1003/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1003/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου αυτού (19-3-2012), συζητήθηκαν η από 16-3-2009 αίτηση αναιρέσεως της Ε.- Χ. συζ.Α. Β. και η από 16-3-2009 αίτηση αναιρέσεως του Α. Β. στρεφόμενες αμφότερες κατά της υπ' αριθμ. 22/2009 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Οι αιτήσεις αυτές, πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1003 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1003/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Ε. - Χ. συζ. Α. Β., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μαλταμπέ, ο οποίος προηγουμένως ανακάλεσε την από 16.3.2012 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Β. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Λάμπρου.
Β. Του αναιρεσείοντος: Α. Β. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Λάμπρου.
Της αναιρεσιβλήτης: Ε. - Χ. συζ. Α. Β., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μαλταμπέ, ο οποίος προηγουμένως ανακάλεσε την από 16.3.2012 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2. ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Μαΐου 2005 αγωγή της με στοιχεία Α. ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 22/2009 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 18 Μαρτίου 2009 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 22/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση ως και την από 17 Μαρτίου 2009 αίτηση του με στοιχεία Β. αναιρεσείοντος επί της οποίας εκδόθηκε η 23/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία επίσης κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση έρχεται σήμερα για νέα συζήτηση, με την από 4 Μαΐου 2011 κλήση της ήδη αναιρεσείουσας στην υπόθεση με στοιχεία Α. Ε. - Χ. συζ. Α. Β., το γένος Κ. Κ..
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 21 Οκτωβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι, της αναιρεσείουσας - αναιρεσείοντος αντίστοιχα, ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου αυτού (19-3-2012), συζητήθηκαν η από 16-3-2009 αίτηση αναιρέσεως της Ε.- Χ. συζ.Α. Β. και η από 16-3-2009 αίτηση αναιρέσεως του Α. Β. στρεφόμενες αμφότερες κατά της υπ' αριθμ. 22/2009 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Οι αιτήσεις αυτές, πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Α) Επί της από 16-3-2009 αναίρεσης της Ε.-Χ. συζ. Α. Β.
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ^ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο τον Ιούνιο του έτους 1977 στο Γαλάτσι Ρουμανίας και απέκτησαν ένα τέκνο, τον Μ. ο οποίος είναι ήδη ενήλικος. Κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους οι διάδικοι δεν είχαν κανένα περιουσιακό στοιχείο.
Κατά τη διάρκεια όμως αυτού ο εναγόμενος απέκτησε κατά κυριότητα τα πιο κάτω τρία ακίνητα που βρίσκονται στη θέση " Αγ. Σπυρίδων" της κτηματικής περιφέρειας Χώρας "Ανδρου Κυκλάδων τα οποία είναι όμορα μεταξύ τους. Ειδικότερα αυτός, αρχικά δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1989 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Άνδρου Αναστασίου Δημητρίου, που νόμιμα μεταγράφηκε απέκτησε την κυριότητα κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, ενός ακινήτου συνολικής εκτάσεως 32.154 τ.μ.
που βρίσκεται στην προαναφερθείσα περιοχή. Στη συνέχεια κατόπιν εξωδίκου διανομής του εν λόγω ακινήτου η οποία έγινε μεταξύ των συγκυρίων με το υπ' αριθ. .../1990 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Χρήστου Στείρου, που νόμιμα μεταγράφηκε, στον εναγόμενο περιήλθαν από τη διανομή τρία αυτοτελή και ανεξάρτητα μεταξύ τους οικόπεδα:
ήτοι α) ένα εκτάσεως 4.016 τ.μ. το οποίο εμφαίνεται στο από Απρίλιο 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ. Χ. με τα στοιχεία Γ-Δ-Β-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Γ, και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησίες Β. Λ., Γ. Δ. και Α. Σ., νότια με αγροτικό δρόμο, δυτικά με ιδιοκτησία Θ. Χ. και ανατολικά με ιδιοκτησία Α. Κ., β ) το 1/3 εξ αδιαιρέτου επί ενός οικοπέδου εκτάσεως 8.040 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται στο από Απριλίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του ιδίου ως άνω πολιτικού μηχανικού, με στοιχεία Η-δ-ε-ζ-η-Θ-Ξ-μ-Μ-Λ-Κ-Ζ-Η, το οποίο συνορεύει βόρεια με αγροτικό δρόμο Μεσσαριάς-Χώρας Άνδρου, νότια με αγροτικό δρόμο, δυτικά και ανατολικά με ιδιοκτησία Α.
Κ. και γ) ένα οικόπεδο εκτάσεως 4.022 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, και συνορεύει βόρεια και νότια με αγροτικό δρόμο, δυτικά με ιδιοκτησία Α. Κ. και ανατολικά με ιδιοκτησία Θ. Χ.. Επί του εν λόγω οικοπέδου (εκτάσεως 4.022 τ.μ.) κτίστηκε μία διώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο, συνολικής επιφανείας 595,56 τ.μ., η οποία από του έτους 2000 κατόπιν νομίμου αδείας λειτουργεί ως ξενοδοχείο με το όνομα "ΣΤΑΓΕΙΡΑ" συνολικής δυναμικότητας 12 δωματίων και 19 κλινών και λοιπών βοηθητικών χώρων.
Κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης των διαδίκων αλλά και κατά το χρόνο ασκήσεως της κρινόμενης αγωγής, δηλαδή τον Ιανουάριο και Μάιο αντίστοιχα του έτους 2005, η αγοραία αξία των τριών αυτών ακινήτων και της διώροφης οικοδομής, ήταν 94.000 ευρώ για το υπό στοιχείο α' ακίνητο, 66.000 ευρώ για το υπό στοιχείο β' ακίνητο, και 1.140.000 ευρώ για το υπό στοιχείο γ' ακίνητο συνυπολογιζομένης της αξίας του οικοπέδου, του κτίσματος και τους είδους της επιχείρησης που ασκείται επ' αυτού.
Η αγορά των πιο πάνω ακινήτων και η κατασκευή του προαναφερομένου κτίσματος έγινε με χρήματα που διέθεσαν από κοινού οι διάδικοι. Ειδικότερα, ο εναγόμενος Α αρχικά και μέχρι το έτος 1982 εργαζόταν ως υποπλοίαρχος του Εμπορικού Ναυτικού, ενώ από το έτος 1982 έως το 1990 άσκησε επιχείρηση ενοικίασης αυτοκινήτων στην Άνδρο, η οποία όμως ήταν ζημιογόνα.
Η ενάγουσα, το Δεκέμβριο του 1977 μίσθωσε μία διώροφη οικοδομή στη Χώρα Άνδρου, ιδιοκτησίας Α. Κ., η οποία λειτουργούσε ως ξενοδοχειακή επιχείρηση με την επωνυμία "Αιγλη", την οποία εκμεταλλεύτηκε επικερδώς μέχρι το 2003 που λύθηκε η μίσθωση. Επίσης αυτή από το έτος 1987 είχε μισθώσει και ένα άλλο ξενώνα, που βρίσκεται στα Αποίκια της Άνδρου, τον οποίον επίσης εκμεταλλεύτηκε επικερδώς μέχρι το 2001.
Στις ως άνω επαγγελματικές δραστηριότητες της ενάγουσας, ο εναγόμενος προσέφερε σημαντική βοήθεια και συγκεκριμένα προσέφερε καθημερινά και ο ίδιος την εργασία του, και επέβλεπε για την καλή λειτουργία των εν λόγω επιχειρήσεων. Από τα κέρδη των επιχειρήσεων αυτών, αγοράστηκαν τα ως άνω οικόπεδα και ανεγέρθηκε σ' ένα από αυτά το προαναφερθέν κτίσμα.
Επίσης κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης των διαδίκων, ο εναγόμενος είχε στην κυριότητα του, ένα αυτοκίνητο μάρκας FORD TRANSIT, καθώς επίσης κατείχε 70 μετοχές της Ε.Τ.Β.Α και ήδη Τράπεζα Πειραιώς, 130 μετοχές COSMOTE, 307 μετοχές ΟΤΕ και 918 μετοχές ΑΙΡΗΑ, η δαπάνη αγοράς των οποίων καλύφθηκε με χρήματα του εναγομένου και η ενάγουσα ουδεμία συμβολή είχε στην απόκτηση των ως άνω περιουσιακών στοιχείων.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά που αποδείχθηκαν, η ενάγουσα κατά τη κρίση του δικαστηρίου συνέβαλε για την απόκτηση των εν λόγω ακινήτων, κατά ποσοστό 50%. Η συμβολή της αυτή συνίσταται στην προσφορά μεγάλου μέρους των κερδών που αποκόμισε από την προαναφερόμενη επιχειρηματική της δραστηριότητα, για την αγορά των ως άνω ακινήτων και ανέγερση του κτίσματος σε ένα από αυτά επί του οποίου ασκήθηκε επιχείρηση ξενοδοχείου με το όνομα "ΣΤΑΓΕΙΡΑ" ως επίσης και στην καθημερινή προσωπική της εργασία στο εν λόγω ξενοδοχείο.
Κατά το υπόλοιπο ποσοστό 50% για την απόκτηση των ανωτέρω ακινήτων συνέβαλε ο εναγόμενος με ουσιαστική βοήθεια που αυτός προσέφερε καθημερινά με την προσωπική του εργασία, και παρουσία στην άσκηση της εν λόγω επιχειρηματικής δραστηριότητας της ενάγουσας. Μάλιστα δε, οι ίδιοι, οι διάδικοι αναγνωρίζοντας το ανωτέρω ποσοστό συμβολής που προσέφερε κάθε ένας από αυτούς στην απόκτηση των ως άνω περιουσιακών στοιχείων, με το με ημερομηνία 23-5-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφηκε και από τους δύο, μετά την διάσπαση της έγγαμης σχέσης τους, συμφωνήθηκε ότι, η εν λόγω ακίνητη περιουσία που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου τους, ανήκει κατά ποσοστό 50% στον καθένα.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει όμοια και είχε απορρίψει κατά ένα μέρος (κατά τα πέραν του ανωτέρω ποσοστού αιτούμενα) την αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας από αξίωση συμμετοχής της στα αποκτήματα.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 1400 Α. Κ καθόσον διέλαβε στην απόφαση του σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου. Ειδικότερα τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τα οποία η αγορά των τριών ως άνω ακινήτων και η κατασκευή του κτίσματος(ξενοδοχείου) έγινε με χρήματα που διέθεσαν από κοινού και κατ' ίσο μέρος (50%) οι διάδικοι και ότι η δαπάνη αγοράς του αυτοκινήτου και των μετοχών καλύφθηκε με χρήματα του εναγομένου και η ενάγουσα ουδεμία συμβολή είχε στην απόκτηση των περιουσιακών τούτων στοιχείων, στηρίζουν την απόρριψη της αγωγής κατά τα αιτηθέντα πλέον του επιδικασθέντος ποσοστού 50% επί των τριών ακινήτων.
Συνεπώς ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. κατά το μέρος που υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος διότι οι δι' αυτού προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγμάτων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και θεμελιώνεται μόνο αν το σφάλμα της αιτιολογίας ανάγεται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού. Επομένως δεν έχει εφαρμογή όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη. Κατ' ακολουθίαν ο ίδιος λόγος από τον αριθμό 19 κατά το μέρος που προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης όσον αφορά το μέρος της αγωγής που απορρίφθηκε ως αόριστη είναι απαράδεκτος καθόσον κατά τα αμέσως προεκτεθέντα προϋπόθεση του λόγου τούτου αποτελεί η ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης.
Β) Επί της από 16-3-2009 αναίρεσης του Α. Β..
Κατά το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 223 και 295 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει το αίτημα της αγωγής και ότι ο περιορισμός αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά το αίτημα που περιορίστηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε. Από τις ανωτέρω διατάξεις επίσης προκύπτει ότι δεν είναι επιτρεπτή η μετά τον κατά τ' ανωτέρω περιορισμό του αιτήματος της αγωγής ανάκληση του περιορισμού, διότι τούτο θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη διεύρυνση του αιτήματος της αγωγής, του οποίου μόνο ο περιορισμός κατά τ' ανωτέρω είναι επιτρεπτός.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα ότι δεν κήρυξε απαράδεκτη την εκ μέρους της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης επέκταση του αιτήματος της αγωγής από αναγνωριστικό σε καταψηφιστικό, διότι, ενώ η τελευταία, με τις από 17-2-2006 προτάσεις της που είχε υποβάλει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, περιόρισε τα καταψηφιστικά αιτήματα της αγωγής σε αναγνωριστικά, στη συνέχεια, με τις από 16-2-2007 νέες προτάσεις της ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, τις οποίες υπέβαλε μετά την αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως από την αρχικώς ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο, δήλωσε ότι ανακαλεί τον γενόμενο εκ παραδρομής περιορισμό των ανωτέρω αιτημάτων και ότι εμμένει στον καταψηφιστικό χαρακτήρα τους. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, διότι η μετά τον κατά τ' ανωτέρω περιορισμό του αιτήματος της αγωγής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ανάκληση του περιορισμού συνιστά ανεπίτρεπτη διεύρυνση του αιτήματος της αγωγής, την οποία το εφετείο παρά το νόμο δεν απέκρουσε ως απαράδεκτη.
Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό της αναίρεσης, αλλά και κάθε λόγου αυτής, ο αναιρεσείων πρέπει να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση εξαιτίας σφάλματος, που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατά παράβαση του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α απέρριψε το λόγο της εφέσεως για κακή σύνθεση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου λόγω της συμμετοχής στη σύνθεση του της ίδιας δικαστού που είχε προηγουμένως εκδώσει την υπ. αριθ. 700/2006 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων με την οποία είχε διαταχθεί η συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας του αναιρεσείοντος προς εξασφάλιση της ένδικης απαίτησης και είχε προβεί σε ουσιαστική εκτίμηση και κρίση επί των ιδίων πραγματικών περιστατικών είναι απαράδεκτος προεχόντως για έλλειψη εννόμου συμφέροντος ενόψει του ότι η ένδικη διαφορά όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης επανακρίθηκε από το Εφετείο.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν.
Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 1400 Α.Κ. αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αυξήσεως το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αυξήσεως, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή (παρ.1). Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διαστάσεως των συζύγων που διήρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια (παρ.2). Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από τις αιτίες αυτές (παρ.3).
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στοιχεία της αγωγής του συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου (και της σχετικής αποφάσεως) είναι: α) λύση ή ακύρωση του μεταξύ των συζύγων υφισταμένου νομίμου γάμου ή συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως, β) αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου αφότου τελέσθηκε ο γάμος και γ) συμβολή με οποιοδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου κατά τη διάρκεια του γάμου.
Για την τελευταία είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται στην αγωγή αλλά και στην απόφαση το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος με την αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου. Ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος του οποίου η περιουσία αυξήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή.
Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση, ενώ αν με την αγωγή ζητείται ποσοστό μεγαλύτερο του ενός τρίτου, ως προς το επί πλέον του ενός τρίτου ποσοστό συνιστά άρνηση (Α.Π. 1254/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι έλαβε υπόψη γεγονότα θεμελιωτικά της αγωγής που δεν περιέχονταν σ' αυτήν, ήτοι ότι "Κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους οι διάδικοι δεν είχαν κανένα περιουσιακό στοιχείο", ότι "η ενάγουσα το Δεκέμβριο του 1977 μίσθωσε μια διώροφη οικοδομή στη Χώρα Άνδρου, ιδιοκτησίας Α.
Κ., η οποία λειτουργούσε ως ξενοδοχειακή επιχείρηση με την επωνυμία "Αίγλη"", ότι "ο εναγόμενος αρχικά και μέχρι το 1982 εργαζόταν ως υποπλοίαρχος του Εμπορικού Ναυτικού, ενώ από το έτος 1982 έως το 1990 άσκησε επιχείρηση ενοικίασης αυτοκινήτων, η οποία όμως ήταν ζημιογόνα", καθώς και ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη την παραδεκτώς προταθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα με τον τρίτο λόγο της εφέσεως ένσταση του ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε καμία συμμετοχή στην επαύξηση της περιουσίας του κατά τη διάρκεια του γάμου τους, ο δε αγωγικός ισχυρισμός της ότι συνέβαλε στην απόκτηση των ακινήτων του κατά ποσοστό 72% με τα κέρδη που αποκόμισε από τη λειτουργία του αναφερόμενου στην αγωγή ξενοδοχείου που είχε μισθώσει ήταν παντελώς ψευδής, διότι η πιο πάνω επιχείρηση και τα κέρδη της ανήκαν σ' αυτόν, εφόσον με αποκλειστικώς δικά του κεφάλαια και προσπάθειες τη συνέστησε και την ανέπτυξε, ενώ η αναιρεσίβλητη εικονικά φερόταν στην αρμόδια ΔΟΥ ότι ασκούσε επιχείρηση ξενοδοχείου.
Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που αφορά την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη τ' ανωτέρω πραγματικά περιστατικά είναι απαράδεκτος προεχόντως διότι αυτά δεν συνιστούν πράγματα κατά την προεκτεθείσα του όρου έννοια δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής αλλά επιχειρήματα του Δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αφορά την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την προβληθείσα κατά τα ανωτέρω ένσταση του εναγομένου για μηδενική συμβολή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του είναι ουσιαστικά αβάσιμος διότι από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι ο υπό τα ως άνω πραγματικά περιστατικά ισχυρισμός που αποτελεί και πράγμα καθό μέρος αφορά την απόκρουση της τεκμαιρόμενης συμβολής (1/3) λήφθηκε υπόψη και αποκρούστηκε από το Δικαστήριο με την παραδοχή γεγονότων αντίθετων προς αυτό που τον συγκροτούν.
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στη προκειμένη περίπτωση με βάση τις προαναφερθείσες παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει όμοια και είχε δεχθεί κατά ένα μέρος την αγωγή της ενάγουσας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 1400 Α.
Κ. ούτε στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε σ' αυτή σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου χωρίς ν' απαιτούνται προς τούτο και άλλες αιτιολογίες. Ειδικότερα με τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τα οποία η αγορά των τριών ως άνω ακινήτων και η κατασκευή του κτίσματος (ξενοδοχείου) κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων έγινε με χρήματα που διέθεσαν από κοινού και κατ' ίσο μέρος οι διάδικοι καταφάσκεται η υποχρέωση του εναγομένου για απόδοση στην ενάγουσα της επελθούσης αύξησης της περιουσίας του κατά το μέρος που προέρχεται υπό τη δική της συμβολή και το οποίο ανέρχεται σε ποσοστό 50%.
Κατ' ακολουθίαν ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το τρίτο και δεύτερο σκέλος του αντίστοιχα από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι με τις προβαλλόμενες αιτιάσεις πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου και η σχετική από τις αποδείξεις επιχειρηματολογία τούτου η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ. Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου κώδικα, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο του οποίου το περιεχόμενο φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το τέταρτο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 23-5-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ των διαδίκων, δεχόμενη ότι με το συμφωνητικό αυτό συμφωνήθηκε ότι η ακίνητη περιουσία που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου τους ανήκει κατά ποσοστό 50% στον καθένα, ενώ από την ανάγνωση του ανωτέρω εγγράφου δεν προκύπτει ότι αυτός (ο αναιρεσείων) αναγνώρισε ή συμφώνησε ότι η ακίνητη περιουσία που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου τους ανήκει κατά ποσοστό 50% στην αναιρεσίβλητη αλλά ότι στα πλαίσια συζητήσεων για ενδεχόμενη συμβιβαστική επίλυση των διαφορών τους συμφώνησε κατ' αρχήν να της παραχωρήσει το 50% της επικαρπίας του ακινήτου στο οποίο βρίσκεται το ξενοδοχείο και το 1/2 του 1/3 ποσοστού συγκυριότητας που έχει με άλλους δύο συγκυρίους επί του τρίτου αγροτεμαχίου εκτάσεως 8.040 τετραγωνικών μέτρων.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του. Εν πάση δε περιπτώσει ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος γιατί το εφετείο σχημάτισε την κρίση του ύστερα από συνεκτίμηση όλων των αποδείξεων που προσκομίστηκαν ενώπιον του, δηλαδή μαρτυρικών καταθέσεων και εγγράφων, μεταξύ των οποίων και το ανωτέρω έγγραφο του οποίου το περιεχόμενο φέρεται ότι παραμορφώθηκε, στο οποίο δεν βασίστηκε αποκλειστικά ή έστω κατά κύριο λόγο η κρίση του εφετείου.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ.γ' ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.
Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Κατ' ακολουθίαν ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθ. 11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη εκτός των άλλων οι με αριθ. ..., ... και .../116-2-2006 ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν με επιμέλεια του εναγομένου ενώπιον του συμβολαιογράφου Άνδρου Αναστασίου Δημητρίου μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας καθώς και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στο λόγο αυτόν (συμπεριλαμβανομένης και της προσκομισθείσης για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων υπ' αριθ. .../1-4-2003 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα Κωνσταντίνου Παπαδόπουλου) που προσκόμισε με επίκληση ο εναγόμενος καθώς και τις προαναφερθείσες και ρητά μνημονευόμενες ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του ανωτέρω συμβολαιογράφου Άνδρου με τις διαλαμβανόμενες σ' αυτές καταθέσεις αντίστοιχα των μαρτύρων Ν.
Ψ., Ν. Ζ. και Ν. Δ. . Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) Κατά το άρθρο 250 Κ.Πολ.Δ. αν είναι εκκρεμής ποινική αγωγή που επηρεάζει τη διάγνωση της διαφοράς, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζητήσεως εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αναβολή της συζητήσεως για τον πιο πάνω λόγο απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, η δε παραδοχή ή απόρριψη σχετικού αιτήματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Εξάλλου με βάση τ' ανωτέρω η έστω και σιωπηρή απόρριψη αιτήματος αναβολής της συζητήσεως για τον πιο πάνω λόγο δεν συνιστά παράβαση του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., δεν απάντησε στο αίτημα του για αναβολή της συζητήσεως των εφέσεων των διαδίκων μέχρι το πέρας της ποινικής δίκης επί της από 2-1-2008 εγκλήσεώς του κατά της εναγομένης και της μάρτυρος της. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, η αναβολή της συζητήσεως κατά το άρθρο 250 Κ.Πολ.Δ. απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, η δε παραδοχή ή απόρριψη σχετικού αιτήματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και η τυχόν απόρριψη του, έστω και σιωπηρά, δεν συνιστά παράβαση του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η από 16-3-2009 αναίρεση της Ε.-Χ. συζ. Α. Β., να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το βάσιμο ως άνω λόγο της από 16-3-2009 αναίρεσης του Α. Β. και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος που αναιρείται στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους Δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Εξάλλου η αναιρεσείουσα και αναιρεσίβλητη Ε.-Χ. συζ. Α. Β. πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου της (άρθ. 183, 176 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 16-3-2009 αίτηση αναιρέσεως της Ε.-Χ. συζ. Α. Β. και την από 16-3-2009 αίτηση αναιρέσεως του Α. Β. για αναίρεση της υπ' αριθ. 22/2009 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-3-2009 αίτηση της Ε.- Χ. συζ. Α. Β..
ΑΝΑΙΡΕΙ κατά το εις το σκεπτικό μέρος την υπ' αριθ. 22/2009 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος τούτο στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη Ε.-Χ. συζ. Α. Β. στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος Α. Β., τα οποία ορίζει στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων οκτακοσίων (4.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ