1002/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1002/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1002 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1002/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Φ. συζ. Ν. Π., το γένος Ι. Π. και 2) Ε. θυγ. Ν. Π., κατοίκων ... οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αχιλλέα Μπανταβάνο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. θυγ. Ι. Π. συζ Α. Κ., και 2)Ε. χήρας Ι. Π., το γένος Θ. Π., κατοίκων ... οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Λυκούρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/5/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1224/2008 του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, και 789/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 15/3/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από την από 11/10/2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Αθανασίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 3 παρ.1, 4 παρ.1, 5, 7 παρ.1, 8 παρ.1, 13, 14 του ν. 3741/1929 "περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", που εξακολουθεί να ισχύει και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 54 ΕισΝΑΚ) και των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ, προκύπτει ότι επί οικοδομής που έχει υπαχθεί στο καθεστώς οριζόντιας ιδιοκτησίας μπορεί, είτε από την αρχή με τη συστατική πράξη της οροφοκτησίας (ή με διάταξη τελευταίας βούλησης) είτε και με νεότερη συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, που υπόκειται σε συμβολαιογραφικό τύπο και μεταγραφή, να συσταθεί οροφοκτησία με την παραχώρηση σε έναν ή περισσότερους συνιδιοκτήτες του δικαιώματος επέκτασης της οικοδομής προς τα άνω με την προσθήκη μέλλοντος να ανεγερθεί ορόφου επί δώματος (ταράτσας) υπάρχουσας οικοδομής (δικαίωμα υψούν), παραλλήλως δε μπορεί να προβλεφθεί και η παραχώρηση ποσοστών συγκυριότητας στο οικόπεδο υπέρ του μέλλοντος ορόφου.
Στην οριζόντια ιδιοκτησία που συνιστάται με αυτό τον τρόπο, ο οροφοκτήτης αποκτά αφενός δικαίωμα προσδοκίας πλήρους κυριότητας επί του μελλοντικού ορόφου, το οποίο τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της κατασκευής τούτου και αφετέρου δικαίωμα αναγκαστικής συγκυριότητας, κατ' ανάλογη μερίδα, στα κοινά μέρη του όλου ακινήτου που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, κατ' ενδεικτική στις πιο πάνω διατάξεις του ν. 3741/1929 απαρίθμηση, το έδαφος, οι αυλές, η στέγη (δώμα-ταράτσα) κλπ.
Όμως, ο ιδιοκτήτης που είναι δικαιούχος της επέκτασης της οικοδομής με την επέκταση του μελλοντικού ορόφου στο δώμα αυτής δεν αποκτά κατά νόμο και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του δώματος, το οποίο, εωσότου κατασκευαστεί ο νέος όροφος, παραμένει στην κοινή χρήση και στην αναγκαστική συγκυριότητα καθενός οροφοκτήτη, εκτός αν, με τη συστατική πράξη ή κατόπιν συμφωνίας όλων των συνιδιοκτητών που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγράφεται, έχει παραχωρηθεί στο δικαιούχο της επέκτασης και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του δώματος, οπότε αυτό δεν ανήκει πλέον στην κοινή χρήση των λοιπών συνιδιοκτητών.
Εξάλλου, στην περίπτωση που η σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας γίνει με διαθήκη του κυρίου του οικοπέδου που αφορά οικοδομήματα, τα οποία υφίστανται ή πρόκειται να ανεγερθούν, η κτήση κυριότητας στη διηρημένη ιδιοκτησία από τους κληρονόμους του συστήσαντος την οροφοκτησία διαθήκη επέρχεται από το χρόνο του θανάτου του, με τη μεταγραφή της οικείας δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ή του κληρονομητηρίου, αφού η διαθήκη, με την οποία έχει συσταθεί η οροφοκτησία δεν μεταγράφεται, διότι δεν εμπίπτει στην έννοια των μεταγραπτέων πράξεων που προβλέπονται από τα άρθρα 13 ν. 3741/1929 και 1192 ΑΚ.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 4 του ω. 3741/1929 και 790 ΑΚ, προκύπτει ότι, αν δεν υπάρχει κανονισμός ούτε συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών για τον τρόπο διοίκησης και διαχείρισης του κοινού ακινήτου, τότε κάθε συνιδιοκτήτης μπορεί να ζητήσει τον κανονισμό τους από το δικαστήριο. Η παρέμβαση του δικαστηρίου είναι ρυθμιστική και δεν τείνει στη διάγνωση ουσιαστικού δικαιώματος, αποσκοπεί δε στην εξεύρεση του τρόπου διοίκησης του κοινού ακινήτου, με βάση τις λειτουργικές συνθήκες του οικοδομήματος, την τοποθεσία και τις συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή.
Ο καθορισμός, όμως, από το δικαστήριο του τρόπου διοίκησης και χρησιμοποίησης του κοινού υπόκειται σε περιορισμούς που προκύπτουν, ιδίως, από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1, 2 και 5 περ.α' του ν. 3741/1929 και 792 ΑΚ, δηλαδή δεν μπορεί να αποφασισθεί ρύθμιση που να βλάπτει κάποιο συνιδιοκτήτη ή να δημιουργεί κίνδυνο για την ασφάλεια της οικοδομής, να μεταβάλλει το συνήθη προορισμό των κοινών πραγμάτων, να εκφέρει ουσιώδη μεταβολή ή δυσανάλογα δαπανηρή προσθήκη σε αυτή.
Με βάση τα παραπάνω, το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει την κατανομή της χρήσης του κοινού πράγματος μεταξύ των συνιδιοκτητών κατά τμήματα ή χώρους ή κατά χρονικά διαστήματα εκ περιτροπής κ.α. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίοις δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ολ ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ'αριθμ. …/1989 δημόσια διαθήκη του, που συνετάγη ενώπιον του συμβ/φου Πειραιώς Μ. Τσιγκριμάνη και δημοσιεύθηκε νόμιμα (βλ. υπ' αριθμ. 57/24-1-1990 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς), ο σύζυγος της 2ης και πατέρας της 1ης των εναγουσών και της 1ης των εναγομένων, Ι.
Π., που πέθανε στις 10-11-1989, εγκατέστησε αυτές και την 2η των εναγομένων, εγγονή του, κληρονόμους του επί του ενός ακινήτου, που βρίσκεται στη νήσο Σαλαμίνα (οικόπεδο με ισόγεια οικία) και συνέστησε με τη διαθήκη αυτή οροφοκτησία επί του ακινήτου αυτού κατά τις διατάξεις του Ν.3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ.
Οι κληρονόμοι αυτές απεδέχθησαν την κληρονομιά με την υπ' αριθμ. 601/1999 πράξη της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ελένης Οικονομάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα (τ. 396 αρ. 468 των βιβλίων μεταγραφών του δήμου Σαλαμίνας). Το ακίνητο αυτό βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως στη θέση "..." και επί της οδού ... και έχει επιφάνεια κατά μεν τον τίτλο κτήσεως 285 μ2 κατά δε νεώτερη καταμέτρηση 319,46 μ2.
Επί του οικοπέδου αυτού υπάρχει από ετών ισόγεια οικία, επιφανείας 60,62 μ2, πλην όμως το οικόπεδο δεν είναι άρτιο ούτε οικοδομήσιμο με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Ειδικότερα ο διαθέτης στην άνω διαθήκη του, αναφερόμενος στο ως άνω ακίνητο του, δήλωσε: "Επί του οικοπέδου αυτού έχω κτίσει με δαπάνες μου ισόγειον οικίαν.
Οι οριζόντιες ιδιοκτησίες είναι δύο, δηλ. του ισογείου με ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου πενήντα εκατοστά (50/100) και του δικαιώματος του υψούν άνωθεν του δώματος του ισογείου και μέχρι του σημείου του επιτρεπομένου υπό των πολεοδομικών διατάξεων με ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου πενήντα εκατοστά (50/100).
Εγκαθιστώ κληρονόμους μου επί της οριζοντίου ιδιοκτησίας του ισογείου την θυγατέρα μου Φ. Ν. Π. το γένος ..., η οποία θα έχει την επικαρπία της οριζοντίου ιδιοκτησίας όσο ζει αυτή και μετά τον θάνατο της η επικαρπία αυτή θα περιέρχεται εις την Ε. Π. του Ν. και της Φ., την οποία εγκαθιστώ κληρονόμον μου επί της ψιλής κυριότητος του άνω ισογείου από του θανάτου μου.
Επί της οριζοντίου ιδιοκτησίας του δικαιώματος του υψούν και επί της επικαρπίας αυτής εγκαθιστώ κληρονόμον μου, και για όσον χρόνο ζει αυτή, την Ε. σύζυγον Ι. Π. το γένος Θ. Π. και εις την ψιλή κυριότητα την Ε. Π. του Ι. και της Ε., εις την οποία και θα περιέρχεται η επικαρπία μετά τον θάνατον της συζύγου μου Ε.
Π.". Έτσι, και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα πρόταση, με τη συστατική αυτή πράξη η ψιλή κυριότητα της πρώτης οριζόντιας ιδιοκτησίας περιήλθε στην εγγονή του Ε. Ν. Π. (2η των εναγομένων) και η εφ' όρου ζωής επικαρπία της στην θυγατέρα του Φ. συζ. Ν. Π. (1η των εναγομένων), ενώ η θυγατέρα του Ε. σύζ. Α. Κ. (1η των εναγουσών) και η χήρα του Ε.
το γένος Θ. Π. (2η των εναγουσών) απέκτησαν το δικαίωμα προσδοκίας για την κτήση δικαιώματος πλήρους κυριότητας (και μάλιστα η πρώτη κατά ψιλή κυριότητα και η δεύτερη κατ' επικαρπία) του 1ου πάνω από το ισόγειο ορόφου, όταν αυτός οικοδομηθεί στο μέλλον. Όσον αφορά το ζήτημα της ψιλής κυριότητας και της επικαρπίας υπάρχει μάλιστα εκατέρωθεν ομολογία.
Σχετικά όμως με τους ακάλυπτους χώρους του οικοπέδου οι διάδικοι ερίζουν, πολύ περισσότερο μάλιστα που δεν έχει συνταχθεί νόμιμα κανονισμός, ο οποίος να ορίζει τις επιτρεπόμενες χρήσεις, με αποτέλεσμα οι εναγόμενες [οι οποίες έχουν στη διάθεσή τους την ισόγεια κατοικία και επομένως έχουν τη δυνατότητα να βρίσκονται συχνότερα στο επίδικο οικόπεδο] να κάνουν χρήση ολόκληρου του περιβάλλοντος χώρου και να τον διαμορφώνουν κατά βούληση, όπως π.χ.
με την εκρίζωση δύο δένδρων ή με το κτίσιμο (με τσιμέντο) παρτεριού προς την οδό ... ή με την τοποθέτηση αυτόματου ποτιστικού συστήματος, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας Α. Κ. και με τον τρόπο αυτό παρεμβάλλουν ποικίλα εμπόδια στις εναγόμενες στο να κάνουν και αυτές ανενόχλητη χρήση. Το θέμα αυτό μπορεί να επιλυθεί δικαστικά με απόφαση, η οποία θα ισχύει μέχρι τη νόμιμη τροποποίησή της με άλλη απόφαση ή με κοινή συμφωνία όλων των κοινωνών.
Για τη οριστική ρύθμιση του θέματος αυτού το Δικαστήριο κρίνει ότι πρόσφορος τρόπος είναι να αποδοθεί στις μεν ενάγουσες το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως του δώματος (επί του οποίου έχουν μάλιστα τοποθετήσει ένα τροχόσπιτο, εφόσον προς το παρόν δεν επιτρέπεται η περαιτέρω δόμηση), το οποίο δώμα εμφαίνεται με τα αριθμητικά στοιχεία 1-2-3-4-5-6-1 στο από Μαΐου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχ/κού Γ.
Δ., καθώς και δύο τμημάτων του οικοπέδου μεταξύ της ισόγειας οικία και του προς ανατολάς ορίου, επιφανείας 24,56 μ2 και 11,61 μ2, αντίστοιχα, τα οποία εμφαίνονται στο ίδιο διάγραμμα με τα αλφαβητικά στοιχεία α-Γ-κ-ι-α και ι-κ-λ-μ-ι, τα οποία λόγω της ανωφέρειας του εδάφους είναι στο ίδιο ύψος με το δώμα (και άρα βατά από εκεί), στις δε εναγόμενες το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως των άλλων δύο τμημάτων του οικοπέδου ανατολικά της οικίας, επιφανείας 35,70 μ2 και 47,68 μ2, αντίστοιχα, τα οποία εμφαίνονται στο ίδιο διάγραμμα με τα αλφαβητικά στοιχεία λ-μ-ν-ξ-λ και ν-ξ-Δ-β-ν, τα οποία είναι βατά από το επίπεδο της οικίας, ενώ ο υπόλοιπος -μη στεγασμένος- χώρος του οικοπέδου, που εμφαίνεται με τα αλφαβητικά στοιχεία α-β-Ε-Ζ-Η-Θ-Α-Β-α, να βρίσκεται στην κοινή χρήση όλων των κοινωνών (διαδίκων), ώστε να καθίσταται δυνατή η πρόσβαση όλων.
Επίσης, όσον αφορά τις παροχές ύδατος και ηλεκτρικού ρεύματος που υπήρχαν στο όνομα του κοινού δικαιοπαρόχου τους και περιήλθαν σε όλες τις διαδίκους, οι εναγόμενες δεν παρέχουν στοιχεία των καταναλώσεων και επομένως οι ενάγουσες δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν με τι ποσό επιβαρύνονται. Θα πρέπει λοιπόν, αφού και για το θέμα αυτό ζητείται να γίνει ρύθμιση, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να ανεχθούν την τοποθέτηση ανάλογων μετρητών στις παροχές αυτές από τα δίκτυα κοινής ωφέλειας, που θα καταγράφουν την κατανάλωση των εναγουσών, ώστε αυτές να είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων για τον κανονισμό από το δικαστήριο του τρόπου διοίκησης και χρησιμοποίησης του κοινού ακινήτου με τις αναιρεσείουσες, λόγω της διαφωνίας τους, και εξαφάνισε μετά την παραδοχή της έφεσης των αναιρεσιβλήτων την πρωτόδικη απόφαση που είχε παραπέμψει την αγωγή αυτή, καθώς και τη σωρευθείσα στο ίδιο δικόγραφο αγωγή ως προς τα όρια συγχρήσεως των διαδίκων στο κοινό ακίνητο από τη σχέση οροφοκτησίας, στο Μονομελές Πρωτοδικείο λόγω υλικής αναρμοδιότητας.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο σύζυγος και πατέρας των διαδίκων, αντίστοιχα, με δημόσια διαθήκη συνέστησε οροφοκτησία στο επίδικο ακίνητο (οικόπεδο και ισόγεια οικία), που ανήκε στην αποκλειστική κυριότητά του, και ότι μετά το θάνατό του εγκαταστάθηκαν σε αυτό ως κληρονόμοι του (με τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν) οι εν λόγω διάδικοι, οι οποίες αποδέχθηκαν την κληρονομία του και μετέγραψαν τη σχετική συμβολαιογραφική πράξη.
Επίσης έκρινε ότι, εξαιτίας της διαφωνίας των διαδίκων ως προς τον τρόπο διοίκησης των κοινών μερών του επίδικου ακινήτου και της έλλειψης σχετικού κανονισμού, προσφορότερος τρόπος για τη ρύθμιση του θέματος αυτού είναι, μεταξύ άλλων, να παραχωρηθεί α) στις αναιρεσίβλητες το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του δώματος, επί του οποίου έχουν τοποθετήσει με την ανοχή των αναιρεσειουσών, τροχόσπιτο (εφόσον προς το παρόν δεν επιτρέπεται η περαιτέρω δόμηση) και έχουν αποκτήσει με τη σύσταση οροφοκτησίας δικαίωμα προσδοκίας επί του μέλλοντος να ανεγερθεί πρώτου ορόφου της ήδη υπάρχουσας ισόγειας οικίας, καθώς και δύο οικοπεδικών τμημάτων μεταξύ της οικίας και του προς ανατολάς ορίου, τα οποία λόγω της ανωφέρειας του εδάφους βρίσκονται στο ίδιο ύψος με το δώμα, β) και στα δύο διάδικα μέρη η κοινή χρήση του υπόλοιπου ακάλυπτου χώρου του οικοπέδου.
Τέλος δε έκρινε ότι πρέπει να επιβληθεί στις αναιρεσείουσες η υποχρέωση να ανεχθούν την τοποθέτηση μετρητών στις υπάρχουσες στο όνομα του δικαιοπαρόχου τους παροχές ύδατος και ηλεκτρικού ρεύματος για την καταγραφή των σχετικών καταναλώσεων από τις αναιρεσίβλητες. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σε αυτή πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι με τη μεταγραφή της συμβολαιογραφικής πράξης περί αποδοχής της κληρονομιάς του συστήσαντος πατέρα και συζύγου των διαδίκων, αντίστοιχα, απέκτησαν αυτοδικαίως τη συγκυριότητα, κατά την αναλογία των μερίδων τους, επί των κοινών μερών του επίδικου ακινήτου, από το χρόνο του θανάτου του διαθέτη (10.11.1989).
Επίσης, το Εφετείο έτσι που έκρινε δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις: α) των άρθρων 1, 2 παρ.1, 3, 4, 5, 7 παρ.1, 8 παρ.6, 13 του ν. 3741/1929, 787 επ., 1002, 1117 ΑΚ, αναφορικά με το δικαίωμα αναγκαστικής συγκυριότητας των διαδίκων στα κοινά μέρη του όλου ακινήτου που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση των οροφοκτητών, αφού αυτό, όπως ορθά έγινε δεκτό, διατηρείται, ακόμη και όταν ο οροφοκτήτης έχει δικαίωμα προσδοκίας πλήρους κυριότητας επί του μέλλοντος να ανεγερθεί ορόφου επί του δώματος υπάρχουσας οικοδομής ούτε β) του άρθρου 9 παρ.1 του ν. 1512/1985 "για την τροποποίηση και συμπλήρωση πολεοδομικών διατάξεων", αναφορικά με την τοποθέτηση μετρητή στην υπάρχουσα παροχή ηλεκτρικού ρεύματος του επίδικου ακινήτου, αφού το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ασχολήθηκε με τον τρόπο διοίκησης των κοινών μερών του επίδικου ακινήτου και όχι με την ερμηνεία και εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης, που ορίζει τις προϋποθέσεις σύνδεσης κτισμάτων ή κατασκευών με το δίκτυο ηλεκτρικού ρεύματος (και ύδατος).
Άλλωστε, η συνδρομή ή μη των τυχόν απαιτούμενων προϋποθέσεων για την τοποθέτηση του πιο πάνω μετρητή εκφεύγει των ορίων καθορισμού από το δικαστήριο του τρόπου διοίκησης κοινού πράγματος και θα ερευνηθεί από τα αρμόδια όργανα (πολεοδομίας, ΔΕΗ κ.α.) κατά το χρόνο τοποθέτησης του μετρητή. Επομένως, οι συναφείς δεύτερος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος, κατά το πρώτο μέρος, και τρίτος από τον αρ. 1 του ίδιου πιο πάνω άρθρου λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, όμως, εφόσον, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι αναιρεσίβλητες δεν έχουν αποκτήσει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του δώματος είτε με τη διαθήκη του πατέρα τους που συνέστησε την οροφοκτησία στο επίδικο ακίνητο είτε με μεταγενέστερη κοινή απόφαση όλων των συνιδιοκτητών, το δώμα πέραν του χώρου που καταλαμβάνει το τροχόσπιτο των αναιρεσιβλήτων, εξακολουθεί να παραμένει στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών, κατ' αναλογία των μεριδίων τους, εωσότου κατασκευαστεί από τις αναιρεσίβλητες ο μελλοντικός όροφος επ' αυτού, και συνεπώς δεν μπορεί με δικαστική απόφαση να αποκλειστεί το δικαίωμα των αναιρεσειουσών (συνιδιοκτητριών) στην κοινή χρήση του πιο πάνω κοινόχρηστου μέρους του επίδικου ακινήτου και να παραχωρηθεί το δικαίωμα αυτό αποκλειστικά στις αναιρεσίβλητες.
Επομένως, έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ, 1, 2 παρ.1, 3 παρ.1, 4 παρ.1, 5 εδ.α', 7 παρ.1, 8 παρ.1, 13, και πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου του πρώτου κατά το δεύτερο μέρος λόγου της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.1, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη διάταξη της με την οποία παραχωρήθηκε δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του δώματος της επίδικης οικοδομής στις αναιρεσίβλητες και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 789/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιά ως προς τη διάταξη της για αποκλειστική χρήση του δώματος του επίδικου ακινήτου.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, που θα συντίθεται από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Απριλίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ