Legislator Case Law & Legislation
1002/2017 AI generated

1002/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1002/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1002/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 3/11/2016 πρόσθετη παρέμβασή της ζητεί όσα αναφέρονται σ’ αυτή.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1002 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1002/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." με διακριτικό τίτλο "... Α.Ε." που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Μαραβέλη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: Α)1)Α. Μ. του Α., 2)Θ. Κ. του Φ., 3)Σ. Κ. του Χ., 4)Σ. Ζ. του Α., 5)Σ. Π., 6)Β. Κ. του Κ., 7)Γ. Κ., 8)Κ. Κ., 9)Σ. Λ. του Γ., 10)Β. Δ. του Ν., 11)Γ. Ν. του Α., 12)Μ. Μ. του Ν., 13)Χ. Μ. του Η., 14)Ε. Γ., 15)Λ. Ρ., 16)Π. Ρ. του Π., 17)Β. Κ. του Σ., 18)Χ. Τ. του Ν., 19)Ι. Γ. του Π., 20)Δ. Π. του Ν., 21)Ε. Φ., 22)Α. Σ. του Γ., 23)Σ. Ε., 24)Π. Κ., 25)Κ. Γ., 26)Σ. Γ. του Σ., 27)Ι. Σ., 28)Ν. Κ., 29)Ι. Σ. του Γ., 30)Γ. Γ., 31)Γ. Ε. του Ε., 32)Σ. Π., 33)Δ. Τ. του Β., 34)Γ. Π., 35)Π. Δ. του Κ., 36)Ν. Κ. του Δ., 37)Δ. Α. του Ν., 38)Κ. Δ. του Γ., 39)Γ. Χ., 40)Χ. Γ. του Σ., 41) Α. Π., 42)Τ. Τ., 43)Η. Γ., 44)Χ. Μ., 45)Χ. Β., 46)Α. Β., 47)Γ. Μ. του Ε., 48)Α. Ι., 49)Χ. Γ., 50)Μ. Β. του Χ., 51)Γ. Β., 52)Ε. Β., 53)Χ. Κ., 54)Χ. Κ., 55)Ι. Τ. του Θ., 56)Η. Μ., 57)Γ. Κ., 58)Ι. Γ., 59)Δ. Κ., 60)Ε. Δ., 61)Α. Σ., 62)Π. Π., 63)Δ. Μ. και 64)Γ. Κ., κατοίκων .... Ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Η. Π., οι 4ος, 5ος, 18ος και 25ος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, που κατέθεσε προτάσεις και οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Β) Δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Ομοσπονδία Συνδικάτων Μεταφορών Ελλάδας (Ο.Σ.Μ.Ε.)", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της Θ. Α. και διόρισε πληρεξούσια δικηγόρο του την Αμαλία Κουτσοκέρα, που κατέθεσε προτάσεις.

Της προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας: Δευτεροβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "..., που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόφιλο Κώτσιο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/12/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 554/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 553/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/6/2016 αίτησή της.

Η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 3/11/2016 πρόσθετη παρέμβασή της ζητεί όσα αναφέρονται σ’ αυτή.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας και της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στη προκειμένη περίπτωση από την υπ’ αριθμό ...27 Οκτωβρίου 2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων Α. Τ., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα εταιρεία, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 21.6.2016 και με αριθ. κατάθ. ....6.2016 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτής νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον Η.

Π., ο οποίος παρέστη κατά την εκδίκαση της έφεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη υπ’ αριθ. 553/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, δικάσαντος ως Εφετείου, ως πληρεξούσιος δικηγόρος των τότε 2ου, 3ου, 6ου έως και 17ου, 19ου έως και 24ου, 26ου έως και 64ου των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων (άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του Ν. 4335/2015).

Εφόσον δε οι ως άνω 2ος, 3ος, 6ος έως και 17ος, 19ος έως και 24ος, 26ος έως και 64ος των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτών.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά τη διάταξη του άρθρου 96 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση και κατά τη διάταξη του άρθρου 104 εδ.

τελευταίο του ιδίου Κώδικα το δικαστήριο εξετάζει σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η πληρεξουσιότητα που χορηγείται σε δικηγόρο για την εκπροσώπηση κάποιου διαδίκου ενώπιον του Αρείου Πάγου (μετά την κατάργηση από 1.1.2016 της διάταξης του άρθρου 665 παρ.2 εδ.

τελευταίο του ΚΠολΔ που είχε προστεθεί με το άρθρο 15 παρ.6 του Ν. 4055/2012 και επέτρεπε τη χορήγηση αυτής επί εργατικών διαφορών και με ιδιωτικό έγγραφο, φέροντος βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή) δίνεται πλέον μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση του διαδίκου (και επί νομικού προσώπου του κατά νόμο εκπροσωπούντος αυτό) που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζομένη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (Ολ ΑΠ 13/2008). Τέλος με την ως άνω διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στη προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της ένδικης από 21.6.2016 και με αριθμό κατάθεσης ....6.2016 αίτησης αναίρεσης από τη σειρά της στο πινάκιο, η υπό στοιχείο (Β) αναιρεσίβλητη δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "..." εκπροσωπήθηκε από την δικηγόρο της Αμαλία Κουτσοκέρα, που κατέθεσε προτάσεις.

Δεν προσκομίζεται όμως, ούτε γίνεται επίκληση από την ως άνω αναιρεσίβλητη συμβολαιογραφικού εγγράφου περί διορισμού της ανωτέρω δικηγόρου, ως πληρεξουσίου αυτής για την εκπροσώπηση της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ούτε άλλωστε κατά τη συζήτηση εμφανίσθηκε ο κατά νόμο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης συνδικαλιστικής οργάνωσης, προκειμένου με προφορική δήλωση αυτού, καταχωριζομένη στα οικεία πρακτικά, να λάβει χώρα ο ανωτέρω διορισμός.

Επομένως, λόγω της έλλειψης αυτής, η ως άνω αναιρεσίβλητη συνδικαλιστική οργάνωση θεωρείται δικονομικά απούσα. Από δε την υπ’ αριθμό .../21 Νοεμβρίου 2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Κ. Κ., που επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ανωτέρω από 21.6.2016 και με αριθ.

κατάθ. ....6.2016 αίτησης αναίρεσης αυτών με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτής νόμιμα και εμπρόθεσμα στην έδρα αυτής σε υπάλληλο της αναιρεσίβλητης, λόγω απουσίας του νομίμου εκπροσώπου του (άρθ. 126 περ.

δ και 129 παρ.1 του ΚΠολΔ). Επομένως εφόσον η αναιρεσίβλητη συνδικαλιστική οργάνωση έχει νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα για την ως άνω δικάσιμο οπότε εκδικάσθηκε η υπόθεση, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης πρέπει να χωρήσει σαν να ήταν αυτή παρούσα. Με τη διάταξη του άρθρου 558 εδ.

α του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 74, 80 και 81 παρ.3 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (ΑΠ 741/2013, Α.Π. 1075/2011, ΑΠ 1236/2006).

Σε κάθε περίπτωση όμως ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 569/2013, ΑΠ 1049/2010, ΑΠ 1918/2009, ΑΠ 652/2009, ΑΠ 902/2002). Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της υπό στοιχείο (Β) αναιρεσίβλητης δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "...", η οποία κατά την πρωτοβάθμια δίκη είχε προφορικά παρέμβει προσθέτως υπέρ των εναγόντων και ήδη (υπό στοιχείο Α) αναιρεσιβλήτων, μελών του πρωτοβάθμιου σωματείου με την επωνυμία "Σωματείο Εργαζομένων ...", το οποίο τυγχάνει μέλος αυτής, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 669 του ΚΠολΔ και είχε μετάσχει της δευτεροβάθμιας δίκης, αφού η έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας είχε στραφεί και κατ’ αυτής, είναι μεν απαράδεκτη κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα (577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), εφόσον πρόκειται περί απλής και όχι αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενώ οι λόγοι αυτής (αναίρεσης) δεν αφορούν την πρόσθετη παρέμβαση, πλην όμως εκτιμάται ως κλήση για το παραδεκτό της συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Με τη διάταξη του άρθρου 669 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του βιβλίου τετάρτου (άρθ. 591 έως 681 Δ) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015, ορίζετο ότι αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα 1) να ασκούν υπέρ των μελών τους τα δικαιώματα που απορρέουν από συλλογική σύμβαση ή άλλες διατάξεις που εξομοιώνονται προς διατάξεις συλλογικής σύμβασης, εκτός αν τα μέλη έχουν ρητώς εκδηλώσει την αντίθεσή τους.

Έχουν πάντως το δικαίωμα να παρέμβουν, 2) να παρέμβουν υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν την ένωση, 3) να παρέμβουν σε δίκη που αφορά την ερμηνεία ή την εφαρμογή συλλογικής σύμβασης εργασίας στην οποία μετέχουν ή διάταξης που εξομοιώνεται προς τις διατάξεις τέτοιας συλλογικής ρύθμισης για την προστασία του συλλογικού συμφέροντος που παρουσιάζει η έκβαση της δίκης.

Στο πλαίσιο ερμηνείας της διάταξης αυτής σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ που προβλέπει την συνδρομή εννόμου συμφέροντος του τρίτου, ως προϋπόθεση για την από αυτόν άσκηση πρόσθετης παρέμβασης υπέρ κάποιου των διαδίκων μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, είχε γίνει δεκτό ότι η διάταξη του άρθρου 669 αριθ.2 του ΚΠολΔ δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική δίκη και κατά συνέπεια για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης στον Άρειο Πάγο δεν αρκούσε μόνη η ιδιότητα του παρεμβαίνοντος ως επαγγελματικού σωματείου, του οποίου ο διάδικος είναι μέλος ή μέλος οργάνωσης που αποτελεί τον παρεμβαίνοντα, αλλά πρέπει να συντρέχει και η προϋπόθεση του εννόμου συμφέροντος, το οποίο με σαφήνεια πρέπει να προσδιορίζεται στο δικόγραφο της πρόσθετης παρέμβασης (ΟλΑΠ 5/2003).

Στη συνέχεια όμως με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.1 του Ν. 3189/2003 προστέθηκε άρθρο με αριθ. 675 Α στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, σε αντικατάσταση ταυτάριθμου καταργηθέντος με το άρθρο 32 παρ.3 Ν. 2172/1993 άρθρου, με το οποίο ορίσθηκε ρητώς ότι το άρθρο 669 εφαρμόζεται και στην αναίρεση (ΑΠ 443/2016, σχετ. ΟλΑΠ 17/2015). Ήδη τούτο προβλέπεται στο νέο άρθρο 622 του ΚΠολΔ, που ισχύει και εφαρμόζεται από 1.1.2016 κατ’ εφαρμογή των παρ. 2 και 4 του άρθρου 1 άρθρο ένατο υπό τον παράτιτλο "Μεταβατικές διατάξεις" του Ν. 4335/2015, και το οποίο είναι ταυτόσημο κατά τα λοιπά με το προηγούμενο άρθρο 669, όπου στον αριθμό 2 αυτού (άρθ. 622) ορίζεται ότι οι ως άνω συνδικαλιστικές ενώσεις εργαζομένων ή εργοδοτών έχουν το δικαίωμα να παρέμβουν υπέρ των μελών τους ή μελών κάποιας από τις οργανώσεις που τις αποτελούν, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης.

Στην προκείμενη περίπτωση η εδρεύουσα στην Αθήνα συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "..." άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου την δι’ ιδίου δικογράφου από 3.11.2016 και με αριθ. κατάθ. ...11.2016 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, στρεφομένη καθ’ όλων των αναιρεσίβλητων και της υπέρ αυτών προσθέτως παρεμβαίνουσας δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης (άρθ. 81 παρ.1 του ΚΠολΔ), ισχυριζόμενη ότι η υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση - αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ" είναι μέλος της και επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των μελών της από την περικοπή της ένδικης μισθολογικής παροχής.

Συνεπώς η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση έχει ασκηθεί παραδεκτά και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, συνεκδικαζόμενη με την αίτηση αναίρεσης (άρθρο 31 παρ. 1 σε συνδυασμό προς άρθρο 246 του Κ.Πολ.Δ.) εφόσον, όπως προκύπτει από τις με αριθμούς ...12 Δεκεμβρίου 2016, .../6 Δεκεμβρίου 2016 και .../19 Δεκεμβρίου 2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων Α.

Τ. οι δύο πρώτες και του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Κ. Κ. η τρίτη, ακριβές αντίγραφο αυτής με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε αντιστοίχως με την επιμέλεια αυτής νόμιμα και εμπρόθεσμα προς την υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση - αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, τον Η.

Π., ο οποίος παρέστη κατά την εκδίκαση της έφεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη υπ’ αριθ. 553/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, δικάσαντος ως Εφετείου, ως πληρεξούσιος δικηγόρος των τότε εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων - καθών η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση (άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του Ν. 4335/2015) και προς την υπέρ αυτών προσθέτως παρεμβαίνουσα δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΣΥΝΔΙΚΑΤΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΕΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ", που παρέστη κατά τη δευτεροβάθμια δίκη.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 659 του ΑΚ προκύπτει ότι αν κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων η παροχή από τον εργαζόμενο μέσα στο νόμιμο ωράριο πρόσθετης, διαρκούς φύσης, εργασίας, η οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, δεν είναι συναφής με την εργασία που συμφωνήθηκε αρχικά και παρέχεται συνήθως με μισθό, χωρίς όμως να έχει συμφωνηθεί ο καταβλητέος πρόσθετος μισθός ή ο τρόπος προσδιορισμού του, ούτε να έχει συμφωνηθεί ότι δεν θα καταβάλλεται πρόσθετος μισθός, ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλει για την πρόσθετη αυτή εργασία τον ειθισμένο μισθό, δηλαδή το μισθό που καταβάλλεται συνήθως για την ίδια εργασία σε άλλους εργαζόμενους, με τα ίδια προσόντα και απασχολουμένους υπό τις ίδιες συνθήκες.

Ως συναφείς (ή παρεμφερείς) εργασίες, για τις οποίες δεν παρέχεται σχετική αξίωση, θεωρούνται οι εργασίες εκείνες, οι οποίες κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με την οφειλομένη από τη σύμβαση κύρια εργασία, ως εργασίες προπαρασκευαστικές, συμπληρωματικές ή παρακολουθηματικές της κύριας απασχόλησης και δεν αλλοιώνουν ουσιαστικά το χαρακτήρα της τελευταίας.

Η πρόσθετη αυτή αμοιβή διακρίνεται σαφώς των επιδομάτων που καταβάλλονται και αυτά, πέραν του βασικού μισθού, ως αντάλλαγμα της κύριας εργασίας, είτε σε σχέση με τη προσωπική κατάσταση του μισθωτού (πχ. οικογενειακά επιδόματα, επίδομα σπουδών), είτε σε σχέση με την υπηρεσιακή κατάσταση αυτού (πχ. επίδομα τριετιών ή πολυετίας, επίδομα θέσης), είτε σε σχέση με τις συνθήκες εργασίας (πχ.

επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, επίδομα επικίνδυνης εργασίας, επίδομα διαχειριστικών λαθών κλπ). Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της συγκεκριμένης παροχής, ως κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη παροχή αυτή (σχετ.

ΑΠ 614/1991, γενικώς ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006).

Με τη διάταξη του άρθρου 10 στοιχ. Β παρ.4 και 5 του Π. Δ/τος 246/2006 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΚΤΕΛ ΑΕ και ΚΤΕΛ του ν. 2963/2001" (ΦΕΚ Α 261), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 2963/2001, ο οποίος εφαρμόζεται σε όλο το προσωπικό (τακτικό και έκτακτο) των ΚΤΕΛ ΑΕ και ΚΤΕΛ, καθώς στους οδηγούς των λεωφορείων που είναι μισθωμένα ή ενταγμένα σε ΚΤΕΛ ΑΕ ή ΚΤΕΛ και στους μετόχους - ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες των άνω λεωφορείων, όταν απασχολούνται ως οδηγοί, ως προς τα προσόντα, τις υποχρεώσεις, τα καθήκοντα και τον πειθαρχικό έλεγχο αυτών (οδηγών), ανεξάρτητα εάν οι εν λόγω συγκοινωνιακοί φορείς λειτουργούν υπό τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, όπως στη προκειμένη περίπτωση, ή όχι (άρθρα 1 παρ.1 και 2 και 2 παρ.1 περ.

α και β του ως άνω Π.Δ/τος) καθορίζονται τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις των οδηγών και εισπρακτόρων των ΚΤΕΛ, ανεξαρτήτως της μορφής της σχέσης εργασίας αυτών. Συγκεκριμένα με την παρ. 4 του εν λόγω άρθρου ορίζεται ότι οι οδηγοί διευθύνουν την κίνηση και λειτουργία των λεωφορείων και ειδικότερα: α) Φροντίζουν για την κανονική και ασφαλή οδήγηση του λεωφορείου και είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για κάθε υπαίτια και μόνο βλάβη ή φθορά του λεωφορείου, β) Τηρούν τις διατάξεις που αφορούν την κυκλοφορία και ασφάλεια του λεωφορείου και θέτουν σε λειτουργία το σύστημα ψύξης ή θέρμανσης ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες και εφόσον δεν αντιδρά στη λειτουργία αυτού ομάδα επιβατών, γ) Καταβάλλουν κάθε προσπάθεια να επιδιορθώσουν, επιτόπου, βλάβη του λεωφορείου, που επήλθε την ώρα της υπηρεσίας του, ώστε αυτό να μπορεί να επαναλειτουργήσει άμεσα...

δ) Φροντίζουν για τον κανονικό εφοδιασμό του λεωφορείου με καύσιμα, λιπαντικά, έλαια μηχανής και νερό και προβαίνουν τακτικά στην επιθεώρησή του για την διαπίστωση της ασφαλούς κυκλοφορίας του, ε) Ελέγχουν την καθαριότητα του λεωφορείου κατά την ώρα υπηρεσίας του και υποχρεούνται να αναφέρουν κάθε παράλειψη στο σταθμάρχη, στ)...

ζ) ... η) Εκτελούν επακριβώς τα οριζόμενα τακτικά και έκτακτα δρομολόγια και αναφέρουν στο σταθμάρχη την τυχόν ύπαρξη και μη εξυπηρέτηση αναμενόντων επιβατών στις ενδιάμεσες στάσεις, θ) Υποχρεούνται να εκτελούν κάθε δρομολόγιο, το οποίο υποδεικνύουν τα αρμόδια όργανα του ΚΤΕΛ, ι) Οι οδηγοί υπεραστικού λεωφορείου, το οποίο δρομολογείται χωρίς εισπράκτορα, εκτελούν, καθ’ οδόν, και χρέη εισπράκτορα.

Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται αποζημίωση, όπως καθορίζεται κάθε φορά στις ΣΣΕ. Επίσης είναι υποχρεωμένοι, όταν δεν υπάρχει εισπράκτορας, να πληρώνουν διόδια και ναύλο με δαπάνες του ΚΤΕΛ, ια) Σε περίπτωση βλάβης εκδοτικού - ακυρωτικού μηχανήματος λεωφορείου κατά τη διάρκεια του δρομολογίου, υποχρεούνται να εκδώσουν ή ακυρώσουν τα εισιτήρια των επιβατών.

Εξάλλου με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι οι εισπράκτορες: α) Φροντίζουν για την, κανονική και τακτική είσοδο των επιβατών στο λεωφορείο και την τήρηση της τάξης μέσα σ’ αυτό, συνεπικουρούμενοι στην ανάγκη και από Αστυνομικά όργανα, την επέμβαση των οποίων υποχρεούνται να ζητούν όταν οι ίδιοι δεν δύναται να τηρήσουν την τάξη εντός του λεωφορείου, β) Απαγγέλλουν ανελλιπώς τις στάσεις των λεωφορείων και δίδουν έγκαιρα στον οδηγό τα ανάλογα με την κίνηση σήματα, γ) Εκδίδουν και χορηγούν τα κανονικά εισιτήρια σε όσους δεν έχουν εισιτήριο και φορτοεκφορτώνουν τις αποσκευές των επιβατών και ασυνόδευτων δεμάτων κατά τη διάρκεια του εκτελουμένου δρομολογίου, δ) Ελέγχουν τις μηνιαίες κάρτες, τα δελτία ελεύθερης κυκλοφορίας ή μειωμένης τιμής κομίστρου, καταχωρούν ό,τι υποχρεούνται στο φύλλο πορείας και το αποδίδουν υποχρεωτικά στην αρμόδια υπηρεσία του ΚΤΕΛ..., ε) Καταχωρούν στο ατομικό δελτίο ελέγχου εισιτηρίων τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή στοιχεία, στ) Εκτελούν τις εντολές των Προϊσταμένων τους, εκδίδουν εισιτήρια σε περισσότερα του ενός λεωφορεία, αλλάζουν λεωφορεία καθ’ οδόν, σε πολυσύχναστα σημεία, που καθορίζονται με απόφαση του ΔΣ του ΚΤΕΛ, ζ) Μεριμνούν, κατά τον χρόνο της υπηρεσίας, για την τήρηση της καθαριότητας στο εσωτερικό του λεωφορείου (υαλοπινάκων, καθισμάτων, τοιχωμάτων και δαπέδου)..., η) ..., θ) Παρέχουν στον οδηγό κάθε βοήθεια, σύμφωνα με τις οδηγίες του, ιδιαίτερα προκειμένου για επιδιόρθωση επιτόπιας βλάβης του λεωφορείου την ώρα πραγματοποίησης του δρομολογίου, ι)..., ια)...

Αντίστοιχες, σχεδόν ταυτόσημες, ήταν και οι ρυθμίσεις του προϊσχύσαντος Π.Δ/τος 229/1994 στο άρθρο 7 στοιχ. Β παρ.1 (εισπράκτορες) και 2 (οδηγοί) αυτού. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό προς τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής συνάγεται ότι, αν και τόσον οι οδηγοί, όσο και οι εισπράκτορες ανήκουν στην αυτή υπό στοιχείο Β κατηγορία του προσωπικού κίνησης των ΚΤΕΛ, το αντικείμενο απασχόλησης αυτών είναι ουσιωδώς διαφορετικό, του μεν οδηγού συνισταμένου στην ασφαλή και κανονική οδήγηση του λεωφορείου, του δε εισπράκτορα συνισταμένου στη χορήγηση των εισιτηρίων σε επιβάτες και στην είσπραξη του αντιτίμου αυτών, όταν αυτοί δεν είναι ήδη εφοδιασμένοι με εισιτήρια, και την εν συνεχεία απόδοση των εισπράξεων στο ΚΤΕΛ, στον έλεγχο των καρτών ή εισιτηρίων με τα οποία οι επιβάτες είναι ήδη εφοδιασμένοι, ως και στη φορτοεκφόρτωση των αποσκευών αυτών.

Η ρητή πρόβλεψη στο άρθρο 10 στοιχ. Β παρ. 4 περ. ι του ως άνω Γενικού Κανονισμού Προσωπικού των ΚΤΕΛ της προαναφερθείσας υποχρέωσης του οδηγού, να εκτελεί καθ’ οδόν, έναντι καταβολής αποζημίωσης, και χρέη εισπράκτορα σε λεωφορεία που δρομολογούνται χωρίς εισπράκτορα, έχει τεθεί προκειμένου να μην υπάρχουν σχετικές αμφισβητήσεις ως προς την υποχρέωση αυτή του οδηγού, η οποία, παρά την επιβάρυνση του τελευταίου και τη συνακόλουθη καθυστέρηση στην εκτέλεση των δρομολογίων, επάγεται την εξοικονόμηση σημαντικών δαπανών από τους κατά τόπους συγκοινωνιακούς φορείς από την αποφυγή πρόσληψης εισπρακτόρων.

Συνακόλουθα η αναφορά στο νόμο της υποχρέωσης αυτής δεν μεταβάλλει τη φύση της απασχόλησης του οδηγού, ασκούντος καθ’ οδόν τα καθήκοντα του εισπράκτορα, ως πρόσθετης εργασίας αυτού, διαφορετικής εκείνης της κύριας απασχόλησης αυτού, ούτε καθιστά την εν λόγω απασχόληση συναφή (παρεπομένη) στο αντικείμενο της κύριας απασχόλησης αυτού ως οδηγού, αφού αυτή κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συνιστά προπαρασκευαστική, συμπληρωματική ή παρακολουθηματική της οδήγησης εργασία.

Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι στην αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 7 στοιχ. Β παρ. 2 περ. θ του προηγουμένου Π.Δ/τος 229/1994 η ανάλογη αποζημίωση για την απασχόληση αυτή προβλεπόταν "για τη πρόσθετη εργασία". Επομένως η κατά τη διάρκεια του νομίμου ωραρίου πρόσθετη απασχόληση καθ’ οδόν του οδηγού λεωφορείου με καθήκοντα εισπράκτορα, που παρέχονται από αυτόν κατά τρόπο διαρκή εξαιτίας του ότι το λεωφορείο δρομολογείται χωρίς εισπράκτορα, συνιστά πρόσθετη εργασία αυτού για την οποία ο τελευταίος δικαιούται ανάλογης πρόσθετης αμοιβής (ΑΠ 1476/2011).

Ενόψει δε του ότι το ύψος της πρόσθετης αμοιβής για πρόσθετη εργασία είναι ανάλογο του χρόνου απασχόλησης του εργαζομένου με την εργασία αυτή μέσα στο νόμιμο ωράριό του και στη συγκεκριμένη περίπτωση του χρόνου της απασχόλησης καθ’ οδόν των οδηγών λεωφορείων των ΚΤΕΛ με καθήκοντα εισπράκτορα, η διάρκεια δε της εν λόγω απασχόλησης εξαρτάται από άδηλους και κυμαινόμενους παράγοντες (αριθμός επιβατών που θα επιβιβασθούν ή θα αποβιβασθούν σε ενδιάμεσες στάσεις, αριθμός αποσκευών προς φόρτωση ή εκφόρτωση, προορισμός του δρομολογίου, περίοδος ή ώρα πραγματοποίησης αυτού) και συνακόλουθα προς αποφυγή προσφυγής στην έννοια του ειθισμένου μισθού, με την εν λόγω διάταξη προβλέφθηκε ειδικά ο τρόπος προσδιορισμού της αμοιβής για την πρόσθετη αυτή εργασία, με βάση σχετική ρύθμιση στις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

Ειδικότερα στο πλαίσιο μείωσης του αριθμού των χρησιμοποιουμένων εισπρακτόρων από όλα τα ΚΤΕΛ της χώρας και την ανάθεση στους οδηγούς των λεωφορείων, που δρομολογούνται χωρίς εισπράκτορα, των καθηκόντων του εισπράκτορα κατά τη διάρκεια της διαδρομής, και ιδίως του έργου της χορήγησης εισιτηρίων και της είσπραξης των χρημάτων από τους επιβιβαζόμενους κατά τη διάρκεια της διαδρομής από ενδιάμεσες στάσεις επιβάτες και της φορτοεκφόρτωσης των αποσκευών σε ενδιάμεσες στάσεις, είχε προβλεφθεί αρχικά με την υπ’ αριθμό 83/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών "Περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού κινήσεως, διοικήσεως, διαχειρίσεως και βοηθητικού τοιούτου των αστικών, υπεραστικών λεωφορείων απάσης της χώρας", που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ’ αριθ. ... 29.7.1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β 471/ 10.8.1981) πρόσθετη μισθολογική παροχή συγκεκριμένου ύψους.

Ειδικότερα με την ανωτέρω διαιτητική απόφαση ορίσθηκε ότι "εις τους οδηγούς, οι οποίοι οδηγούν λεωφορεία άνευ εισπράκτορος, χορηγείται επίδομα εκ δραχμών 100 ανά ημέραν απασχολήσεως εις λεωφορεία άνευ εισπράκτορος". Το ύψος της παροχής αυτής αναπροσαρμοζόταν στη συνέχεια με τις ρυθμίσεις των επομένων συλλογικών συμβάσεων εργασίας και διαιτητικών αποφάσεων και τελικά ορίσθηκε σε 5,90 ευρώ ανά ημέρα οδήγησης λεωφορείου χωρίς εισπράκτορα από 1.5.2009 με το άρθ. 3 στοιχ. 1 της υπ’ αριθ. 8/2009 διαιτητικής απόφασης "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού κίνησης-διοίκησης και του βοηθητικού προσωπικού των ανά τη χώρα ΚΤΕΛ και του Ροδιακού Οργανισμού Δημοτικών Αυτοκινήτων" (πράξη κατάθ.

Υπ. Απασχόλησης και Κοιν. Προστασίας ...4.2009), ποσό που διατηρήθηκε στο ίδιο ύψος και με το άρθρο 3 της μεταγενέστερης υπ’ αριθ. 50/2010 ομοίας διαιτητικής απόφασης (πράξη κατάθ. Υπ. Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ...11.2010). Και ναι μεν με τις πιο κανονιστικές διατάξεις των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και διαιτητικών αποφάσεων, τα συμβαλλόμενα μέρη χαρακτηρίζουν την ανωτέρω παροχή ως "επίδομα οδηγών λεωφορείων χωρίς εισπράκτορα", πλην όμως ο χαρακτηρισμός αυτός δεν μεταβάλλει τη φύση της πιο πάνω μισθολογικής αμοιβής ως πρόσθετης αμοιβής για πρόσθετη εργασία κατά τα ήδη προεκτεθέντα, ανεξαρτήτως του δοθέντος στον πιο πάνω κανονιστικό όρο από τα μέρη χαρακτηρισμού, στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της οποίας προβαίνει το δικαστήριο στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής του λειτουργίας.

Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της υπ’ αριθ. ...2.2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α 38), [εφεξής Π.Υ.Σ.] που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α 28) και στο πλαίσιο της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014) ορίζεται ότι: "Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή τη καταγγελία τους.

Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του Ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εντωμεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς όρους εργασίας αποκλειστικώς εκείνοι οι όροι που αφορούν α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.

Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή τροποποιημένης ατομικής σύμβασης".

Με τη διάταξη της παρ. 6 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις διαιτητικές αποφάσεις. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι κατά το στάδιο της μετενέργειας, ήτοι κατά τη χρονική περίοδο μετά τη πάροδο του προβλεπομένου ως άνω τριμήνου από τη λήξη ή τη καταγγελία συλλογικής σύμβασης εργασίας, οι κανονιστικοί όροι Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας ή εξομοιουμένων με αυτές Διαιτητικών Αποφάσεων που αφορούν το βασικό μισθό και τα ανωτέρω επιδόματα εξακολουθούν να ισχύουν ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένοι ενοχικοί όροι των ήδη εν ισχύει ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 453/2010) μέχρι την τυχόν κατάρτιση νέας συλλογικής σύμβασης εργασίας ή τροποποιημένης ατομικής σύμβασης εργασίας, ενώ παύουν αμέσως να ισχύουν ρυθμίσεις που προβλέπουν τη καταβολή οποιουδήποτε άλλου επιδόματος.

Η ανωτέρω ρύθμιση, αποβλέπουσα στη μείωση του μισθολογικού κόστους με σκοπό την αύξηση της ανταγωνιστικότητας των επί μέρους κλάδων της ελληνικής οικονομίας, αφορά τις αποδοχές των μισθωτών στο πλαίσιο της κύριας απασχόλησης αυτών και κατά τη διάρκεια του νόμιμου ωραρίου εργασίας των και δεν αφορά τις προσαυξήσεις του μισθού που από τη φύση τους δεν αποτελούν αναγκαστικά μέρος των τακτικών αποδοχών του μισθωτού, αλλά η καταβολή τους συνδέεται με ειδικές περιστάσεις που δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν σε κάθε μισθολογική περίοδο, όπως είναι η αμοιβή της υπερωριακής απασχόλησης, η αμοιβή για παροχή νυκτερινής εργασίας ή εργασίας κατά τη διάρκεια Κυριακών ή αργιών, η αποζημίωση για εκτός έδρας απασχόληση και συνακόλουθα στην προκειμένη περίπτωση η αμοιβή για πρόσθετη (διαφορετική) εργασία.

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ, η οποία είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ιδίου Κώδικα, αναίρεση επί αποφάσεων ειρηνοδικείων και αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Στον αυτό αναιρετικό λόγο υπάγεται κατά το ως άνω εδάφιο β αυτού και η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως διδάγματα δε της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο εάν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς των υποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Έτσι αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίηση τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (ΟλΑΠ 8/2006, ΑΠ 426/2014, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1652/2009).

Στη προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, που δίκασε κατ’ έφεση, με την προσβαλλομένη απόφαση αυτού κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι οι ενάγοντες [ήδη αναιρεσίβλητοι - καθών η πρόσθετη παρέμβαση που ασκήθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου] απασχολούντο για μία δεκαετία και πλέον (πλην του 56ου που απασχολείται από τον Ιανουάριο του έτους 2013) με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως οδηγοί λεωφορείων για την εκτέλεση του συγκοινωνιακού έργου της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας [ήδη αναιρεσείουσας - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση που ασκήθηκε ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου].

Ότι αυτοί, πέραν της κύριας εργασίας των ως οδηγών υπεραστικών λεωφορείων, εκτελούσαν και χρέη εισπράκτορα, λαμβάνοντας ως πρόσθετη αμοιβή το ποσό των 5,90 ευρώ ανά δρομολόγιο [ενν. ανά ημέρα δρομολογίων], που προβλέπει ως επίδομα η με αριθ. 50/2010 διαιτητική απόφαση. Ότι μολονότι το ποσό αυτό καταβαλλόταν ως επίδομα σύμφωνα με τη πιο πάνω διαιτητική απόφαση, έφερε το χαρακτήρα πρόσθετης αμοιβής για επί πλέον εργασία εισπράκτορα που παρείχαν οι εν λόγω οδηγοί, των οποίων τα καθήκοντα διαφέρουν ουσιωδώς εκείνων του οδηγού λεωφορείου.

Ότι δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση ρητής ή σιωπηράς συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, να παρέχουν οι ενάγοντες οδηγοί την πρόσθετη αυτή εργασία χωρίς αμοιβή ή η τελευταία να καλύπτεται από το μισθό της κύριας απασχόλησής των. Ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία επικαλούμενη τη διάταξη του άρθρου 2 της υπ’ αριθ. ...2.2012 Π.Υ.Σ.

και τη λήξη της υπ’ αριθμό 50/2010 διαιτητικής απόφασης με καταγγελία αυτής στις 28.3.2012, έπαυσε από τις αρχές Ιουλίου του έτους 2012 να καταβάλλει την πιο πάνω πρόσθετη παροχή στους ενάγοντες. Ότι η ως άνω καταγγελία, ως και η ανωτέρω Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, δεν επηρεάζουν την προαναφερθείσα πρόσθετη παροχή, η οποία δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της τελευταίας.

Ότι κατά συνέπεια η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία εξακολουθεί να είναι υποχρεωμένη να καταβάλλει στους ενάγοντες πρόσθετη αμοιβή για τη πρόσθετη αυτή εργασία, με βάση το συνηθισμένο μισθό του εισπράκτορα για τη πρόσθετη αυτή εργασία, δηλαδή το μισθό που καταβάλλεται συνήθως για την ίδια εργασία σε άλλους εργαζομένους με τα ίδια προσόντα και τις ίδιες συνθήκες.

Ότι οι ενάγοντες απασχολήθηκαν ως οδηγοί λεωφορείων στην εναγομένη ανώνυμη εταιρεία καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του 2012 έως τον Οκτώβριο του 2013 (πλην του 56ου εξ αυτών που απασχολήθηκε από τον Ιανουάριο έως τον Οκτώβριο του 2013) και δικαιούνται πρόσθετης αμοιβής ύψους 1.669,20 ευρώ για τους ανωτέρω δέκα έξι (16) μήνες της απασχόλησής των και 1.062 ευρώ για τους δέκα μήνες της απασχόλησης του 56ου εξ αυτών [ενν.

με τα καθήκοντα του εισπράκτορα) που αντιστοιχούν στον συνηθισμένο μισθό εισπράκτορα, που του καταβάλλεται συνήθως για την ίδια εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες. Ότι, ενόψει του χαρακτήρα της ανωτέρω παροχής ως πρόσθετης αμοιβής, δεν είναι κρίσιμος ο αριθμός των δρομολογίων που εκτέλεσε έκαστος των εναγόντων (αν είναι 18 ή λιγότερα μηνιαίως), καθώς τούτο θα ίσχυε αν κρινόταν ότι αυτή συνιστά επίδομα, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, επικυρώνοντας την απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων που είχε κρίνει ομοίως και είχε δεχθεί στο σύνολό της την αγωγή ως προς τους ενάγοντες (πλην του 56ου εξ αυτών που την είχε δεχθεί κατά ένα μέρος και του 35ου εξ αυτών που την είχε απορρίψει στο σύνολό της), αφού αντικατέστησε κατά ένα μέρος τις αιτιολογίες αυτής.

Με τη κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά το μέρος που δέχθηκε ότι οι ενάγοντες, οδηγοί λεωφορείων της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, δικαιούνται πρόσθετης αμοιβής για τη πρόσθετη (καθ’ οδόν) απασχόληση αυτών με τα καθήκοντα του εισπράκτορα, τα οποία διαφέρουν ουσιωδώς εκείνων του οδηγού λεωφορείου (και κατά λογική ακολουθία δεν είναι συναφή με τα τελευταία) και ότι η σχετική αξίωση αυτών δεν έχει καταργηθεί με το άρθρο 2 της υπ’ αριθ. ...2.2012 Π.Υ.Σ.

μετά την πάροδο τριμήνου από την καταγγελία της υπ’ αριθ. 50/2010 διαιτητικής απόφασης, διότι δεν συνιστά επίδομα, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 4 και 6 της υπ’ αριθμό ...2.2012 Π.Υ.Σ. σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.6 του Ν.4046/2012, ούτε εκείνες των άρθρων 648, 649, 653 και 659 του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 10 στοιχ.

Β παρ. 4 περ. ι και 5 του υπ’ αριθ. 246/2006 Π.Δ/τος, ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας, αν και εσφαλμένως προσέφυγε στην έννοια του ειθισμένου μισθού του εισπράκτορα για τον υπολογισμό της παροχής αυτής (με εξαίρεση τον 56ο εξ αυτών, όπου είναι αναγκαία η προσφυγή στην έννοια του ειθισμένου μισθού, ως εκ του χρόνου πρόσληψής του ως οδηγού), διότι, παρά τη λήξη της ισχύος της με αριθ. 50/2010 διαιτητικής απόφασης, η ρύθμιση αυτής που καθορίζει το ύψος της παροχής αυτής για πρόσθετη εργασία εισπράκτορα στο ποσό των 5,90 ευρώ ανά ημέρα απασχόλησης εξακολουθεί να ισχύει ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένος ενοχικός όρος των ήδη εν ισχύει ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των λοιπών (πλην του 56ου) εναγόντων, εφόσον κατά τα ήδη προεκτεθέντα η παροχή αυτή δεν περιλαμβάνεται στη ρύθμιση της ανωτέρω Π.Υ.Σ.

για την εφεξής κατάργηση όλων των προβλεπομένων σε συλλογικές ρυθμίσεις επιδομάτων (πλην εκείνων που η εν λόγω Π.Υ.Σ. διατηρεί σε ισχύ). Επομένως οι περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος κατά το δεύτερο αυτού σκέλος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα και η προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσα δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση προσάπτουν στη προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες α) ότι εσφαλμένως έκρινε ότι η πρόσθετη αυτή παροχή, ανεξαρτήτως του χαρακτήρα της ως επιδόματος ή πρόσθετης παροχής για πρόσθετη εργασία, έχει διατηρηθεί και πρέπει να εξακολουθήσει να καταβάλλεται, αφού δεν εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 2 παρ.4 και 6 της υπ’ αριθ. ...2.2012 ΠΥΣ σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.6 του Ν. 4046/2012 και επομένως παραβίασε τις διατάξεις αυτές, τις οποίες εσφαλμένως δεν εφάρμοσε, αν και έπρεπε να τις εφαρμόσει, β) ότι σε κάθε περίπτωση κατά παράβαση των άρθρων 648, 649, 653 και 659 του ΑΚ και 10 στοιχ.

Β παρ. 4 περ. ι του με αριθ. 246/2006 Π.Δ/τος και των διδαγμάτων της κοινής πείρας εσφαλμένως έκρινε ότι τα καθήκοντα του οδηγού λεωφορείου διαφέρουν ουσιωδώς σε σχέση προς εκείνα του εισπράκτορα, αφού τα τελευταία περιλαμβάνονται κατά νόμο στις υποχρεώσεις του οδηγού που οδηγεί λεωφορείο χωρίς εισπράκτορα και κατά συνέπεια είναι τουλάχιστον παρεμφερή (συναφή) με εκείνα του οδηγού, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Κατά το μέρος όμως που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι το ύψος της ως άνω οφειλομένης πρόσθετης παροχής είναι ανεξάρτητο από τον αριθμό των ημερών απασχόλησης των εναγόντων σε λεωφορεία (που έχουν δρομολογηθεί χωρίς εισπράκτορα) [εσφαλμένως μάλιστα η προσβαλλομένη απόφαση κάνει μνεία για "αριθμό δρομολογίων" και όχι "για αριθμό ημερών απασχόλησης των οδηγών σε δρομολόγια λεωφορείων χωρίς εισπράκτορα") επιδικάζοντας μάλιστα το ίδιο ποσό σε κάθε ενάγοντα (πλην του 56ου εξ αυτών, στον οποίο επιδίκασε μικρότερο ποσό), χωρίς να διαλάβει παραδοχή για τον αριθμό των ημερών απασχόλησης κάθε ενάγοντος - οδηγού σε δρομολόγια λεωφορείων χωρίς εισπράκτορα, εσφαλμένως εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653, 659 του ΑΚ, 10 στοιχ.

Β παρ.4 περ. ι του με αριθ. 246/2006 Π.Δ/τος σε συνδυασμό με τη ενσωματωθείσα ως όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας διάταξη του άρθρου 3 της υπ’ αριθ. 50/2010 διαιτητικής απόφασης, αφού το ύψος της πρόσθετης αυτής παροχής είναι με βάση τις προπαρατεθείσες ρυθμίσεις ανάλογο του αριθμού των ημερών απασχόλησης κάθε οδηγού σε λεωφορεία χωρίς εισπράκτορα.

Αντιθέτως για τις ημέρες που ο οδηγός απασχολήθηκε σε λεωφορεία με εισπράκτορα, αυτός δεν δικαιούται ουδεμίας πρόσθετης αμοιβής για την ανωτέρω αιτία. Επομένως ο περί τούτου δεύτερος κατά το πρώτο και τρίτο αυτού σκέλος από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα και η προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσα δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση προσάπτουν στη προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες ότι εσφαλμένως προέβη στον προσδιορισμό του ύψους της ανωτέρω πρόσθετης παροχής στο ίδιο ποσό για κάθε ενάγοντα ανεξάρτητα από τον αριθμό των ημερών απασχόλησης των εναγόντων ως οδηγών σε δρομολόγια λεωφορείων χωρίς εισπράκτορα, δεχόμενο έτσι (εμμέσως) ότι την εν λόγω παροχή δικαιούνται οι οδηγοί ακόμα και για τις ημέρες που απασχολήθηκαν σε λεωφορεία, τα οποία είχαν δρομολογηθεί με εισπράκτορα, είναι βάσιμος (ανεξαρτήτως του ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των επικαλουμένων διατάξεων των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 περ.

β του Συντάγματος) και πρέπει να γίνουν δεκτός.

Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 (ή 560 παρ.1) του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.

Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (σχετ. ΟλΑΠ 16/1998, ΑΠ 991/2014). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθ. 216 παρ. 1 στοιχ.

α’ και β’ ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν’ αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 180/2016, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1192/2012, ΑΠ 220/2012, ΑΠ 1125/2011).

Σε κάθε όμως περίπτωση και ανεξάρτητα από το είδος της αοριστίας, για να ιδρυθεί ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει η αοριστία του δικογράφου να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ’ εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικά δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 254/2016).

Επομένως για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός είχε νόμιμα προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1/1987, ΑΠ 1244/2015, ΑΠ 991/2004, ΑΠ 939/2013, ΑΠ 883/2011, ΑΠ 1492/2011, ΑΠ 1162/2004).

Στη προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι με το να κρίνει ορισμένη την αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, αφού στο οικείο δικόγραφο δεν αναφέρονταν οι καταβαλλόμενες στους ενάγοντες αποδοχές για την κύρια εργασία αυτών (ενν.

ως οδηγών). Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι στην αίτηση αναίρεσης δεν αναφέρεται ότι η συγκεκριμένη αοριστία προτάθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε τη προσβαλλομένη απόφαση. Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι το στοιχείο των καταβαλλομένων για την κύρια εργασία αποδοχών του μισθωτού δεν αφορά την περίπτωση παροχής από αυτόν εντός του νομίμου ωραρίου του πρόσθετης (διαφορετικής) εργασίας σε σχέση με το αντικείμενο της κύριας απασχόλησης, αφού για τον προσδιορισμό της πρόσθετης αμοιβής για την εργασία αυτή θα ληφθεί υπόψη είτε ο συνηθισμένος για την διαφορετική αυτή εργασία καταβαλλόμενος μισθός της αντίστοιχης ειδικότητας, ήτοι εν προκειμένω ο μισθός του εισπράκτορα, και όχι ο καταβαλλόμενος μισθός της κύριας απασχόλησης του μισθωτού, ήτοι εν προκειμένω ο μισθός του οδηγού λεωφορείου, είτε η τυχόν συμφωνηθείσα πρόσθετη αμοιβή, το ύψος της οποίας (5,90 ευρώ για κάθε ημέρα απασχόλησης σε λεωφορεία χωρίς εισπράκτορα) διαλαμβάνεται στην από 2.12.2013 και με αριθ.

κατάθ. ...2013 ένδικη αγωγή, και επί πλέον διαλαμβάνεται ο τρόπος καθορισμού αυτής με βάση τις συνηθισμένες αποδοχές του εισπράκτορα των ΚΤΕΛ. Και ναι μεν στο εδάφιο β του άρθρου 659 του ΑΚ γίνεται μνεία του "συμφωνημένου" μισθού του εργαζομένου για τον προσδιορισμό της συμπληρωματικής αμοιβής, πλην όμως η ρύθμιση αυτή αφορά την συμπληρωματική αμοιβή του μισθωτού για παροχή επί πλέον (έκτακτης) εργασίας της αυτής φύσης πέραν του συμφωνηθέντος χρόνου απασχόλησης, η μνεία του οποίου είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό του ωρομισθίου πρόσθετης (απλής) απασχόλησης (όπως επίσης και για τον προσδιορισμό της αμοιβής για τυχόν υπερεργασιακή ή υπερωριακή εργασία).

Από τη διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ με την οποία ορίζεται ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 παρ.1 στοιχ. α του ιδίου Κώδικα, κατά την οποία το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, προκύπτει ότι η νομιμοποίηση των διαδίκων, τόσο η ενεργητική, όσο και η παθητική αναφορικά με την επίδικη έννομη σχέση καθορίζεται κατά κανόνα από το ουσιαστικό δίκαιο, τόσο ως προς το αντικείμενο αυτής, όσο και ως προς τους φορείς της (δικαιούχο και υπόχρεο).

Κατά συνέπεια η από το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένη κρίση ότι ο ενάγων νομιμοποιείται ενεργητικά και ο εναγόμενος νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της αγωγής ελέγχεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 (ή τον αριθμό 1 του άρθρου 560) του ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, διότι προϋποθέτει παραβίαση από το ίδιο δικαστήριο κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 1383/2010, ΑΠ 1728/2009).

Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 651, 652 και 653 Α.Κ. προκύπτει ότι επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ως εργοδότης θεωρείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αφενός δικαιούται να αξιώσει από τον εργαζόμενο την παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και αφετέρου υποχρεούται να καταβάλλει σε αυτόν τον συμφωνημένο μισθό (ΑΠ 1261/2014, ΑΠ 800/2014).

Συνήθως ο εργοδότης είναι και το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον εργαζόμενο κατά την κατάρτιση της σύμβαση εργασίας προσλαμβάνοντας αυτόν, τούτο όμως δεν είναι πάντοτε απαραίτητο, αφού την άνω ιδιότητα του εργοδότη έχει το νομικό ή φυσικό πρόσωπο, στην υπηρεσία του οποίου παρέχει την εργασία του ο μισθωτός (ΑΠ 352/2016, ΑΠ 873/2009).

Αν υφίσταται αμφισβήτηση ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, για τον προσδιορισμό της πιο πάνω ιδιότητας λαμβάνεται υπόψη πρώτα το πρόσωπο προς το συμφέρον του οποίου παρέχεται η εργασία και αυτός είναι ο φορέας της επιχείρησης, όπου απασχολείται ο μισθωτός, και περαιτέρω το πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που φέρει τις δαπάνες και τους κινδύνους της επιχείρησης (ΑΠ 352/2016, ΑΠ 1261/2014, ΑΠ 873/2009).

Όταν οι ρόλοι αυτοί είναι κατανεμημένοι σε περισσότερα του ενός πρόσωπα ή ασκούνται από περισσότερα του ενός πρόσωπα, αποτελεί ζήτημα πραγματικό αν την ιδιότητα του εργοδότη έχουν περισσότεροι του ενός ή αν εργοδότης είναι μόνο ένας, στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται οι κυριότεροι από τους ως άνω ρόλους, ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα έχουν δευτερεύουσα και νομικώς μη αξιόλογη συμμετοχή στη σχέση που έχει αναπτυχθεί (Α.Π. 352/2016, ΑΠ 449/2016, ΑΠ 519/2015).

Στις δε περιπτώσεις τριμερούς συμβατικής σχέσης, όπως συμβαίνει επί δανεισμού του εργαζομένου σε τρίτον, που γίνεται με συμφωνία όλων των μερών (άρθ. 361 και 648 του ΑΚ), ναι μεν η σχέση εργασίας του μισθωτού με τον αρχικό εργοδότη δεν θίγεται ούτε ως προς την υπόσταση, ούτε ως προς το κύρος της και κατά συνέπεια ο αρχικός εργοδότης είναι ο μόνος υπόχρεος προς καταβολή του μισθού, εκτός τυχόν αντίθετης συμφωνίας, πλην όμως η υποχρέωση αυτή του αρχικού εργοδότη δεν καλύπτει και τις περιπτώσεις καταβολής αμοιβής για τυχόν παροχή πρόσθετης εργασίας από το μισθωτό στον τρίτο, διότι η παροχή της εργασίας αυτής ανάγεται στις ιδιαίτερες σχέσεις του μισθωτού με τον τρίτο και δεν περιλαμβάνεται στις υποχρεώσεις αυτού έναντι του αρχικού εργοδότη, εκτός εάν ειδικά προβλέφθηκε και για τις παροχές αυτές να ευθύνεται ο αρχικός εργοδότης (ΑΠ 1161/2015).

Δεν αποκλείεται βεβαίως η ιδιότητα του εργοδότη να ορισθεί με ειδική νομοθετική πρόβλεψη. Τοιαύτη πρόβλεψη περιείχε η διάταξη του άρθρου 2 παρ.4 του Π.Δ/τος 229/1994 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΚΤΕΛ, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων των άρθρων 21 παρ.2 και 29 του Ν. Δ/τος 102/1973 "Περί οργανώσεως των δια λεωφορείων αυτοκινήτων εκτελουμένων δημοσίων επιβατικών συγκοινωνιών", η οποία όριζε ρητά ότι: "Όλο το Προσωπικό των ΚΤΕΛ έχει εργοδότη το νομικό πρόσωπο του ΚΤΕΛ, πλην του οδηγού, ο οποίος έχει εργοδότη τον ιδιοκτήτη της ενταγμένης στο ΚΤΕΛ μονάδας εκμετάλλευσης, αλλά όμως διέπεται από τον παρόντα Κανονισμό, ως προς τα δικαιώματα, τα καθήκοντά του και τις υποχρεώσεις του".

Αντίστοιχη ρύθμιση περιλαμβανόταν και στο άρθρο 2 του προηγουμένου με αριθ. 235/1968 Β. Δ/τος που τροποποίησε ρυθμίσεις του προγενέστερου από 25.6/6.8.1956 Β. Δ/τος "περί εκδόσεως Κανονισμού προσωπικού των ΚΤΕΛ" (ΟλΑΠ 247/1986). Το ως άνω με αριθμό 229/1994 Π.Δ/μα ίσχυσε μέχρι την κατάργησή του με το άρθρο 38 του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ισχύοντος Π.Δ/τος 246/2006 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΚΤΕΛ ΑΕ και ΚΤΕΛ ν. 2963/2001", που αντικατέστησε το πρώτο και που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 2963/2001, στο οποίο (με αρ. 246/2006 Π.Δ/μα) όμως δεν περιελήφθη σχετική ρύθμιση όμοια με εκείνη του άρθρου 2 παρ.4 του Π.Δ/τος 229/1994.

Ορίσθηκε όμως στο άρθρο 2 παρ.1 αυτού ότι ο Κανονισμός αυτός εφαρμόζεται α) σε όλο το προσωπικό (τακτικό και έκτακτο) των ΚΤΕΛ ΑΕ και ΚΤΕΛ και β) στους οδηγούς των λεωφορείων, που είναι μισθωμένα ή ενταγμένα σε ΚΤΕΛ ΑΕ ή ΚΤΕΛ και στους μετόχους-ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες λεωφορείων μισθωμένων ή ενταγμένων σε ΚΤΕΛ ΑΕ ή ΚΤΕΛ, όταν απασχολούνται ως οδηγοί σε λεωφορείο ιδιοκτησίας τους, μόνο ως προς τα προσόντα, τις υποχρεώσεις, τα καθήκοντα και τον πειθαρχικό έλεγχο και στο άρθρο 4 παρ.1 και 2 αυτού υπό τον παράτιτλο "Ειδικές ρυθμίσεις απασχολουμένων οδηγών μη υπαγομένων στο προσωπικό των ΚΤΕΛ" ότι οι οδηγοί των μισθωμένων ή ενταγμένων σε ΚΤΕΛ λεωφορείων προσλαμβάνονται και απολύονται από τους ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες των λεωφορείων αυτών (παρ.1) και ότι οι συμβάσεις εργασίας των παραπάνω οδηγών κατατίθενται υποχρεωτικά στο οικείο ΚΤΕΛ μαζί με τα προβλεπόμενα στη διάταξη αυτή έγγραφα και πιστοποιητικά (παρ.2).

Σκοπός της τελευταίας αυτής διάταξης είναι η διασφάλιση των συμφερόντων των ιδιοκτητών ή συνιδιοκτητών των λεωφορείων με τη πρόσληψη από αυτούς και ανάθεση σε πρόσωπα που χαίρουν της εμπιστοσύνης αυτών της οδήγησης του λεωφορείου ιδιοκτησίας των, το οποίο συνιστά ιδιαίτερα σημαντικό περιουσιακό στοιχείο αυτών.

Η άσκηση όμως του διευθυντικού δικαιώματος ως προς το τόπο, χρόνο και τις συνθήκες παροχής της εργασίας και τη παροχή δεσμευτικών εντολών και οδηγιών στους οδηγούς των μισθωμένων ή ενταγμένων σε ΚΤΕΛ λεωφορείων, ανεξαρτήτως της ιδιότητας αυτών ως υπαλλήλων ή ως ιδιοκτητών ή συνιδιοκτητών λεωφορείων, ανήκει στο ΚΤΕΛ, το οποίο ουδόλως αποκλείεται να προσλάβει για τις ανάγκες του και το ίδιο οδηγούς, που ανήκουν στο προσωπικό του.

Περαιτέρω με το Ν. 2963/2001 "Οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων επιβατικών μεταφορών με λεωφορεία κλπ" αντικαταστάθηκε το προηγούμενο Ν. Δ/μα 102/1973 που είχε οργανώσει τα ΚΤΕΛ, ως ιδιότυπες συγκοινωνιακές επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας με την μορφή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου υπό την εποπτεία του Νομάρχη και με το άρθρο 3 αυτού παρασχέθηκε στα υφιστάμενα ΚΤΕΛ η δυνατότητα μετατροπής των σε ανώνυμες εταιρείες, οι οποίες μετά τη σύστασή τους υποκατέστησαν αυτοδικαίως και χωρίς καμία διατύπωση τα αντίστοιχα ΚΤΕΛ σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους.

Ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 του Ν. 2963/2001 που διαλαμβάνει τις προϋποθέσεις μετατροπής των ΚΤΕΛ σε ανώνυμες εταιρείες ορίζει στην περίπτωση β υποπερ. ii αυτής ότι τα λεωφορεία φυσικών ή νομικών προσώπων που είναι ενταγμένα στο ΚΤΕΛ, καθώς και εκείνα που προέρχονται από αντικατάσταση αυτών, εκμισθώνονται στην ΑΕ και ότι οι συμβαλλόμενοι ιδιοκτήτες υποχρεούνται, έναντι προκαθορισμένης χιλιομετρικής αποζημίωσης, να παρέχουν το όχημα με τον οδηγό του, σύμφωνα με το κύκλωμα εργασίας που καθορίζει η συμβαλλομένη ΚΤΕΛ ΑΕ, τον δε ιδιοκτήτη μέτοχο εκμισθωτή βαρύνουν οι δαπάνες μισθοδοσίας και ασφάλισης του οδηγού, που αυτός προσλαμβάνει, η συντήρηση και η φύλαξη του οχήματος.

Με τη διάταξη του άρθρου 52 παρ.6 του Ν. 4199/ 2013 (ΦΕΚ Α 216/11.10.2013) προστέθηκε νέο άρθρο 3 α στον Ν. 2963/2001, με το οποίο ορίσθηκε ότι όπου στο νόμο αυτό αναφέρεται "σύμβαση μίσθωσης ή εκμίσθωσης λεωφορείου" νοείται η ανάληψη υποχρέωσης εκτέλεσης μεταφοράς προσώπων και όπου αναφέρεται "εκμισθωτής" νοείται ο μέτοχος της ανώνυμης εταιρείας.

Με την υποπερίπτωση iii της διάταξης αυτής ορίσθηκε ότι με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών καθορίζονται οι βασικοί όροι των συμβάσεων μισθώσεως, ιδίως οι ελάχιστες υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών, οι παρεχόμενες υπηρεσίες και κάθε άλλο ειδικό θέμα. Κατ’ εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής (άρθ. 3 παρ.2 περ.

β υποπερίπτωση iii του Ν. 2963/2001) εκδόθηκαν οι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ισχύσασες με αριθ. ...8.1.2003 (ΦΕΚ Β 25/17.1.2003) και .../19.11.2013 (ΦΕΚ Β 3067/2003) αποφάσεις του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών η πρώτη και του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων η δεύτερη. Με την σχεδόν ταυτόσημη κατά περιεχόμενο διάταξη της παρ.3 εδάφιο α του άρθρου 3 των εν λόγω Υπουργικών Αποφάσεων ορίζεται ότι τον ιδιοκτήτη μέτοχο (εκμισθωτή) βαρύνουν οι δαπάνες μισθοδοσίας και ασφάλισης του οδηγού που αυτός προσλαμβάνει και οι λειτουργικές δαπάνες του οχήματος, ενώ με την παρ. 6 εδάφιο α του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι για τον υπολογισμό της τιμής βάσης υπολογισμού της χιλιομετρικής αποζημίωσης που πρέπει να λάβει (μισθωμένο) (ενταγμένο) λεωφορείο, από τις συνολικές ακαθάριστες εισπράξεις της ΚΤΕΛ ΑΕ (από εισιτήρια, αποσκευές, εκδρομές κλπ) αφαιρούνται, μεταξύ άλλων, αποδοχές και λοιπές αποζημιώσεις του προσωπικού και αναλυτικότερα, οι τακτικές αποδοχές όλου του προσωπικού, εκτός από του οδηγούς που δεν είναι υπάλληλοι της ΚΤΕΛ ΑΕ, οι τακτικές αποδοχές όλων των οδηγών δεύτερης φυλακής και εφεδρικής δύναμης, οι πρόσθετες αποδοχές (υπερωρίες, αποζημιώσεις για νυκτερινή εργασία, προσαυξήσεις εξαιρεσίμων κλπ) όλου του προσωπικού που απασχολείται στην ΚΤΕΛ ΑΕ, συμπεριλαμβανομένων και των οδηγών, οι αποζημιώσεις των απολυομένων και συνταξιοδοτουμένων, εκτός από τους οδηγούς που δεν είναι υπάλληλοι της ΚΤΕΛ ΑΕ, οι εργοδοτικές εισφορές στα οικεία ασφαλιστικά ταμεία (πλην ΤΣΑ), το χαρτόσημο και ΟΓΑ όλου του προσωπικού, εξαιρουμένων μόνον εκείνων που αναλογούν στις τακτικές αποδοχές των οδηγών που δεν είναι υπάλληλοι της ΚΤΕΛ ΑΕ...

Αντίστοιχη είναι και η ρύθμιση του άρθρου 2 παρ.1 της υπ’ αριθ. Β 36933/2804/26.6.2002 (ΦΕΚ Β 862/10.7.2002) απόφασης του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 30 του Ν. 2961/2003 και αφορά εξίσωση συνθηκών εκμετάλλευσης των ΚΤΕΛ. Τέλος με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 των ανωτέρω με αριθ. ... 8.1.2003 και .../19.11.2013 Υπουργικών Αποφάσεων ορίζεται ότι η ΚΤΕΛ ΑΕ υποχρεούται να δρομολογεί τα ενταγμένα σε αυτή λεωφορεία των μετόχων της σύμφωνα με το κύκλωμα εργασίας, να καλύπτει τα ελάχιστα εγγυημένα χιλιόμετρα σύμφωνα με τη παρούσα, να τηρεί τις υποχρεώσεις της προς τον ιδιοκτήτη μέτοχο και τους τρίτους που απορρέουν από τη παρούσα και να καταβάλλει τις αποδοχές των οδηγών και τις αντίστοιχες εργοδοτικές εισφορές αυτών στα οικεία ασφαλιστικά ταμεία, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 3 της παρούσας, χρεώνοντας τα αναλογούντα ποσά στο λογαριασμό της μερίδας κάθε ενταγμένου λεωφορείου, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.2 εδ α αυτών ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ο ιδιοκτήτης - μέτοχος της ΑΕ υποχρεούται ανελλιπώς να παρέχει το λεωφορείο με τον οδηγό, σύμφωνα με το κύκλωμα εργασίας που καθορίζει η ΚΤΕΛ ΑΕ.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία ενέχεται στην καταβολή της πρόσθετης αμοιβής για την παροχή εντός του νόμιμου ωραρίου πρόσθετης, διαρκούς φύσης, εργασίας εισπράκτορα των οδηγών λεωφορείων που εκτελούν δρομολόγια χωρίς εισπράκτορα, αδιαφόρως του εάν αυτοί, έχοντας προσληφθεί από τον ιδιοκτήτη ή τους συνιδιοκτήτες του αντίστοιχου λεωφορείου που έχει ενταχθεί ή εκμισθωθεί στην ΚΤΕΛ ΑΕ, δεν περιλαμβάνονται στο προσωπικό αυτής, ως υπάλληλοι της τελευταίας.

Κατά συνέπεια η ΚΤΕΛ ΑΕ νομιμοποιείται παθητικά για την καταβολή της παραπάνω παροχής έναντι των οδηγών. Τούτο προκύπτει από την διαφοροποίηση στην οποία προβαίνει η διάταξη του άρθρου 3 παρ.6 των πιο πάνω Υπουργικών Αποφάσεων μεταξύ των τακτικών αποδοχών των εν λόγω οδηγών, περιλαμβανομένων και των εργοδοτικών εισφορών, με τις οποίες βαρύνεται ο ιδιοκτήτης του λεωφορείου - μέτοχος της ΚΤΕΛ ΑΕ, τις οποίες εξαιρεί από τις αφαιρούμενες δαπάνες για τον υπολογισμό της χιλιομετρικής αποζημίωσης, και των πρόσθετων αποδοχών όλου του προσωπικού που απασχολείται στην ΚΤΕΛ ΑΕ, συμπεριλαμβανομένων κατά ρητή αναφορά και των οδηγών, τις οποίες περιλαμβάνει στις αφαιρούμενες δαπάνες.

Στις τελευταίες περιλαμβάνεται και η πρόσθετη παροχή στους οδηγούς των λεωφορείων για πρόσθετη εργασία εισπράκτορα σε λεωφορεία που δρομολογούνται χωρίς εισπράκτορα, ενόψει του ότι η μνεία των περιπτώσεων πρόσθετων αποδοχών στη πιο πάνω διάταξη είναι ενδεικτική, όπως προκύπτει από τη συντομογραφία κλπ.

Η ως άνω διαφοροποίηση ως προς την κατανομή του μισθολογικού κόστους των οδηγών δικαιολογείται από τον εν γένει τρόπο λειτουργίας των ΚΤΕΛ ΑΕ και ΚΤΕΛ, τα οποία είναι εκείνα που οργανώνουν την εκτέλεση των δρομολογίων των λεωφορείων των ιδιοκτητών μετόχων τους και συγκεκριμενοποιούν την απασχόληση των οδηγών ως προς το τόπο και χρόνο της εργασίας εκάστου, με συνέπεια από τη συγκεκριμενοποίηση αυτή να γεννώνται διαφορετικής φύσης και έκτασης οφειλές προς τους απασχοληθέντες οδηγούς των λεωφορείων, εφόσον το ΚΤΕΛ είναι εκείνο που αποφασίζει τη δρομολόγηση του συγκεκριμένου λεωφορείου σε χρόνο ή διαδρομή, η οποία επάγεται την καταβολή οφειλομένης επί πλέον αμοιβής του οδηγού του.

Για τους προεκτεθέντες λόγους, με τις διατάξεις των πιο πάνω Υπουργικών Αποφάσεων δεν προβλέφθηκε να βαρύνεται και για τις πρόσθετες παροχές (όπως οι υπερωρίες, οι προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας, οι προσαυξήσεις εξαιρεσίμων ημερών κλπ) ο ιδιοκτήτης ή οι συνιδιοκτήτες του ενταγμένου ή εκμισθωμένου στην ΚΤΕΛ ΑΕ λεωφορείου, αλλά το ακριβώς αντίθετο.

Η ως άνω ερμηνευτική εκδοχή συνάδει και με το ότι η συγκεκριμένη παροχή της πρόσθετης καθ’ οδόν εργασίας του εισπράκτορα σε οδηγούς λεωφορείων που δρομολογούνται χωρίς εισπράκτορα ανάγεται στις ιδιαίτερες σχέσεις των οδηγών των λεωφορείων με την ΚΤΕΛ ΑΕ, η οποία τους αναθέτει και την εκτέλεση των εν λόγω καθηκόντων εισπράκτορα, οι οποίοι (εισπράκτορες) όμως ανήκουν στο προσωπικό της ΚΤΕΛ ΑΕ ως υπάλληλοι της, και τα οποία (καθήκοντα) δεν περιλαμβάνονται στις υποχρεώσεις των οδηγών έναντι των προσλαβόντων αυτούς ιδιοκτητών ή συνιδιοκτητών των λεωφορείων.

Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή οδηγεί σε άτοπα αποτελέσματα να ενέχεται η ΚΤΕΛ ΑΕ για την καταβολή του συνόλου των οφειλομένων αποδοχών στους απασχολουμένους από αυτήν εισπράκτορες, που ανήκουν στο προσωπικό αυτής, στη περίπτωση δε που αναθέτει την εργασία αυτών σε τρίτους (τους οδηγούς των λεωφορείων που δρομολογούνται χωρίς εισπράκτορα) για δικούς της επιχειρηματικούς λόγους να μετακυλίεται το βάρος της σχετικής δαπάνης σε τρίτους (τους ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες των λεωφορείων που έχουν προσλάβει τους οδηγούς), οι οποίοι κατά τα ανωτέρω δεν μετέχουν του καθορισμού των δρομολογίων, ούτε αποφασίζουν για την επάνδρωση ή μη αυτών με εισπράκτορα.

Επομένως είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ τέταρτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα εταιρεία και η προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσα δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι κατά παράβαση των άρθρων 3 παρ.2 του Ν. 2963/2001 και 3 α του Ν. 4199/2013, 4 παρ. 1 του υπ’ αριθ. 246/2006 Π.Δ/τος και των άρθρων 3 παρ.3 και 6 των υπ’ αριθ. ...8.1.2003 και .../19.11.2013 Υπουργικών Αποφάσεων που ίσχυσαν διαδοχικά από τον Ιούλιο του 2012 έως και το Νοέμβριο του 2013, δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα ΚΤΕΛ ΑΕ ενέχεται στην καταβολή της πιο πάνω πρόσθετης αμοιβής στους αναιρεσίβλητους, οδηγούς λεωφορείων που έχουν εκμισθωθεί και ήδη ενταχθεί σε αυτήν και έχουν προσληφθεί από τους ιδιοκτήτες αυτών και κατά συνέπεια ότι αυτή (αναιρεσείουσα) νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της σε βάρος της ένδικης αγωγής, ενώ για την καταβολή της εν λόγω πρόσθετης παροχής ενέχονται οι ιδιοκτήτες των λεωφορείων που έχουν προσλάβει τους αναιρεσίβλητους οδηγούς και βαρύνονται με τη μισθοδοσία τους.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου αναίρεσης κατά το πρώτο και τρίτο αυτού σκέλος, απορριπτομένων των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους, καθόσον η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθ. 179 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 21.6.2016 και με αριθ. κατάθ. ....6.2016 αίτηση αναίρεσης με την από 3.11.2016 και με αριθ. κατάθ. ...11.2015 πρόσθετη υπέρ της αναιρεσείουσας εταιρείας παρέμβαση.

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 553/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή για περαιτέρω εκδίκαση.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ