Legislator Case Law & Legislation
1002/2025 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against lawyer fee court ruling due to insufficient reasoning on insurance contributions.

Case Number 1002/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the insurance company's appeal against a lower court ruling on lawyer fees. The court found the second-instance judgment lacked sufficient reasoning regarding the appellant's claim for reimbursement of insurance contributions paid by the lawyer. Consequently, the specific portion of the judgment awarding these amounts was annulled, and the case was remitted for further examination by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 614, 622 of the Civil Procedure Code; The second-instance court's failure to provide adequate reasoning on a material issue affecting the case outcome renders that portion of the judgment annulable.

Keywords

AI generated
lawyer fees dispute insurance contributions insufficient reasoning partial annulment remittal for retrial civil procedure code legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 614, 622 of the Civil Procedure Code
Article 559, paragraph 14 of the Civil Procedure Code
Article 580, paragraph 3 of the Civil Procedure Code
Articles 179 of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 933/2019
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1002 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1002/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια , Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Generali Hellas Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κάπο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Νικολόπουλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με την από 30-10-2018 πρόσθετη υπέρ αυτού παρέμβαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 4375/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 24-3-2022 αίτησή της. Το προσθέτως παρεμβαίνον νομικό πρόσωπο με την από 18-1-2023 πρόσθετη παρέμβαση ζητεί όσα αναφέρονται σ' αυτή.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου και του προσθέτως παρεμβαίνοντος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 24-3-2022 και με αριθ. κατ. 2377/223/24-3-2022 αίτηση αναίρεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS ΑΑΕ" στρεφόμενης κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Μ. Λ., προσβάλλεται η με αριθ. 4375/25- 10-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 614, 622 Α του ΚΠολΔ (διαφορές από αμοιβές δικηγόρων) επί: α) της από 31-1-2021 και με αριθ. κατ. 7237/485/2021 έφεσης του, ως άνω ενάγοντος, β) της από 24-7-2020 και με αριθ. κατ. 54527/4385/2020 έφεσης της, ως άνω, εναγομένης και γ) των από 10-3-2021 και με αριθ. κατ. 1391/218/2021 πρόσθετων λόγων έφεσης της τελευταίας κατά της με αριθ. 38/10-4-2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια, ως άνω, διαδικασία επί της από 28-9-2018 και με αριθ. 90383/195/2018 αγωγής του, ως άνω, ενάγοντος και επί της από 30-10-2018 και με αριθ. κατ. 101631/230/2018 πρόσθετης παρέμβασης, που άσκησε υπέρ αυτού το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών".

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 81, 82, 556 παρ. 1, 558 εδ. α', 495 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι επιτρέπεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου η άσκηση πρόσθετης παρέμβασης υπέρ κάποιου διαδίκου της αναιρετικής δίκης. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 80 και 68 ΚΠολΔ, αναγκαία διαδικαστική προϋπόθεση για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος.

Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 90 περ. ζ' του ισχύοντος από 27-9-2013 Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013 ΦΕΚ 208 Α/27-9-2013), ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι στους Δικηγορικούς Συλλόγους ανήκει και η άσκηση παρεμβάσεων ενώπιον δικαστηρίων και κάθε αρχής για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου, που ενδιαφέρει τα μέλη του συλλόγου ή το δικηγορικό σώμα γενικότερα.

Για την υλοποίηση και επίτευξη αυτού του σκοπού, οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να υποβάλλουν, μεταξύ άλλων, πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον κάθε δικαστηρίου οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας στην Ελλάδα (ΟλΑΠ 3/2019, ΑΠ 476/2023). Στην προκειμένη περίπτωση, το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών", με το από 18-1-2023 δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου με αριθ.

κατ. 8/18-1-2023, άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσίβλητου δικηγόρου, που είναι μέλος του και κατά της αναιρεσείουσας, με την οποία ισχυρίζεται ότι το υποκείμενο προς κρίση ζήτημα είναι γενικότερου οικονομικού ενδιαφέροντος, που αφορά γενικότερα τα μέλη του και ότι, ως εκ τούτου, το ίδιο νομιμοποιείται για την άσκηση αυτής, κατά το προεκτεθέν άρθρο 90 παρ.

ζ' του ν. 4194/2013. Ζητεί δε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης . Το εν λόγω δικόγραφο εκτιμάται ως δικόγραφο για την ανάπτυξη των ισχυρισμών του, ως άνω, ΝΠΔΔ προς αντίκρουση των λόγων αναίρεσης και όχι ως δικόγραφο "πρόσθετης παρέμβασης", όπως επιγράφεται, καθότι αυτό θα ήταν χωρίς αντικείμενο, ενόψει του ότι το προσθέτως παρεμβαίνον, όπως προεκτέθηκε, είχε ήδη ασκήσει παραδεκτά την από 30-1-2018 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου κατά τη διεξαχθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δίκη και, κατά συνέπεια, την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβαίνοντος είχε διατηρήσει στη συνέχεια, τόσο κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, όπου και παρέστη, όσο και ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΑΠ 380/2019).

Με την ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως άνω, από 28-9-2018 αγωγή ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, ισχυρίσθηκε ότι είναι δικηγόρος "παρά Πρωτοδίκαις" από 8-2-2022 και "παρ' Εφέταις" από 2007, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Ότι στις 1-3-2002 προσελήφθη με την παραπάνω ιδιότητά του από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με έμμισθη εντολή και πάγια αντιμισθία, ποσού 1.027,15 ευρώ μηνιαίως, παρέχοντας τις υπηρεσίες του καθημερινά ασχολούμενος με τη διαχείριση των δικαστικών υποθέσεων του κλάδου αυτοκινήτων.

Ότι το Μάρτιο 2005 η εναγομένη κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση. Ότι από τον Απρίλιο 2005 παρείχε σ' αυτήν και πάλι τις νομικές υπηρεσίες του, κατόπιν προφορικής μεταξύ τους συμφωνίας, ασχολούμενος με το ίδιο αντικείμενο, αντί πάγιας μηνιαίας αμοιβής, που συμφωνήθηκε στο ποσό των 900 ευρώ μηνιαίως και από το Φεβρουάριο 2009 στο ποσό των 1.500 ευρώ μηνιαίως, καταβλητέας στο τέλος κάθε ημερολογιακού μήνα, ενώ εξέδιδε για το ποσό που εισέπραττε μηνιαίως απόδειξη παροχής υπηρεσιών/τιμολόγιο.

Ότι η παρουσία του στην εναγομένη συμφωνήθηκε να είναι τρεις ημέρες εβδομαδιαίως, με ενδεικτικό ωράριο από 09:00 έως 17:00. Ότι διατηρούσε δικό του γραφείο στην εναγομένη, που διέθετε τον κατάλληλο υλικοτεχνικό εξοπλισμό, προσωπικό εταιρικό ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και προσωπικό επαγγελματικό τηλεφωνικό αριθμό, ενώ ελάμβανε κατόπιν συνεννόησης άδειες απουσίας, υποχρεούτο δε να ενημερώνει για τυχόν αλλαγές στις καθορισμένες ημέρες προσέλευσής του.

Ότι με βάση τα παραπάνω, η εργασιακή σχέση που τον συνέδεε με την εναγομένη ήταν σχέση έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία. Ότι το Μάρτιο 2018 η εναγομένη, λόγω επικαλούμενης αναδιοργάνωσής της, του ανακοίνωσε ότι διακόπτει την έως τότε συνεργασία τους και έκτοτε έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, καταγγέλλοντας με τον τρόπο αυτό τη μεταξύ τους σύμβαση έμμισθης εντολής, προτείνοντάς του, αν ήθελε να συνεχισθεί η συνεργασία τους, να του αναθέτει το χειρισμό υποθέσεων κατ' αποκοπή, πρόταση την οποία αυτός δεν αποδέχθηκε.

Ότι κατά το χρονικό διάστημα απασχόλησής του στην εναγομένη, η τελευταία του κατέβαλλε ως μισθό ποσό μικρότερο του νομίμου, δεν του κατέβαλλε επιδόματα Πάσχα, Χριστουγέννων και αδείας, σταμάτησε να του καταβάλλει το οφειλόμενο μέρος των ασφαλιστικών εισφορών του ως δικηγόρου και σταμάτησε να του χορηγεί παροχές που χορηγούσε στο λοιπό προσωπικό της και ειδικότερα δεν τον περιελάμβανε στο ομαδικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα του προσωπικού της.

Ζήτησε δε, κατόπιν μερικής τροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό : Α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις: α) το ποσό των 15.750 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης και β) το ήδη ληξιπρόθεσμο ποσό των 31.500 ευρώ που αφορά την αξίωση καταβολής μηνιαίων αποδοχών για το χρονικό διάστημα από Απρίλιο 2018 έως Σεπτέμβριο 2019, Β) Να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει:

α) το ποσό των 34.400 ευρώ για επιδόματα εορτών και αδείας για το χρονικό διάστημα από 1-4-2005 έως 31-3-2018, β) το ποσό των 24.639,91 ευρώ που αφορά τα 2/3 που της αναλογούσαν για ασφαλιστικές εισφορές καταβλητέες προς τα ασφαλιστικά του ταμεία, γ)το ποσό των 54.219 ευρώ για διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από Απρίλιο 2005 έως Μάρτιο 2018, δ) το ποσό των 8.694 ευρώ, άλλως το ποσό των 6.075 ευρώ που αφορά την τακτική εισφορά επί των μικτών αποδοχών του, σύμφωνα με το ομαδικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα προσωπικού, που δεν παρείχε στον ενάγοντα κατά το ίδιο, ως άνω, χρονικό διάστημα και ε) το ποσό των 1.750 ευρώ για κάθε μήνα από το Οκτώβριο 2019 έως την πλήρη εξόφλησης της αποζημίωσης απόλυσης.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την, ως άνω, με αριθ. 38/2020 οριστική απόφαση, αφού απέρριψε το μεν αίτημα για επιδίκαση του ποσού των 8.694 ευρώ, άλλως των 6.075 ευρώ, που αφορά την τακτική εισφορά της εναγομένης για το ομαδικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα του προσωπικού της, ως αόριστο, το δε αίτημα για επιδίκαση διαφορών αποδοχών, δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας του χρονικού διαστήματος από 1-4-2005 έως 31-12-2012 ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, λόγω παραγραφής, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και την πρόσθετη παρέμβαση και επιδίκασε στην ενάγουσα, εν μέρει αναγνωριστικά και εν μέρει καταψηφιστικά τα αναφερόμενα ποσά νομιμοτόκως, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν: α) ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος την, ως άνω, από 31-1- 2021 έφεση και β) η εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα την, ως άνω, από 24-7-2020 έφεση και τους, άνω, από 10- 3-2021 πρόσθετους λόγους έφεσης. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 4375/2021 απόφαση δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις και τους πρόσθετους λόγους έφεσης.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63 παρ. 4 α', 92 παρ. 2 και 175 παρ. 1 του Δικηγορικού Κώδικα, κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 3026/1954, προκύπτει ότι επιτρέπεται η πρόσληψη δικηγόρου από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως δικηγόροι, δηλαδή να παρέχουν έργα από τα οριζόμενα με το άρθρο 39 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του ν. 1366/1983, και τα άρθρα 42 και 166 του Κώδικα αυτού, και η συμφωνία του για αμοιβή με πάγια περιοδική αμοιβή, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη από το ελάχιστο όριο που καθορίζεται εκάστοτε με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης εκδιδόμενη κατά τους ορισμούς του εδαφίου α'της παρ. 2 του άρθρου 92 αυτού.

Η σχέση που δημιουργείται με τη συμφωνία αυτή θεωρείται ως έμμισθη εντολή με περιεχόμενο την παροχή δικηγορικού έργου έναντι πάγιας περιοδικής αμοιβής. Η πάγια περιοδική αμοιβή η οποία προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 63 παρ. 4 στοιχ. α' του προϊσχύσαντος Κώδικα των Δικηγόρων καθορίζεται με ελεύθερη συμφωνία του δικηγόρου με τον εντολέα του και προσδιορίζεται κατά κατώτατο όριο, με παραπομπή στο μισθολόγιο των τακτικών δημόσιων υπαλλήλων, από το άρθρο 92 Α του ίδιου Κώδικα (που προστέθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 1093/1980 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 1816/1988, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο πρώτο παράγραφος ΙΓ παρ.1 υποπερ. 8β' του Ν. 4093/2012).

Περαιτέρω, με το άρθρο πρώτο παράγραφος ΙΓ 1 υποπερ. 8β' του ν. 4093/2012, που αντικατέστησε το άρθρο 92 Α του ν.δ. 3026/1954, ορίσθηκε ότι ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες με έμμισθη εντολή υπηρεσίες του αμείβεται με πάγια μηνιαία αμοιβή, που καθορίζεται με ελεύθερη συμφωνία με τον εντολέα του, χωρίς να προβλέπεται κατώτατο όριο αμοιβής, ενώ στην υποπερ.

βγ του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι από την έναρξη ισχύος του ν. 4093/2012 καταργείται κάθε διάταξη νόμου ή κανονιστική πράξη που ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα του άρθρου 92 Α του ν.δ. 3026/1954, όπως τροποποιήθηκε με την υποπερ. 8β. Εξάλλου, μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4194/2013, όπως θα εκτεθεί παρακάτω η περιοδική αμοιβή των δικηγόρων προσδιορίζεται κατά κατώτατο όριο με παραπομπή στις εκάστοτε ισχύουσες κατώτατες νόμιμες αποδοχές υπαλλήλων του ιδιωτικού τομέα αναλόγων προσόντων.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1,2,3, 5, 35, 36, 42, 43, 44 και 46 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων" (νέος Κ.Δ.) - όπως ισχύουν από 27.9-2013 (ΦΕΚ Α' 208/27.9.2013) (άρθρο 166 Ν. 4194/2013) και εφαρμόζονται εν προκειμένω ως εκ του χρόνου της καταγγελίας της ένδικης σχέσης έμμισθης εντολής (Μάρτιος 2018) προκύπτει ότι είναι ασυμβίβαστη με το λειτούργημα του δικηγόρου, ο οποίος είναι δημόσιος λειτουργός, η άσκηση επιστήμης, τέχνης ή εμπορίας και γενικώς κάθε εργασίας, υπηρεσίας ή απασχόλησης που δεν αρμόζει στην αξιοπρέπεια και ανεξαρτησία του, καθώς επίσης η άσκηση εκ μέρους του οιασδήποτε έμμισθης υπηρεσίας σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο.

Κατ' εξαίρεση ο δικηγόρος μπορεί να προσφέρει με πάγια μηνιαία αμοιβή σταθερά και μόνιμα σε συγκεκριμένο εντολέα αποκλειστικά νομικές εργασίες νομικού συμβούλου ή δικηγόρου (άρθρα 42 εδ.α του κώδικα περί δικηγόρων). Η σύμβαση αυτή παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια μηνιαία αμοιβή είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, έστω και αν συμφωνήθηκε για ορισμένο διάστημα (άρθρο 46 παρ. 2 Κώδικα Δικηγόρων), δεν μπορεί δε να αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, δεν εφαρμόζονται επ' αυτής οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, παρά μόνο εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά αν προσαρμόζονται προς τις διατάξεις του άνω νόμου και δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού λειτουργήματος, ρυθμίζεται δε από τις διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων και συμπληρωματικά από τις διατάξεις περί εντολής και σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών (Ολ.

ΑΠ. 45/2002,υπό τις αντίστοιχες ρυθμίσεις του ΝΔ3026/1954). Τα σχετικά με την αμοιβή του δικηγόρου θέματα κανονίζονται με ελεύθερη συμφωνία με τον εντολέα του. Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων να αμείβεται ο δικηγόρος για τις εκ μέρους του παρεχόμενες προς τον εντολέα του υπηρεσίες με πάγια μηνιαία ή περιοδική αμοιβή, αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη των εκάστοτε ισχυουσών κατωτάτων νομίμων αποδοχών υπαλλήλων του ιδιωτικού τομέα αναλόγων επιστημονικών προσόντων ( άρθρο 44 παρ. 1 του ως άνω Κώδικα).

Περαιτέρω η προαναφερόμενη σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή λύεται, εκτός των άλλων, και με καταγγελία από τον εντολέα ή τον εντολοδόχο δικηγόρο (άρθρο 46 παρ. 2 εδ. δ Κώδικα Δικηγόρων), που συνιστά κατ' αρχήν, μονομερή αναιτιώδη δικαιοπραξία, η οποία πρέπει με ποινή ακυρότητας να είναι έγγραφη και να κοινοποιείται στο άλλο μέρος, και με καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 557/2021), που ορίζεται στον Κώδικα Δικηγόρων (άρθρ. 46 παρ. 2 και 3 Ν. 4194/2013).

Ακόμη, με τη λύση της σύμβασης έμμισθης εντολής για οποιοδήποτε λόγο, πλην της οικειοθελούς αποχώρησης, επομένως και με καταγγελία εκ μέρους του εντολέα του, ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον τελευταίο την οριζόμενη από το άρθρο 46παρ.3 εδ. α' του Κώδικα περί Δικηγόρων αποζημίωση, το ύψος της οποίας εξαρτάται από το χρόνο παροχής των δικηγορικών υπηρεσιών στον εντολέα του και ισούται:

α) με δύο μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει ένα έτος υπηρεσίας στον εντολέα, β) με τρεις μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει τετραετή υπηρεσία, γ) με τέσσερις μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει εξαετή υπηρεσία, δ) με πέντε μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει οκταετή υπηρεσία, ε) με έξι μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκαετή υπηρεσία, στ) με επτά μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει ενδεκαετή υπηρεσία, ζ) με οκτώ μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δωδεκαετή υπηρεσία, η) με εννέα μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκατρία έτη υπηρεσίας, θ) με δέκα μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκατέσσερα έτη υπηρεσίας, ι) με ένδεκα μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκαπέντε έτη υπηρεσίας και ια) με δώδεκα μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκαέξι έτη υπηρεσίας, ενώ για όσους δικηγόρους απασχολούνται και έχουν συμπληρώσει στον ίδιο εντολέα προϋπηρεσία πάνω από δεκαεπτά έτη, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του ν. 4093/2012 (Α' 222), προβλέπεται από το νόμο (άρθ. 46 παρ. 3 εδ.

β) η καταβολή συμπληρωματικής αποζημίωσης. Για τον υπολογισμό του ύψους της μηνιαίας παροχής λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα των παρεχομένων από το δικηγόρο υπηρεσιών.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 4 του ιδίου νόμου ορίζεται: "Μέχρι την πλήρη εξόφληση της πιο πάνω αποζημίωσης, ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει τις μηνιαίες αποδοχές που ελάμβανε κατά την ημέρα της επίδοσης του εγγράφου της καταγγελίας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν ιδρύεται ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εντολής από τη μη καταβολή πλήρους αποζημίωσης και επομένως η σύμβαση που καταγγέλθηκε λύεται οπωσδήποτε, η δε υποχρέωση του εντολέα για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής στο δικηγόρο μέχρι καταβολής πλήρους της αποζημίωσης είναι παροχή ex lege προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημίωσης.

Πρόκειται δηλαδή για μη νόθο αντικειμενική ευθύνη του εντολέα, που προϋποθέτει πταίσμα του, έστω και από ελαφρά αμέλεια, κατά το άρθρο 330 Α.Κ. εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο από το νόμο. Το πταίσμα όμως τούτο κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης τεκμαίρεται από μόνη την καθυστέρηση της καταβολής της πλήρους αποζημίωσης.

Γίνεται δηλαδή στην περίπτωση αυτή αντιστροφή του βάρους της απόδειξης και ο δικηγόρος που ζημιώθηκε δεν χρειάζεται να αποδείξει την υπαιτιότητα του εντολέα του, αφού αυτή τεκμαίρεται από τη μη καταβολή πλήρους αποζημίωσης κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εντολής (ΑΠ 308/2017, υπό την αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 94 παρ.1 εδ.

τελ. του Ν.Δ.3026/1954).

Εξάλλου, για τα επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας, που καταβάλλονται και στους δικηγόρους με πάγια αντιμισθία, τάσσεται από το νόμο (άρθρα 10 της ΥΑ 19040/1981, που- εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, του Ν. 4504/1961 και 1 παρ. 3 του ΝΔ 4547/1966) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής τους, η 31η Δεκεμβρίου και η 30η Απριλίου για τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα αντιστοίχως, η τελευταία δε ημέρα του ημερολογιακού έτους, το αργότερο, για την χορήγηση της άδειας και για το επίδομα άδειας, η οποία και θεωρείται ως δήλη ημέρα, ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να καθίσταται υπερήμερος ο εργοδότης και να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες (ΑΠ 1474/2018, ΑΠ 286/2013, ΑΠ 796/2011).

Περαιτέρω, η διοίκηση αλλοτρίων ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 730-740 του Α.Κ., ως ενοχή εξωδικαιοπρακτική, που παράγεται αμέσως από το νόμο μεταξύ του διοικητή και του κυρίου της υπόθεσης και μάλιστα από μόνο το γεγονός ότι ο διοικητής χειρίζεται και διοικεί ξένη υπόθεση, χωρίς να έχει δικαίωμα ή σχετική υποχρέωση από το νόμο ή από σύμβαση.

Οι διατάξεις αυτές διακρίνουν τη διοίκηση αλλότριων σε γνήσια και μη γνήσια. Η γνήσια διοίκηση αλλότριων διακρίνεται σε θεμιτή και αθέμιτη, η δε μη γνήσια σε αυτή που διεξάγεται εν γνώσει του διοικητή ότι χειρίζεται ξένη υπόθεση και σε αυτή που διεξάγεται εν αγνοία του, οπότε, πρόκειται για ιδιοτελή κατά πλάνη διοίκηση αλλότριων.

Η έννοια της γνήσιας διοίκησης αλλότριων συντρέχει όταν, κατ' άρθρο 730 του Α.Κ., όποιος διοικεί χωρίς εντολή ξένη υπόθεση έχει υποχρέωση να τη διεξάγει προς το συμφέρον του κυρίου και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέλησή του, δεν λαμβάνεται δε υπόψη αντίθετη θέληση του τελευταίου για τη διοίκηση της υπόθεσής του, αν αντιβαίνει στο νόμο ή στα χρηστά ήθη.

Εφόσον ο διοικητής ανέλαβε τη διοίκηση της ξένης υπόθεσης και τη διεξάγει ως ξένη, προς το συμφέρον και σύμφωνα με την πραγματική ή εικαζόμενη θέληση του κυρίου, πρόκειται για γνήσια θεμιτή διοίκηση αλλότριων και ο διοικητής έχει δικαίωμα, κατ' άρθρο 736 του ίδιου Κώδικα, να ζητήσει από τον κύριο τις δαπάνες της διοίκησης και την ανόρθωση των ζημιών, κατά τις διατάξεις για την εντολή, που εφαρμόζονται αναλόγως, άλλως, πρόκειται για γνήσια μεν, αθέμιτη όμως, διοίκηση αλλότριων και ο διοικητής δικαιούται, κατ' άρθρο 737 του Α.Κ., να ζητήσει μόνο την απόδοση των δαπανών του, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμό (ΑΠ 841/2022, ΑΠ 562/2021, ΑΠ 855/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της άσκησης του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του, που θα έχει δυσμενείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη όμως η αδράνεια του δικαιούχου, έστω και μακροχρόνια, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται καταφανώς των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.

Η δε κατά τα άνω επιχειρούμενη από τον δικαιούχο εκ των υστέρων ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης, απαιτείται να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 2115/2022, ΑΠ 626/2020, ΑΠ 308/2020).

Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που επιφέρει η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματος του (ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 626/2020, ΑΠ 472/2020). Δεν είναι, όμως, νόμιμος ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, όταν ουσιαστικά τα επικαλούμενα περιστατικά δεν αναφέρονται στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος, αλλά κωλύουν τη γέννηση ή καταλύουν το δικαίωμα, ώστε να πλήττουν αυτή την ίδια την ύπαρξη του δικαιώματος, το οποίο φέρεται ότι ασκείται καταχρηστικά, αφού στην περίπτωση αυτή ο ισχυριζόμενος τα ανωτέρω αρνείται απλά ή αιτιολογημένα την ύπαρξη του δικαιώματος και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταχρηστική άσκηση αυτού από τον αντίδικο του (ΑΠ 1475/2022, ΑΠ 144/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. (ΑΠ 772/2023, ΑΠ 683/2022, ΑΠ 109/2020). Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός, ο ως άνω, αναιρετικός λόγος απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι συγκεκριμένες διατάξεις του νόμου που παραβιάσθηκαν το συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, στο οποίο κατά την άποψη του αναιρεσείοντος υπέπεσε το Δικαστήριο της ουσίας, καθώς και η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή στην έννομη συνέπεια που εσφαλμένα διαγνώσθηκε ή δεν διαγνώσθηκε (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 637/2017).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/2020, Ο λ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ. ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017).

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης ( ΑΠ 970/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 823/2008).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003). Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια, οι αιτιολογημένες αρνήσεις των παραπάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή των δικαστηρίων, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 194/2020).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο από τον αριθμό 8 λόγος αναίρεσης της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 68/2022, 725/2022). Για να είναι δε ορισμένος ο από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν) θα πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο ο μη ληφθείς υπόψη πραγματικός ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρονται, δηλαδή, όπως προβλήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που τον συγκροτούν (ΑΠ 555/2019).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη είναι και η πληρότητα της ιστορικής της βάσης, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, που σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.

Ωστόσο, η αγωγή δεν είναι ανάγκη να περιέχει νομική βάση, ούτε η υπαγωγή με αυτή των επικαλούμενων περιστατικών σε συγκεκριμένη νομική διάταξη είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, το οποίο αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων.

Τέλος, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή τυχόν ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (Ολ.

ΑΠ 18/1998, ΑΠ 2091/2013). Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντιθέτως, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από το άρθρ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 2091/2013).

Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας πρέπει η σχετική ένσταση, η οποία δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 83/2019).

Εξάλλου, στο άρθρο 591 παρ. 1 δ' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στις ειδικές διαδικασίες (στις οποίες υπάγονται και οι διαφορές από αμοιβές δικηγόρων κατά το άρθρο 614 αριθ. 5 του ίδιου Κώδικα), τα περιεχόμενα στις προτάσεις μέσα επίθεσης και άμυνας προτείνονται συνοπτικώς και προφορικά και καταχωρίζονται στα πρακτικά της συζήτησης, διαφορετικά είναι απαράδεκτα (ΑΠ 907/2022).

Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του τα εξής: Ο ενάγων, ο οποίος είναι δικηγόρος παρά Πρωτοδίκαις από 8-2-2002 και παρ' Εφέταις από 11-4-2007, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, σύναψε, την 1η-3-2002, με την εναγομένη σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, η οποία ορίσθηκε στο ποσό των 1.027,15 ευρώ μηνιαίως, παρέχοντας τις υπηρεσίες του καθημερινά έχοντας ως βασική νομική ενασχόληση τη διαχείριση των ζημιών, δικαστικών ή όχι, του κλάδου των αυτοκινήτων, μέσα στα όρια που η εναγομένη είχε θέσει ή έθετε.

Κατά τη λειτουργία της ανωτέρω σύμβασης είχε συμφωνηθεί επίσης ότι ο ενάγων δεν θα αναλάμβανε την υπεράσπιση οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου αντιδίκου της εναγομένης και δεν θα αναλάμβανε παρόμοιες εργασίες από ανταγωνιστικές ασφαλιστικές εταιρίες. Επίσης, είχε συμφωνηθεί πως ο ενάγων θα μετείχε σε όλα τα ομαδικά ασφαλιστήρια του προσωπικού της εναγομένης καθ' όλο το διάστημα συνεργασίας του με αυτήν (βλ.

το από 22-3-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό που προσκομίζουν οι διάδικοι με επίκληση). Η ανωτέρω σχέση εργασίας των διαδίκων διήρκεσε έως την 31η-3-2005, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας και ο ενάγων έλαβε τη νόμιμη αποζημίωση. Η μεταξύ τους όμως σχέση εργασίας παρά την ανωτέρω καταγγελία δεν έληξε, καθόσον, κατόπιν προφορικής συμφωνίας που συνήφθη στις αρχές Απριλίου μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων συνέχισε να παρέχει νομικές υπηρεσίες στην εναγομένη.

Ειδικότερα, συμφωνήθηκε πως ο ενάγων θα παρείχε τις νομικές του υπηρεσίες στην εναγομένη τρεις, τακτές, ημέρες την εβδομάδα, με ενδεικτικό ωράριο από 09:00 έως 17:00, ενώ όποτε καθυστερούσε να προσέλθει, κατά τις τακτές ημέρες, στα γραφεία της εναγομένης, όφειλε να ειδοποιεί. Το ίδιο δε όφειλε να πράττει σε περίπτωση απουσίας του από το γραφείο της εναγομένης κατά τις ανωτέρω ημέρες, ενώ η λήψη άδειας απουσίας κατά τις εορτές ή λόγω ασθενείας λάμβανε χώρα κατόπιν και πάλι συνεννόησης και ειδοποίησης της εναγομένης.

Ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στην έδρα της εναγομένης, όπου διέθετε σε αυτήν δικό του γραφείο το οποίο είχε επανδρώσει με τον κατάλληλο υλικοτεχνικό εξοπλισμό, ενώ του είχε διαθέσει προσωπικό τηλέφωνο και είχε και προσωπικό επαγγελματικό λογαριασμό σε ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Ο ενάγων, όπως κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα που παρείχε τις νομικές του υπηρεσίες στην εναγομένη με σύμβαση έμμισθης εντολής και πάγια αντιμισθία και πάλι είχε ως βασική νομική ενασχόληση τη διαχείριση των ζημιών, δικαστικών ή όχι, του κλάδου των αυτοκινήτων, ενώ επίσης είχε τον έλεγχο της πληρότητας των παραστατικών των φακέλων των υποθέσεων που οδηγούνταν προς δικαστική επίλυση των διαφορών ή αυτών που οδηγούνταν προς ενδεχόμενο συμβιβασμό, ανέθετε σε εξωτερικούς συνεργάτες δικηγόρους την εκπροσώπηση για κάθε εκκρεμή δικαστική υπόθεση στον κλάδο του αυτοκινήτου, ενώ πολλές φορές διαπραγματευόταν ο ίδιος και προέβαινε, κατόπιν συνεννόησης με την εναγομένη, σε συμβιβασμό εκκρεμών υποθέσεων του ανωτέρω κλάδου.

Παράλληλα είχε σωρεία επικοινωνιών με υπαλλήλους της εναγομένης, συνεργάτες ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές, δικηγόρους, ασφαλισμένους και παθόντες, δίνοντας συστηματικά πληθώρα απαντήσεων για νομικά και δικηγορικά θέματα που αφορούσαν υποθέσεις της εναγομένης. Κατά την ανωτέρω επαγγελματική του ενασχόληση ο ενάγων στην εναγομένη, πολλές φορές, προς διεκπεραίωση των υποθέσεων που του ανέθεταν, χρειάσθηκε να παραμείνει στο γραφείο και μετά τις 17:00.

Περαιτέρω αποδείχθηκε πως, ο ενάγων, για τις ανωτέρω νομικές του υπηρεσίες προς την εναγομένη, λάμβανε ως αμοιβή από την τελευταία πάγια μηνιαία αμοιβή η οποία ανερχόταν από τον Απρίλιο του έτους 2005 έως τον Ιανουάριο του έτους 2009 στο ποσό των 900 ευρώ ενώ από το Φεβρουάριο του ίδιου έτους ανήλθε στο ποσό των 1500 ευρώ μηνιαίως.

Η καταβολή της μηνιαίας αντιμισθίας των ανωτέρω ποσών γινόταν στον ενάγοντα κατόπιν εκδόσεως από αυτόν του απαιτούμενου κατά νόμο φορολογικού παραστατικού (αποδείξεις παροχής υπηρεσιών/τιμολόγια). Ενόψει των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι και μετά την ως άνω καταγγελία της σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία που συνέδεε τους διαδίκους έως το Μάρτιο του έτους 2005, η σχέση που συνέδεε τον ενάγοντα με την εναγομένη ήταν και πάλι αυτή της έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία καθ' όσον και από τον Απρίλιο του 2005 ο ενάγων εργαζόταν στην εναγομένη διεκπεραιώνοντας για λογαριασμό της δικηγορικές εργασίες, τις οποίες αυτή του ανέθετε, αναλώνοντας τον εργάσιμο χρόνο του σχεδόν αποκλειστικά στην προάσπιση των συμφερόντων της εναγομένης, που του απορροφούσε το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητας του, αναλαμβάνοντας, επομένως, μικρό αριθμό προσωπικών του υποθέσεων ελλείψει χρόνου προς τούτο.

Η παροχή των υπηρεσιών του ενάγοντος προς την εναγομένη γινόταν αποκλειστικά στην έδρα της τελευταίας, με τη χρήση της υποδομής και του εξοπλισμού που αυτή του διέθετε, αλλά και με την αρωγή των λοιπών προσώπων, τα οποία επίσης εργάζονταν εκεί, για την απαραίτητη προετοιμασία, ήτοι μελέτη φακέλων και ανάλογο χειρισμό των υποθέσεων όπως προαναφέρθηκε για τη διεκπεραίωση των εργασιών.

Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον η απασχόληση του ενάγοντα ως δικηγόρου στα γραφεία της εναγομένης απορροφούσε το μεγαλύτερο μέρος της καθημερινής του δραστηριότητας και τελούσε υπό την εποπτεία και τον έλεγχο της ανωτέρω, η οποία, μέσω των υπαλλήλων της που είχε θέσει επικεφαλής σε κάθε τμήμα, παρείχε οδηγίες και κατευθύνσεις και είχε τον τελικό λόγο στο νομικό χειρισμό όλων των υποθέσεων, η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της έμμισθης εντολής με πάγια μηνιαία αντιμισθία, της σύμβασης αυτής ρυθμιζόμενης από τις οικείες διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων και όχι αυτή του εξωτερικού συνεργάτη δικηγόρου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η τελευταία.

Το γεγονός δε ότι δεν εμπεριέχονταν ο ενάγων στις καταστάσεις μισθοδοσίας της εναγομένης ή ότι αναφέρονταν αυτός σε έγγραφα της εναγομένης ως εξωτερικός συνεργάτης δεν αναιρεί το νομικό χαρακτηρισμό της μεταξύ τους επαγγελματικής σχέσης. Η κρίση αυτή του παρόντος Δικαστηρίου περί των όρων και των συνθηκών της παροχής από πλευράς του ενάγοντος των νομικών του υπηρεσιών και του είδους της μεταξύ των διαδίκων, καταρτισθείσας σύμβασης ως έμμισθης εντολής δικηγόρου επιρρωνύεται ιδίως από τις ένορκες καταθέσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών των μαρτύρων του ενάγοντος Δ. - Ε.

Π. και Τ. Κ., οι οποίες δεν συνδέονται με φιλική ή συγγενική σχέση με τον ανωτέρω και έχουν ίδιαν αντίληψη περί των όσων ανέφεραν, καθώς, άπασες πτυχιούχοι Νομικής Σχολής, απασχολήθηκαν στην εναγομένη, ως δικηγόροι, κατά περιόδους, που εν πολλοίς συμπίπτουν εν μέρει ,με το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο εργάσθηκε εκεί και ο ενάγων.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, Ν. Σ., ο οποίος επιβεβαίωσε τα ως άνω καθήκοντα του ενάγοντος. Επίσης, δεν αναιρείται εκ του γεγονότος ότι ο ενάγων, δεν είχε γνωστοποιήσει την πρόσληψη του δυνάμει τέτοιας σύμβασης στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, όπως υποχρεούτο, παράλειψη, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν επιφέρει ακυρότητα της σύμβασης, αλλά επισύρει πειθαρχική ποινή (βλ σχετ.

ΑΠ 653/2003 ΝΟΜΟΣ), ούτε ανέφερε ότι απασχολείται ως έμμισθος δικηγόρος στις ετήσιες δηλώσεις, που υπέβαλλε στον εν λόγω Δικηγορικό Σύλλογο, ούτε και είχε ενημερώσει περί αυτού τα ασφαλιστικά του ταμεία.

Εξάλλου, ούτε το γεγονός ότι ο ενάγων υπέγραφε κάθε μήνα έντυπες αποδείξεις για το ποσό που λάμβανε ως αμοιβή από την εναγομένη (στην αρχή 900 ευρώ και στη συνέχεια 1.500 ευρώ στις οποίες (έντυπες αποδείξεις) αναφέρεται ρητά ότι το εκάστοτε ποσό εισπράττεται για "ΠΑΡΟΧΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ (ΧΕΙΡΙΣΜΟΙ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΚΛΑΔΟΥ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ)" επιρρωνύει αντίθετη κρίση περί του είδους της σύμβασης, που κατήρτισε με την εναγομένη, αντιθέτως από το περιεχόμενο αυτών προκύπτει ότι ο ενάγων δεν αναλάμβανε συγκεκριμένο κάθε φορά αριθμό υποθέσεων από την εναγομένη για τις οποίες η τελευταία του κατέβαλε αμοιβή κατ'αποκοπή αλλά ήταν επιφορτισμένος κάθε φορά με μεγάλο, μη συγκεκριμένο κάθε μήνα, αριθμό υποθέσεων αυτής και για την εργασία του αυτή λάμβανε σταθερή-μηνιαία αμοιβή.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, περί τα τέλη Μαρτίου του έτους 2018 ανακοίνωσε στον ενάγοντα πως από τον επόμενο μήνα, ήτοι τον Απρίλιο του ίδιου έτους, λόγω αναδιοργάνωσης της νομικής υπηρεσίας της, θα διακόψει την ως άνω συνεργασία τους. Επίσης, παρά το γεγονός ότι η εναγομένη προέβη σε καταγγελία της εργασιακής σχέσης έμμισθης εντολής που τη συνέδεε με τον ενάγοντα δεν του κατέβαλε την οφειλόμενη αποζημίωση.

Ο ισχυρισμός δε της εναγομένης ότι ο ενάγων αποχώρησε οικειοθελώς, καθόσον δεν δέχθηκε τη μεταβολή του είδους συνεργασίας τους και συγκεκριμένα να συνεχίσουν τη συνεργασία τους με τον ενάγοντα ως εξωτερικό συνεργάτη να αναλαμβάνει για λογαριασμό της υποθέσεις, που αυτή θα του αναθέτει, ενώπιον των Δικαστηρίων, αμειβόμενος κατ' αποκοπή για κάθε υπόθεση και συνεπώς δεν του οφείλεται αποζημίωση θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του.

Ειδικότερα, η εναγομένη με την ως άνω πρόταση της, η οποία συνιστά, ανεπίτρεπτη μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ουσιαστικά κατήγγειλε τη μέχρι τότε σύμβαση εργασίας τους και συνεπώς ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί η νέα πρόταση επαγγελματικής συνεργασίας που έκανε στον ενάγοντα και η μη αποδοχή από τον τελευταίο της νέας αυτής πρότασης ως προς τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απέρρεαν από την μέχρι τότε εργασιακή τους σχέση και την οποία ο ενάγων διέλαβε ως καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής και επομένως η αποχώρηση του δεν συνιστά οικειοθελή αποχώρηση.

Συνεπώς βάσει των ανωτέρω, παρά το γεγονός ότι η καταγγελία έγινε με μη σύννομο τρόπο, καθόσον δεν ήταν έγγραφη και δεν επιδόθηκε στον ενάγοντα, ο τελευταίος δικαιούται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 3 εδ. η του ν. 4194/2013, αποζημίωση για τη λύση της έμμισθης εντολής, η οποία ισούται με εννέα μηνιαίες παροχές, καθόσον έχει συμπληρώσει δεκατρία έτη υπηρεσίας στην εναγομένη (Απρίλιο του έτους 2005 έως Μάρτιο του έτους 2018), προσαυξημένη κατά 1/6. Επομένως, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα ως αποζημίωση για τη λύση της μεταξύ τους σύμβασης έμμισθης εντολής το συνολικό ποσό των (1.500 Χ 9 + 2.250=) 15.750 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 01-4-2018, λαμβανομένου υπόψη από το Δικαστήριο για τον ως άνω υπολογισμό έλαβε υπόψη του το αιτούμενο από τον ενάγοντα συμφωνηθέν μηνιαίως καταβαλλόμενο ποσό και όχι τις υπέρτερες κατώτατες- μηνιαίες αποδοχές όπως πιο κάτω θα αναφερθεί. Επίσης, δεδομένου ότι η εναγομένη δεν κατέβαλε στον ενάγοντα την ανωτέρω νόμιμη αποζημίωση που ο τελευταίος δικαιούται, για τον ως άνω λόγο, να λαμβάνει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 4 του ν. 4194/2013, ο τελευταίος δικαιούται τις μηνιαίες αποδοχές που λάμβανε κατά την ημέρα της καταγγελίας έως την πλήρη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

Συνεπώς, η εναγομένη θα πρέπει να καταβάλει στον ενάγοντα τις αιτούμενες από τον τελευταίο αποδοχές για τους μήνες από τον Απρίλιο του έτους 2018 έως το Σεπτέμβριο του έτους 2019, οι οποίες έχουν ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμες, πλέον προσαύξησης 1/6 που αφορά τις αναλογίες επιδομάτων εορτών και επιδόματος αδείας και συνολικά το ποσό των (1.750,00 χ 18 =) 31500 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα οπότε κάθε μία θα έπρεπε να καταβληθεί και μέχρι την πλήρη εξόφληση της ως άνω οφειλόμενης αποζημίωσης, ενώ για το πέραν του ανωτέρω αιτούμενου χρονικού διαστήματος και μέχρι την καταβολή της οφειλόμενης ως άνω αποζημίωσης, θα πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα τις μηνιαίες αποδοχές, ύψους 1.750 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα οπότε κάθε μία θα έπρεπε να καταβληθεί και μέχρι την πλήρη εξόφληση της ως άνω οφειλόμενης αποζημίωσης.

Περαιτέρω, ο ενάγων πλην των ανωτέρω κονδυλίων δικαιούται για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο εργάσθηκε ως δικηγόρος στην εναγομένη δυνάμει σύμβασης έμμισθης εντολής ως πάγια μηνιαία αμοιβή την κατώτατη η οποία προβλεπόταν για τα έτη 2005 έως τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2012 δυνάμει της διάταξης του άρθρου 92Α του ν.δ 3026/1954 ως ίσχυε πριν από τον Ν. 4093/2012 και για το μετέπειτα χρονικό διάστημα την ήδη διαμορφωθείσα μέχρι τότε κατώτατη αμοιβή, που δεν του καταβαλλόταν καθ'όσον η αμοιβή που του καταβαλλόταν υπολειπόταν της νόμιμης κατώτατης, διότι δεν έχουμε νέα σύμβαση έμμισθης εντολής ανάμεσα στον ενάγοντα και στην εναγομένη για να έχουμε συμφωνία των διαδίκων για αμοιβή αλλά ήδη υπάρχουσα σύμβαση έμμισθης εντολής, απορριπτομένου του σχετικού λόγου εφέσεως περί εφαρμογής της συμφωνηθείσας κατώτερης αμοιβής για το επιδικασθέν χρονικό διάστημα, επίσης τα επιδόματα εορτών και αδείας καθόσον, ουδέποτε έλαβε αυτά, από τον Απρίλιο του έτους 2005 έως το Μάρτιο του έτους 2018, από την εναγομένη, καθώς επίσης και το ποσοστό 2/3 που όφειλε η εναγομένη να καταβάλει στα ασφαλιστικά ταμεία και τα οποία δεν κατέβαλε και τα οποία κατέβαλε ο ίδιος.

Η εναγομένη σε απόκρουση της αγωγής και των ανωτέρω απαιτήσεων ισχυρίσθηκε κατ' ένσταση, ότι το δικαίωμα του ενάγοντος προς διεκδίκηση των ανωτέρω κονδυλίων ασκείται καταχρηστικά, ότι η συμπεριφορά του είναι προφανώς αντίθετη προς τις αρχές της καλής πίστης και ότι τα όποια δικαιώματα του έχουν αποδυναμωθεί και συνεπώς η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί, καθώς ο ενάγων αρχικά κατά την μετατροπή της, από 22-3-2002, σύμβασης έμμισθης εντολής, τον Απρίλιο του έτους 2005, δεν προέβαλε την παραμικρή παρατήρηση, ενώ επί μακρόν χρόνο και δη επί 13 έτη εισέπραττε αδιαμαρτύρητα και αναντίρρητα τη συμφωνηθείσα αμοιβή, και εξέδιδε κάθε μήνα τα σχετικά φορολογικά παραστατικά, χωρίς ουδέποτε να την οχλήσει είτε προφορικά είτε εγγράφως, αξιώνοντας την καταβολή των υψηλότερων νομίμων αποδοχών δυνάμει σύμβασης έμμισθης εντολής, γνωστοποιώντας της ταυτόχρονα και το προβλεπόμενο στο νόμο ποσό αυτών, με αποτέλεσμα εκ της προαναφερθείσας συμπεριφοράς του να δημιουργηθεί σ' αυτήν εύλογη πεποίθηση ότι δεν του οφείλεται για τις υπηρεσίες που του προσέφερε άλλο ποσό πέραν του συμφωνηθέντος και ότι ουδέποτε θα επεδίωκε στο μέλλον την καταβολή του, αλλά και να παγιωθεί μία πραγματική κατάσταση, ενώ μάλιστα, κατά το έτος ,2012 η ίδια του είχε προτείνει τη μεταβολή του καθεστώτος εργασίας σε πλήρη απασχόληση και ο ενάγων είχε αρνηθεί ζητώντας τη διατήρηση του υφιστάμενου καθεστώτος.

Πλην όμως εν προκειμένω η αξίωση του ενάγοντος περί αναγνώρισης της υποχρέωσης της εναγομένης να του καταβάλει τις οφειλόμενες διαφορές μεταξύ των καταβληθεισών και των νομίμων ελάχιστων πάγιων μηνιαίων αμοιβών του ως έμμισθου δικηγόρου, τα δώρα εορτών, τα επιδόματα αδείας του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, κατά το οποίο διήρκεσε η απασχόληση του στο ασφαλιστικό της γραφείο με την προεκτεθείσα ιδιότητα, καθώς και τις αναλογούσες σ* αυτόν ασφαλιστικές του εισφορές για το διάστημα αυτό, δεν ασκείται καταχρηστικά με την ένδικη αγωγή, καθώς η με τον τρόπο αυτό διεκδίκηση τους δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος του αυτού και για το λόγο αυτό θα πρέπει η ανωτέρω ένσταση να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της.

Ειδικότερα, η επικαλούμενη, από την εναγομένη, αδράνεια και μόνο, του ενάγοντος, επί δεκατρία έτη να αξιώσει την καταβολή των οφειλομένων, και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στην εναγομένη ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπροσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του ενάγοντος και της εναγομένης, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου ενάγοντος, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας κατάστασης υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των διαγραφομένων από την ανωτέρω διάταξη αντικειμενικών ορίων.

Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η εναγομένη είχε προτείνει στον ενάγοντα το έτος 2012 να μεταβληθεί η μεταξύ τους εργασιακή σχέση και να συνάψουν σύμβαση έμμισθης εντολής, καθώς και ο μάρτυρας της εναγόμενης κατά την κατάθεση του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όπως αυτή εμπεριέχεται στα ταυτάριθμα, με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, κατέθεσε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει εάν είχε τεθεί πρόταση με αυτό το περιεχόμενο στον ενάγοντα.

Επίσης, το γεγονός ότι το 2005, κατά τη σύναψη της ανωτέρω προφορικής σύμβασης εργασίας, δεν προέβαλε αντίρρηση περί του ύψους των μικρότερων ποσών που του καταβάλλονταν μηνιαίως σε σχέση με τη νόμιμη πάγια αντιμισθία του και περί της μη καταβολής των λοιπών παροχών, που δικαιούνταν, δεν καθιστά την απαίτηση του καταχρηστική, ενόψει του ότι κατά το χρονικό εκείνο σημείο ο ενάγων είχε μόνο τρία χρόνια δικηγορικής εμπειρίας, κατά τα οποία παρείχε αποκλειστικά και μόνο τις υπηρεσίες του στην εναγομένη χωρίς δηλαδή καμία δικαστική εμπειρία, και επιθυμώντας να ανεύρει βιοποριστική εργασία δεν ήταν εκ των πραγμάτων σε θέση να διαπραγματευθεί και να καθορίσει ο ίδιος τους όρους και τις συνθήκες παροχής των νομικών του υπηρεσιών, με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί ουσιαστικά να προσχωρήσει σε μία επαχθή σύμβαση, που προσβάλλει τα δικαιώματα του ως έμμισθου δικηγόρου, εν γνώσει του, ότι λαμβάνει ως αμοιβή ποσό μικρότερο του νομίμου.

Ούτε βέβαια εκ της συμπεριφοράς του αυτής θα μπορούσε να δημιουργηθεί στην εναγομένη η εύλογη πεποίθηση ότι ο ενάγων δε δικαιούται άλλου ποσού πέραν του συμφωνηθέντος, ώστε να κρίνεται με γνώμονα την καλή πίστη και τα συναλλακτικά χρηστά ήθη επιβεβλημένη η θυσία των αγωγικών αξιώσεων, διότι, η εναγομένη, η οποία αποτελεί μέρος του παγκόσμιου ασφαλιστικού ομίλου GENERALI, με μεγάλο κύκλο εργασιών, διαθέτει οργανωμένο νομικό τμήμα και συνεπώς και η ίδια γνώριζε τη σχετική για την καταβολή της νόμιμης αμοιβής του ενάγοντος δικηγόρου, που απασχολούσε, υποχρέωση της και δεν δικαιολογείται ν'αναμένει σχετική ενημέρωση ή αντίδραση από τον ενάγοντα περί του ύψους των νομίμων αποδοχών του, ως να ήταν μία εντολέας που δε διαθέτει νομικές γνώσεις, ή να υπολαμβάνει καλόπιστα ότι ουδέν έτερο πέραν των συμφωνηθέντων οφείλει, καθώς οι διατάξεις περί των ελαχίστων ορίων της δικηγορικής αμοιβής είναι αναγκαστικού δικαίου και δημόσιας τάξης και η εναγομένη ήταν σε κάθε περίπτωση υποχρεωμένη να καταβάλει στον ενάγοντα τις νόμιμες αμοιβές (αποδοχές) του, το ύψος των οποίων όφειλε, πολλώ δε μάλλον και λόγω της νομικής στελέχωσης της επιχείρησης της, να ερευνήσει και να ανεύρει.

Πέραν όμως τούτων η εναγομένη δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει ποιες θα είναι οι επαχθείς συνέπειες σε βάρος της από την άσκηση της αξίωσης του ενάγοντος, καθόσον μόνο η καταβολή των οφειλομένων δεν επισύρει επαχθείς, λαμβανομένου του κύκλου εργασιών της, σε βάρος της συνέπειες.

Περαιτέρω όμως, το ανωτέρω αναφερόμενο δικαίωμα του ενάγοντος, όσον αφορά το χρονικό διάστημα από 01-4-2005 έως 31-12-2012 και τα σχετικά κονδύλια με τα μη καταβαλλόμενα δώρα και επιδόματα, καθώς και τις διαφορές των αποδοχών, έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή όπως προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 190 Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ.3026/1954) και προβλέπεται με το άρθρο 250 παρ. 11 και 253 του Α.Κ., γενομένης δεκτής της νομίμως προβαλλόμενης από την εναγομένη ένστασης, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στην εναγομένη στις 28-9-2018 (βλ.

την με αριθμό ...-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, διορισμένης στο Πρωτοδικείου Αθηνών Ο. Μ.), απορριπτόμενου του ισχυρισμού του ενάγοντος περί αοριστίας της ανωτέρω ένστασης, καθόσον η εναγομένη αναφέρει ρητώς ότι η αγωγή της επιδόθηκε στις 28-9-2018 και ως προς τις αξιώσεις του αντιδίκου που γεννήθηκαν τα έτη προηγούμενα του έτους 2013 και αφορούν επιδόματα εορτών και αδείας και διαφορών αποδοχών, έχουν αυτές παραγραφεί αφού παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας από τότε που γεννήθηκαν, χωρίς επομένως να χρειάζεται να αναφέρει για εκάστη εξ αυτών ακριβώς το χρόνο κατά τον οποίο γεννήθηκε η κάθε αξίωση.

Ως προς τα κονδύλια όμως που αφορούν το ποσοστό που όφειλε η εναγομένη να καταβάλει στα ασφαλιστικά ταμεία και τα οποία δεν κατέβαλε η τελευταία αλλά τα κατέβαλε ο ίδιος, θα πρέπει η ανωτέρω ένσταση παραγραφής να απορριφθεί, καθόσον η ανωτέρω αξίωση υπόκειται, σε εικοσαετή παραγραφή, δεδομένου ότι η αξίωση αυτή επιστηρίζεται στις διατάξεις περί διοίκησης αλλότριων (ως προς την παραγραφή).

Η νομίμως δε προβαλλόμενη από τον ενάγοντα αντένσταση, με την οποία ζητεί την απόρριψη της ανωτέρω ένστασης παραγραφής που πρότεινε η εναγομένη καθώς υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος θα πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, δεδομένου ότι προϋπόθεση της προβολής της αντενστάσεως αυτής είναι να τελεί σε αποκλειστικό αιτιώδη σύνδεσμο προς την διαγωγή του υπόχρεου η υπό του δανειστού, μη έγκαιρη άσκηση της αξιώσεως του ( Ε.Α. 3799/1998 ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση τ' αναφερόμενα από τον ενάγοντα περιστατικά προς επιστήριξη της ανωτέρω αντένστασης του, ήτοι πως δεν προέβη στην άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων του φοβούμενος ότι πράττοντας αυτό θα είχε ως άμεση συνέπεια την απόλυση του, δεν καθιστά την ανωτέρω προβαλλόμενη, από την εναγομένη ένσταση υπερβαίνουσα τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος δεδομένου ότι δεν αναφέρει κάποια θετική ενέργεια της εναγομένης, όπως κάποια προειδοποίηση ή απειλή απόλυσης σε σχετικό οικονομικό του αίτημα προς αυτή ώστε να συνδέεται αιτιωδώς με την καθυστέρηση άσκησης των δικαιωμάτων του.

Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα, από τον Ιανουάριο του έτους 2013 έως και το Μάρτιο του έτους 2018, κατά το οποίο ο ενάγων παρείχε τις νομικές του υπηρεσίες στην εναγομένη ως έμμισθος δικηγόρος, η κατώτατη νόμιμη μηνιαία αντιμισθία του ανερχόταν, λαμβανομένων υπόψη και του ότι επρόκειτο περί Δικηγόρου παρ' εφέταις, κάτοχο μεταπτυχιακού τίτλου (Master LLM στο Ευρωπαϊκό" Κοινοτικό Δίκαιο), γνώστη χρήσης ηλεκτρονικού υπολογιστή, έγγαμου με ένα ανήλικο τέκνο, το οποίο γεννήθηκε το έτος 2006, στο ποσό των 1.687 ευρώ μηνιαίως και συνεπώς δικαιούται:

για το έτος 2013 (1.687 Χ 12 - 1.500 Χ 12 =) 2.244 ευρώ, για το έτος 2014 (1.687,00 Χ 12 - 1.500,00 Χ 12 =) 2.244 ευρώ, για το έτος 2015 (1.687,00 Χ 12 - 1.500,00 Χ 12 =) 2.244 ευρώ, για το έτος 2016 (1.687 Χ 12 - 1.500 Χ 12 =) 2.244 ευρώ, για το έτος 2017 (1687 Χ 12 - 1.500 Χ 12 =) 2.244 ευρώ και για το έτος 2018 (1.687 Χ 3 - 1.500 Χ 3 =) 561 ευρώ, με το νόμιμο τόκο για το ποσό της διαφοράς της πάγιας αμοιβής εκάστου μηνός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος από την πρώτη ημέρα του επομένου μηνός, εφόσον η αντιμισθία του ήταν καταβλητέα στο τέλος κάθε μήνα.

Για δώρα εορτών και επίδομα αδείας ο ενάγων σύμφωνα με τα ανωτέρω θα έπρεπε να λαμβάνει ως δώρο Πάσχα το ποσό των 843,5 ευρώ, ως δώρο Χριστουγέννων το ποσό των 1.687 ευρώ και ως επίδομα αδείας ίο ποσό των 843,5 ευρώ.

Συνεπώς, ο ενάγων δικαιούται: για το έτος 2013 ως δώρο Πάσχα το ποσό των 843,5 ευρώ, πλην όμως θα πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει μικρότερο ποσό των 750 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 1-1-2014, όπως ζητείται με την αγωγή για την αιτία αυτή, ως δώρο Χριστουγέννων το ποσό των 1.687 ευρώ, πλην όμως θα πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το μικρότερο ποσό των 1.500 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 1-1-2014, όπως ζητείται με την αγωγή για την αιτία αυτή και ως επίδομα αδείας το ποσό των 843,5 ευρώ, πλην όμως θα πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το μικρότερο ποσό των 750 ευρώ, όπως ζητείται με την αγωγή για την αιτία αυτή, με το νόμιμο τόκο από 1-1-2014, για το έτος 2014 ως δώρο Πάσχα το ποσό των 843,5 ευρώ, πλην όμως θα πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το μικρότερο ποσό των 750 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 1-5-2015, όπως ζητείται με την αγωγή για την αιτία αυτή, ως δώρο Χριστουγέννων το ποσό των 1.687 ευρώ, πλην όμως θα πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το μικρότερο ποσό των 1.500 ευρώ, όπως ζητείται με την αγωγή, για την αιτία αυτή, με το νόμιμο τόκο από 1-1-2015 και ως επίδομα αδείας το ποσό των 843,5 ευρώ, πλην όμως θα πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το μικρότερο ποσό των 750 ευρώ, όπως ζητείται με την αγωγή για την αιτία αυτή, με το νόμιμο τόκο από 1-1-2015, για το έτος 2015 ως δώρο Πάσχα το ποσό των 843,5 ευρώ, πλην όμως θα πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το μικρότερο ποσό των 750 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 1-1-2016, όπως ζητεί με την αγωγή για την αιτία αυτή, ως δώρο Χριστουγέννων το ποσό των 1687 ευρώ, πλην όμως θα πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το μικρότερο ποσό των 1.500 ευρώ, όπως ζητείται με την αγωγή για την αιτία αυτή, με το νόμιμο τόκο από 1-1-2016 και ως επίδομα αδείας το ποσό των 843,5 ευρώ, πλην όμως θα πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το μικρότερο ποσό των 750 ευρώ, όπως ζητείται με την αγωγή για την αιτία αυτή, με το νόμιμο τόκο από 1-1-2016, για το έτος 2016 ως δώρο Πάσχα το ποσό των 843,5 ευρώ, πλην όμως θα πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το μικρότερο ποσό των 750 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 1-1-2017, όπως ζητείται με την αγωγή για την αιτία αυτή, ως δώρο Χριστουγέννων το ποσό των 1.687 ευρώ, πλην όμως θα πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το μικρότερο ποσό, των 1.500 ευρώ, όπως ζητείται με την αγωγή για την αιτία αυτή, με το νόμιμο τόκο από 1-1-2017 και ως επίδομα αδείας το ποσό των 843,5 ευρώ, πλην όμως θα πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το μικρότερο ποσό των 750 ευρώ, όπως ζητείται με την αγωγή για την αιτία αυτή, με το νόμιμο τόκο από 1-1-2017, για το έτος 2017 ως δώρο Πάσχα το ποσό των 843,5 ευρώ, πλην όμως θα πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το μικρότερο ποσό των 750 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 1-1-2018, όπως ζητείται με την αγωγή για την αιτία αυτή, ως δώρο Χριστουγέννων το ποσό των 1.687 ευρώ, πλην όμως θα πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το μικρότερο ποσό των 1.500 ευρώ, όπως ζητείται με την αγωγή για την αιτία αυτή, με το νόμιμο τόκο από 1-1-2018 και ως επίδομα αδείας το ποσό των 843,5 ευρώ, πλην, όμως θα πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το μικρότερο ποσό των 750 ευρώ, όπως ζητείται με την αγωγή για την αιτία αυτή, με το νόμιμο τόκο από 1-1-2018 και για το έτος 2018 για την εργασία του από Ιανουάριο έως και Μάρτιο, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, δεν δικαιούται δώρο Χριστουγέννων, αλλά δικαιούται ως δώρο Πάσχα το ποσό των (0,375 Χ 1.687,00 =) 632,62 ευρώ, πλην όμως θα πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το μικρότερο ποσό των 562,50 ευρώ, όπως ζητείται με την αγωγή για την αιτία αυτή, με το νόμιμο τόκο από 1-4-2018, οπότε λύθηκε η μεταξύ τους σύμβαση και για επίδομα αδείας το ποσό των (3/12 Χ 843,50 =) 210,87 ευρώ, πλην όμως θα πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το μικρότερο ποσό των 187,50 ευρώ, όπως ζητείται με την αγωγή για την αιτία αυτή, νομιμοτόκως από 1-4-2018, οπότε λύθηκε, η μεταξύ τους σύμβαση.

Αποδείχθηκε, επίσης ότι η εναγομένη υποχρεούτο να καταβάλει απευθείας στα ασφαλιστικά ταμεία του ενάγοντος ποσό, που αναλογεί στα 2/3 των ασφαλιστικών της εισφορών για το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, που τον απασχόλησε ως δικηγόρο, δυνάμει σύμβασης έμμισθης εντολής, με αποτέλεσμα τα ταμεία και μόνο να δικαιούνται να το διεκδικήσουν σε περίπτωση μη απόδοσης.

Στην προκειμένη όμως περίπτωση τ' ανωτέρω ποσά ή προς ορισμένα ταμεία, μέρος αυτών, κατέβαλε ο ίδιος ο ενάγων και συνεπώς σύμφωνα με τις διατάξεις περί διοίκησης αλλότριων δικαιούται τ' ποσά που κατέβαλε ο ίδιος για λογαριασμό της εναγομένης. Σύμφωνα, δε, με τις καθορισθείσες από τα παραπάνω ασφαλιστικά ταμεία για τα έτη 2005 έως 2018 ασφαλιστικές εισφορές, θα πρέπει να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα τ' ακόλουθα χρηματικά ποσά:

Ειδικότερα, για το Ταμείο Νομικών και ΤΕΑΔ η εναγομένη όφειλε να καταβάλει τα 2/3 των κάτωθι ασφαλιστικών εισφορών ετών 2005-2016, τα οποία κατέβαλε ο ενάγων:

ΕΤΟΣ TAN ΤΕΑΔ 2005 732,24 219,72 2006 761,52 228,49 2007 792,00 237,60 2008 819,84 491,91 2009 1664,04 499,20 2010 1664,04 499,20 2011 1855 556,56 2012 2046,36 613,92 2013 2046,36 613,92 2014 2046,36 613,92 2015 2426,04, 727,80 2016 2426,04 727,80 Σύνολο 19279,84 6030,04 Επομένως θα πρέπει να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει για τις ασφαλιστικές εισφορές ετών 2005-2016 του ενάγοντος στον τελευταίο για μεν TAN το ποσό των (19.279,84 Χ 2/3 = ) 12.853,22 ευρώ, για δε το για το δε ΤΕΑΔ το ποσό των (6.030,04 Χ 2/3=) 4.020,03 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από, την επίδοση της αγωγής, καθόσον δεν προέκυψε προηγούμενη όχληση της εναγομένης. Περαιτέρω, για το ταμείο υγείας και πρόνοιας δικηγόρων Αθηνών -ΤΥΠΔΑ- (νυν Ε.Φ.Κ.Α.), η εναγομένη, για τα έτη 2005 έως 2016 όφειλε να καταβάλει τα 2/3, ήτοι: ΕΤΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΙΣΦΟΡΑ 2/3 2005 517,20 344,80 2006 1158,61 772,40 2007 1158,61 772,40 2008 2.408,01 1.605,34 2009 2.430 1.620 2010 2.430

1.620 2011

2.430

1.620 2012

2.506,5

1.671 2013

2.506,5

1.671 2014

2.506,5

1.671 2015

2.506,5

1.671 2016

2.506,5

1.671 Από τ' ανωτέρω ποσά που όφειλε να καταβάλει η εναγομένη μέρος αυτών κατέβαλε ο ενάγων, και συνεπώς θα πρέπει ν' αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 5.416,98 ευρώ, ως προς το οποίο ποσό και του τρόπου υπολογισμού του δεν υπάρχει ειδικότερο παράπονο με τις εφέσεις και τους πρόσθετους λόγους έφεσης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, καθόσον δεν προέκυψε προηγούμενη όχληση της εναγομένης.

Τέλος, για το έτος 2017 έως και το Μάρτιο του έτους 2018 η εναγομένη όφειλε να καταβάλει στο Ε.Φ.Κ.Α. τα 2/3 των κάτωθι ασφαλιστικών εισφορών, τα οποία κατέβαλε ο ενάγων και συγκεκριμένα για το έτος 2017 οι συνολικές εισφορές ανέρχονταν στο ποσό των 2.784,24 ευρώ και το ποσοστό των 2/3 που όφειλε να καταβάλει η εναγομένη και κατέβαλε ο ενάγων στο ποσό των 1.856,16 ευρώ, ενώ για το έτος 2018 (Ιανουάριο - Φεβρουάριο - Μάρτιο) στο ποσό των 740,07 και το ποσοστό των 2/3 που όφειλε να καταβάλει η εναγομένη και κατέβαλε ο ενάγων στο ποσό των 493,38 ευρώ και συνεπώς για την ανωτέρω αιτία θα πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 2.349,54 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, καθόσον δεν προέκυψε προηγουμένη όχληση της εναγομένης." Με τους πρώτο, τρίτο και δεύτερο, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, λόγους αναίρεσης, από τους αριθμούς 19, 1 και 8, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να δεχθεί, με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες:

α) ότι προέβη αυτή σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της ένδικης σύμβασης, παρότι δεν προτάθηκαν από τον ενάγοντα τα θεμελιωτικά της νομικής αυτής βάσης πραγματικά περιστατικά, και β) ότι κατόπιν της πλασματικής καταγγελίας της σύμβασης, λόγω της εκ μέρους της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων αυτής, ο ενάγων δικαιούται σωρευτικά αποζημίωση απόλυσης και μισθούς υπερημερίας, παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 4 ν. 4194/2013 σε συνδ.

με τη διάταξη του άρθρου 7 ν. 2112/1920 (πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο μέρος του) παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 4 ν. 4194/2013 (τρίτος λόγος αναίρεσης) και δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν (δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο σκέλος του).

Οι, ως άνω λόγοι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές, που διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν δέχθηκε (ούτε εξάλλου ο ενάγων ισχυρίσθηκε με την ένδικη αγωγή του) ότι έλαβε χώρα πλασματική καταγγελία της σύμβασης, κατόπιν μονομερούς μεταβολής των όρων αυτής, κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 ν. 2112/1920, αλλά δέχθηκε ότι η ίδια η εναγομένη ανακοίνωσε στον ενάγοντα ότι από τον Απρίλιο 2018 θα διακόψει τη συνεργασία τους και προέβη έτσι σε καταγγελία της σύμβασης, χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση, κατ' επέκταση δε των παραπάνω παραδοχών, δέχθηκε, στη συνέχεια, ότι ο ενάγων δικαιούται αποζημίωση, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 46 παρ. 3 ν. 4194/2013, καθώς και μηνιαίες αποδοχές μέχρι την πλήρη καταβολή της αποζημίωσης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 46 παρ. 4 ν. 4194/2013.

Με τη διαλαμβανόμενη δε στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχή ότι η επικαλούμενη από την εναγομένη πρότασή της προς τον ενάγοντα για συνέχιση της συνεργασίας τους, με αυτόν, ως εξωτερικό συνεργάτη, την οποία ο τελευταίος δεν αποδέχθηκε, συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή των όρων εργασίας, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αιτιολόγησε την απόρριψη του ισχυρισμού της περί οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος.

Επομένως, οι, ως άνω, λόγοι είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο μέρος του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να κρίνει ορισμένη την αγωγή, κατά το αίτημα για επιδίκαση αποζημίωσης απόλυσης και μισθών μέχρι την πλήρη καταβολή αυτής, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι στην αίτηση αναίρεσης δεν παρατίθεται το κρίσιμο περιεχόμενο της αγωγής, ούτε αναφέρεται αν η αναιρεσείουσα πρόβαλε τον περί αοριστίας ισχυρισμό της παραδεκτά πρωτοδίκως, δηλαδή όχι μόνο με τις έγγραφες προτάσεις της, όπως ισχυρίζεται, αλλά και προφορικά με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά.

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1, άλλως από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι παραβίασε τον ουσιαστικό κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ, με το να απορρίψει τον ισχυρισμό της περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, άλλως ότι δεν έλαβε υπόψη το σχετικό ισχυρισμό, όπως διατυπώθηκε.

Έτσι που έκρινε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, του ενάγοντος δεχόμενο ότι η επικαλούμενη από αυτήν αδράνεια του ενάγοντος επί δεκατρία έτη να ασκήσει το σχετικό δικαίωμά του δεν αρκεί, χωρίς τη συνδρομή επιπροσθέτως ειδικών συνθηκών και περιστάσεων, για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, ότι από τη συμπεριφορά του ενάγοντος, όπως περιγράφεται στην απόφαση, κατόπιν αξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων, δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί σ' αυτήν η εύλογη πεποίθηση ότι δεν δικαιούται άλλο ποσό πέραν του συμφωνηθέντος, καθώς και ότι δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα ποιες θα ήταν οι σε βάρος της επαχθείς συνέπειες από την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Επομένως, ο, ως άνω, αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος, από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας και πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, όπως προτάθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας, ούτε, ειδικότερα, αναφέρονται τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν.

Με τον τέταρτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2013 έως Μάρτιο 2018 ο ενάγων εδικαιούτο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 92Α του ν.δ. 3026/1954, να λαμβάνει κατώτατη μηνιαία αντιμισθία, ποσού 1.687 ευρώ, με βάση το οποίο, αφενός μεν του επιδίκασε διαφορές αποδοχών, ποσού 11.781 ευρώ, αφετέρου δε υπολόγισε τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και την αποζημίωση απόλυσης, παραβίασε τήΗ διάταξη του άρθρου 92 Α του ν.δ. 3026/1954, την οποία εσφαλμένα εφάρμοσε, αφού είχε καταργηθεί από 12-11-2012 με το άρθρο πρώτο της παραγράφου ΙΓ 1 υποπερ. δβ'του ν. 4093/2012, καθώς και την ισχύουσα κατά το ένδικο χρονικό διάστημα διάταξη του άρθρου 44 παρ. 1 ν. 4194/2013, την οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε.

Ο, ως άνω, αναιρετικός λόγος, κατά το σκέλος αυτού, που αφορά την επιδίκαση στον ενάγοντα του ποσού των 11.781 ευρώ για διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από Ιανουάριο 2013 έως Μάρτιο 2018 είναι βάσιμος, καθόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε για το, ως άνω, χρονικό διάστημα τη διάταξη του άρθρου 92 Α του ν.δ. 3026/1954, όπως ίσχυε πριν το ν. 4093/2012, σύμφωνα με την οποία το κατώτατο όριο αμοιβής των έμμισθων δικηγόρων συνδέθηκε με το βασικό μισθό των δημοσίων υπαλλήλων.

Τούτο διότι, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 92Α του ν.δ. 3026/1954 με το άρθρο πρώτο της παραγράφου ΙΓ 1 υποπερ. 8β' του ν. 4093/2012, ορίσθηκε ότι ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες με έμμισθη εντολή υπηρεσίες του αμείβεται με πάγια μηνιαία αντιμισθία, που καθορίζεται με ελεύθερη συμφωνία με τον εντολέα του, χωρίς να προβλέπεται κατώτατο όριο αμοιβής, ενώ με την υποπερ. 8γ του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι από την έναρξη ισχύος του μ. 4093/2012 καταργείται κάθε διάταξη νόμου ή κανονιστικής πράξης που ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα του άρθρου 92Α του ν.δ. 3026/1954, όπως τροποποιήθηκε δυνάμει της υποπερ. 8β.

Επομένως, όσον αφορά το κατώτατο όριο αμοιβής δικηγόρου με πάγια αμοιβή, όπως ο ενάγων, συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 44 παρ. 1 ν. 4194/2013 από την έναρξη της ισχύος του. Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά το σκέλος αυτού που αφορά τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και την αποζημίωση απόλυσης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Τούτο διότι, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπολόγισε τα επιδικασθέντα για τις εν λόγω αιτίες ποσά, βάσει της συμφωνημένης πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας, ποσού 1.500 ευρώ και όχι βάσει του υπέρτερου ποσού των 1.687 ευρώ.

Με τον έβδομο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 341 ΑΚ και 1 παρ. 2 ν. 1082/1980, με το να επιδικάσει τόκους υπερημερίας από το τέλος κάθε μήνα, οπότε ήταν απαιτητή κάθε μηνιαία αντιμισθία, ποσού 1.687 ευρώ, και για το ποσό, κατά το οποίο προσαυξάνονται οι μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσίβλητου (κατά 1/6) με την αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας, για τα οποία προβλέπεται, κατά νόμο, διαφορετική δήλη ημέρα καταβολής. Ο λόγος αυτός (πέραν του γεγονότος ότι εσφαλμένα υποστηρίζεται ότι η εν λόγω προσαύξηση υπολογίσθηκε επί μηνιαίων αποδοχών ποσού 1.687 ευρώ, ενώ κατά τα προεκτεθέντα, οι επιδικασθείσες μηνιαίες αποδοχές επί των οποίων υπολογίσθηκε και η προσαύξηση ανέρχονται σε 1.500 ευρώ), είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι συγκεκριμένες παραβιασθείσες νομικές διατάξεις, που, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που προεκτέθηκαν, προβλέπουν τη δήλη ημέρα καταβολής των επιδομάτων εορτών και αδείας, μόνη δε η αναφορά της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 2 ν. 1082/1980 δεν αρκεί για την πληρότητα του αναιρετικού αυτού λόγου.

Με τον έκτο λόγο αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, από τον αριθμό 19 (κατ' εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου του και όχι από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση των όσων αναφέρονται σ' αυτόν, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 730 ΑΚ, διότι προκειμένου να επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο, με βάση τις διατάξεις περί διοίκησης αλλότριων, μέρος των ασφαλιστικών εισφορών που κατέβαλε στα ασφαλιστικά ταμεία ο ίδιος, αν και υποχρεούτο να τα καταβάλει η αναιρεσείουσα, δεν διέλαβε αιτιολογία, όσον αφορά τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, αφού δεν αναφέρεται σ' αυτήν ότι ο αναιρεσίβλητος ενήργησε προς το συμφέρον της, κατά την πραγματική ή την εικαζόμενη θέλησή της.

Ο, ως άνω, αναιρετικός λόγος, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, οι παραδοχές της οποίας προεκτέθηκαν, προκύπτει ότι πράγματι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για το ζήτημα αυτό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όσον αφορά την αξίωση του αναιρεσίβλητου για επιδίκαση των ασφαλιστικών εισφορών που κατέβαλε, δεν διέλαβε στην απόφαση τα, ως άνω, στοιχεία, περιοριζόμενο να αναφέρει ότι "...τα ανωτέρω ποσά ή προς ορισμένα ταμεία μέρος αυτών κατέβαλε ο ίδιος ο ενάγων και συνεπώς σύμφωνα με τις διατάξεις περί διοίκησης αλλότριων δικαιούται τα ποσά που κατέβαλε ο ίδιος για λογαριασμό της εναγομένης".

Έτσι η απόφαση στερείται ως προς το ζήτημα αυτό επαρκούς αιτιολογίας και κατ' επέκταση νόμιμης βάσης. Επομένως, ο, ως άνω, αναιρετικός λόγος, κατά το αντίστοιχο σκέλος του είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Ο ίδιος αναιρετικός λόγος κατά το σκέλος αυτού, με το οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν απέρριψε την αγωγή, κατά το αίτημα περί επιδίκασης των ασφαλιστικών εισφορών, ως μη νόμιμη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον πέραν του γεγονότος ότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της αγωγής, ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν αναφέρεται σε παραβιάσεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου, συνεπεία των οποίων εσφαλμένα η αγωγή δεν απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αλλά αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο, με τον όρο δε απαράδεκτο νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση- δικονομικής διάταξης (ΑΠ 933/2019).

Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμων των, ως άνω τέταρτου και έκτου λόγων αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο σκέλος τους, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα κατά το μέρος αυτής, με το οποίο επιδικάσθηκε τον αναιρεσίβλητο το ποσό των 11.781 ευρώ (για διαφορές αποδοχών), καθώς και το ποσό των 24.639,77 ευρώ (για καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές) και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής (άρθρα 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Αναιρεί εν μέρει τη με αριθ.4375/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

-Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το, ως άνω, αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

-Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και τούτου αποχωρήσαντος, η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης