1003/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1003/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την από 7-11-2011 κλήση των αναιρεσσιβλήτων φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 20-7-2010 αίτηση του αναιρεσείοντος (Σ. Κ. του Β.) για αναίρεση της υπ' αριθμ. 176/2010 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας, που εκδόθηκε μετ' αναίρεση της προηγουμένης υπ' αριθμ 46/2005 απόφασης αυτού με την υπ' αριθμ, 214/2008 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου και παραπομπής της υπόθεσης για περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο ως άνω Εφετείο.
Full text
Απόφαση 1003 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1003/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μάχο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Π. Κ. του Γ., 2)Σ. Κ. του Γ., 3)Ν. Κ. του Γ., και 4)Ν. Κ. του Ε., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σακελλαρίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/7/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 113/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2005 του Εφετείου Κέρκυρας. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 214/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 46/2005 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 176/2010 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/7/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 5/10/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 20/7/2010 αίτησης για αναίρεση της 176/2010 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 7-11-2011 κλήση των αναιρεσσιβλήτων φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 20-7-2010 αίτηση του αναιρεσείοντος (Σ. Κ. του Β.) για αναίρεση της υπ' αριθμ. 176/2010 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας, που εκδόθηκε μετ' αναίρεση της προηγουμένης υπ' αριθμ 46/2005 απόφασης αυτού με την υπ' αριθμ, 214/2008 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου και παραπομπής της υπόθεσης για περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο ως άνω Εφετείο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1108 ΑΚ, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αναίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αρνητική αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλο τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, οπότε προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή κατ' αυτού που κατέχει το πράγμα.
Διατάραξη δε της κυριότητας (ή συγκυριότητας) αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνο ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια την μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών εκ της κυριότητας επί του πράγματος.
Όμως, κατά την δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου το ως άνω δικαίωμα δεν παρέχεται στον κύριο του πράγματος, όταν εκείνος που προσβάλλει την κυριότητα ενεργεί ασκώντας δικαίωμα, το οποίο του παρέχει την εξουσία να παρεμβαίνει στην ιδιοκτησία του άλλου. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 1033, 1108 και 1118 ΑΚ, 224, 262 παρ. 1 και 269 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για την κατάλυση της στηριζομένης στην κυριότητα σε ακίνητο αρνητικής αγωγής, ο εναγόμενος μπορεί να προτείνει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης της αγωγής, την ένσταση ότι αυτός ενήργησε την προσβολή της κυριότητας του ενάγοντος δυνάμει δικαιώματός του, συνισταμένου σε πραγματική δουλεία σε βάρος του ακινήτου και υπέρ του δικού του ακινήτου.
Για το ορισμένο και βάσιμο κατά νόμο της ένστασης πρέπει στην ιστορική βάση αυτής, να αναφέρεται ότι σε βάρος του ακινήτου, που στην αγωγή αναφέρεται ως ανήκον στον ενάγοντα, έχει συσταθεί, με ορισμένο νόμιμο τρόπο, πραγματική δουλεία με ορισμένο περιεχόμενο, αντίστοιχο της στην αγωγή προσβαλλομένης προσβολής, υπέρ ορισμένου ακινήτου, του οποίου έγινε κύριος ο εναγόμενος με ορισμένο νομικό τρόπο.
Ακόμα, όπως σε κάθε αγωγή, έτσι και στην προκειμένη (αρνητική) αγωγή, ο εναγόμενος έχει τη δυνατότητα να προβάλλει μόνο άρνηση (απλή ή αιτιολογημένη) της ιστορικής βάσης αυτής. Η διάκριση μεταξύ αιτιολογημένης άρνησης και ένστασης έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς το βάρος της απόδειξης, καθόσον στην αιτιολογημένη άρνηση ο ενάγων υπέχει το βάρος της απόδειξης των θεμελιωτικών της ιστορικής βάσης της αγωγής πραγματικών περιστατικών, ενώ στην ένσταση ο εναγόμενος βαρύνεται με την απόδειξη των νέων γεγονότων που θεμελιώνουν την ένστασή του.
Ο ενάγων υπέχει το βάρος ν' αρνηθεί τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν μια ένσταση, όχι και τα γεγονότα που στηρίζουν την αιτιολογία άρνησης της αγωγής του. Τέλος η διάκριση μεταξύ αιτιολογημένης άρνησης και ένστασης έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς την οριοθέτηση του αναιρετικού ελέγχου, καθόσον ο κατ' άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης συντρέχει μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν αποφάνθηκε σε ένσταση όχι όμως και αν αδιαφόρησε για τις αιτιολογίες της άρνησης.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Η μη συμμόρφωση δε μπορεί να αφορά ζήτημα δικονομικό ή πραγματικό. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο και ειδικότερα με το πρώτο μέρος αυτού, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, καθόσον δεν συμμορφώθηκε προς την παραμπεπτική υπ' αρ. 214/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που είχε κρίνει ότι εσφαλμένα το Εφετείο με την προηγούμενη υπ' αρ. 46/2005 αναιρεθείσα απόφαση που που επιλήφθηκε και εξέτασε την ένσταση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων περί προσβολής του δικαιώματος της κυριότητας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος επί του επιδίκου ακινήτου του δυνάμει δικαιώματος πραγματικής δουλείας διόδου την οποία απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία.
Πλην όμως το Εφετείο, κατά την επανεκδίκαση της υπόθεσης, κατέληξε στην απόρριψη κατ' ουσίαν της ένδικης αρνητικής αγωγής με την παραδοχή-αιτιολογία ότι ο πρωτόδικος ισχυρισμός των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων ότι αυτοί είχαν αποκτήσει επί του επιδίκου ακινήτου δικαίωμα δουλείας διόδου είχε προβληθεί στο Εφετείο ως αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και όχι ως ένσταση από το άρθρο 1108 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση όμως το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατ' ουσίαν την ένσταση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων περί αποκτήσεως απ' αυτούς δικαιώματος δουλείας επί του επιδίκου ακινήτου του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, μετατρέποντας απαραδέκτως το σχετικό ισχυρισμό τους (εναγομένων-εκκαλούντων-αναιρεσειόντων) ως αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενώ πρόκειται περί της ένστασής τους που απορρίφθηκε ως αόριστη από την πρωτόδικη υπ' αρ. 113/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από τον αρ. 8 περ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια που προτάθηκε παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα με τον πρώτο λόγο κατά το δεύτερο μέρος του της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, καθόσον δέχθηκε ως βάσιμο ισχυρισμό που δεν προτάθηκε παραδεκτά από τους εναγόμενους-εκκαλούντες.
Ειδικότερα αυτοί είχαν δικονομική μόνο υποχρέωση προς κατάλυση του παρανόμου της προσβολής της κυριότητας του ενάγοντος-εφεσιβλήτου-αναιρεσείοντος επί του επιδίκου ακινήτου του να προβάλλουν κατ' ένσταση που θα ήταν ορισμένη και νόμιμη το δικαίωμά τους πραγματικής δουλείας διόδου από το επίδικο ακίνητο, να επαναφέρουν δε αυτήν προς επανεξέταση ενώπιον του Εφετείου με την από 15-12-2003 έφεσή τους ή τους από 25-2-2004 πρόσθετους λόγους έφεσης το οποίο όμως δεν έπραξαν, όπως είχε δεχθεί και η υπ' αρ. 214/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου για τη μη επαναφορά της εν λόγω ένστασης των εναγομένων ενώπιον του Εφετείου.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8α και 18 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτή στο σύνολό της ως βάσιμος.
Συνεπώς πρέπει κατά παραδοχή του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, του οποίου η αναιρετική εμβέλεια καθιστά περιττή την έρευνα των υπολοίπων λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας και ενόψει του ότι πρόκειται για δεύτερη αναίρεση, να κρατηθεί η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση από το τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. τελ. ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 176/2010 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1 Απριλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ