισχυρισμό, τον οποίο απέρριψε εκ του πράγματος ως αβάσιμο κατ' ουσίαν αλλά και με ρητή αναφορά σε απορριπτική κρίση.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-7-2017 αίτηση του Σ. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 4331/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Αυγούστου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ