Legislator Case Law & Legislation
1003/2017 AI generated

1003/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1003/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1003/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 7/3/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1003 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1003/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Τιμόθεο Σιγάλα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Γ. του Δ., 2)Γ. Τ. του Ι., 3)Β. Σ. του Γ., 4)Α. Μ. του Π., 5)Π. Μ. του Β., 6)Κ. Λ. του Α., 7)Ξ. Σ. του Π., 8)Α. Δ. του Β., 9)Β. Μ. του Α., και 10)Κ. Α. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χριστόφορο Παπαϊωάννου, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/11/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 314/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 75/2015 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 12/11/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 7/3/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη το

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα κατά τα άρθρα 118 - 120 στοιχεία και τους λόγους της έφεσης, ήτοι τις πλημμέλειες της προσβαλλομένης πρωτόδικης απόφασης, οι οποίες συνίστανται σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή και του ίδιου του εκκαλούντος.

Οι λόγοι της έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να μπορεί να οριοθετηθεί η εξουσία του εφετείου, ενόψει, μάλιστα, της διάταξης του άρθρου 522 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση (και τους τυχόν πρόσθετους λόγους αυτής) και να είναι σε θέση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, αλλά και να μπορεί ο εφεσίβλητος να αμυνθεί, αποκρούοντας και ανασκευάζοντας αυτούς.

Η αοριστία του εφετηρίου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα, έστω και της ιδίας δίκης. Οι αόριστοι λόγοι της έφεσης εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου. Εάν όμως με την έφεση πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύονται στο εφετήριο τα επί μέρους σφάλματα αυτής ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, αλλά αρκεί να μνημονεύεται ότι εξ αιτίας της κακής εκτίμησης αυτού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού με βάση τη καθολική αυτή επανεκτίμηση και όχι με βάση τα συνδεόμενα με αυτήν μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος.

Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73 και 556 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης αποτελεί και η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος. Το έννομο συμφέρον για την άσκηση αναίρεσης του διαδίκου που νίκησε ή νικήθηκε πρέπει να υπάρχει τόσο κατά τον χρόνο άσκησης, όσο και κατά τον χρόνο της συζήτησής της και απαιτείται όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε επί μέρους λόγο αναίρεσης.

Ειδικότερα το έννομο συμφέρον προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει δε να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου ο οποίος υφίσταται τη βλάβη. Βλάβη υπάρχει όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι αιτήσεις του αναιρεσείοντος ή γίνονται ολικά ή μερικά έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του, υπέρ του οποίου η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει σχετική διάταξη.

Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, η οποία ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση. Εφόσον δε το έννομο συμφέρον δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης ή δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στη προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως απέρριψε ως αόριστο τον πρώτο λόγο της από 19.12.2013 έφεσης αυτής, με τον οποίο η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα παραπονείτο ότι "η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις που εισφέρθηκαν από τα διάδικα μέρη ενώπιον της (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, ομολογίες, ένορκες βεβαιώσεις κοκ) με αποτέλεσμα να κάνει δεκτή την αγωγή των αντιδίκων, ενώ αν ορθώς είχε εκτιμήσει τα αποδεικτικά μέσα όφειλε να απορρίψει την υπό κρίση αγωγή των αντιδίκων".

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ασκείται χωρίς τη συνδρομή άμεσου εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας εταιρείας, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, αλλά και την προσβαλλομένη απόφαση και την έφεση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο πλαίσιο ουσιαστικής έρευνας των περί τούτου τρίτου και τέταρτου λόγων της έφεσης, με τους οποίους η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία παραπονείτο ειδικότερα για την κατ’ ουσία απόρριψη των ισχυρισμών της περί οικειοθελούς παραίτησης των εναγόντων και τότε εφεσιβλήτων από την εργασία τους και περί καταχρηστικής άσκησης εκ μέρους των τελευταίων του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας, με συνέπεια επομένως να μην συντρέχει περίπτωση υπερημερίας αυτής ως προς την αποδοχή της εργασίας αυτών, προέβη στην από την αρχή ολική επανεκτίμηση της ουσίας της ένδικης διαφοράς αξιολογώντας όλο το αποδεικτικό υλικό, με συνέπεια η αναιρεσείουσα να μην έχει υποστεί οποιαδήποτε βλάβη από την απόρριψη του πρώτου λόγου της έφεσης αυτής.

Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 ορίζεται ότι κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσης εξαρτημένης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από την λύση της σχέσης. Η προθεσμία αυτή είναι αποσβεστική, διότι, όταν παρέλθει άπρακτη, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος του μισθωτού προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα (άρθρο 279 ΑΚ).

Αυτή λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ), αποσκοπεί δε στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας και στην εκκαθάριση εντός συντόμου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτών, ανεξαρτήτως του εάν αυτή είναι αορίστου ή ορισμένου χρόνου, ώστε να μην δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη (ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 429/2016, ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 705/2013, ΑΠ 404/2008).

Η μη κοινοποίηση δηλαδή της αγωγής περί της ακυρότητας της καταγγελίας στον εργοδότη μέσα στην παραπάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία καθιερώνει ουσιαστικό απαράδεκτο, το οποίο κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως άκυρης και κατ` ανάγκη τις συνεχόμενες με αυτήν ουσιαστικές αξιώσεις, όπως την αξίωση καταβολής αποδοχών υπερημερίας ή απασχόλησης του μισθωτού.

Ως εκ τούτου, αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η καταγγελία αυτή καθίσταται έγκυρη (του εργαζομένου δικαιουμένου να ζητήσει μόνο την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης) και η σχετική εκ της ακυρότητας αγωγή απορρίπτεται ως ουσιαστικά απαράδεκτη (ΑΠ 1387/2015, ΑΠ 705/2013, ΑΠ 1619/2006). Η καθιερουμένη δε ως άνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία, προσδιοριζομένη σε μήνες, αρχίζει από την επομένη της ημέρας που έλαβε χώρα η καταγγελία της σύμβασης από τον εργοδότη και περιήλθε στο μισθωτό, που αποτελεί το εναρκτήριο γεγονός αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 241 του ΑΚ που εφαρμόζεται και στη περίπτωση αυτή, και λήγει με την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό με την ημέρα που άρχισε, αν δε αυτή (τελευταία ημέρα της προθεσμίας) είναι κατά νόμο εορτάσιμη (μη εργάσιμη), με τη παρέλευση ολόκληρης της επόμενης εργάσιμης ημέρας, σύμφωνα με τα άρθρα 242 και 243 εδ.

β του ΑΚ (ΑΠ 429/2016, ΑΠ 1387/2015, ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 404/2008, 1938/2007). Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168 και 169 παρ.2 του ΑΚ προκύπτει ότι η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης και απευθυντέα δικαιοπραξία και αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια από τότε που ο παραλήπτης μισθωτός δύναται να λάβει γνώση αυτής (ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 1619/2006), γνώση δηλ.

της βούλησης του εργοδότη για λύση της σύμβασης. Αυτή δε μπορεί να γίνει και σιωπηρά, δηλαδή με πράξεις ή ενέργειες από τις οποίες προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο και σαφή η βούλησή του εργοδότη για λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όπως συμβαίνει στη περίπτωση που ο εργοδότης, επικαλούμενος οικειοθελή παραίτηση του μισθωτού, αρνείται να αποδεχθεί την προσφερόμενη από αυτόν εργασία.

Και στη περίπτωση αυτή η ως άνω τρίμηνη προθεσμία αρχίζει από την επομένη ημέρα της γνώσης από τον μισθωτό της άνω εκδηλωθείσας βούλησης του εργοδότη του να λύσει τη σύμβαση εργασίας με καταγγελία (σχ. ΑΠ 2234/2013).

Στη προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι εσφαλμένως έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είχε ασκηθεί εμπροθέσμως εντός της κατά το άρθρο 6 παρ.1 του Ν. 3198/1955 τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, αφού κατά τις παραδοχές αυτής η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων εργαζομένων από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εργοδότρια ανώνυμη εταιρεία έλαβε χώρα στις 22 Αυγούστου 2011, η δε ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 23 Νοεμβρίου 2011, με συνέπεια να έχει παρέλθει η ως άνω τρίμηνη προθεσμία, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 241 του ΑΚ δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής και επομένως η εν λόγω προθεσμία αρχίζει από την ημέρα της καταγγελίας και όχι από την επομένη ημέρα που αυτή (καταγγελία) έλαβε χώρα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η διάταξη του άρθρου 241 του ΑΚ εφαρμόζεται και για τον υπολογισμό της από το άρθρο 6 παρ.1 του Ν. 3198/1955 τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας που αρχίζει από την επομένη ημέρα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και όχι από της ημέρας αυτής. Ο ίδιος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι ο σχετικός λόγος ιδρύεται για απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο.

Κατά το άρθρο 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 325 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ’ εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, για όσο, δηλαδή, δεν καταβάλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Όμως, το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ.

Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη.

Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 940/2015, ΑΠ 2094/2014, ΑΠ 1502/2010, ΑΠ 1153/2009).

Στη περίπτωση δε που ο μισθωτός απέχει από την εργασία του, ύστερα από νόμιμη δήλωση ότι ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης, ο εργοδότης δεν έχει το δικαίωμα από μόνη τη δήλωση αυτή να θεωρήσει ότι η σύμβαση έχει λυθεί από τον μισθωτό με οικειοθελή αποχώρηση του τελευταίου από την εργασία του, πολλώ δε μάλλον εάν ο τελευταίος με ρητή δήλωσή του γνωστοποιήσει στον εργοδότη του ότι προτίθεται να παράσχει τις υπηρεσίες του κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης μετά την καταβολή των οφειλομένων δεδουλευμένων αποδοχών, για τις οποίες προέβη σε επίσχεση (ΑΠ 324/2017).

Μάλιστα εάν ο εργοδότης αποκρούσει την προσφορά των υπηρεσιών του εργαζομένου, χωρίς να προβαίνει σε νόμιμη καταγγελία της σύμβασης (έγγραφη καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης) καθίσταται πλέον υπερήμερος, έστω και εάν λόγω της τυχόν προηγουμένης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εκ μέρους του μισθωτού, αυτός δεν είχε αρχικά περιέλθει σε υπερημερία ( σχετ.

ΑΠ 1502/2010). Εξ άλλου η υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας του μισθωτού παύει α) με την αποδοχή της εργασίας αυτού, β) με τη δήλωση του εργοδότη ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, γ) με την καθοιονδήποτε τρόπο λύση της σύμβασης εργασίας και δ) με την περιέλευση του εργαζομένου για πραγματικούς ή νομικούς λόγους σε περίπτωση αδυναμίας παροχής της εργασίας του, εκτός εάν η αδυναμία αυτή οφείλεται σε γεγονός για το οποίο ο εργοδότης υπέχει ευθύνη.

Η σύναψη όμως κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη εκ μέρους του εργαζομένου σύμβασης εργασίας με άλλον εργοδότη, πολύ δε περισσότερο η αναζήτηση εργασίας εκ μέρους αυτού, που επιβάλλεται άλλωστε για βιοποριστικούς λόγους, δεν επάγεται αυτή καθεαυτή τη λύση της προηγουμένης σύμβασης εργασίας του μισθωτού με οικειοθελή παραίτηση, ούτε αίρει την υπερημερία του εργοδότη, ο οποίος κατά το άρθρο 656 εδ.

β του ΑΚ δικαιούται απλώς να εκπέσει από τους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας την ωφέλεια που ο εργαζόμενος αποκόμισε από την άλλη απασχόλησή του. Επομένως η εκ μέρους του εργαζομένου παραδοχή ότι κατά τη διάρκεια της επίσχεσης εργασίας κατέβαλλε επίπονες προσπάθειες για ανεύρεση άλλης εργασίας, οι οποίες απέβησαν ατελέσφορες λόγω της οικονομικής κρίσης, δεν συνιστά κατά λογική ακολουθία δικαστική ομολογία περί οικειοθελούς παραίτησης αυτού από την εργασία του και συνακόλουθης λύσης της σύμβασης εργασίας με καταγγελία της από τον ίδιο.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Στον αυτό αναιρετικό λόγο υπάγεται κατά το ως άνω εδάφιο β αυτού και η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως διδάγματα δε της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο εάν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Έτσι αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίηση τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 426/2014, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1652/2010).

Εξ άλλου "πράγματα" για την στοιχειοθέτηση του εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης νοούνται οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή εκείνοι που κατά νόμο τείνουν στη γένεση, κατάλυση, περιορισμό ή παρακώλυση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνδέονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που ιδρύουν τον κατά τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης είναι και η δικαστική ομολογία, ήτοι η παραδοχή πραγματικού γεγονότος επιβλαβούς για τον διάδικο που ομολογεί και η οποία κατά το άρθρο 352 του ΚΠολΔ αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον του διαδίκου που ομολόγησε, ανεξαρτήτως της τηρητέας διαδικασίας.

Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ο διάδικος επικαλέσθηκε ομολογία του αντιδίκου του περιεχομένη στις προτάσεις του, εν τούτοις παρέλειψε να την εκτιμήσει και να την λάβει υπόψη του, παρόλο που πράγματι περιείχε συγκεκριμένη παραδοχή ενός κρισίμου γεγονότος που αποτελούσε τη βάση ισχυρισμού του επικαλουμένου την ομολογία διαδίκου (ΑΠ 469/2009, ΑΠ 1336/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση ότι δυνάμει ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εργάζονταν ως νοσηλευτές οι εννέα πρώτοι και ως υπάλληλος γραφείου η τελευταία, στην επιχείρηση ιδιωτικής κλινικής της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας.

Ότι αυτοί παρείχαν επί σειρά ετών τις υπηρεσίες τους χωρίς προβλήματα, πλην όμως από τον Απρίλιο του έτους 2010 παρουσιάσθηκαν καθυστερήσεις στη κανονική καταβολή των αποδοχών τους, με συνέπεια τον Οκτώβριο του έτους 2010 να οφείλονται σε αυτούς οι δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Απριλίου, Μαΐου, μέρους του Ιουνίου, Ιουλίου, Σεπτεμβρίου και του πρώτου δεκαπενθημέρου του Οκτωβρίου 2010.

Ότι με την από 18.10.2010 εξώδικη δήλωση αυτών που επιδόθηκε αυθημερόν στην εναγομένη γνωστοποίησαν ότι προβαίνουν σε επίσχεση εργασίας μέχρι να καταβληθούν οι ως άνω ληξιπρόθεσμες και εκκαθαρισμένες δεδουλευμένες αποδοχές αυτών. Ότι στις 15.11.2010 η εναγομένη κατέβαλε ένα μισθό σε αυτούς και δια του νομίμου εκπροσώπου της κάλεσε τους ενάγοντες να επιστρέψουν στην εργασία τους, διακόπτοντας την επίσχεση εργασίας και δεσμευόμενη ότι μέχρι 21.12.2010 θα τους καταβληθεί το σύνολο των οφειλομένων αποδοχών τους.

Ότι οι ενάγοντες, πεισθέντες από τις υποσχέσεις της εναγομένης, επανήλθαν στην εργασία τους, πλην όμως στις 21.12.2010 δεν έλαβε χώρα καταβολή των αποδοχών τους. Ότι με την από 21.12.2010 εξώδικη δήλωση αυτών που επιδόθηκε στην εναγομένη γνωστοποίησαν ότι προβαίνουν εκ νέου σε επίσχεση εργασίας μέχρι να καταβληθούν οι ως άνω ληξιπρόθεσμες δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Σεπτεμβρίου έως και Νοεμβρίου 2010.

Ότι η ως άνω επίσχεση εργασίας συνεχίσθηκε μέχρι τον Αύγουστο του 2011, οπότε οι ενάγοντες με την από 18.8.2011 εξώδικη δήλωση αυτών που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 19.8.2011 ενημέρωσαν την εναγομένη ότι διακόπτουν την επίσχεση εργασίας από 22.8.2011 και θα επανέλθουν στην εργασία τους, καλώντας την ταυτόχρονα να τους περιλάβει στο εβδομαδιαίο πρόγραμμα εργασίας της επιχείρησης.

Ότι η εναγομένη με την από 22.8.2011 εξώδικη απάντηση ενημέρωσε τους ενάγοντες ότι η μακροχρόνια, αδικαιολόγητη και όλως αντισυμβατική συμπεριφορά τους έναντι αυτής ισοδυναμεί με οικειοθελή αποχώρηση αυτών από 1.4.2011 από την εταιρεία, ακολούθως δε αυτή κατέθεσε στις 1.9 και 9.9.2011 στην Επιθεώρηση Εργασίας τις από 31.8.2011 αναγγελίες αποχώρησης των εναγόντων από την εργασία τους από 1.4.2011, οι οποίες δεν έφεραν την υπογραφή τους, θεωρώντας ότι η εργασιακή τους σχέση είχε λυθεί από τα τέλη Μαρτίου 2011.

Ότι από τα ως άνω εκτεθέντα συνάγεται ότι ρητή καταγγελία των εργασιακών σχέσεων των εναγόντων εκ μέρους της εργοδότιδος εναγομένης ουδέποτε έλαβε χώρα, ότι σιωπηρή, αλλά σαφής βούληση της εναγομένης περί μη αποδοχής της εργασίας των εναγόντων και περί λύσης της εργασιακής σχέσης αυτών έλαβε χώρα για πρώτη φορά με την από 22.8.2011 εξώδική απάντηση - δήλωση του νομίμου εκπροσώπου αυτής και ότι οικειοθελής αποχώρηση των εναγόντων περί τα τέλη Μαρτίου 2011 δεν αποδεικνύεται ότι έλαβε χώρα, ως αβασίμως ισχυρίζεται η εναγομένη (...).

Ότι αντιθέτως η εναγομένη από 1.4.2011 μέχρι 20.8.2011 εμφάνιζε στους εβδομαδιαίους πίνακες προς το τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας Αγρινίου τους ενάγοντες ως απασχολουμένους, πλην τελούντες σε επίσχεση εργασίας, προέβαινε στην ασφαλιστική τους κάλυψη, ενώ δεν προέβη σε αναγγελία προς τον ΟΑΕΔ της αποχώρησης των εναγομένων από την εργασία τους, εντός της προβλεπομένης στο νόμο προθεσμίας των οκτώ (8) ημερών από αυτήν.

Ότι συνεπώς οικειοθελής αποχώρηση των εναγόντων ουδέποτε έλαβε χώρα, όπως ορθώς κρίθηκε από την εκκαλουμένη απόφαση. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον περί τούτου τρίτο λόγο της έφεσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, με τον οποίο αυτή παραπονείτο για την κατ’ ουσίαν απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του ισχυρισμού της περί οικειοθελούς αποχώρησης των εναγόντων από την εργασία τους στις 1.4.2011.

Με τον δεύτερο εκ του αριθμού 11 περ, γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τη δικαστική ομολογία των εναγόντων ότι είχαν οικειοθελώς αποχωρήσει από την εργασία τους στις αρχές Απριλίου 2011, συναγομένη από το ότι στο δικόγραφο της αγωγής των είχαν διαλάβει ότι κατά τη διάρκεια της επίσχεσης εργασίας κατέβαλλαν επίπονες προσπάθειες για ανεύρεση άλλης εργασίας, οι οποίες απέβησαν ατελέσφορες λόγω της οικονομικής κρίσης, την οποία (δικαστική ομολογία) είχε αυτή επικαλεσθεί με σχετικό λόγο έφεσης.

Περαιτέρω με τον πέμπτο από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι δεν απάντησε στον ισχυρισμό της περί οικειοθελούς αποχώρησης των εναγόντων από 1.4.2011 συναγομένης από την ομολογηθείσα συμπεριφορά αυτών να καταβάλουν επίπονες προσπάθειες σε αναζήτηση άλλης εργασίας και να μην εμφανίζονται στην εργασία τους, γεγονός που ισοδυναμεί με σιωπηρή εκ μέρους τους καταγγελία της εργασιακής των σχέσης, ενώ παραλλήλως παρέβη τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής ότι ο εργαζόμενος αναζητεί άλλη εργασία όταν έχει παραιτηθεί από την εργασία του ή όταν του έχει καταγγελθεί η σύμβαση από τον εργοδότη και όχι όταν βρίσκεται σε επίσχεση εργασίας.

Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι από τη παραδοχή της αναζήτησης εργασίας κατά τη διάρκεια της επίσχεσης εργασίας δεν συνάγεται δικαστική ομολογία περί οικειοθελούς αποχώρησης του ευρισκομένου σε επίσχεση εργασίας εργαζομένου. Ο πέμπτος λόγος είναι κατά το πρώτο του σκέλος αβάσιμος, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με πλήρη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία απάντησε στον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί οικειοθελούς αποχώρησης των εναγόντων από την εργασία τους, τον οποίο απέρριψε ως κατ’ ουσία αβάσιμο.

Κατά το δεύτερο αυτού σκέλος περί παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις δεν έχουν τον χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας με την έννοια που προεκτέθηκε και, σε κάθε περίπτωση, με τον λόγο αυτόν πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 15/2006). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των λοιπών στοιχείων, να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης και να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 189/2016, ΑΠ 1184/2015).

Επομένως ο τέταρτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγω αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στη προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια των ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης αναφορικά με την απόρριψη του ισχυρισμού αυτής περί καταχρηστικότητας στην άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων εργαζομένων πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, διότι σε αυτόν δεν διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.11.2015 αίτηση αναίρεσης της υπ’ αριθ. 75/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαϊου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ