1003/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1003/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 12 τον ν. ΓΠΝ/1911 "περί εκ των αυτοκινήτων αστικής και ποινικής ευθύνης" ο παρών νόμος δεν έχει εφαρμογήν υπέρ των επιβαινώντων του ζημιώσαντος αυτοκινήτου ως επίσης υπέρ των δι' αυτού μεταφερομένων πραγμάτων. Επομένως, με βάση την άνω διάταξη σε περίπτωση ατυχήματος προκληθέντος από αυτοκίνητο ο ιδιοκτήτης και κάτοχος του αυτοκινήτου δεν ευθύνεται έναντι του παθόντος επιβάτη με μόνη την άνω ιδιότητα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1003 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1003/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. θυγατέρας Ε. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Βασιλάκο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Κ. του Ι., 2) Χ. συζύγου Σ. Κ., κατοίκων ..., 3) Ι. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 4) Δ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γκόνη και δεν κατέθεσαν προτάσεις, 5) Ι. Β. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 6) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/3/2005 αγωγή των υπό στοιχεία 1-4 ήδη αναιρεσιβλήτων, τις από 21/10/2005 κύρια και 29/7/2005 παρεμπίπτουσα αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας και την από 20/4/2005 παρεμπίπτουσα αγωγή-αναγωγή της υπό στοιχείο 6 ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1957/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4257/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/7/2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου ανέγνωσε την από 23/2/2011 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στην σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ιωάννας Λούκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από την υπ' αρ. 11140/4.10.2010 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, καθώς και κλήση προς συζήτηση της αίτησης, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πέμπτο αναιρεσίβλητο, ο οποίος όμως δεν εμφανίστηκε κατά την ως άνω συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως, και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, που επισπεύδεται από την αναιρεσείουσα, παρά την απουσία του πιο πάνω πέμπτου αναιρεσίβλητου Ι. Β..
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 559 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να κατευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων από αυτούς για τους οποίους επιδιώκεται με αυτή και με βάση τις επικαλούμενες πλημμελειές της, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη με αυτή πλημμέλεια και ως προς οποίους, επομένως , δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος της που στρέφεται εναντίον της έκτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α" , πρέπει να απορριθφεί ως απαράδεκτη, διότι οι πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως που προβάλλονται με αυτή, δεν αναφέρονται σε διάταξη της αποφάσεως αυτής, που αφορά την ανωτέρω αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία.
Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 12 τον ν. ΓΠΝ/1911 "περί εκ των αυτοκινήτων αστικής και ποινικής ευθύνης" ο παρών νόμος δεν έχει εφαρμογήν υπέρ των επιβαινώντων του ζημιώσαντος αυτοκινήτου ως επίσης υπέρ των δι' αυτού μεταφερομένων πραγμάτων. Επομένως, με βάση την άνω διάταξη σε περίπτωση ατυχήματος προκληθέντος από αυτοκίνητο ο ιδιοκτήτης και κάτοχος του αυτοκινήτου δεν ευθύνεται έναντι του παθόντος επιβάτη με μόνη την άνω ιδιότητα.
Απαιτείται προς τούτο άλλη έννομη σχέση μεταξύ του ιδιοκτήτη ή κατόχου και του οδηγού που προκάλεσε το ατύχημα. Τέτοια έννομη σχέση μπορεί να είναι η πρόστηση κατά την έννοια της ΑΚ 922. Από την τελευταία διάταξη σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 299,330 εδ. β'914 και 932 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου από αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος η ευθύνη του προστήσαντος προς αποκατάσταση του θανατωθέντος προϋποθέτει:
α)σχέση προστήσεως β)παράνομη και υπαίτια (επομένως και αμελή) συμπεριφορά του προστηθέντος τελούσα σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επέλευση του θανάτου και γ)εσωτερική αιτιώδη σχέση της εν λόγω συμπεριφοράς και της εκτελέσεως της ανατεθειμένης στον προστηθέντα υπηρεσίας. Σχέση προστήσεως υπάρχει όταν στο πλαίσιο υφισταμένης μεταξύ δυο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσεως, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στον άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσεως η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά την οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου.
Τέτοια περίπτωση προστήσεως υπάρχει όταν ο ιδιοκτήτης ή ο κάτοχος ενός αυτοκινήτου εμπιστεύεται την οδήγησή του σε φίλο του ή αν σύζυγος επιτρέπει την οδήγηση του αυτοκινήτου από τη σύζυγό του ή ο πατέρας από τον υιό του πράγμα που μπορεί να συμβεί είτε όταν ο παραχωρήσας συνεπιβαίνει στο αυτοκίνητο είτε όταν δεν συνεπιβαίνει.
Στην περίπτωση αυτή ο παραχωρήσας ή εμπιστευθείς την οδήγηση κάτοχος ή ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου χαρακτηρίζεται ως προστήσας κατά την έννοια της ΑΚ 922. Σχέση εξάλλου προσήσεως υπάρχει και στην περίπτωση που στο δικόγραφο της αγωγής δεν χρησιμοποιείται ρητώς ή λέξη πρόστηση, όμως παρατίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που τη συγκροτούν και την εξειδικεύουν όπως τούτο συμβαίνει όταν στην αγωγή παρατίθεται ότι ο επιβαίνων στο ζημιογόνο αυτοκίνητο ως συνοδηγός ιδιοκτήτης του για οποιοδήποτε λόγο εμπιστεύεται και παραχωρεί την οδήγησή του σε άλλο πρόσωπο προς εκτέλεση συγκεκριμένης διαδρομής.
Η διάταξη θεσπίζει γνήσια αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος δηλαδή ευθύνη ανεξάρτητη από ίδιο πταίσμα του προστήσαντος. Επομένως στον προστήσαντα δεν παρέχεται η δυνατότητα απαλλαγής του από την ευθύνη, αν αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα (αμέλεια) ως προς την εκ μέρους του επιλογή του προστήσαντος ή ως προς την επίβλεψή του ή ως προς τις οδηγίες που του παρείχε ούτε αν αποδείξει ότι ο προστηθείς είχε αναπτύξει πρωτοβουλία κατά την παροχή της υπηρεσίας που του ανατέθηκε.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 α' του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι για να είναι ορισμένη η ιστορική βάση της αγωγής πρέπει να εκτίθενται στο εισαγωγικό δικόγραφο με σαφήνεια τα στοιχεία που πληρούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αν τέτοιο στοιχείο αποτελεί μία νομική έννοια, όπως είναι η πρόστηση, τότε, σύμφωνα με την ισχύουσα στο χώρο του δικονομικού δικαίου θεωρία του συγκεκριμένου προσδιορισμού ή της λειτουργίας του κανόνα δικαίου, δεν απαιτείται λεπτομερής αναφορά και ανάλυση των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων της εν λόγω νομικής έννοιας, αλλά να εκτίθενται τα βασικά εκείνα περιστατικά που επιτρέπουν στο μεν δικαστήριο να ελέγξει αν πληρούται η νομική έννοια, στον δε εναγόμενο να αμυνθεί αποτελεσματικώς.
Η συγκεκριμενοποίηση των αναφερομένων στην αγωγή βασικών γνωρισμάτων της νομικής έννοιας μπορεί να γίνει με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν δεν τα έχει επικαλεσθεί ο ενάγων.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και υπό την επίκληση του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολ Δ προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι έλαβε υπόψη πράγματα ασκούντα ουσιώδη επίδραση στη δίκη χωρίς να προταθούν με την αγωγή των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα, στήριξε την ευθύνη της αναιρεσείουσας για το ένδικο ατύχημα κατά το οποίο θανατώθηκε η Α.
Κ. επιβάτης στο υπ'αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που ανήκε στην κυριότητα της (αναιρεσείουσας) στην ιδιότητα αυτής ως προστήσασας τον οδηγό Ι. Β. (πέμπτο των αναιρασίβλητων) χωρίς τέτοια εκ προστήσεως βάση να διαλαμβάνεται στο εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής. Περαιτέρω όπως προκύπτει από την επισκόπηση παραδεκτώς από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της από 1-3-2005 των τεσσάρων πρώτων αναιρεσίβλητων η ευθύνη της αναιρεσείουσας για τη θανάτωση της Α.
Κ. στηρίζεται όχι μόνο στην ιδιότητά της ως κυρίας και κατόχου του ζημιογόνου αυτοκινήτου, αλλά και στην ιδιότητά της ως προστήσασας κατά την έννοια της ΑΚ 922 αφού έστω και χωρίς την χρήση ρητώς του όρου "πρόστηση" όπως αναφέρεται στην Τρίτη σελίδα αυτής, οδηγός του αυτοκινήτου κατά το χρόνο του συμβάντος στον οποίο η ιδιοκτήτρια και ήδη αναιρεσείουσα είχε εμπιστευθεί την οδήγηση του αυτοκινήτου της, ήταν ο πρώτος εναγόμενος Ι.
Β.. Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντιστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά τους, καθώς και λόγοι εφέσεως με τους οποίους προβάλλονται παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως ή αυτοτελείς ισχυρισμοί.
Επομένως, δεν είναι πράγματα, με την έννοια αυτή οι πραγματικοί ισχυρισμοί που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή των αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, καθώς και οι νόμιμοι ή απαράδεκτοι ισχυρισμοί ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα υπέρ της βασιμότητας της αγωγής ή ενστάσεως ακόμα και αν προβάλλονται με λόγους εφέσεως καθώς και τα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους.
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη "πράγματα" ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκδοση της δίκης διότι δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα τελούσε σε γνώση της καταστάσεως μέθης του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και αναιρεσίβλητου Ι.
Β., καίτοι ομοίου περιεχομένου ισχυρισμός δεν εμπεριέχεται στην ασκηθείσα κατ' αυτής αγωγή των τεσσάρων πρώτων αναιρεσίβλητων καθώς και στις υποβληθείσες επ' αυτής προτάσεις τους. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι ενόψει του αντικειμενικού χαρακτήρα της ευθύνης της αναιρεσείουσας ως προστήσασας κατά την έννοια της ΑΚ 922 σύμφωνα με τα προεκτεθέντα τα παραπάνω τα γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας σχετικά με τη γνώση της αναιρεσείουσας ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου και προστηθείς στην οδήγηση τελούσε σε κατάσταση μέθης, δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την προεκτεθείσα του όρου έννοια ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αλλά πλεοναστικές αιτιολογίες.
Συνακόλουθα, και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του με το οποίο υπό την επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δεν έχει επαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την παραδοχή της κατά την οποία η αναιρεσείουσα τελούσε σε γνώση της καταστάσεως μέθης του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ήδη αναιρεσίβλητου Ι.
Β., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η εν λόγω αιτίαση αναφέρεται σε πλεοναστικές αιτιολογίες.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ,η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικαστικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως και κατά το δεύτερο μέρος του, υπό την επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με προβληθείσα από την αναιρεσείουσα παραδεκτώς τόσο στον πρώτο όσο και στο δεύτερο βαθμό ένσταση συντρέχουσας υπαιτιότητας (άρθρο 300 ΑΚ) της θανατωθείσας από τη μη χρήση ζώνης ασφαλείας και την απόρριψη αυτής ως αβάσιμης.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο επί του άνω θέματος δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα :Ο ισχυρισμός των εναγομένων που αυτοί προέβαλαν πρωτοδίκως και επαναφέρουν με τις εφέσεις των, περί συντρέχοντος πταίσματος της θανούσας Α. Κ. στην έκταση του τραυματισμού της διότι αυτή δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, ανεξαρτήτως του ότι δεν αποδεικνύεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η ουσιαστική βασιμότητά του, προέκυψε ότι η προπεριγραφείσα πρόσκρουση του αυτοκινήτου ήταν τόσο σφοδρή, κυρίως στην πίσω πλευρά του αυτοκινήτου, όπου η θανούσα εκάθητο ώστε και αν αυτή ακόμη φορούσε ζώνη ασφαλείας, δεν θα αποτρεπόταν ο ένδικος θανατηφόρος τραυματισμός της, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η πρόσκρουση του αυτοκινήτου έγινε με σφοδρότητα, σε συμπαγή σταθερό αντικείμενο (μεταλλικές διαχωριστικές μπάρες, τσιμεντένια βάση πινακίδας) και δεδομένου ότι συνεθλίβη η πίσω δεξιά και κυρίως η αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου, όπως τούτο αποδεικνύεται ιδία από την από 18.12.2004 έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας Ελευσίνας, τις φωτογραφίες του αυτοκινήτου και τα σημεία τραυματισμού της ανωτέρω θανούσας.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, διέβαλε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της απόρριψης ως αβάσιμης στην ουσία της ένστασης αυτής με την προσβαλλόμενη απόφαση, και κατά τη συνέπεια, ο ανωτέρω σχετικός λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 368 παρ. 1 ΚΠολΔ "Το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Κατά τη δε της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου "Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές επιστήμες ή τέχνες".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην μη ελεγχόμενη αναιρετικά κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμά ελευθέρως την ανάγκη χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει πως χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση με το τέταρτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 10 του άρθρου 559ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι απέρριψε κατ' ουσίαν την προταθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση συντρέχοντος πταίσματος της θανατωθείσης από το ένδικο τροχαίο ατύχημα, συνισταμένου ότι αυτή δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, χωρίς να διατάξει πραγματογνωμοσύνη.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι δεν υπάρχει σ' αυτήν παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι για να γίνει αντιληπτό το ζήτημα αυτό απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 340 και 346 του ΚΠολΔ.
Προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικώς με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεων υποχρεούται να λάβει γνώση όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
Η παραβίαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος όμως αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο λόγος αναιρέσεως ή προκειμένου περί εγγράφων, όταν έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα έστω και χωρίς να γίνεται ειδική μνεία ή αξιολόγηση καθενός από αυτά, εκτός, αν παρά τη διαβεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες της καταλείπονται αμφιβολίες για συνεκτίμηση όλων, ή ορισμένων εγγράφων, οπότε και μόνον είναι κατ' ουσίαν βάσιμος ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως.
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ.γ του άρθρου του ΚΠολΔ, διότι κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος που έχει σχέση με την παραχώρηση από την αναιρεσείουσα της οδήγησης του ζημιογόνου οχήματος στον αναιρεσίβλητο Ι. Β. καίτοι γνώριζε ότι λόγω κατανάλωσης οινοπνευματωδών ποτών ευρίσκετο σε κατάσταση μέθης και είχε μειωμένη ικανότητα για οδήγηση καθόσον ήταν από νωρίς συνεχώς μαζί του, δεν έλαβε υπόψη την από 24.3.2006 βεβαίωση του φροντιστηρίου ξένων γλωσσών Ρ.
Α.-Μ. περί της παροχής των υπηρεσιών της (της αναιρεσείουσας) με την ιδιότητά της ως καθηγήτριας ιταλικής γλώσσας στο εν λόγω φροντιστήριο από 15.00 έως 22.30 ώρα της 17.12.2004. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση γενική διαβεβαίωση ότι για τη διαμόρφωση της ουσιαστικής κρίσεώς του το Εφετείο έλαβε υπόψη και όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα προσκομίσουν και επικαλούνται, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων σε συνδυασμό προς τις αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεκτίμησε με τα άλλα έγγραφα και αποδεικτικά μέσα και το επίμαχο ως άνω έγγραφο.
Επειδή, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, πρέπει να απορριφθεί η από7.7.2010 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας Σ. θυγατέρας Ε. Π. και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, πλην του εκ τούτων πέμπτου, που δεν παρέστη (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ όπως στο διατακτικό).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.7.2019 αίτηση αναίρεσης της Σ. θυγατέρας Ε. Π..
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των πρώτου, δεύτερης, τρίτου και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων που ορίζει σε χίλια εκατό ευρώ (1.100) ευρώ και της έκτης αναιρεσίβλητης που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουνίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ