1003/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1003/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 με το να προσφύγει σε αυτές μολονότι δε διαπίστωσε κενό ή ασάφεια στις δικαιοπρακτικές βουλήσεις των μερών στην καταρτισθείσα μεταξύ αυτών από .....
Full text
Απόφαση 1003 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1003/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη Καραγιάννη.
Της αναιρεσίβλητης: ........, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Θωμαϊδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-7-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7115/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 561/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 1-9-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 28-12-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των περί απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης και την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η απαγόρευση της άσκησης του δικαιώματος που ορίζει το άρθρο 281 ΑΚ με τους όρους που αυτό προβλέπει, είναι παραδεκτή μόνο για δικαίωμα, το οποίο απορρέει από διατάξεις ουσιαστικού νόμου και όχι από διατάξεις δικονομικές, αφού το άρθρο 281 ΑΚ, όπως προκύπτει από το πνεύμα και το σκοπό του, ρυθμίζει την άσκηση των δικαιωμάτων, που απορρέουν από ουσιαστικούς νόμους και όχι από δικονομικούς. Επομένως, ο με τις κατατεθείσες εμπροθέσμως, σύμφωνα με το άρθρο 570 § 1 ΚΠολΔ έγγραφες προτάσεις της αναιρεσίβλητης προβαλλόμενος ισχυρισμός περί απαραδέκτου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, για το λόγο ότι η άσκηση αυτής υπερβαίνει τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος αφού έγινε για λόγους εκδικήσεως της μετά την είσπραξη εκ μέρους του αναιρεσείοντος των επιδικασθέντων σ' αυτόν χρηματικών ποσών είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, ο προβαλλόμενος ομοίως με τις έγγραφες προτάσεις της αναιρεσίβλητης ισχυρισμός περί απαραδέκτου της υπό κρίση αίτησης λόγω αποδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αναιρεσείοντα ως εκ του ότι ο τελευταίος εισέπραξε στις 14-2-2005 δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Μιλτιάδη Καραγιάννη, έχοντος της προς τούτο ειδική εντολή και εξουσιοδότηση ανεπιφυλάκτως τα επιδικασθέντα με τις 7115/18-12-2003 και 561/27-1-2005 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (κηρυχθείσας προσωρινώς εκτελεστής) και του Εφετείου Αθηνών (προσβαλλομένη) επιδικασθέντα χρηματική ποσά και τις δικαστικές δαπάνες, είναι αβάσιμος.
Και τούτο διότι, ναι μεν από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 523 § 1 και 524 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αποδοχή της απόφασης προ της άσκησης ενδίκου κατ' αυτής μέσου, που μπορεί να γίνει και σιωπηρώς με πράξεις από τις οποίες συνάγεται σαφώς, φανερώνει παραίτηση από του δικαιώματος άσκησης ενδίκου μέσου και συνεπάγεται, εφόσον πρόκειται για αίτηση αναίρεσης την απόρριψη αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 553 § 1 και 577 §§ 1-2 ΚΠολΔ ως απαράδεκτης, πλην, όμως, η καταβολή και μόνο των επδικασθεισών με την τελεσίδικη απόφαση χρηματικών ποσών και της δικαστικής δαπάνης σε βραχύτατο χρονικό διάστημα από την έκδοσή της, όπως στην προκειμένη περίπτωση (η τελεσίδικη απόφαση εκδόθηκε την 27-1-2005 και η καταβολή έγινε στις 14-2-2005), δεν συνιστά και αποδοχή της απόφασης αυτής από τον αναιρεσείοντα, ώστε η μεταγενεστέρως ασκηθείσα από αυτόν αναίρεση να είναι απαράδεκτη, αφού τα παρά της εν λόγω απόφασης επιδικασθέντα θα μπορούσε, σε περίπτωση άρνησης της υποχρέου αναιρεσίβλητης, να επιδιώξει την καταβολή με επίδοση επιταγής προς εκτέλεση και εκτέλεση της απόφασης (βλ.
ΑΠ 848/2006, ΑΠ 1603/1999, ΑΠ 937/1992).
ΕΠΙ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 566 § 1, 118 παρ. 4 και 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης κατά τον οποίο το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και εκείνο το οποίο εξέλαβε ως περιεχόμενό της του το Εφετείο, ώστε να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως ανέγνωσε το έγγραφο αυτό και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε, ως περιεχόμενο του εγγράφου, διαφορετικό από εκείνο που περιέχει. Επομένως, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από .... προσυμφώνου πωλήσεως μετοχών είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, γιατί ο αναιρεσείων δεν εκθέτει στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του ενδιαφέροντος τμήματος του εγγράφου αυτού και εκείνο το οποίο εξέλαβε ως περιεχόμενό του το Εφετείο, ώστε να κριθεί αν εσφαλμένως το ανέγνωσε και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που περιέχει. Αλλ' αρκείται ο αναιρεσείων στην παράθεση αποσπασματικών παραδοχών του Εφετείου, όπως ο ίδιος τις αντιλαμβάνεται και σε επιχειρηματολογία που πλήττει την ανέλεγκτη επί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Επειδή, το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ προβλέπει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Υπάρχει δε παράβαση των κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ όταν α) το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, έστω και εμμέσως, κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εν τούτοις δεν προσέφυγε σ' αυτούς και β) μολονότι βεβαιώνεται στην απόφαση ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, προέβη ερμηνεία της δικαιοπραξίας.
Στις περιπτώσεις αυτές η παράλειψη του δικαστηρίου, δεχθέντος κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπαρακτούντων, να προσφύγει στις πιο πάνω ερμηνευτικές αρχές για να ανεύρει την αληθή βούληση των μερών ή η προσφυγή του σε αυτές αν και οι δηλώσεις βουλήσεως είναι σαφείς, ως και η παράλειψη του δικαστηρίου να παραθέσει και εκτιμήσει τα πραγματικά στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούσε να κριθεί η ανάγκη εφαρμογής τους ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο για ευθεία (από τον αριθ. 1) ή εκ πλαγίου (από τον αριθ. 19) παράβαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων (βλ.
σχετ. ΑΠ 1550/2002). Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 4, 559 αριθ. 1 και 566 § 2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το ορισμένο των προαναφερομένων εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται σ' αυτούς, πλην των άλλων, οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, αφού βάσει αυτών και μόνον είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν το δικαστήριο δέχτηκε ή μη κενό ή ασάφεια και εντεύθεν αν υπήρχε ή όχι ανάγκη προσφυγής στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διαφορετικά ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αόριστος.
Επομένως οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 με το να προσφύγει σε αυτές μολονότι δε διαπίστωσε κενό ή ασάφεια στις δικαιοπρακτικές βουλήσεις των μερών στην καταρτισθείσα μεταξύ αυτών από .....
έγγραφη συμφωνία, ούτε, άλλωστε αναφέρει την ύπαρξη τέτοιου κενού που να καθιστά αναγκαία την προσφυγή στις παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις ως και (παραβίασε) ευθέως τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, είναι αόριστοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι, αφού δεν αναφέρονται για το ορισμένο και παραδεκτό αυτών, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ώστε να καθίσταται εφικτός, εκ του αναιρετηρίου, ο αναιρετικός έλεγχος, επί πλέον δε σε σχέση με την προβαλλόμενη με τον τρίτο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος ευθεία παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 361 ΑΚ, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, όπως έπρεπε για το ορισμένο του λόγου αυτού (ΑΠ 608/2007), το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, καθώς και την επίδραση που έχει το σφάλμα αυτό στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 561/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ