Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment on insolvency status and debt repayment. The court rejects arguments regarding fraud and economic crisis. The decision upholds the lower court's finding of no fraud. The ruling confirms no legal basis for the appeal. The judgment is final and binding. The court finds the appeal inadmissible. The decision is based on Greek civil procedure law. The outcome is a dismissal of the appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the first-instance judgment regarding the defendants' insolvency status. The appellant argued that the lower court erred in finding no fraud and failed to account for the economic crisis of 2010. The court rejected these claims, stating the lower court's reasoning was sufficient and the appellant's arguments were irrelevant to the legal question. Consequently, the appeal was declared inadmissible and the original judgment stands.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560 and 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal must be rejected if the lower court's reasoning is complete and logical, and if the appellant's arguments do not constitute a challenge to the judgment's legal basis but rather are merely evidentiary submissions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1002 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1002/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου – Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ» (ΤΠκΔ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Ε. Σ. του Π.,
2) Π. Κ. του Χ., κατοίκων ... Αχαΐας,
3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ AE» και ήδη «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ AE ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ειδικό Εκκαθαριστή αυτής ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ» και δ.τ. «PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΕ», που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και
4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Τράπεζα Eurobank Ergasias Aνώνυμη Εταιρεία» και ήδη «Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ AE», λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της δεύτερης εταιρείας από την πρώτη,
εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κρεμμύδα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο – Ελευθέριο Γκολέμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 20.01.2021 δήλωση, καθώς και με τις από 20.01.2021 κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας και η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 20.12.2020 δήλωση, καθώς και με τις από 22.01.2021 κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 07.03.2014 και με αρ. εκθ. καταθ. 37/2014 και 38/2014 αιτήσεις των 1ου και 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Δύμης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 686/ 2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17.07.2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου – Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Κατά το αρθρ. 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ «Το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως». Εξάλλου, από τα άρθρα 68 και 556 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της αναιρέσεως, αλλά και των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, αρκεί να προκύπτει η έλλειψη του από τα στοιχεία της δικογραφίας. Το έννομο συμφέρον θεμελιώνεται στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από την προσβαλλόμενη απόφαση, η ανατροπή της οποίας και επιδιώκεται εκ μέρους του με την άσκηση της αναιρέσεως. Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν βλάπτεται (ηττάται), δηλαδή όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού αιτήσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του για τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια ευνοϊκή διάταξη (ΑΠ 85/2010, 537/2011, 145/2014, 224/2015, 1194/2013, ΑΠ 363/2016). Το έννομο συμφέρον πρέπει να κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση (ΚΠολΔ 68), εφόσον δε δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. (ΑΠ 589/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα.
O αιτών Ε. Σ. (πρώτος αναιρεσίβλητος) με την από 7-3-2014 και με αρ. έκθεσης κατάθεσης 37/10-3-2014 αίτηση του στρεφόμενος κατά του αναιρεσείοντος, της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία Ε.F.G. EUROBANK ERGASIAS A.E., της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, καθολικός διάδοχος του οποίου είναι η πρώτη καθ’ ής• και η αιτούσα Π.
Κ. (δεύτερη αναιρεσίβλητη σύζυγος του πρώτου αναιρεσίβλητου) με την από 07.03.2014 και με αρ. έκθεσης κατάθεσης 38/10-3-2014 αίτηση της στρεφόμενη κατά της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία Ε.F.G. EUROBANK ERGASIAS A.E και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία αγροτική τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. επικαλούμενοι και οι δύο έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους προς τους πιστωτές του ο κάθε ένας (καθ’ ων σε κάθε μία από τις παραπάνω αιτήσεις, όπως ήδη αναφέρθηκαν, αντίστοιχα) που απορρέουν από τις σε αυτή (αίτηση) αναφερόμενες συμβάσεις, ζήτησαν την επικύρωση του προτεινόμενου σχεδίου διευθέτησης, επικουρικά δε την ρύθμιση των χρεών τους με σκοπό την εν μέρει απαλλαγή τους από αυτά, την εξαίρεση από την ρευστοποίηση της περιγραφόμενης κύριας κατοικίας τους, αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή τους κατάσταση ως και την αναγνώριση, με την τήρηση της ρύθμισης, της απαλλαγής τους από τα χρέη τους.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την με αρ. 19/2015 οριστική απόφαση του, αφού συνεκδίκασε τις παραπάνω αιτήσεις, τις έκρινε νόμιμες και στην συνέχεια τις δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμες.
Κατά της απόφασης αυτής η εκ των καθ’ ών Αγροτική Τράπεζα της Ελλαδος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών την από 14.07.2016 και με αρ. έκθεσης κατάθεσης 14/2016 έφεση, την οποία έστρεψε κατά των Ε. Σ. και Π. Κ. και κοινοποίησε στους λοιπούς καθ' ων δηλαδή στην Τράπεζα Eurobank Ergasias A.E. και στο αναιρεσείον, αναγκαίους ομοδίκους της.
Το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών με την με αρ.686/2017 απόφαση του απέρριψε την έφεση επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, της οποίας, όπως ρητά αναφέρεται σε αυτή, αντικατέστησε τις αιτιολογίες ως προς την απόρριψη της ένστασης που πρόβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε με σχετικό λόγο έφεσης η εκκαλούσα περί δόλιας περιέλευσης των εφεσίβλητων σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης το αναιρεσείον ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης με σκοπό να γίνει δεκτή η με αρ. κατάθεσης 14/2016 έφεση και να απορριφθούν οι παραπάνω από 07.03.2014 αιτήσεις. Όπως όμως ήδη αναφέρθηκε, στην ασκηθείσα από την αιτούσα Π. Κ. αίτηση το αναιρεσείον δεν είναι διάδικος και δεν μετείχε ως προς αυτή στην πρωτόδικη δίκη, η δε αιτούσα, η οποία δεν στρέφεται κατ’ αυτού, δεν επικαλείται, ότι συνδέεται με αυτό με οποιαδήποτε έννομη σχέση.
Η αίτηση αναίρεσης καίτοι στρέφεται και κατά της Π. Κ., (δεύτερης αναιρεσίβλητης) δεν περιέχει κανένα λόγο βλαπτικό ως προς το αναιρεσείον σε σχέση με την παραπάνω αιτούσα, αφού μάλιστα αυτό δεν φέρεται ούτε ισχυρίζεται ότι είναι πιστωτής της. Επομένως η αίτηση κατά το μέρος της αυτό είναι σύμφωνα, με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, απαράδεκτη, κατ’ αυτεπάγγελτη του Δικαστηρίου έρευνα, ελλείψει εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος αφού οι λόγοι αυτής, ακόμη και αν γίνουν δεκτοί, δεν ωφελούν αυτό (αναιρεσείον), το οποίο δεν συνδέεται με οποιαδήποτε έννομη σχέση με την δεύτερη αναιρεσίβλητη.
Κατά τα λοιπά και ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους η κρινόμενη από 17.07.2019 (αρ. κατ.328/2019) αίτηση αναίρεσης της κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (αρθ.3 Ν.3869/2010 σε συνδυασμό με το αρθ 739 επ. ΚΠολΔ) εκδοθείσας υπ’ αρ. 686/2017 οριστικής απόφασης του σε δεύτερο βαθμό δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[II] Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών». Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017). Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ.6 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 85 στ. Α' εδ. 1 του Ν. 3996/2011 και το άρθρο 20 παρ. 15 του Ν. 4019/2011 (για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), «φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο, την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4,για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και την απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής». Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του.
Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι «ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές». Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.
Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.
Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι: «Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται».
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που «θέλει» την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το «αποδέχεται» (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 677/2010).
Δόλο κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή, θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως, ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου, είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην «περιέλευση» του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη, στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων, που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα).
[III] Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι, καίτοι ο δόλος του οφειλέτη στην μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του και μόνο δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, ως και ότι καίτοι το στοιχείο του δόλου μπορεί να συντρέχει τόσο κατά τον χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και μεταγενέστερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δεχόμενο τα αντίθετα με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1 παρ.1 τουν.3869/2010 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πληρούται από την πλευρά του αιτούντος η προυπόθεση της άνευ δόλου περιέλευσης του σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του απορρίπτοντας εσφαλμένα την σχετική περί δολίας περιέλευσης του σε τέτοια αδυναμία προταθείσα από την εκκαλούσα ένσταση.
Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι, η απόφαση αυτή στερείται νόμιμης βάσης και συγκεκριμένα στερείται αιτιολογίας άλλως περιέχει ανεπαρκή αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο ζήτημα της χωρίς δόλο περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών των προς αυτό οφειλών του, όπως δέχτηκε, μη απαντώντας μάλιστα στον προταθέντα από την εκκαλούσα ισχυρισμό, ότι ενώ ήδη από το έτος 2010 είχε γίνει εμφανής η συρρίκνωση των εισοδημάτων του αιτούντος και αναγκάστηκε τόσο αυτός όσο και η σύζυγος του να ζητήσουν περίοδο χάριτος από τις ήδη δανείστριες τράπεζες για την αντιμετώπιση των ήδη υφισταμένων οφειλών τους, εν τούτοις συνέχισε να δανείζεται, αφού, όπως αναφέρει στην αίτηση του, το έτος 2010 έλαβε δάνειο από το αναιρεσείον ύψους 20.000 ευρώ και από το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο δάνειο ύψους 10.000 ευρώ, γεγονός που αληθές υποτιθέμενο οδηγεί στην κρίση περί δόλιας περιέλευσης αυτού σε αδυναμία πληρωμών.
[IV] Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 686/2017 απόφασή του δέχθηκε, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
«| Οι εφεσίβλητοι, σημερινής ηλικίας ο πρώτος 40 ετών και η δεύτερη 39 ετών, είναι μεταξύ τους σύζυγοι από την 13.07.2003, οπότε τέλεσαν νόμιμο γάμο κατά τη διάρκεια του οποίου απόκτησαν τρία τέκνα, την Ε., γεννημένη το έτος 2004, τον Π., γεννημένο το έτος 2008 και το Χ., γεννημένο το έτος 2010. Ο πρώτος από αυτούς, είναι στο επάγγελμα αστυνομικός, με βαθμό υπαρχιφύλακα, παρέχει τις υπηρεσίες του στο Αστυνομικό Τμήμα Δυτικής Αχαΐας και κατά το χρόνο συζήτησης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, λάμβανε καθαρές αποδοχές ύψους 1.279,6€. Η δεύτερη, ασκεί γεωργική δραστηριότητα και κατά το χρόνο της συζήτησης αποκόμιζε κατά μέσο όρο μηνιαίο εισόδημα ανερχόμενο στο ποσό των 500€. Διαμένουν σε ιδιόκτητη διώροφη οικία τους με τα τέκνα τους, ενώ το μεγαλύτερο από αυτά, η θυγατέρα τους Ε. πάσχει από σύνδρομο DOWN και για το λόγο αυτό, από την 23-9-2014, λαμβάνει από το Τμήμα Κοινωνικής Πρόνοιας του Δήμου Πατρέων επίδομα βαριάς νοητικής καθυστέρησης ποσού 527€ το οποίο θα της χορηγείται έως την 23.09.2017. Για την αντιμετώπισή της πάθησής της, και ειδικότερα για την υποβολή της σε εργοθεραπεία και λογοθεραπεία, απαιτούνται δαπάνες ποσού 275€ μηνιαίως, ενώ μετά την αφαίρεση του εν λόγω ποσού από το συνολικό ποσό του επιδόματος, απομένει επαρκές υπόλοιπο για την κάλυψη των διατροφικών της αναγκών.
Συνεπώς, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα δε διατηρεί αξίωση διατροφής κατά των γονέων της, σύμφωνα με το άρθρο 1486ΑΚ. Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω, οι ελάχιστες ανάγκες διαβίωσης των αιτούντων και των τέκνων τους, κατά το χρόνο της συζήτησης των αιτήσεων, και έως σήμερα, ανέρχονται στο ποσό των 1.000€ μηνιαίως, οι οποίες με βάση τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ, έπρεπε να καταβάλλονται κατά ποσό 720€ από τον πρώτο εφεσίβλητο και κατά ποσό 280€ από τη δεύτερη εφεσίβλητη. Περαιτέρω, οι εφεσίβλητοι, κατά τη συζήτηση της αίτησης, είχαν τις εξής οφειλές λόγω της από κοινού λήψης δανείων για τις οποίες δυνάμει των συμβατικών όρων ευθύνονται εις ολόκληρον:
[1] Έναντι της εκκαλούσας: (
α) οφειλή 39.138,78€, από στεγαστικό δάνειο, για το οποίο τηρείται ο με αριθμό ... λογαριασμός,
(β) οφειλή 30.080,75€, από στεγαστικό δάνειο, για το οποίο τηρείται ο με αριθμό ... λογαριασμός,
(γ) οφειλή 96.407,35€, από στεγαστικό δάνειο, για το οποίο τηρείται ο με αριθμό ... λογαριασμός, δ) οφειλή 40.276,44€, από στεγαστικό δάνειο, για το οποίο τηρείται ο με αριθμό ... λογαριασμός και
(ε) οφειλή 4.922,90€, από καταναλωτικό δάνειο, για το οποίο τηρείται ο με αριθμό ... λογαριασμός και
[2] Έναντι της τράπεζας Eurobank οφειλή ποσού 113.598,60€, από στεγαστικό δάνειο για το οποίο τηρείται ο με αριθμό ... λογαριασμός.
Επιπλέον, ο πρώτος εφεσίβλητος είχε οφειλές έναντι του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, και μετά την απορρόφησή του από την τράπεζα Eurobank, έναντι της τελευταίας, ποσού 8.041,33€ από δάνειο και έναντι του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, ποσού 13.675,46€ από δάνειο μικροεπισκευών και η δεύτερη εφεσίβλητη οφειλή έναντι της τράπεζας Eurobank ποσού 2.699,13€ από τη με αριθμό ...
σύμβαση πιστωτικής κάρτας. Επομένως, οι εφεσίβλητοι είχαν συνολικές οφειλές έναντι τρίτων ύψους, ο μεν πρώτος 346.141,11€, η δε δεύτερη 327.123,45 €, ενώ από τις ανωτέρω οφειλές ποσό 324.424,32€ αφορά σε κοινή οφειλή τους εις ολόκληρον. Συνάγεται λοιπόν, ότι οι μηνιαίες δόσεις που πρέπει να καταβάλουν οι σύζυγοι, ανέρχονται στο ποσό των 2.000€ τουλάχιστον, το οποίο είναι αδύνατο για αμφότερους να εξοικονομηθεί από το ποσό που απομένει από το μηνιαίο εισόδημά τους, μετά την εκπλήρωση της υποχρέωσής τους να συνεισφέρουν στις οικογενειακές ανάγκες ενώ δεν αναμένεται βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασης στο εγγύς μέλλον, σε βαθμό που να καθιστά δυνατή την ανατροπή της ανωτέρω σχέση της ρευστότητάς τους με τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις τους.
Προκύπτει λοιπόν ότι δε μπορούν να ανταποκριθούν συγχρόνως στις βιοτικές τους ανάγκες και στις έναντι τρίτων υποχρεώσεις τους και κατ’ ακολουθία, αμφότεροι οι εφεσίβλητοι έχουν περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, κατέληξε σε όμοιο δικανικό συμπέρασμα, δεν έσφαλε και ο τρίτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην πρωτόδικη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια πρέπει να απορριφθεί.
Τέλος, στην πρωτοβάθμια δίκη, η εκκαλούσα πρόβαλε ένσταση δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, διότι ενόψει του υπερδανεισμού τους και του ύψους των εισοδημάτων τους, γνώριζαν και αποδέχονταν την επικείμενη αδυναμία τους να εκπληρώσουν τις χρηματικές υποχρεώσεις τους. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη την εν λόγω ένσταση με την αιτιολογία ότι ο δόλος πρέπει να ενυπάρχει μόνο στο μετά την ανάληψη του χρέους χρόνο και νοείται μόνο στην περίπτωση προσκόμισης ψευδών οικονομικών στοιχείων κατά την υποβολή αίτησης δανειοδότησής του με σκοπό την απόκρυψη της έλλειψης πιστοληπτικής ικανότητάς του. Σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε με την ως άνω κρίση του και, όπως εκτίθεται με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσης, έπρεπε να κρίνει την ένσταση νόμιμη και να την αξιολογήσει από άποψη ουσιαστικής βασιμότητας.
Από την εκτίμηση των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου τα ακόλουθα:
Οι εφεσίβλητοι, με σκοπό την αγορά οικοπέδου στην Κάτω Αχαΐα και την επ’ αυτού ανέγερση της διώροφης οικίας στην οποία διαμένουν, από κοινού συνήψαν με την εκκαλούσα τρεις δανειακές συμβάσεις εντός του 2006 και μία εντός του έτους 2007, από τις οποίες προέρχεται το σημαντικότερο μέρος των σημερινών οφειλών τους, ύψους 205.903,32€.
Επιπλέον, εντός του έτους 2006, έλαβαν το προαναφερόμενο στεγαστικό δάνειο από την τράπεζα Eurobank. Από το αποδεικτικό υλικό, δεν προέκυψαν τα ακριβή ποσά του κεφαλαίου των δανείων, ωστόσο, για την εξασφάλιση της εκκαλούσας ενεγράφησαν προσημειώσεις υποθήκης του εν λόγω ακινήτου, μέχρι του συνολικού ποσού των 268.750€, ενώ υπέρ της έτερης πιστώτριας ενεγράφη προσημείωσης υποθήκης στο ίδιο ακίνητο για το ποσό των 104.617,20€.
Στη συνέχεια και εντός του έτους 2008, έλαβαν από την αντίδικο τους το προαναφερόμενο κοινό καταναλωτικό τους δάνειο, το κεφάλαιο του οποίου επίσης δεν προσδιορίστηκε. Πέραν των κοινών οφειλών τους, ο πρώτος εφεσίβλητος έλαβε την 15.10.2010 δάνειο μικροεπισκευών ποσού 20.000€ από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και εντός του έτους 2011 δάνειο 10.000€ από το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, ενώ η δεύτερη εφεσίβλητη συνήψε με την τράπεζα Eurobank την ως άνω σύμβαση πιστωτικής κάρτας.
Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία και το ύψος της κάθε σημερινής οφειλής, προκύπτει ότι οι εφεσίβλητοι περιήλθαν σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των χρηματικών τους οφειλών, λόγω των δανειακών υποχρεώσεων που ανέλαβαν κατά τα έτη 2006 και 2007 για την αγορά οικοπέδου και την ανέγερση οικίας επ’ αυτής.
Τούτο διότι ποσοστό 90% περίπου του συνολικού τους χρέους αλλά και του ποσού που συνολικά πρέπει να καταβάλουν μηνιαίως για να ανταποκρίνονται στις δανειακές τους υποχρεώσεις πηγάζει από τις εν λόγω συμβάσεις. Κατ’ ακολουθία, η σύναψη των μεταγενέστερων δανείων που αφορά στη λήψη μικρότερων ποσών, δε συνδέεται αιτιωδώς με την κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, διότι οι προγενέστερες υποχρεώσεις που αναλήφθηκαν κατά τα έτη 2006 και 2007 ήταν επαρκείς ώστε να την προκαλέσουν.
Περαιτέρω, όταν έλαβαν τα ως άνω δάνεια είχαν βάσιμη πεποίθηση ότι θα τα αποπληρώσουν, καθώς είχαν αφενός μικρότερες οικογενειακές ανάγκες διαβίωσης, διότι είχαν αποκτήσει μόνο το πρώτο από τα τρία τέκνα τους, αφετέρου υψηλότερο οικογενειακό εισόδημα. Το Δικαστήριο, καταλήγει στα συμπέρασμα αυτό, παρά τη μη προσκομιδή εκκαθαριστικών σημειωμάτων τους για τα οικονομικά έτη πριν αυτό του έτους 2009, βασιζόμενο αρχικά στο γεγονός ότι κρίθηκαν πιστοληπτικά ικανοί να δανειοδοτηθούν με σημαντικά ποσά από δύο διαφορετικά πιστωτικά ιδρύματα.
Εξάλλου, τα εισοδήματα του πρώτου εφεσίβλητου ήταν οπωσδήποτε υψηλότερα, διότι δεν είχαν επέλθει οι μειώσεις στις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, που έγιναν σταδιακά από το έτος 2010 και εκτιμώνται ως προς τον ίδιο, τουλάχιστον στο ποσό των 500€ κατά μέσο όρο από το βασικό του μισθό, πλέον κατάργησης δώρων εορτών και αύξησης των παρακρατήσεων λόγω αύξησης της φορολογίας.
Εκείνη τη χρονική περίοδο, οι εφεσίβλητοι δανειοδοτήθηκαν, υπολογίζοντας, αντί αυτών των μειώσεων, τις συνεχείς αυξήσεις που λάμβαναν οι αστυνομικοί, λόγω προαγωγών, μισθολογικών ωριμάνσεων και χρονοεπιδομάτων, κυρίως όμως το εφάπαξ βοήθημα που εισέπρατταν κατά τη συνταξιοδότησή τους σε νεαρή ηλικία, ποσού που υπερέβαινε τις 100.000€.
Όσον αφορά στη δεύτερη εφεσίβλητη, δεν προέκυψε, ότι τα τότε εισοδήματά της σε συνδυασμό με τις ανωτέρω οικονομικές δυνάμεις του συζύγου της, της επέτρεπαν να προβλέψει ως πιθανή την μεταγενέστερη αδυναμία της να πληρώσει τα χρέη της. Η γνωστή ανάπτυξη της αγροτικής δραστηριότητας στην Ελλάδα εκείνη τη χρονική περίοδο που εύλογα δημιουργούσε αισιοδοξία σε όσους επιδίδονταν σε αυτή για την αύξηση των εσόδων τους και η σημαντική ενίσχυση των αγροτών που λάμβαναν από το κράτος, συνηγορεί υπέρ της αντίθετης κρίσης.
Εξάλλου, οι προσδοκίες των εφεσίβλητων να ανταποκριθούν στην απόδοση των δανείων που έλαβαν, επιβεβαιώθηκαν, διότι κατέβαλλαν τις οφειλόμενες δόσεις των δανείων τους έως και το έτος 2011, προβαίνοντας και σε κάποιες ρυθμίσεις από το έτος 2010, προκειμένου να είναι ενήμεροι στις δόσεις τους. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι ο πρώτος από αυτούς, όπως προαναφέρθηκε, δανειοδοτήθηκε εκ νέου το 2010 και το 2011 από το Ταμείο Παρακαταθηκών και το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο αντίστοιχα, που τον έκριναν πιστοληπτικά ικανό, ενώ ήδη οι αρχές του υπεύθυνου δανεισμού είχαν θεσμοθετηθεί και νομοθετικά με το άρθρο 8 της ΚΥΑ Ζ1-699/ΦΕΚ Β’ 917/2010 «Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας προς την Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2008 για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης κλπ», σύμφωνα με την οποία οι δανειακές υποχρεώσεις του υποψήφιου δανειολήπτη έναντι άλλων πιστωτικών ιδρυμάτων μπορούσαν να διαπιστωθούν από το δανειοδότη.
Συνεπώς είναι βέβαιο, πως αν εμφάνιζε ληξιπρόθεσμες οφειλές, δε θα είχε εγκριθεί εκ νέου η χορήγηση δανείου σε αυτόν. Ωστόσο, από τα τέλη του 2011, οπότε και οι πρώτες συνέπειες της οικονομικής κρίσης κατέστησαν αισθητές στην ελληνική κοινωνία, άρχισαν να παρουσιάζουν οικονομική αδυναμία και να αδυνατούν να εξοφλούν εμπρόθεσμα το σύνολο των οφειλών τους, εξαιτίας της συνεχούς μείωσης των οικονομικών τους δυνάμεων, η οποία προκύπτει από τη συγκριτική επισκόπηση των προσκομιζόμενων εκκαθαριστικών σημειωμάτων.
Ενδεικτικά αναφέρεται ότι ενώ το οικονομικό έτος 2009 δήλωναν ετήσιο οικογενειακό εισόδημα που ανερχόταν στο ποσό των 30.000€ περίπου, κατά το οικονομικό έτος 2014 δήλωναν οικογενειακό εισόδημα 22.000€ περίπου. Η ως άνω αδυναμία επιδεινωνόταν ολοένα και περισσότερο και εντός του έτους 2013 κατέστη μόνιμη και οριστική, ως συνέπεια της γενικής οικονομικής κρίσης που εκδηλώθηκε από τις αρχές του 2010 και επέφερε την επιβολή αυστηρών μέτρων λιτότητας και ιδίως μείωση των αποδοχών των εργαζόμενων στο δημόσιο τομέα, αναστολή των μισθολογικών ωριμάνσεων τους, αύξηση της φορολογίας εισοδημάτων και ακίνητης περιουσίας, κατάργηση φοροαπαλλαγών και νομοθέτηση τεκμηρίων διαβίωσης, αύξηση της τιμής των βασικών καταναλωτικών αγαθών, γενικότερη αύξηση του κόστους ζωής, μείωση των εισοδημάτων των Ελλήνων, και κατ’ επέκταση της αγοραστικής τους δύναμης και των κερδών των επιτηδευματιών.
Τα γεγονότα αυτό ήταν έκτακτα και απρόβλεπτα και δεν ήταν δυνατόν να διαγνωστούν υπό τις ομαλές συνθήκες που επικρατούσαν κατά το έτος 2006, κατά το χρόνο δηλαδή που οι εφεσίβλητοι, έχοντας αποκτήσει μόνο ένα τέκνο και με την εύλογη πεποίθηση ότι δύνανται να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους, ανέλαβαν το μεγαλύτερο μέρος των δανείων τους που αποτέλεσε την ενεργό αιτία για τη μόνιμη αδυναμία τους να ανταπεξέρχονται στις χρηματικές οφειλές τους.
Κατόπιν τούτων, πρέπει η ένσταση που είχε προβάλλει πρωτόδικα η νυν εκκαλούσα να απορριφθεί σαν ουσιαστικά αβάσιμη, να αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της εκκαλουμένης απόφασης ως προς την απόρριψή της, να απορριφθεί η έφεση (άρθρα 535 και 741 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί να εισαχθεί το παράβολο που κατέθεσε η εκκαλούσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρα 495§4 εδ.ε και 741 ΚΠολΔ)|».
[V] Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το δικαστήριο απέρριψε τη προβληθείσα από την εκκαλούσα ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, καταλήγοντας στο συμπέρασμα, ότι αυτός περιήλθε χωρίς δόλο σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, όπως άλλωστε είχε δεχθεί και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, την οποία αντικατέστησε, όπως παραπάνω, χωρίς να διαλαμβάνει στις παραδοχές του τις αποδιδόμενες σε αυτό από το αναιρεσείον πλημμέλειες και εφαρμόζοντας ορθά τις προαναφερθείσες διατάξεις τις οποίες δεν παραβίασε.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της περιέλευσης του αιτούντος χωρίς δόλο σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η έλλειψη δόλου στο πρόσωπο του αιτούντος.
Ειδικότερα αναφέρεται η αιτία λήψης των δανείων που αφορά κυρίως στεγαστικά δάνεια για την αγορά οικοπέδου και ανέγερση της οικογενειακής του κατοικίας και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες δανειοδοτήθηκε, που του επέτρεπαν να διατηρεί την πεποίθηση ότι θα αποπληρώσει τις οφειλές του (μικρότερες οικογενειακές ανάγκες, υψηλότερο εισόδημα) ως και τα γεγονότα που επακολούθησαν, όπως πιο πάνω στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται οφειλόμενα στην γενική οικονομική κρίση που εκδηλώθηκε από τις αρχές του έτους 2010 και τα οποία ήταν απρόβλεπτα και έκτακτα και δεν ήταν δυνατόν να διαγνωστούν υπό τις ομαλές συνθήκες που επικρατούσαν κατά το έτος 2006 χρόνο κατά τον οποίο ο αιτών ανέλαβε το μεγαλύτερο μέρος των δανείων του, ενώ η από το αναιρεσείον φερόμενη έλλειψη σε σχέση με τον προαναφερθέντα ισχυρισμό του, απαραδέκτως προτείνεται αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν συνιστά παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά επιχείρημα του διαδίκου στο οποίο δεν υποχρεούται το δικαστήριο να απαντήσει.
Συνεπώς, ο δεύτερος από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
[VI] Επομένως μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία «δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται» και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 17.07.2019 (με αύξοντα ειδικό αριθμό κατάθεσης 328/2019) αίτηση για αναίρεση της 686/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη.
Απορρίπτει την από 17.07.2019 (με αύξοντα ειδικό αριθμό κατάθεσης 328/2019) αίτηση για αναίρεση της 686/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών όσον αφορά τους λοιπούς διαδίκους.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης
αποχωρησάσης
από την Υπηρεσία
η αρχαιότερη της
συνθέσεως Αρεοπαγίτης
και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ
Κωστούλα Φλουρή-Χαλεβίδου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ