Legislator Case Law & Legislation
1002/2012 AI generated

1002/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1002/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1002 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1002/2012

Legislator headnote

AI generated

1002/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1002 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1002/2012

Keywords

AI generated
dismissal for economic reasons dismissal in retaliation withdrawal from accident insurance withdrawal of tenant Dublin transfer to Greece tenant eviction protection
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1002 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1002/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δ.Α. Α.Ε" που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Σπανουδάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Τoυ αναιρεσίβλητoυ: Μ. Κ. του Τ. (B. C. T.), κατοίκου ... και ήδη διαμένοντος στο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Βοργιά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Ιανουαρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 483/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 481/2006 του Εφετείου Κρήτης. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1962/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε εν μέρει την απόφαση του Εφετείου Κρήτης (481/2006) και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό δικαστήριο. Το Εφετείο Κρήτης εξέδωσε την 67/2011 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την 31 Μαρτίου 2011 αίτησή της και τους 4 Ιανουαρίου 2012 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 9 Απριλίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης και ο δεύτερος πρόσθετος κατά το μέρος που αφορούν το επιδικασθέν κονδύλιο των 120 ευρώ και ν' απορριφθούν οι λοιποί λόγοι.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων ως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η διάταξη του άρθρου 298 Α.Κ. ορίζει ότι η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστού καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Η διάταξη αυτή είναι ουσιαστικού δικαίου και ως προς τον αναγνωριζόμενο λόγο αποζημιώσεως του διαφυγόντος κέρδους ως καθορίζουσα τα στοιχεία, επί των οποίων βασίζεται η αξίωση από το διαφύγον κέρδος, το οποίο πρέπει να ευρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το λόγο ευθύνης, καθώς και η θετική ζημία. Υπάρχει δε πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δικ.) ο προβαλλόμενος και δεκτός γινόμενος από την απόφαση λόγος ευθύνης ήταν ικανός να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα με βάση δηλαδή τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις διαπιστωθείσες ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στη προκειμένη περίπτωση δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση. τα εξής: "Δυνάμει σύμβασης έργου μεταξύ των διαδίκων, για την οποία συντάχθηκε το από 10.12.2002 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, ο ενάγων Μ. Κ., μόνιμος κάτοικος ... (ήδη αναιρεσίβλητος), ανέθεσε στην εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "Δ. Α. Α.Ε." (ήδη αναιρεσείουσα την ανέγερση σε οικόπεδο του στην περιοχή Αμμουδάρας Γαζιού Ηρακλείου, μιας προκατασκευασμένης οικίας, συνολικού εμβαδού 120 τ.μ., αντί αμοιβής ποσού 91.668 ευρώ, έναντι του οποίου ο παραπάνω εργοδότης κατέβαλε στην εργολάβο εταιρία ως προκαταβολή το ποσό των 54.600 ευρώ και απέμεινε υπόλοιπο 37.068 ευρώ, το οποίο κατά τη συμφωνία Θα κατέβαλε κατά την παράδοση του έργου, που συμφωνήθηκε να γίνει στις 10.4.2003. Κατά τη διάρκεια της κατασκευής της οικίας οι διάδικοι επικοινωνούσαν μεταξύ τους ηλεκτρονικά, εφόσον ο εργοδότης κατοικούσε μόνιμα στο εξωτερικό, στις δε 12.2.2003 ο νόμιμος εκπρόσωπος της εργολάβου εταιρίας με e-mail που δεν προσκομίζεται από τους διαδίκους, οι οποίοι όμως το συνομολογούν, πρότεινε στον εργοδότη την πραγματοποίηση μερικών αλλαγών και ο τελευταίος επίσης με e-mail, που προσκομίζεται σε μετάφραση από την αγγλική γλώσσα, ύστερα από επίκληση, απάντησε κατά λέξη τα εξής: "Συμφωνώ μαζί σας ότι η βεράντα πρέπει να γίνει κυκλική, όπως η από κάτω, και επίσης η οροφή να επεκταθεί πάνω από το κλιμακοστάσιο. Εντάξει, προχωρήστε και κάνετε τις αλλαγές". Με την παραπάνω νεότερη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία τροποποιήθηκε η αρχική, όχι μόνον όσον αφορά στο ίδιο το έργο που Θα έπρεπε να εκτελεστεί (με τις - επουσιώδεις- πλέον αλλαγές που συμφωνήθηκαν), αλλά και όσον αφορά στο χρόνο της παράδοσης και αυτή (παράδοση) έπρεπε πλέον να γίνει όχι στις 10-4-2003, όπως είχε αρχικά συμφωνηθεί, αλλά αμέσως μετά την ολοκλήρωση και των παραπάνω αλλαγών. Η οικία, με τις παραπάνω αλλαγές, αποπερατώθηκε από την εναγομένη στην αρχή του μήνα Μαΐου του 2003 και για την ακρίβεια την 1η Μαΐου 2003. Αυτό συνάγεται κυρίως από τα παρακάτω αναφερόμενα εξώδικα έγγραφα που αντάλλαξαν μεταξύ τους οι διάδικοι, από τα οποία προκύπτει ότι η αποπεράτωση είχε γίνει πολύ καιρό πριν την έναρξη των διαφωνιών τους και την ανταλλαγή των εξώδικων, δηλαδή πολύ καιρό πριν τις 10-6-2003 (βλ. ιδίως την παρακάτω αναφερόμενη από 12-6-2003 εξώδικη δήλωση της εναγομένης προς τον ενάγοντα), σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των προτάσεων της εναγομένης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (όπου αναφέρει ότι ήδη από του Μαΐου του 2003 πρόσφερε στον ενάγοντα προσηκόντως το σπίτι). Παρά την αποπεράτωση όμως της οικίας, η εναγομένη δεν την παρέδιδε στον ενάγοντα, καθώς εμφιλοχώρησε μεταξύ τους διαφωνία σχετικά με το περιεχόμενο της παραπάνω νεώτερης συμφωνίας τους. Πιο συγκεκριμένα, η εναγομένη εργολάβος εταιρία ισχυριζόταν ότι η πρόταση της προς τον ενάγοντα εργοδότη συνίστατο στην επέκταση της οικίας πέραν του αρχικά συμφωνηθέντος εμβαδού της κατά 17,78 τ.μ. και στην επέκταση των μπαλκονιών κατά 8 μέτρα των σκεπαστών και κατά 18,37 μέτρα των ασκέπαστων (βλ. την αγωγή της), αξιώνοντας γι' αυτό επιπλέον αμοιβή ποσού 12.719 ευρώ, ο δε ενάγων ισχυριζόταν ότι ουδέποτε είχε συμφωνήσει για την επέκταση του εμβαδού της κυρίως οικίας του, αλλά είχε συμφωνήσει μόνο για επουσιώδεις αλλαγές και συγκεκριμένα για το σχήμα του μπαλκονιού και της στέγης (βλ. και τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) εμμένοντας στους όρους της αρχικής συμφωνίας. Μάλιστα η εναγομένη κάλεσε προφορικά τον ενάγοντα, μετά την αποπεράτωση, να παραλάβει την οικία, αφού καταβάλει πλην του υπολοίπου της αρχικά συμφωνημένης αμοιβής (37.068 ευρώ) και το παραπάνω ποσό των 12.719 ευρώ ως επιπλέον αμοιβή της για την επέκταση της οικίας. 0 δε ενάγων, στις 10.6.2003, με την από την ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωση - πρόσκληση - καταγγελία της ζήτησε να ορίσει η εναγομένη σε συνεννόηση με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, ημέρα και ώρα για την (από κοινού) επιμέτρηση της οικίας και της δήλωσε ότι δεν αποδέχεται ως συμφωνηθείσα την επέκταση της οικίας πέραν του εμβαδού των 120 τ.μ. και ότι το μόνο που αποδέχεται είναι οι αλλαγές, κυρίως στη βεράντα, που συμφώνησε μαζί της με την από 12-2-2003 επικοινωνία τους. Την ίδια ημέρα (10-6-2003) η εναγόμενη εταιρία απέστειλε στον ενάγοντα τη με την ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωση - πρόσκληση της, όπου ανέφερε ότι, εφόσον αυτός είχε αντίρρηση για την επέκταση της οικίας κατά 17 τ.μ., θα προσέφευγε αυτή στα δικαστήρια και η παράδοση της οικίας του θα γινόταν βάσει δικαστικής απόφασης, ενώ μετά από δύο ημέρες, με άλλη εξώδικη δήλωση (με ημερομηνία 12-6-2003), δήλωσε στον ενάγοντα εργοδότη ότι έχει μεν προ πολλού χρόνου αποπερατωμένη και προσηκόντως προσφερόμενη την οικία, πλην όμως η άρνηση του να πληρώσει την επιπλέον αμοιβή της θα είχε ως συνέπεια να εξαρτηθεί η παράδοση της οικίας από απόφαση δικαστηρίου. Στη συνέχεια, μετά από συνάντηση των διαδίκων που έγινε στην αποπερατωμένη οικία στις 13.6.2003, με σκοπό τη διευθέτηση των διαφορών τους, που όμως δεν επιτεύχθηκε, ο ενάγων εργοδότης με νέα εξώδικη δήλωση του προς την εναγομένη εργολάβο εταιρία (με ημερομηνία 23.6.2003), αφενός επανέλαβε τη θέση του σχετικά με την γενόμενη επέκταση της οικίας του και αφετέρου την κάλεσε να του την παραδώσει, μετά μάλιστα από επιδιόρθωση κάποιων κακοτεχνιών που, όπως ανέφερε, διεπίστωσε, προσφερόμενος στην ταυτόχρονη πληρωμή του υπόλοιπου της αρχικά συμφωνηθείσας αμοιβής της. Η δε εναγομένη εταιρία, με την από 26-6-2003 εξώδικη δήλωση της, αρνήθηκε τους ισχυρισμούς του ενάγοντος εργοδότη περί των κακοτεχνιών και επανέλαβε ότι είναι διατιθεμένη να του παραδώσει τα κλειδιά της οικίας, εφόσον αυτός θα κατέβαλε, έστω και με επιφύλαξη, και το κατ' αυτήν χρέος του για τις επιπλέον κατασκευαστικές εργασίες. Τέλος, ο ενάγων εργοδότης με δική του ανταπάντηση με νέα εξώδικη δήλωση προς την εταιρία (με ημερομηνία 26-6-2003) δήλωσε την πρόθεση του να παραλάβει την οικία παρά τις κατ' αυτόν κακοτεχνίες, αλλά με την επιφύλαξη των σχετικών δικαιωμάτων του, καταβάλλοντος το υπόλοιπο της αρχικά συμφωνηθείσας αμοιβής της (37.068 ευρώ). Από το περιεχόμενο των παραπάνω εξώδικων εγγράφων σαφώς προκύπτει ότι η εργολάβος εταιρία μετά την αποπεράτωση της οικίας που έγινε, όπως προαναφέρθηκε την 1-5-2003, δεν εκπλήρωνε την υποχρέωση της να την παραδώσει στον εργοδότη αντίδικο της, από κάποιο δε χρονικό σημείο (10-6-2003) και μετά, άρχισε και να τον καλεί και να θέτει ως προϋπόθεση της παράδοσης να της καταβάλει πρώτος αυτός το υπόλοιπο της αμοιβής, το ύψος του οποίου όμως ο τελευταίος αμφισβητούσε. Έτσι όμως συμπεριφερόμενη η εργολάβος εταιρία περιήλθε αυτή σε υπερημερία κατά τη μεταξύ τους συμφωνία και δεδομένου ότι ήταν υποχρεωμένη σε προεκπλήρωση, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα ίδια σχετικά με την υπερημερία της εναγομένης - εκκαλούσας, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, ορθά έκρινε, λαμβάνοντας υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι. Επομένως, οι λόγοι της έφεσης (1ος και 2ος β'), με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα από την εκκαλούσα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στην επίδικη οικία συμφωνήθηκε να γίνουν και πράγματι έγιναν διάφορες κατασκευαστικές εργασίες πέραν των αρχικά συμφωνηθεισών, η έκταση και το κόστος των οποίων αμφισβητήθηκαν από τον ενάγοντα εργοδότη, όταν η εναγομένη εργολάβος εταιρία του ανήγγειλε την επικείμενη άσκηση δικαιώματος επίσχεσης της αρνούμενη να εκπληρώσει την παροχή της, δηλαδή να του παραδώσει την οικία εωσότου λάβει πλην του υπολοίπου της αρχικά συμφωνηθείσας αμοιβής του (37.068 ευρώ) και αμοιβή, ύψους 12.719 ευρώ, για την επέκταση της οικίας κατά17,78 τ.μ.

Συνεπώς, εφόσον η αξίωση της εναγομένης από τις πρόσθετες κατασκευαστικές εργασίες, στην ικανοποίηση των οποίων κατέτεινε η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης, υπόκειτο σε αμφισβήτηση και ήταν αναγκαία η εκκαθάριση της, το δικαίωμα αυτό ασκηθέν στις 10.6.2003 κάτω από τέτοιες περιστάσεις υπερέβη τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος αυτού ενόψει και του αξιόχρεου του ενάγοντα, ο οποίος είχε ήδη καταβάλει το ποσό των 54.600 ευρώ και προσφερόταν να καταβάλει και το υπόλοιπο της εργολαβικής αμοιβής των 37.068 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση του χαρακτήρισε καταχρηστική την εξώδικη άσκηση του εν λόγω δικαιώματος, ορθά έκρινε. Επομένως, ο λόγος της έφεσης (2ος γ'), με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος και ο λόγος έφεσης (2ος-δ), ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ' αντίθεση προς τη διάταξη του άρθρου 700 του ΑΚ δέχθηκε ότι η ένδικη σύμβαση μίσθωσης έργου καταγγέλθηκε από τον εργοδότη μετά την περάτωση και προσφορά του έργου. Και τούτο διότι το έγκυρο ή μη της καταγγελίας αυτής, που έγινε μετά την αποπεράτωση του έργου, καμία έννομη επιρροή δεν έχει στην προκείμενη δίκη, αντικείμενο της οποίας είναι η διάγνωση του ποιος από τους συμβαλλόμενους κατέστη υπερήμερος περί την εκπλήρωση της υποχρέωσης του (παράδοση της οικίας και πληρωμή της συμφωνημένης αμοιβής) με τις εξ αυτού έννομες συνέπειες (καθώς και του ύψους της επιπλέον αμοιβής της εργολάβου εταιρίας για τις γενόμενες πρόσθετες εργασίες). Περαιτέρω, όσον αφορά στις επικαλούμενες από τον ενάγοντα εργοδότη ζημίες λόγω της αποδειχθείσας, σύμφωνα με τα παραπάνω, υπερημερίας της αντιδίκου του εργολάβου εταιρίας, οι οποίες ζημίες συνδέονται αιτιωδώς με αυτήν (υπερημερία), από τα ίδια παραπάνω αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο ενάγων αφίχθη στην Ελλάδα στα μέσα Απριλίου 2003, προκειμένου να παραλάβει την οικία του, που, μετά την παραπάνω αναφερόμενη νεότερη συμφωνία των διαδίκων, έπρεπε να του παραδοθεί έτοιμη την 1η Μαΐου του 2003, οπότε αποπερατώθηκε με τις συμφωνηθείσες αλλαγές. Έκτοτε, δε, η εναγομένη, περιήλθε σε υπερημερία, ενόψει και του ότι, όπως προαναφέρθηκε, ήταν υποχρεωμένη σε προεκπλήρωση, το δε δικαίωμα επίσχεσης που άσκησε στις 10-6-2003, ασκήθηκε καταχρηστικά από αυτήν και η υπερημερία της διήρκησε μέχρι τις 9-10-2003, οπότε ο ενάγων, όπως ο ίδιος αναφέρει στην αγωγή του, κατήγγειλε τη σύμβαση. Λόγω της άρνησης της εναγομένης να του παραδώσει την οικία, έστω κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία, ο ενάγων αναγκάστηκε να παρατείνει την παραμονή του στο Ηράκλειο και μετά την 1η Μαΐου, προκειμένου να ασχοληθεί με την υπόθεση, στις δε 27.6.2003 υπέβαλε στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί προσωρινά η εναγομένη να του παραδώσει την οικία. Την ίδια ημέρα αναχώρησε για τη Γλασκώβη και επέστρεψε στο Ηράκλειο στις 22.7.2003 για την εκδίκαση της αίτησης του στις 25.7.2003, παρέμεινε δε στο Ηράκλειο μέχρι τις 29.7.2003. Επίσης στο Ηράκλειο παρέμεινε από 3.8.2003 μέχρι και 5.9.2003 αναμένοντας την απόφαση του δικαστηρίου (2385/2003), η οποία εκδόθηκε στις 29.8.2003 και με την οποία ορίστηκε μεσεγγυούχος της οικίας του, καθώς και από 3.10.2003 μέχρι και 17.10.2003 για την εκδίκαση στις 10.10.2003 αίτησης της εναγομένης για ανάκληση της προαναφερόμενης αποφάσεως. Κατά τα παραπάνω χρονικά διαστήματα της παραμονής του στο Ηράκλειο, ο ενάγων διέμενε στο ξενοδοχείο "ΝΙΚΟLAS ΑΡΑRΤΜΕΝΤS" δαπανώντας γι' αυτό συνολικά 2.510 ευρώ και ειδικότερα α) 1810 ευρώ από 11.5.2003 μέχρι 27.6.2003, β) 200 ευρώ από 22.7.2003 μέχρι 29.7.2003 και γ) 500 ευρώ από 18.8.2003 μέχρι 5.9.2003 (βλ. αποδείξεις με αριθμούς 356/27.6.2003, 381/29.7.2003 και 403/5.9. 2003). Επίσης, για αεροπορικά εισιτήρια άφιξης στο Ηράκλειο και επιστροφής στον τόπο κατοικίας του (Γλασκώβη) δαπάνησε συνολικά 478,47 ευρώ και ειδικότερα: α) 120 ευρώ στις 27.6.2003 για μετάβαση του στη Γλασκώβη, β) 165,21 ευρώ για άφιξη του στο Ηράκλειο και επιστροφή στη Γλασκώβη, γ) 115 ευρώ επίσης για άφιξη του στο Ηράκλειο και επιστροφή στη Γλασκώβη και δ) 78,26 ευρώ για άφιξη του στο Ηράκλειο (βλ. εισιτήρια με αριθμούς ..., ..., ... και" ... των πρακτορείων ταξιδιών LIBRA HOLIDAYS OLYMPIC ODYSSEY, AIRQUEST και FREEDOM FLIGHTS, αντίστοιχα). Όμως, από τις παραπάνω ζημίες που ο ενάγων υπέστη κατά τη διάρκεια της υπερημερίας της εναγομένης, αιτιωδώς με αυτήν (υπερημερία) συνδέονται μόνον αυτές που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-5 έως 27-6-2003, δηλαδή από την έναρξη της υπερημερίας της εναγομένης μέχρι την κατάθεση της αίτησης του ενάγοντος για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα η παραμονή του ενάγοντος στο Ηράκλειο ήταν απαραίτητη και αναγκαία, διότι, μετά την διαφωνία που ανέκυψε με την εναγομένη, έπρεπε να παρευρίσκεται αυτοπροσώπως στο Ηράκλειο, αρχικά μεν για να έρχεται σε επαφή με τους εκπροσώπους της εναγομένης, που όπως προαναφέρθηκε, δεν του παρέδιδε από την αρχή την αποπερατωθείσα οικία και τον κάλεσε προφορικά, στις 10-6- 2003, να καταβάλει επιπλέον ποσά προκειμένου να την παραλάβει, στη συνέχεια δε για να έρχεται σε επαφή και να συνεννοείται δίνοντας εντολές και οδηγίες στον πληρεξούσιο δικηγόρο του, κατά την ανταλλαγή των εξώδικων που προαναφέρθηκαν και που ήταν πολλά μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα (10.6.2003, 12-6-2003, 13.6.2003, 23.6.2003, 26-6-2003), αλλά και για τη σύνταξη της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων για τον ορισμό του ως μεσεγγυούχου της οικίας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου στις 27-6-2003. Έτσι δικαιούται ως αποζημίωση, για τη διαμονή του στο ξενοδοχείο "NIKOLAS APARTMENTS" 1810 ευρώ, καθώς και 120 ευρώ που δαπάνησε στις 27.6.2003 για τη μετάβαση του στη Γλασκώβη και συνολικά 1930 Ευρώ. Οι δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκε για παραμονή του στο Ηράκλειο μετά τις 27-6-2003 δεν συνδέονται αιτιωδώς με την υπερημερία της εναγομένης, διότι ο ενάγων μπορούσε, χωρίς να ζημιώνεται η υπόθεση του, αφενός μετά την κατάθεση της αίτησης του για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων να παρασταθεί στο Δικαστήριο δια πληρεξουσίου δικηγόρου, αφετέρου δε να δίδει σ' αυτόν τις σχετικές με την υπόθεση του εντολές και οδηγίες από τον τόπο κατοικίας του (Γλασκώβη) με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο (όπως τηλέφωνο ή e - mail), τα ίδια, δε, μπορούσε να πράττει και σχετικά με την αίτηση της εναγομένης για ανάκληση της προαναφερόμενης απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, και βέβαια δεν ήταν απαραίτητη η παραμονή του στο Ηράκλειο εν αναμονή της αποφάσεως των ασφαλιστικών μέτρων. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είναι τεχνικός ηλεκτρονικών υπολογιστών και τον Απρίλιο του 2003 εργαζόταν στον ποδοσφαιρικό σύλλογο "RAINGERS" Γλασκώβης με σύμβαση μέχρι τις 31.12.2003, ως ειδικός στην ανάπτυξη εφαρμογών λογισμικού, με μισθό 2.250 λίρες Αγγλίας, όπως αναφέρεται στο από 19-9-2003 έγγραφο του παραπάνω συλλόγου προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος. Στο παραπάνω έγγραφο αναφέρεται και ότι τον Απρίλιο του 2003 ο ενάγων πήρε άδεια με σκοπό να επιπλώσει το νέο του σπίτι στην Κρήτη και κατά τη διάρκεια της άδειας του πληροφόρησε, το σύλλογο ότι θα απουσίαζε μέχρι τον Ιούνιο, εξαιτίας καθυστέρησης του εργολάβου να ολοκληρώσει το σπίτι και ως αποτέλεσμα από τη συνεχιζόμενη απουσία από την εργασία του η σύμβαση του τερματίσθηκε στο τέλος Ιουνίου. Από το παραπάνω έγγραφο και από την κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (ότι παρέτεινε την άδεια του και μετά απολύθηκε), καθώς και από τη συνολική εκτίμηση των αποδείξεων, προκύπτει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, ότι η λήξη της σύμβασης του ενάγοντος συνδέεται αιτιωδώς με την υπερημερία της εναγομένης σχετικά με την παράδοση του έργου, διότι, πιο συγκεκριμένα, η μεγάλη διάρκεια της αναγκαστικής απουσίας του από την εργασία του (1 μήνας και 27 ημέρες) προκάλεσε την απόλυση του από τον παραπάνω εργοδότη του. Όμως, με δεδομένο ότι ο ενάγων απολύθηκε στο τέλος Ιουνίου του 2003, απώλεσε από την εργασία του εξαιτίας της υπερημερίας της εναγομένης, μισθούς 3 μηνών (Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 2003), και όχι πέντε μηνών, από το Μάιο μέχρι το Σεπτέμβριο του 2003, συνολικού ποσού 11.250 λιρών ή 16.305 ευρώ, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη. Απώλεσε δηλαδή, κατά τη μη αμφισβητούμενη από την εναγομένη νομισματική ισοτιμία, ποσό (2250*3) 6750 λιρών, ή 9787,5 Ευρώ, κατά τη μη αμφισβητούμενη από την εναγομένη νομισματική ισοτιμία. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι ο ενάγων υπέστη λόγω της υπερημερίας της εναγομένης όλες τις παραπάνω αναφερόμενες ζημίες, ως συνδεόμενες αιτιωδώς με την υπερημερία της εναγομένης, αναγνωρίζοντας ότι η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των (2.510+478+16.305), έσφαλε εν μέρει (όσον αφορά στα έξοδα παραμονής και τα έξοδα για αεροπορικά ταξίδια που δεν αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-5 έως 27-6-2003, καθώς και τους μισθούς του ενάγοντος από την εργασία του για τους μήνες Μάιο και Ιούνιο του 2003) σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει ο σχετικός λόγος έφεσης (2ος- ε) να γίνει εν μέρει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, να απορριφθεί δε κατά τα λοιπά (όσον αφορά στα έξοδα παραμονής και τα αεροπορικά ταξίδια του διαστήματος από 1-5 έως 27-6-2003, καθώς και τους μισθούς των μηνών Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 2003) ως ουσιαστικά αβάσιμος." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε για περαιτέρω εκδίκαση η υπόθεση με την υπ' αριθ. 1962/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία είχε αναιρεθεί η προηγούμενη υπ' αριθ. 481/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, δέχθηκε την έφεση της εναγομένης εργολάβου και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει διαφορετικά δίκασε την υπόθεση κατά το κεφάλαιο της αποζημίωσης του ενάγοντος εργοδότη και ήδη αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε την με αριθ. κατ. 239/2004 αγωγή του και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα ως αποζημίωση από τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 11.717,50 (1810 +120+9787,50 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο: Α) κατά το μέρος που επιδίκασε τα ποσά των 1810 και 9787,50 ευρώ δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 343, 686 Α.Κ. που εφάρμοσε ενώ παράλληλα διέλαβε στην απόφαση του σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών χωρίς να απαιτούνται προς τούτο και άλλες. Ειδικότερα τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τα οποία η εναγομένη περιήλθε σε υπερημερία οφειλέτη από τη 1η Μαΐου 2003, η παραμονή του ενάγοντος στη Κρήτη ήταν απαραίτητη και αναγκαία για τους ανωτέρω με σαφήνεια εκτιθέμενους λόγους μέχρι και τις 27 Ιουνίου 2003, η απόλυση του ενάγοντος από την εργασία του στο τέλος Ιουνίου οφειλόταν στη μεγάλη διάρκεια της αναγκαστικής απουσίας του από αυτή (1 μήνα και27 ημέρες) για τους ως άνω λόγους, καταφάσκουν την ευθύνη της εναγομένης για αποκατάσταση των ως άνω θετικών ζημιών του ενάγοντος αλλά και του διαφυγόντος κέρδους που με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά τελούν και σε αιτιώδη συνάφεια με την υπερημερία της εναγομένης. Ειδικά δε ως προς το τελευταίο (διαφυγόν κέρδος) παρατίθενται με πληρότητα και σαφήνεια οι ειδικές περιστάσεις και τα προπαρασκευαστικά μέτρα που είχαν ληφθεί από τον ενάγοντα (εργαζόταν ως τεχνικός ηλεκτρονικών υπολογιστών στον ποδοσφαιρικό σύλλογο "RAINGERS" Γλασκώβης με σύμβαση μέχρι τις 31.12.2003, και ειδικότερα ως ειδικός στην ανάπτυξη εφαρμογών λογισμικού, με μισθό 2.250 λίρες Αγγλίας) με βάση τα οποία αυτός προσδοκούσε με πιθανότητα τους μισθούς και για το ως άνω χρονικό διάστημα των τριών μηνών μετά την απόλυση του από την εργασία του και τους οποίους όμως απώλεσε λόγω της απόλυσης του.

Συνεπώς ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. καθώς και οι πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι από τους αριθ. 1 και 19 με τους οποίους υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμοι. Β) Κατά το μέρος που επιδίκασε το ποσό των 120 ευρώ για δαπάνη αεροπορικού εισιτηρίου επιστροφής στη Γλασκώβη του ενάγοντος στις 27-6-2003 επίσης δεν παραβίασε τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις που εφάρμοσε ούτε στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης καθόσον με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με πληρότητα αιτιολογιών σύμφωνα με τα οποία κατ' ορθή νοηματική απόδοση του περιεχομένου της απόφασης η επιστροφή αυτή πραγματοποιήθηκε διότι μέχρι το χρόνο αυτό δεν είχε παραδοθεί στον ενάγοντα το έργο (οικία), λόγο για τον οποίο κατά τις παραδοχές της ίδιας απόφασης και είχε αφιχθεί αυτός στην Ελλάδα στα μέσα Απριλίου 2003, η ανωτέρω ζημία συνδέεται αιτιωδώς με την υπερημερία της εναγομένης και συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων.

Συνεπώς ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος από τους αριθμούς αντίστοιχα 19 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.

Στη προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 τουΚ.Πολ.Δ. διότι δέχθηκε ότι η εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος ήταν ορισμένου χρόνου ήτοι μέχρι 31-12-2003 ενώ κατά την αγωγή αυτή ήταν αορίστου χρόνου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής δεν προκύπτει ότι η σύμβαση που επικαλέστηκε ο ενάγων ήταν αορίστου χρόνου αυτά δε πέραν και ανεξάρτητα του γεγονότος ότι η φύση της σύμβασης ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της προκειμένης δίκης.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση με τους πρόσθετους αυτής λόγους και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 183,176 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31 Μαρτίου 2011 αίτηση και τους από 4 Ιανουαρίου 2012 πρόσθετους αυτής λόγους, της εταιρίας με την επωνυμία "Δ. Α." για αναίρεση της υπ' αριθ. 67/2011 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ