Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to failure to prove document distortion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a labor dispute judgment. The appellant argued that the lower court distorted the content of a specific letter, but the court found this claim inadmissible because the appellant failed to submit the original document for verification. Consequently, the court ruled that the distortion argument was unproven and rejected the appeal in its entirety.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 20 and 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on alleged document distortion is inadmissible if the appellant fails to produce the original document for examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1002 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1002/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Θ. του Γ., κατοίκου Αθηνών, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Εμμανουήλ Γρηγοριάδη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στo Δουβλίνο της Ιρλανδίας, νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα, ως καθολική διάδοχος της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...",δυνάμει διασυνοριακής συγχώνευσης με απορρόφηση της τελευταίας από την πρώτη, η οποία παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Φωτίου Κώτση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 123/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2486/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-7-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 15-7-2021 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 5784/ 752/2021) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 2486/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 1-2-2020 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, υπ' αριθ. 123/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 4-4-2017 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 524232/720/2017) αγωγή αυτού κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαία, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση (ΟλΑΠ 24/2003, ΑΠ 524/2021, 546/2021, 247/2019, 1158/2017, 475/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς, αν όμως ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.
Επίσης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 251, 297, 298, 330, 914 και 937 ΑΚ. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη προς υπεράσπιση κατά της έφεσης και για την υποστήριξη του διατακτικού της εκκαλουμένης αποφάσεως επαναφέρει παραδεκτώς, σύμφωνα με το άρθρο 527 ΚΠολΔ, ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, την ένσταση παραγραφής που είχε παραδεκτώς και νομίμως προβάλει και πρωτοδίκως, ισχυριζόμενη ότι οι αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος που στηρίζονται στις διατάξεις της αδικοπραξίας, έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή, καθόσον από τον Ιούνιο του έτους 2011, όταν (ο ενάγων) πληροφορήθηκε για πρώτη φορά τις αμελείς ενέργειες των προστηθέντων της, σε κάθε δε περίπτωση από τον Αύγουστο του ίδιου έτους, όταν πλέον είχε πλήρη γνώση για τα καταχωρημένα σε βάρος του δυσμενή στοιχεία, μέχρι την 12-9-2016, οπότε και της επιδόθηκε η προγενέστερη από 1-7-2016 ομοίου περιεχομένου ιστορικής και νομικής αιτίας αγωγή του ενάγοντος -από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε με την κρινόμενη αγωγή- παρήλθε η από το άρθρο 937 ΑΚ προβλεπόμενη πενταετία για την παραγραφή.
Ως προς την ανωτέρω ένσταση σημειώνονται τα ακόλουθα: Από την επισκόπηση του περιεχομένου του αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι ο ενάγων ιστορούσε ότι από υπαιτιότητα των αρμοδίων υπαλλήλων της εναγομένης, οι οποίοι δεν επέδειξαν τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή, καταχωρήθηκαν εσφαλμένως σε βάρος του, στο σύστημα της "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.", δυσμενή οικονομικά στοιχεία που αφορούσαν δύο πιστωτικές κάρτες εκδόσεως της εναγομένης και δη την υπ' αριθ. ...
MASTERCARD και την υπ' αριθ. 2644599 VISA, των οποίων όμως καρτών ο ίδιος δεν ήταν κάτοχος, αφού ουδέποτε είχε αιτηθεί την έκδοσή τους. Το γεγονός αυτό, ήτοι της εσφαλμένης αναγγελίας προς την "ΤΕΙΡΕΙΣΙΑΣ Α.Ε." δυσμενών οικονομικών στοιχείων στο όνομά του, πληροφορήθηκε το πρώτον από την Εμπορική Τράπεζα, τον Ιούνιο του έτους 2011, όταν και αιτήθηκε από το τελευταίο πιστωτικό ίδρυμα τη χορήγηση δανείου για την κάλυψη των στεγαστικών του αναγκών, αίτημα το οποίο και απορρίφθηκε εξαιτίας της ως άνω καταχώρησης.
Εν συνεχεία, ιστορούσε ότι προς επιβεβαίωση της πληροφορίας αυτής (που έλαβε το πρώτον από την Εμπορική Τράπεζα) και πιο συγκεκριμένα στις 4-8-2011 ζήτησε και έλαβε από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ Α.Ε." έγγραφη ενημέρωση για την καταχώρηση των δυσμενών οικονομικών στοιχείων που τον αφορούσαν.
Ακολούθως και προς διευθέτηση του προβλήματος αυτού, απέστειλε στην εναγομένη την από 17-8-2011 επιστολή του, η οποία και παραλήφθηκε από την τελευταία αυθημερόν, στην οποία (επιστολή), μεταξύ άλλων, ο ενάγων ανέφερε τα ακριβή στοιχεία των ως άνω καρτών και τους λογαριασμούς που εξυπηρετούσαν την εξόφλησή τους, επισημαίνοντας ότι ο ίδιος ουδέποτε αιτήθηκε την έκδοση των καρτών αυτών, των οποίων δεν είναι κάτοχος ούτε έκανε ποτέ χρήση, αιτούμενος την άμεση διευθέτηση του ζητήματος, ώστε να μην εμφαίνονται πλέον στο όνομά του, καθώς προκαλούσαν μεγάλες δυσχέρειες στη συνεργασία του με άλλα πιστωτικά ιδρύματα, όπως π.χ.
στη λήψη ενός δανείου. Επιπροσθέτως, στο αγωγικό δικόγραφο μνημόνευε ότι η εναγομένη με την από 9-9-2011 απαντητική επιστολή της, της οποίας έλαβε γνώση μετά από δεκαπενθήμερο, ομολόγησε ότι αυτή ήταν υπαίτια για την παράνομη καταχώρηση στο όνομά του δυσμενών οικονομικών στοιχείων, ενημερώνοντάς τον ταυτόχρονα ότι θα προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για τη διόρθωση του προβλήματος αυτού.
Ενόψει των όσων ανωτέρω ιστορούνται με το αγωγικό δικόγραφο, καθίσταται σαφές ότι η επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, επί της οποίας στηρίζονται και όλες οι αγωγικές αξιώσεις, είναι η εσφαλμένη καταχώρηση (αναγγελία) δυσμενών οικονομικών στοιχείων στο όνομα του ενάγοντος, συμπεριφορά την οποία ο τελευταίος πληροφορήθηκε το πρώτον τον Ιούνιο του έτους 2011, ενώ από τον Αύγουστο του ίδιου έτους ο ενάγων γνώριζε πλέον, και μάλιστα μετά βεβαιότητας, το υπαίτιο πρόσωπο, τα ειδικότερα στοιχεία προέλευσης της δυσμενούς αυτής καταχώρησης και τις πρώτες επιζήμιες συνέπειες της πράξης αυτής, δηλαδή γνώριζε ότι η εσφαλμένη αυτή καταχώρηση και η ύπαρξη δυσμενούς στοιχείου σε βάρος του έγινε από αμελή συμπεριφορά της εναγομένης και είχε ως αποτέλεσμα την άρνηση της παροχής της πίστωσης (δανείου), όπως άλλωστε και ο ίδιος επισήμανε στην από 17-8-2011 επιστολή του προς την εναγομένη.
Πλην όμως επέδωσε στην τελευταία την αρχική από 1-7-2016 ομοίου περιεχομένου αγωγή του (από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε με την επίδικη αγωγή), στις 12-9-2016 (βλ. την υπ' αριθ. 1052β/2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Λ.), δηλαδή μετά την παρέλευση πενταετίας από τότε που εκδηλώθηκε και ολοκληρώθηκε η σε βάρος του αδικοπραξία εκ μέρους της εναγομένης, με αποτέλεσμα οι αγωγικές του αξιώσεις να είναι εξ αυτού του λόγου απορριπτέες ως ουσιαστικά αβάσιμες.
Ο ενάγων αρνείται την ένσταση παραγραφής των αγωγικών του αξιώσεων, ισχυριζόμενος ότι ο χρόνος έναρξης της παραγραφής δεν είναι ο Αύγουστος του έτους 2011, αλλά το χρονικό σημείο που παρέλαβε την με ημερομηνία 9-9-2011 απαντητική επιστολή της εναγομένης, με την οποία η τελευταία ομολογούσε εξωδίκως ότι ήταν υπαίτια για την παράνομη καταχώρηση, δεσμευόμενη μάλιστα να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, ώστε να διορθωθεί το πρόβλημα αυτό.
Ωστόσο, ο ανωτέρω ισχυρισμός του ενάγοντος, πέραν της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρει κάποιο συγκεκριμένο χρονικό σημείο παραλαβής της επιστολής της εναγομένης και κατά συνέπεια έναρξης της παραγραφής (βλ. αγωγικό δικόγραφο που αναφέρεται αορίστως ότι έλαβε γνώση της από 9-9-2011 επιστολής της εναγομένης μετά από δεκαπενθήμερο, καθώς και την προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεών του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπου αναφέρει επί λέξει "την οποία παρέλαβα -οπωσδήποτε- πολλές μέρες αργότερα..."), είναι νομικά αβάσιμος, αφού για την έναρξη της παραγραφής δεν απαιτείται η "ομολογία" του υπαιτίου για την τέλεση της εκ μέρους του αδικοπραξίας, αλλά η γνώση, από τον παθόντα και εν γένει δικαιούχο της αποζημίωσης, της ζημίας, χωρίς μάλιστα να απαιτείται η γνώση της ακριβούς έκτασης της ζημίας και του ποσού της αποζημίωσης και του προς αποζημίωση υπόχρεου, στοιχεία που, όπως προαναφέρθηκε, συνέτρεχαν από τον Αύγουστο του έτους 2011.
Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση, που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά της ιστορικής βάσης της αγωγής, χωρίς όμως να ερευνήσει τη νομίμως προταθείσα ένσταση παραγραφής, δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα, έστω και με άλλη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται ως ανωτέρω, από το παρόν δικαστήριο, κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ, απορριπτομένης της εφέσεως".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ήτοι με το να δεχθεί ότι η πενταετής παραγραφή των ένδικων αξιώσεων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος είχε ως αφετηρία τον Αύγουστο του έτους 2011, οπότε ο τελευταίος έλαβε γνώση του υπόχρεου προς αποζημίωση, των ειδικότερων στοιχείων προέλευσης της δυσμενούς γι' αυτόν καταχώρησης στο σύστημα της "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ Α.Ε." και των πρώτων επιζήμιων συνεπειών της πράξης αυτής, καθώς και ότι ο χρόνος της παραγραφής είχε συμπληρωθεί στις 12-9-2016, οπότε επιδόθηκε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη η από 1-7-2016 αγωγή αυτού, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε με την ένδικη από 4-4-2017 αγωγή του, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 251, 297, 298, 330, 914 και 937 ΑΚ, δεδομένου ότι συνέτρεχαν όλες οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση αυτής (ΑΠ 79/2023, 1442/2017, 432/2016) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 79/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προταθέντα με την αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ισχυρισμό αυτού, ότι με την από 15-10-2011 δήλωση της κατασκευαστικής εταιρείας "..." ματαιώθηκε οριστικά η επικείμενη σύμβαση αγοραπωλησίας δύο διαμερισμάτων και τούτο εξαιτίας της μη χορήγησης από την Εμπορική Τράπεζα του αιτηθέντος από αυτόν στεγαστικού δανείου λόγω των δυσμενών στοιχείων που είχαν καταχωρηθεί γι' αυτόν στο σύστημα της "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ Α.Ε.", τα οποία είχε διαβιβάσει στην τελευταία η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, ήτοι δεν έλαβε υπόψη ότι ο ενάγων έλαβε γνώση της οριστικώς προκληθείσας ζημίας του κατά την ως άνω ημερομηνία, η οποία και αποτελεί τον εναρκτήριο χρόνο της πενταετούς παραγραφής των ένδικων αξιώσεών του, η οποία (παραγραφή) δεν είχε συμπληρωθεί στις 12-9-2016, οπότε ασκήθηκε η πρώτη αγωγή, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε αυτός με την ένδικη αγωγή του.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ο επικαλούμενος ισχυρισμός του ενάγοντος δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αλλά αρνητικό της ένστασης παραγραφής ισχυρισμό, προταθέντα καθ' υποφορά με την ένδικη αγωγή. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο.
Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του KΠολΔ εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε.
Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του KΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλ' ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για τον σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς δηλαδή να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 919/2023, 70/2022, 78/2022, 1162/2019, 856/2019, 236/2017 1915/2016, 472/2016).
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως, και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 70/2022, 922/2018). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται, μεταξύ άλλων, α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, κατά λέξη παρατιθεμένο, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 70/2022, 194/2005).
Παράλληλα, ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο που φέρεται, κατά τους ισχυρισμούς του, ότι έχει παραμορφωθεί, προκειμένου το περιεχόμενό του να εκτιμηθεί σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, για τη διαπίστωση της βασιμότητας του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 70/2022, 1167/2019, ΑΠ 1414/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου της από 17-8-2011 επιστολής του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη, το περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται επί λέξει στο δικόγραφο της αναίρεσης.
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός συνίσταται στο ότι το Εφετείο προσέδωσε στο ως άνω αποδεικτικό έγγραφο το εξής περιεχόμενο: "Ακολούθως και προς διευθέτηση του προβλήματος αυτού, απέστειλε στην εναγομένη την από 17-8-2011 επιστολή του, η οποία και παραλήφθηκε από την τελευταία αυθημερόν, στην οποία (επιστολή), μεταξύ άλλων, ο ενάγων ανέφερε τα ακριβή στοιχεία των ως άνω καρτών και τους λογαριασμούς που εξυπηρετούσαν την εξόφλησή τους, επισημαίνοντας ότι ο ίδιος ουδέποτε αιτήθηκε την έκδοση των καρτών αυτών, των οποίων δεν είναι κάτοχος ούτε έκανε ποτέ χρήση, αιτούμενος την άμεση διευθέτηση του ζητήματος, ώστε να μην εμφαίνονται πλέον στο όνομά του, καθώς προκαλούσαν μεγάλες δυσχέρειες στη συνεργασία του με άλλα πιστωτικά ιδρύματα, όπως π.χ.
στη λήψη ενός δανείου", ενώ το αληθινό περιεχόμενο αυτού αφορούσε στην πληροφόρησή του (αναιρεσείοντος) για το τι πραγματικά έχει συμβεί, ώστε να έχει στο αποδεικτικό του οπλοστάσιο ό,τι ήταν, κατά την κοινή πείρα και λογική, αναγκαίο για να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του και να επιδιώξει τις αξιώσεις του.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζεται ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το ανωτέρω έγγραφο ούτε το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο εξαιτίας της επικαλούμενης παραμόρφωσης του συγκεκριμένου εγγράφου, σε κάθε περίπτωση δε είναι αβάσιμος, εφόσον ο αναιρεσείων, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις, δεν προσκομίζει το επίμαχο έγγραφο ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου.
Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-7-2021 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 5784/ 752/2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2486/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ