Legislator Case Law & Legislation
1002/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence evaluation, ruling minor omissions do not invalidate verdict if overall assessment remains certain.

Case Number 1002/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding child support and asset disclosure. The appellant argued the appellate court failed to consider specific evidence of hidden wealth, including handwritten notes and photographs of cash and gold. The court ruled that the lower court had adequately evaluated all evidence and that the omission of specific items did not invalidate the verdict as long as the overall assessment remained certain.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(c) and 559(11)(g) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a lower court's failure to separately mention or evaluate every piece of evidence does not constitute grounds for appeal if the overall assessment of the evidence is certain and all evidence was considered.

Keywords

AI generated
appeal dismissal evidence evaluation omission of evidence child support asset disclosure certainty of assessment legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 63 of the Code of Civil Procedure
Article 64(1) of the Code of Civil Procedure
Article 127 of the Civil Code
Article 1510 of the Civil Code
Article 1516(2) of the Civil Code
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(g) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1002 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1002/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας Ο. - Σ. Χ. του Γ. ως ασκούσας την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου της Π. Ι. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Πλάκα και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Ι. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τουσιάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η Π. Ι. του Π., ενηλικιώθηκε, παρίσταται ατομικά και εκπροσωπείται από τον ίδιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/7/2017 αγωγή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4259/2018 οριστική του όπως αυτή διορθώθηκε με την 10257/2018 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και 139/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/6/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 63 ΚΠολΔ, όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 64 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους.

Ικανός για κάθε δικαιοπραξία, σύμφωνα με το άρθρο 127 ΑΚ, είναι όποιος έχει συμπληρώσει το 18° έτος της ηλικίας του (ενήλικος). Άρα ο ανήλικος δεν έχει δικαίωμα να παρίσταται με το δικό του όνομα στο δικαστήριο, αλλά εκπροσωπείται σ` αυτό από τους δύο γονείς του, οι οποίοι από κοινού ασκούν τη γονική μέριμνά του (άρθρο 1510 ΑΚ), ενώ σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης των γονέων, τις αξιώσεις διατροφής που έχει το τέκνο κατά του γονέα, ο οποίος δεν έχει την επιμέλεια του προσώπου του, μπορεί να τις ασκεί αυτός που έχει την επιμέλεια (άρθρο 1516 παρ. 2 ΑΚ).

Διάδικος, όμως, είναι το ανήλικο τέκνο και όχι οι γονείς του, οι οποίοι απλώς αναπληρώνουν την έλλειψη ικανότητας αυτού να παρίσταται το ίδιο στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Κατά συνέπεια, σε δίκη με διάδικο ανήλικο τέκνο που δεν έχει περατωθεί, μετά την ενηλικίωσή του, οπότε αυτό καθίσταται ικανό για κάθε δικαιοπραξία, επομένως και για να υπερασπίζεται τα δίκαια του, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νόμιμου αντιπροσώπου του και στο εξής, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης κατά τα άρθρα 286 επομ.

ΚΠολΔ, συνεχίζεται πλέον η διαδικασία με τη συμμετοχή στη δίκη του τέκνου που ενηλικιώθηκε (ΑΠ 1626/2011).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, μεταξύ των διαδίκων στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 139/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ήταν και η ανήλικη Π. Ι. του Π., που γεννήθηκε 25-12-2002, η οποία εκπροσωπήθηκε από τη μητέρα της Ο. - Σ. Χ., στην οποία, δυνάμει της 15277/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκη, ανατέθηκε αποκλειστικά η επιμέλεια του προσώπου της. Η ανωτέρω, με την προαναφερόμενη ιδιότητα της νομίμου εκπροσώπου της ανήλικης, άσκησε και την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της ως άνω απόφασης. Ωστόσο, στις 25-12-2020 η εν λόγω ανήλικη ενηλικιώθηκε, όπως τούτο προκύπτει και από το περιεχόμενο του .../22-12-2021 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Θεσσαλονίκης Βάιας Καρακάση.

Συνεπώς, νομίμως αυτή παραστάθηκε με το δικό της όνομα κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, αφού μετά την ενηλικίωσή της κατέστη ικανή για να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό της όνομα και έχει ήδη παύσει η αντιπροσωπευτική εξουσία της νομίμου αντιπροσώπου μητέρας της.

Με την κρινόμενη από 1-6-2020 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 1014/2020, ΕΑΚ 107/2020, Αριθ. Δικ. 836/2020) προσβάλλεται η με αριθμό 139/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών που αφορούν διατροφή τέκνων, επί της από 20-11-2018 έφεσης και των από 27-9-2019 πρόσθετων λόγων αυτής του ήδη αναιρεσίβλητου κατά της 4259/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπως αυτή διορθώθηκε με την 10.257/2018 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα (χωρίς να καταβληθεί παράβολο για την άσκησή της, δεδομένου ότι δεν υφίσταται τέτοια υποχρέωση στην παρούσα διαφορά, κατ' άρθρο 495 παρ. 3 εδαφ. τελευταίο ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489 και 1493 ΑΚ προκύπτει ότι οι γονείς, είτε υπάρχει μεταξύ τους γάμος και συμβιώνουν, είτε έχει διακοπεί η συμβίωση, είτε έχει εκδοθεί διαζύγιο, έχουν κοινή και ανάλογη με τις δυνάμεις τους υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ακόμη και εάν αυτό έχει περιουσία, της οποίας, όμως, τα εισοδήματα ή το προϊόν της εργασίας του ή άλλα τυχόν εισοδήματά του δεν αρκούν για τη διατροφή του.

Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του ανηλίκου δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του, η δε δικαιούμενη (ανάλογη) διατροφή του περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία για τη συντήρηση, ανατροφή και εν γένει εκπαίδευσή του έξοδα. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη επιτήρησης, εκπαίδευσης και την κατάσταση υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου.

Για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής αξιολογούνται κατ' αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου, καθοριστικό δε στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβίωσής του. Η υποχρέωση διατροφής είναι κατά κανόνα χρηματική υποχρέωση, χωρίς όμως να αποκλείεται η εκπλήρωσή της και σε είδος.

Παροχές σε είδος που συνυπολογίζονται στην υποχρέωση του γονέα για διατροφή του τέκνου, είναι, μεταξύ άλλων, η συνεισφορά της οικοκυράς, η παροχή οικίας, καθώς και η παροχή προσωπικών υπηρεσιών για την ανατροφή, περιποίηση, φροντίδα και επιμέλεια του τέκνου. Έτσι ο γονέας, που συζεί με το ανήλικο τέκνο, μπορεί, κατά τον υπολογισμό του οφειλόμενου από αυτόν ποσού διατροφής του, να συνυπολογίσει οτιδήποτε συνδέεται με την εξαιτίας της συνοίκησης πραγματική διάθεση χρημάτων για τις ανάγκες του τέκνου, όπως ενοίκιο, κατανάλωση ρεύματος, ύδατος, θέρμανσης κλπ, καθώς και άλλες προσωπικές υπηρεσίες που απορρέουν από αυτή (ΑΠ 1016/2019, ΑΠ 449/2019, ΑΠ 995/2019, ΑΠ 1612/2017, ΑΠ 1048/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αυτά περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1016/2019, ΑΠ 1156/2017).

Στη προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, κατά το ενδιαφέρον τον πρώτο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ανήλικος γιός των διαδίκων, Γ., είναι μαθητής της Β' τάξης Λυκείου σε δημόσιο σχολείο της Θεσσαλονίκης...

Παρακολουθούσε, κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, ενισχυτικά μαθήματα, τα οποία δεν αποδείχθηκε ότι είναι ιδιαίτερα μαθήματα κατ' οίκον για τα μαθήματα της κατεύθυνσής του, που θα συνεχιστούν και το επόμενο σχολικό έτος, για τα οποία, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεδομένου ότι δεν προσκομίζεται καμία απόδειξη προς τούτο, ..., απαιτείται δαπάνη 3.000 ευρώ ετησίως.

Η ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων, Π., είναι μαθήτρια της Α' τάξης Λυκείου σε δημόσιο σχολείο Θεσσαλονίκης. Για τη συγκεκριμένη τάξη δεν απαιτείται η παρακολούθηση ενισχυτικών μαθημάτων, η οποία, ωστόσο, θα απαιτηθεί κατά το προσεχές σχολικό έτος της Β' τάξης Λυκείου, δαπάνη που, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, θα ανέλθει στο ποσό των 2.500 ευρώ ετησίως, γιατί δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι οι ανήλικοι παρακολουθούν ιδιαίτερα φροντιστηριακά μαθήματα, εφόσον δεν προσκομίζεται κάποια σχετική απόδειξη καθηγητή...

Αμφότεροι οι ανήλικοι διαμένουν, όπως προαναφέρθηκε, με τη μητέρα τους σε μισθωμένο διαμέρισμα και βαρύνονται τόσο με την αναλογία τους στη δαπάνη μισθώματος, όσο και με τις αναλογούσες σε αυτούς συναφείς δαπάνες ηλεκτρισμού, θέρμανσης, ύδρευσης κλπ, ενώ στερούνται περιουσίας, προσοδοφόρας ή απρόσοδης...

Οι λοιπές ανάγκες συντήρησής τους, δηλαδή για τροφή, ένδυση, εκπαίδευση, άθληση και ψυχαγωγία, είναι οι συνήθεις που απαιτούνται για ανήλικα τέκνα της ίδιας με αυτούς ηλικίας και της αυτής, από άποψης οικονομικών δυνατοτήτων των γονέων τους, κατάστασης. Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι, ενόψει των συνθηκών της ζωής των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, όπως αυτές προσδιορίζονται και από τις συνθήκες διαβίωσης και τις δυνάμεις των γονέων τους, η απαιτούμενη, ανάλογη με τις συνθήκες αυτές διατροφή τους, κατά την ένδικη διετία από την επίδοση της αγωγής, ανέρχεται στο ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως για τον Γ.

και των 320 ευρώ μηνιαίως για την Π., για χρονικό διάστημα ενός έτους από την επίδοση της αγωγής, ήτοι έως 31-7-2018 και στο ποσό των 600 ευρώ για έκαστο τέκνο για το χρονικό διάστημα από 1-8-2018 έως 31-7-2019. Στο ποσό αυτό συνυπολογίζεται και η παροχή προσωπικής εργασίας και φροντίδων της μητέρας τους για την ανατροφή τους, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, είναι αποτιμητές σε χρήμα, καθώς και η αποτίμηση των αναλογουσών σε αυτούς δαπανών θέρμανσης, ηλεκτροφωτισμού, ύδρευσης κλπ.

Με τα ανωτέρω ποσά μπορεί να καλυφθούν όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση και την ανατροφή, ήτοι τις δαπάνες διατροφής, ένδυσης, εκπαίδευσης και ψυχαγωγίας, ώστε να εξασφαλιστεί επίπεδο διαβίωσής τους ανταποκρινόμενο προς το επίπεδο που αρμόζει στην ηλικία τους και στο επίπεδο διαβίωσης των γονέων τους.

Για τον προσδιορισμό της συνεισφοράς που βαρύνει τους διαδίκους, πρέπει να γίνει αναγωγή της οικονομικής δυνατότητας κάθε διαδίκου στο σύνολο των εισοδημάτων τους. Από την εκτίμηση και σύγκριση των δυνάμεων των γονέων των ανηλίκων, τον εναγόμενο βαρύνει μέρος της απαιτούμενης διατροφής, που ανέρχεται, (α) στο ποσό των 530 ευρώ μηνιαίως για τον Γ.

και β) στο ποσό των 310 ευρώ μηνιαίως για την Π., για χρονικό διάστημα ενός έτους από την επίδοση της αγωγής, ήτοι έως τις 31-7-2018 και στο ποσό των 530 ευρώ μηνιαίως για έκαστο τέκνο το λοιπό χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-8-2018 έως 31-7-2019, ενώ με το υπόλοιπο μέρος, στο οποίο περιλαμβάνεται η αποτίμηση των προσωπικών υπηρεσιών και λοιπών παροχών που προσφέρει σε αυτούς η μητέρα τους, βαρύνεται η τελευταία, δεκτής γενομένης εν μέρει της ένστασης συνεισφοράς αυτής στην διατροφή των ανηλίκων τέκνων τους, που πρόβαλε ο εναγόμενος...".

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1390, 1485, 1486, 1489 και 1493 ΑΚ με την επίκληση ότι, (α) περιλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες στο ουσιώδες ζήτημα του καθορισμού των αναγκαίων δαπανών διατροφής της ανήλικης Π.ς, σχετικά με τη δαπάνη παρακολούθησης ενισχυτικών μαθημάτων για το σχολικό έτος που θα φοιτά στη Β' τάξη Λυκείου, την οποία καθόρισε στο ποσό των 2.500 ευρώ ετησίως, ενώ την αντίστοιχη δαπάνη για τον ανήλικο Γ.

την καθόρισε στο ποσό των 3.000 ευρώ ετησίως, (β) δεν περιέχει αιτιολογία, άλλως περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες στο ζήτημα του ύψους των αναγκαίων δαπανών διατροφής της ανήλικης Π.ς, αναφορικά με τις αναφερόμενες στην αγωγή ειδικές συνθήκες ζωής της κατά την καλοκαιρινή περίοδο, οπότε διαμένει (μαζί με τη μητέρα της και τα αδέλφια της) σε διαμέρισμα ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας, στην ..., βαρυνόμενη αναλογικά με τα έξοδα λειτουργίας και συντήρησης αυτής και (γ) δεν περιέχει καμία αιτιολογία σχετικά με το ζήτημα του τελικού επιμερισμού των δαπανών διατροφής της παραπάνω ανήλικης μεταξύ των υπόχρεων γονέων της, δεχόμενη ότι κατά το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής μέχρι 31-7-2018 η δαπάνη που βαρύνει τον εναγόμενο για τη διατροφή της ανήλικης Π.ς ανέρχεται σε ποσό 310 ευρώ μηνιαίως από το συνολικά επιδικασθέν σε αυτήν ποσό διατροφής 320 ευρώ μηναίως (ήτοι, σε ποσοστό 97%), ενώ για το χρονικό διάστημα από 1-8-2018 έως 31-7-2019 η δαπάνη που τον βαρύνει για την διατροφή της ανέρχεται σε ποσό 530 ευρώ μηνιαίως από το συνολικά επιδικασθέν σ' αυτήν ποσό διατροφής 600 ευρώ μηνιαίως (ήτοι σε ποσοστό 88%).

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος στο σύνολό του. Ειδικότερα, κατά το (α) σκέλος του, διότι η αντίφαση πρέπει να υφίσταται μεταξύ των αιτιολογιών, οι οποίες στηρίζουν την ίδια διάταξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι όταν υπάρχει μεταξύ αιτιολογιών, από τις οποίες η καθεμιά στηρίζει αντίστοιχη διάταξη του διατακτικού της ίδιας απόφασης (ΑΠ 130/2020, ΑΠ 1431/2015), όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση, που η μια αιτιολογία αναφέρεται στο κεφάλαιο διατροφής του ανήλικου Γ., ενώ η δεύτερη στο κεφάλαιο διατροφής της ανήλικης Π.ς, στηρίζοντας η καθεμία διαφορετική διάταξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης.

Περαιτέρω, κατά το (β) σκέλος του, είναι αβάσιμος διότι σύμφωνα με τα ως άνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κατά τον προσδιορισμό των αναγκών σε χρήμα των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, δηλαδή και της Π.ς, έχει συνυπολογισθεί και η αποτίμηση των αναλογουσών σ' αυτήν, για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, δαπανών θέρμανσης, ηλεκτρισμού, ύδρευσης κλπ, στις οποίες είναι αυτονόητο ότι περιλαμβάνονται και οι αντίστοιχες δαπάνες της παραθεριστικής κατοικίας της ανήλικης, ακόμη και αν δεν γίνεται ειδική αναφορά σ' αυτές.

Τέλος, κατά το (γ) σκέλος του, είναι αβάσιμος, διότι η προβαλλόμενη αιτίαση ανάγεται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 8/2019, ΑΠ 96/2019, 31/2019,306/2018).

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα κάτωθι αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισε με επίκληση στις προτάσεις της στη δευτεροβάθμια δίκη, για την απόδειξη της μεγάλης οικονομικής επιφάνειας και του πλούτου που είχε αποθησαυρίσει ο αναιρεσίβλητος, πέραν των εμφανών τραπεζικών του καταθέσεων, αποτελούμενου από μετρητά σε ευρώ και δολάρια και από ποσότητες χρυσού, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη: (α) δύο (2) ιδιόγραφα ιδιωτικά έγγραφα, που αποτελούν ιδιόγραφες σημειώσεις του αναιρεσίβλητου, στα οποία αποτυπώνεται ο τρόπος με τον οποίο αυτός σκόπευε να αξιοποιήσει τον παραπάνω πλούτο και (β) τέσσερις (4) έγχρωμες φωτογραφίες που λήφθηκαν στις 16-3-2013 και απεικονίζουν το ποσό των 45.000 ευρώ, που αυτός είχε κρυμμένο στην οικία τους.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από την ενυπάρχουσα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης διαβεβαίωση ότι συνεκτιμήθηκαν, εκτός των άλλων, και όλα ανεξαιρέτως τα προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και τέτοια θεωρούνται και οι φωτογραφικές παραστάσεις (ΑΠ 34/2017, ΑΠ 1304/2013), σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του και τα προαναφερόμενα έγγραφα, ενώ δεν ήταν υποχρεωμένο να κάνει μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και ουδεμία αμφιβολία δημιουργείται για τη συνεκτίμησή τους με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.

Επομένως, ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου που υποβλήθηκε με τις προτάσεις του (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-6-2020 (ΓΑΚ 1014/2020, ΕΑΚ 107/2020, Αριθ. Δικ. 836/2020) αίτηση για αναίρεση της 139/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ