Legislator Case Law & Legislation
1002/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding public land compensation, ruling arguments were considered and rejected.

Case Number 1002/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the final judgment on compensation for unauthorized use of public land. The court found that the lower courts had properly considered the appellant's arguments regarding rent reduction and rejected them as unsubstantiated. Consequently, the appeal was rejected, and the company was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 115 paras. 1-2 of the Decree on Public Property Management; Art. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible only if the court failed to consider relevant arguments or facts proposed by the parties, which must constitute independent claims affecting the case outcome, not merely procedural objections or rejected submissions.

Keywords

AI generated
public land compensation unauthorized use appeal admissibility consideration of arguments legal costs award administrative property rent reduction claim

Cited Legislation

AI generated
Art. 115 paras. 1-2 of the Decree on Public Property Management
Art. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Art. 106 of the Code of Civil Procedure
Art. 335 of the Code of Civil Procedure
Art. 338 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 16/1990
AP 359/2003
OLAP 3/1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1002 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1002/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 1 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ Α.Β.Ε.Ε", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Πολιτόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τους : α) Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και β) Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ανατολικής Αττικής, που κατοικοεδρεύει στο Χολαργό Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον Παναγιώτη Παππά, Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Ιουλίου 2003 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3950/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 647/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24 Ιουνίου 2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 22 Ιανουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός κατά ένα μέρος ο έβδομος λόγος της αναίρεσης όπως προσδιορίζεται στο αιτιολογικό και ν' απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η αναιρεσείουσα άσκησε κατά του .../27-6-2003 πρωτοκόλλου καθαρισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης δημοσίου κτήματος, που εκδόθηκε από την Προϊσταμένη της Κτηματικής Υπηρεσίας Ανατολικής Αττικής, την από 29.7.2003 ανακοπή της η οποία απορρίφθηκε με την 3950/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης η αναιρεσείουσα άσκησε την από 15.6.2007 έφεσή της, η οποία, απορρίφθηκε με την 647/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ερήμην της εκκαλούσας λόγω της ερημοδικίας της. Η απόφαση αυτή η οποία δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, λόγω παραιτήσεως της αναιρεσείουσας από το ένδικο αυτό μέσο, συνιστά ουσιαστική απόρριψη της έφεσης και ενσωματώνει την πρωτόδικη απόφαση, κατά τα κεφάλαια της τελευταίας που εκκλήθηκαν (Ολ.ΑΠ 16/1990, ΑΠ 359/2003).

Κατά τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 Δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4266/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 5895/33 όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 αν.ν. 1540/38, 19 αν.ν. 1919/39, 2 αν.ν. 1925/51 και 5 παρ. 4 του αν.ν. 263/1968 σε βάρος εκείνων, που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημόσιων κτημάτων, βεβαιώνεται αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση (παρ. 1).

Η αποζημίωση ορίζεται κατά την κρίση αγαθού ανδρός με πρωτόκολλο το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο. Εντός μηνός δικαιούται αυτός να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδικείου ή του Προέδρου Πρωτοδικών, αναλόγως του ποσού της αποζημίωσης, οι οποίοι, κρίνοντες εκ των ενόντων ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση.

Κατά της αποφάσεως αυτής ουδέν ένδικο μέσο επιτρέπεται. Αν όμως αμφισβητείται με την ανακοπή το δικαίωμα του Δημοσίου, η απόφαση του Ειρηνοδικείου ή του Προέδρου ουδεμία ασκεί επιρροή στη δίκη για το δικαίωμα, η οποία ήθελε κινηθεί ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου. Το πρωτόκολλο αποζημίωσης, εφόσον δεν ανακοπεί εμπροθέσμως ή εφόσον επικυρωθεί ή τροποποιηθεί, αποτελεί τίτλο διοικητικής εκτέλεσης κατά το νόμο περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων, κατά της οποίας ουδεμία ανακοπή χωρεί από τις διατάξεις του νόμου αυτού (παρ. 2).

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου αναφέρεται σ' αυτό μεταξύ των άλλων ότι η αποζημίωση καθορίστηκε σε βάρος της ανακόπτουσας για αυθαίρετη εκ μέρους αυτής χρήση δημόσιας έκτασης- δημοσίου κτήματος που βρίσκεται στη θέση "..." ... και έχει έκταση 302,5 στρέμματα, όπως αυτή περιγράφεται στη σχετική έκθεση ελέγχου, όπου εγκατέστησε λατομική επιχείρηση και λατομεύει χωρίς συμβατική σχέση και τη χρησιμοποιεί αυθαίρετα χωρίς νόμιμη άδεια για το χρονικό διάστημα από 1-1-1996 μέχρι 31-12-2002 σύμφωνα με την από 25-6-2003 συνημμένη έκθεση ελέγχου του εφοριακού υπαλλήλου ...

στην οποία έκθεση επίσης αναφέρεται ότι η καταληφθείσα δημόσια έκταση εμβαδού 302,5 στρεμμάτων απεικονίζεται στο με κλίμακα 1:5000 τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την από 11-3-1994 έρευνα- έκθεση των υπαλλήλων της Επιθεώρησης Δασών ... και ... . Στην προαναφερθείσα από 25-6-2003 έκθεση ελέγχου που είναι συνημμένη στο πρωτόκολλο επισημαίνεται επίσης ότι για την ίδια έκταση εκδόθηκε σε βάρος της ανακόπτουσας και το υπ.αριθ. .../1998 πρωτόκολλο προσδιορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση.

Με βάση τα ανωτέρω προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του καταληφθέντος ακινήτου καθώς και ο χαρακτήρας του ως δημοσίου κτήματος και δεν απαιτούντο κατά νόμο για την πληρότητα του πρωτοκόλλου και άλλα στοιχεία.

Συνεπώς το Πρωτοδικείο που απέρριψε τον λόγο της ανακοπής με τον οποίο ζητήθηκε η ακύρωση του πρωτοκόλλου λόγω αοριστίας του δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος.

Με το πρώτο λόγο της ανακοπής προβλήθηκε η ακυρότητα του ένδικου πρωτοκόλλου για το λόγο ότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία της προηγούμενης ακρόασης της ανακόπτουσας. Ο λόγος αυτός απορρίφθηκε ως αβάσιμος με την προσβαλλόμενη απόφαση διότι δεν απαιτούνταν στη προκειμένη περίπτωση η προηγούμενη ακρόαση της ανακόπτουσας για το λόγο ότι η ανωτέρω Κτηματική Υπηρεσία προέβη στην έκδοση του πρωτοκόλλου ως διαχειρίστρια της περιουσίας του δημοσίου και όχι ως διοικητική αρχή ασκούσα δημόσια εξουσία.

Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 115 του Π.Δ.της 11/12-11 -1929 "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", όπως ισχύει, 20 παρ.2 του Συντάγματος και 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999) οι οποίες δεν έχουν εφαρμογή επί εκδόσεως πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημιώσεως για αυθαίρετη χρήση δημοσίου κτήματος, καθόσον δεν αποτελεί ατομική διοικητική πράξη αλλά ενέργεια στα πλαίσια της διαχείρησης της περιουσίας του δημοσίου, ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα του πρωτοκόλλου γι αυτό ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τους αριθ.1 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Η προεκτεθείσα κύρια αιτιολογία απόρριψης του προαναφερθέντος λόγου της ανακοπής, η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης επομένως ο ίδιος πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το λοιπό μέρος του δια του οποίου πλήττοναι οι δύο επικουρικές αιτιολογίες της απόφασης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.

Η θεμελίωση του λόγου από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ελλείψεις της αιτιολογίας αναφορικώς με την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των πραγμάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη δίκη. Περαιτέρω, αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει δύο ή περισσότερες αιτιολογίες, η κάθε μία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς την κρίση της και με την αναίρεση δεν πλήσσεται καθόλου ή δεν πλήσσεται επιτυχώς η μία από τις αιτιολογίες αυτές, ο λόγος αναιρέσεως, που αφορά άλλη αιτιολογία, απορρίπτεται ως αλυσιτελής.

Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ελλιπείς,ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες κατά το μέρος που απέρριψε τον λόγο της ανακοπής που θεμελιωνόταν στον ισχυρισμό της ότι μέρος της επίδικης έκτασης 144.127,99 τ.μ. ανήκει στην κυριότητά της .

Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης ο ανωτέρω λόγος της ανακοπής απορρίφθηκε με την κύρια αιτιολογία ως αόριστος . Επομένως ο εξεταζόμενος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται έλλειψη νόμιμης βάσης στην απόφαση κατά το μέρος που απορρίφθηκε ως αόριστος ο ανωτέρω λόγος της ανακοπής, είναι απαράδεκτος.

Η κύρια ως άνω αιτιολογία, η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς, θεμελιώνει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης. Επομένως ο εξεταζόμενος λόγος της αναίρεσης κατά το λοιπό μέρος του δια του οποίου πλήττονται οι επικουρικές αιτιολογίες της απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες απορρίφθηκε και ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ίδιος ως άνω λόγος της ανακοπής,είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ' ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.

Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Κατ' ακολουθίαν ο όγδοος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος του από τον αριθ.11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκε υπόψη το σύνολο των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων (μάρτυρες και έγγραφα) σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο εκείνο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και την κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο με την επιμέλεια της ανακόπτουσας μάρτυρος ...αλλά και τις υπ' αριθ. .../2006 και .../2006 ένορκες βεβαιώσεις (χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου) ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών των μαρτύρων ...

και ... .

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζητήσεως, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο "πράγματα", δεν έχει προσαχθεί καμία απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει το δικαστήριο στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά. Ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ` αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα. Στη προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στο σύνολο των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων. Επομένως ο όγδοος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος που προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ υπό την αιτίαση ότι το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη είναι αβάσιμος .

Με τον έκτο λόγο της ανακοπής η ανακόπτουσα ισχυρίστηκε ότι η ίδια έχει δικαίωμα χρήσης της επίδικης εδαφικής εκτάσεως, δυνάμει του από 30.12.1999 πρωτ/λου συνεργασίας που συνήφθη μεταξύ της ιδίας και της κοινοπραξίας με την επωνυμία "Κοινοπραξία Αττικής Οδού- Κατασκευή E.Λ.E.-Σ-Σ και ΔΠΛΥ" και με την οποία η τελευταία αυτή ανέθεσε στην εν λόγω αντισυμβαλλόμενή της (ανακόπτουσα) την εκτέλεση του αναφερόμενου έργου, το οποίο η ίδια είχε αρχικώς αναλάβει δυνάμει του από 16.9.1999 πρωτόκολλου συνεργασίας που συνήφθη μεταξύ αυτής και του "Οργανισμού Ρυθμιστικού Σχεδίου και Προστασίας Περιβάλλοντος Αθήνας".

Υπό την επίκληση του ισχυρισμού αυτού ζήτησε η ανακόπτουσα την ακύρωση του προσβαλλόμενου πρωτόκολλου. Σχετικά με το λόγο αυτό της ανακοπής δέχθηκε το Δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: "Δυνάμει του από 16.9.99 πρωτόκολλου συνεργασίας που συνήφθη μεταξύ του εδρεύοντος στην Αθήνα Οργανισμού Ρυθμιστικού Σχεδίου και Προστασίας Περιβάλλοντος Αθήνας και της εδρεύουσας στο Χαϊδάρι Αττικής κοινοπραξίας με την επωνυμία "Κοινοπραξία Αττική Οδός - Κατασκευής E.Λ.E.-Σ-Σ και ΔΠΛΥ", ο πρώτος ανάθεσε στη δεύτερη τη διαμόρφωση και περιβαλλοντική αποκατάσταση των αργούντων λατομείων "..." στο ...

βάσει της εγκριθείσας ήδη με το πρωτ/λο υπ' αριθμ. 322/3.1.1998 απόφαση της Διεύθυνσης Δασών Αττικής, μελέτη. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ως άνω Οργανισμού Αθήνας η έκταση που αποτέλεσε αντικείμενο του εν λόγω πρωτόκολλου συνεργασίας που είναι η επίδικη έκταση έχει κηρυχθεί αναδασωτέα. Ακολούθως η ανωτέρω κοινοπραξία με το από 30.9.1999 πρωτόκολλο συνεργασίας που σύναψε με την ανακόπτουσα ανέθεσε με τη σειρά της υπεργολαβικά την εκτέλεση του ανωτέρω έργου στην ανακόπτουσα χωρίς προηγουμένως να λάβει τη συγκατάθεση του ανωτέρω οργανισμού, πράγμα το οποίο όφειλαν τα εν λόγω συμβαλλόμενα μέρη να πράξουν, δεδομένου ότι στο ανωτέρω αρχικώς πρωτόκολλο που συνήφθη,μεταξύ του Οργανισμού Αθήνας και της εν λόγω κοινοπραξίας δεν προβλεπόταν δικαίωμα αυτής να αναθέτει το ανωτέρω έργο σε έτερα τρίτα πρόσωπα.

Λόγω δε του ότι η ανωτέρω συμβατική σχέση που συνήφθη μεταξύ της ως άνω κοινοπραξίας και της ανακόπτουσας εχώρησε εν αγνοία του ανωτέρω Οργανισμού αυτή ουδέποτε ίσχυε ούτε παρήγαγε έννομα αποτελέσματα ως προς αυτόν. Πέραν όμως τούτου όπως προεξετέθη κύριο αντικείμενο του έργου που ανέλαβε η ανακόπτουσα με το ως άνω πρωτόκολλο συνεργασίας που η ίδια συνήψε με την εν λόγω κοινοπραξία ήταν η διαμόρφωση και περιβαλλοντική αποκατάσταση των αργούντων λατομείων ... .

Η ανακόπτουσα όμως ουδέποτε προέβη στην εκτέλεση του έργου αυτού, αντιθέτως η ίδια και μετά την κατάργηση του εν λόγω πρωτόκολλου συνέχισε να λειτουργεί στην επίδικη έκταση την επιχείρηση λατομείου που η ίδια είχε στήσει ήδη από το έτος 1990 και στα πλαίσια αυτής καθ' όλο το χρονικό διάστημα από το έτος 1996 έως 2002 εκτέλεσε εργασίες λατόμησης (εξόρυξης αδρανών υλικών) στην εν λόγω έκταση.

Καθίσταται δε σαφές εκ των ανωτέρω ότι η ανακόπτουσα χρησιμοποίησε την επίδικη έκταση αποκλειστικώς προς ίδιον όφελος κα ουδόλως μερίμνησε για την εκπλήρωση τον έργου ανάπλασης των εν λόγω λατομείων. Ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι η ίδια για την σύσταση και λειτουργία της εν λόγω επιχείρησής της προέβη σε δαπάνες για τη διαμόρφωση του χώρου αυτού, οι οποίες αποτελούν το αντάλλαγμα για την από μέρους αυτής χρήση της επίδικης έκτασης, είναι αβάσιμος και όπως, ρητώς προεξετέθη ανωτέρω, η ανακόπτουσα προέβη στις ανωτέρω δαπάνες με σκοπό να λειτουργήσει την εν λόγω επιχείρησή της, η οποία αποφέρει σ' αυτήν μεγάλα κέρδη αυθαιρέτως και χωρίς συνεννόηση με τον Οργανισμό.

Ο τελευταίος δε αυτός ουδέποτε αξίωσε από την ανακόπτουσα να προβεί στις ως άνω δαπάνες με αντάλλαγμα την παραχώρηση σ' αυτήν της χρήσης του εν λόγω ακινήτου της. Περαιτέρω πρέπει να λεχθούν επιπλέον και τα ακόλουθα: H ως άνω κοινοπραξία με την από 16.2.2001 επιστολή της προς τον αρχικό αντισυμβαλλόμενό της Οργανισμό κατήγγειλε την ανωτέρω συναφθείσα μεταξύ τους συμφωνία για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους.

Ωστόσο η ανακόπτουσα και μετά την καταγγελία της ως άνω συμφωνίας εξακολούθησε να εκτελεί εργασίες λατόμευσης στην επίδικη έκταση, μολονότι είχε παύσει πλέον να υφίσταται ο δικαιολογητικός λόγος (ήτοι η ανωτέρω αρχική συμφωνία μεταξύ του Οργανισμού και της ως άνω κοινοπραξίας που αποτέλεσε τη βάση και της δικής της συμφωνίας με την κοινοπραξία αυτή), στον οποίο η ίδια στήριζε το υποτιθέμενο δικαίωμά της για χρήση της επίδικης έκτασης.

Στη συνέχεια κατόπιν του υπ' αριθ. .../21.2.2001 διευκρινιστικού εγγράφου του Οργανισμού Αθήνας προς την Αττική Οδό, η τελευταία ζήτησε τη συνέχιση της συνεργασίας με τον εν λόγω Οργανισμό ως προς τη μορφολογική αποκατάσταση του ανωτέρω χώρου. Κατόπιν τούτων μεταξύ του Οργανισμού και της κοινοπραξίας συνήφθη το από 3.9.2001 πρωτόκολλο συνεργασίας.

Η εν λόγω συνεργασία όμως δεν υλοποιήθηκε ποτέ, διότι ο Οργανισμός κατήγγειλε αυτήν, λόγω μη έγκαιρης κατά τα συμφωνηθέντα υποβολής από μέρους της Κοινοπραξίας της προβλεπομένης στο προκαταρκτικό στάδιο μελέτης για την εκτέλεση του ως άνω έργου. H ανακόπτουσα τελούσε εν γνώσει των ανωτέρω γεγονότων, που διαδραματίστηκαν μετά την καταγγελία της αρχικώς συναφθείσας μεταξύ του Οργανισμού και της κοινοπραξίας συμβάσεως (τούτο άλλωστε η ίδια δεν αμφισβητεί) και παρά ταύτα συνέχισε την χρήση της επίδικης έκτασης με τον ίδιο τρόπο (ήτοι με την εκτέλεση εργασιών λατόμησης) αυθαίρετα χωρίς να έχει δικαίωμα.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο απέρριψε τον ως άνω λόγο της ανακοπής ως αβάσιμο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 115 του Π.Δ. από 11/12-11-1929 όπως ισχύει δι' εσφαλμένης εφαρμογής ούτε και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε σ' αυτή πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφάρμοσε.

Συνεπώς ο έκτος λόγος της αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 388/1943 "η βεβαίωσις αποζημιώσεως δι` αυθαίρετον χρήσιν κτημάτων τελούντων υπό την διαχείρισιν του Δημοσίου εις βάρος των νεμηθέντων ταύτα, δεν δύναται εφεξής να περιλαμβάνει χρονικόν διάστημα μείζον της πενταετίας, αφ` ης το πρώτον λαμβάνει χώραν αύτη (βεβαίωσις)". Κατ` ορθή έννοια της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό με την προεκτεθείσα του άρθρου 115 του Π.Δ. 11/12-11-1929,με αυτήν δεν προβλέπεται παραγραφή της σχετικής αξίωσης του Δημοσίου αλλά περίπτωση ανεπιτρέπτου και εντεύθεν ακυρότητος του πρωτοκόλλου περί καθορισμού αποζημίωσης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας στην περίπτωση που για πρώτη φορά εκδίδεται τέτοιο πρωτόκολλο και όχι όταν πρόκειται για μεταγενέστερο του πρώτου πρωτόκολλο οπότε το Δημόσιο έχει τη δυνατότητα να συμπεριλάβει αξίωση αποζημίωσης και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, τόσο δε ώστε να μην αποκρούεται η αξίωσή του με την ένσταση της εικοσαετούς παραγραφής (άρθρου 249 Α.Κ.) στην οποία, ελλείψει ειδικότερης ρύθμισης, και υπόκειται η εν λόγω αξίωση.

Κατ' ακολουθίαν το Εφετείο που έκρινε ότι εγκύρως εκδόθηκε το ένδικο υπ αριθ.13/27-6-2003 πρωτόκολλο με το οποίο καθορίστηκε αποζημίωση για το χρονικό διάστημα από 1-1-1996 μέχρι 31-12-2002 και απέρριψε του σχετικούς λόγους της ανακοπής, με βάση και το γεγονός ότι 1) είχε εκδοθεί και προγενέστερο πρωτόκολλο με το οποίο είχε υποχρεωθεί η ανακόπτουσα να καταβάλλει αποζημίωση για χρήση της επίδικης έκτασης και για το προηγούμενο χρονικό διάστημα από τις 1-1-1990 έως 31-12-1993 και 2) επιβλήθηκε με το ένδικο πρωτόκολλο αποζημίωση για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την παραπάνω διάταξη του άρθρου 2 του ν. 388/1943 που εφάρμοσε γι αυτό και ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω το Εφετείο που απέρριψε το σχετικό λόγο της ανακοπής με τον οποίο προβλήθηκε πενταετής παραγραφή της αξιώσεως του δημοσίου, δεχόμενο ότι η σχετική αξίωση υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914, 937 Α.Κ. ούτε αυτές των άρθρων 253, 250 αριθ.16 Α.Κ., σε συνδ. με 115 του Π.Δ. 11/12-11-1929, δια της μη εφαρμογής τους, καθόσον σύμφωνα με τα προεκτεθέντα οι διατάξεις αυτές δεν έχουν εφαρμογή στη προκειμένη περίπτωση, όπου ισχύει η εικοσαετής παραγραφή (άρθρ. 249 ΑΚ).

Συνεπώς ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στη προκείμενη περίπτωση το Πρωτοδικείο σχετικά με το ύψος της καθορισθείσας με το ένδικο πρωτόκολλο αποζημίωσης χρήσεως δέχθηκε κατά την ανέλεγτη αυτού κρίση τα εξής : "Η επιβληθείσα στην ανακόπτουσα αποζημίωση είναι εύλογη και δίκαιη κατά κρίση αγαθού ανδρός λαμβανομένων υπόψη της φύσης της επίδικης - εκτάσεως και του είδους της χρήσεως.

Ειδικότερα όπως αναφέρεται στην από 25.6.2003 έκθεση ελέγχου για τον καθορισμό της αποζημίωσης ελήφθη υπόψη το υπ' αριθ. .../1441/20.2.1984 έγγραφο του Υπουργού Οικονομικών, σύμφωνα με το οποίο η αποζημίωση χρήσης συνίσταται σε πάγιο και αναλογικό μίσθωμα και συγκεκριμένα για μεν την αυθαίρετη κατάληψη και χρήση της έκτασης ως εύλογη αποζημίωση θεωρείται η συνηθισμένη σε τέτοιες περιπτώσεις κατά στρέμμα και έτος μίσθωση (πάγιο μίσθωμα) για δε τον όγκο του εξορυχθέντος υλικού ως εύλογη αποζημίωση θεωρείται αυτή η οποία υπολογίζεται σε ποσοστό 6% επί της τιμής πωλήσεως στο δάπεδο του λατομείου.

Κατ' αυτόν τον τρόπο υπολογίζεται το καταβλητέο μίσθωμα για τις νόμιμες εκμεταλλεύσεις λατομείων προσαυξημένη ανάλογα με το χρόνο εξόρυξης του πετρώματος (αναλογικό μίσθωμα). Λόγω όμως του ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν εφικτός ο καθορισμός της αποζημιώσεως για την αυθαίρετη χρήση δια του υπολογισμού του όγκου και του εξορυχθέντος πετρώματος σε συνάρτηση με το χρόνο που συντελέσθηκε η παράνομη χρήση, το καθ' ου απευθύνθηκε προς τη Δ.O.Y.

ΦΑΕΕ Αθηνών και εζήτησε τα δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα της ανακόπτουσας για τα οικονομικά έτη 1997, 1998, 1999, 2000, 2001, 2002 και 2003 για την καλύτερη δυνατή προσέγγιση της καταβλητέας αποζημιώσεως. Βάσει δε των υπ' αριθ. .../31.3.1999, ..., .../7.7.2000, .../11.6.2001 και ..., .../23.6.2003 εγγράφων της Δ.O.Y. ΦΑΕΕ Αθηνών τα ακαθάριστα έσοδα που δηλώθηκαν από την ανακόπτουσα είναι:

α) Οικονομικό έτος 1997 (χρήση 1/1-31.12.1996) δρχ. 897.650.605, β) Οικονομικό έτος 1998 (χρήση 1/1-31.12.1997) δρχ. 1.086.117.479 , γ) Οικονομικό έτος 1999 (χρήση 1/1-31.12.1998 δρχ.1.197.675.513, δ) Οικονομικό έτος 2000 (χρήση 1/1-31/12/1999) δρχ. 2.479.426.426, ε) Οικονομικό έτος 2001 (χρήση 1/1-31.12.2000) δρχ., 2.209.360.861στ) Οικονομικό έτος 2002 (χρήση 1/1-31.12.2001) 7.521.553,23 εύρώ και ζ) Οικονομικό έτος 2003 (χρήση 1/1-31.12.2002) 13.738.475,71 ευρώ .Εκ των ανωτέρω οικονομικών, μεγεθών των ετών 1990-2003 προκύπτει ο υπερδιπλασιασμός των ακαθάριστων εσόδων και κατά συνέπεια των κερδών της εταιρίας, η οποία δραστηριοποιείται χωρίς την ύπαρξη μισθωτικής σχέσης ή άδειας εκμετάλλευσης.

Το γεγονός τούτο σε συνδυασμό με τη συνεχή άνοδο των τιμών κατασκευής οδοποιίας και κόστους οικοδομής αποδεικνύει και την αντίστοιχη αύξηση στις τιμές πωλήσεως των εξορυχθέντων αδρανών υλικών. Βάσει δε των ως άνω ακαθαρίστων εσόδων της ανακόπτουσας το καθ' ου προέβη στον υπολογισμό του αναλογικού μισθώματος για τον όγκο των εξορυχθέντων υπ' αυτής αδρανών υλικών καθ' όλο το ως άνω χρονικό διάστημα που καλύπτει τα έτη 1996-2002 στα πλαίσια ασκήσεως της ανωτέρω δραστηριότητάς της ανερχόμενο αυτό στο ποσό των 2.661.406 ευρώ, όπως τούτο εξειδικεύεται στα κάτωθι επιμέρους χρηματικά ποσά για έκαστο έτος αυθαίρετης χρήσης, ήτοι:

α) για χρήση 1/1-31/12/1996 158.060 ευρώ, β) για χρήση 1/1- 31/12/1997 191.245 ευρώ, γ) για χρήση 1/1-31/12/1998 210.889 ευρώ, δ) για χρήση 1/1-31/12/1999 436.582 ευρώ, ε) για χρήση 1/1-31/12/2000 389.029 ευρώ και ζ) για χρήση 1/1-3/12/2002 ποσό 824.308 ευρώ. Στο ως άνω αναλογικό μίσθωμα προσετέθη και το πάγιο μίσθωμα για την αυθαίρετη χρήση της επίδικης έκτασης για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, ποσό το οποίο καθορίσθηκε στο ποσό των 20.000 δρχ.

ή 58,69 ευρώ ανά στρέμμα ετησίως. Υπό τα ως άνω δεδομένα τα πάγια μισθώματα ανήλθαν στο ποσό των 124.276 ευρώ (58,69 ευρώ Χ 302, 5 στρέμματα X 7 έτη=124.276 ευρώ). Συνολικώς το σύνολο της εύλογης αποζημίωσης ανήλθε στο ποσό των 2.785.682 ευρώ. Το εν λόγω ποσό είναι αυτό το οποίο επιβλήθηκε ως αποζημίωση χρήσης στην ανακόπτουσα με το ως άνω προσβαλλόμενο πρωτόκολλο.

Η ανωτέρω επιβληθείσα στην ανακόπτουσα αποζημίωση για την ως άνω αιτία στο σύνολό της (αναλογικά και πάγιο μίσθωμα) κρίνεται από το δικαστήριο ως εύλογη, δίκαιη, πλήρως εναρμονισμένη με τα υπό του νόμου τεθέντα κριτήρια και ανταποκρίνεται στα μισθώματα πού θα ελάμβανε για τη χρήση της επίδικης έκτασης καθ', όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα εάν παραχωρούσε στα πλαίσια συμβατικής σχέσης την έκταση αυτή στην ανακόπτουσα ή σε έτερο πρόσωπο.

Κατόπιν τούτων το δικαστήριο κρίνει ότι στην προκειμένη περίπτωση λόγος, οποίος να δικαιολογεί τη μεταρρύθμισή της δεν συντρέχει. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Πρωτοδικείο απέρριψε το σχετικό λόγο της ανακοπής με τον οποίο εζητείτο η μεταρρύθμιση του πρωτοκόλλου και η μείωση του ποσού της καθορισθείσας αποζημίωσης.

Ετσι που έκρινε το Πρωτοδικείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 115 του Π.Δ. 11/12-11-1929 καθόσον περιέχει επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφάρμοσε. Ειδικότερα διαλαμβάνονται στην απόφαση κατ' ορθή νοηματική απόδοση του περιεχομένου αυτής ότι ο προσδιορισμός της αποζημίωσης έγινε με τον καθορισμό πάγιου ετησίου ποσού "μισθώματος" για την αυθαίρετη χρήση της έκτασης και με βάση, σε σχέση με το "αναλογικό μίσθωμα", τα ακαθάριστα έσοδα της ανακόπτουσας (εκ ποσοστού 6%) από την πώληση των εξορυχθέντων υλικών από την επίδικη έκταση στην οποία και δραστηριοποιήθηκε κατά τον κρίσιμο χρόνο χωρίς την ύπαρξη μισθωτικής σχέσης ή άδειας εκμετάλλευσης καθώς και ότι η κατά τον τρόπο αυτό καθορισθείσα αποζημίωση (αναλογικό και πάγιο μίσθωμα) λαμβανομένων υπόψη της φύσης και της έκτασης του επίδικου ακινήτου, είναι πλήρως εναρμονισμένη με τα υπό του νόμου τεθέντα κριτήρια και ανταποκρίνεται στα μισθώματα που θα ελάμβανε το καθού για τη χρήση της έκτασης αυτής καθόλο το ένδικο χρονικό διάστημα εάν παραχωρούσε στα πλαίσια συμβατικής σχέσης την εν λόγω έκταση στην ανακόπτουσα ή σε τρίτο πρόσωπο, έτσι ώστε η αποζημίωση αυτή να είναι εύλογη και δίκαιη κατά κρίση αγαθού ανδρός.

Κατ' ακολουθίαν ο έβδομος λόγος της αναίρεσης αληθώς μόνο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (όχι και από τον αριθ. 1) κατά το μέρος που υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.

Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ` ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Κατ' ακολουθίαν ο έβδομος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος του από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

που προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του τον σχετικό λόγο της ανακοπής με βάση τον οποίο ζητήθηκε η μείωση του ποσού της αποζημίωσης είναι αβάσιμος διότι από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι ο λόγος αυτός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24 Ιουνίου 2008 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ Α.Β.Ε.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 647/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της ενσωματωθείσας σ' αυτήν 3950/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 1010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ