Legislator Case Law & Legislation
1002/2009 AI generated

1002/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1002/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1002/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα-παρεμβάσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διότι το δικαστήριο αυτό της ουσίας κατά την απόρριψη του ουσιώδους ισχυρισμού της για εικονικότητα των ...

Keywords

AI generated
inactivity after procedural stay gainful inactivity permanent earning incapacity compensation for unlawful detention fitness for detention non-active status
AI generated
212/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του γραμματέως Π.
15/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
1184/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1717/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
628/2025
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 572/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2021 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-6-2021 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1002 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1002/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδων Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας-καθής η κλήση: Ορθόδοξης Χριστιανικής Αδελφότητας (ανεγνωρισμένου σωματείου) με την επωνυμία "..." που εδρεύει στον Πειραιά, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Τσώκο.

Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Ιεραποστολικής Αδελφότητας (αναγνωρισμένου σωματείου) με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Καλαμπαλίκη.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ: Στο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ", που εδρεύει στα Βίλλια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-1988 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1823/1989 του ίδιου Δικαστηρίου ερήμην του ήδη προς κοινοποίηση Ν.Π.Δ.Δ. "ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ" και τότε εναγομένου. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 18-1-1990 ανακοπή ερημοδικίας και η από 5-5-1990 κύρια παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας ("Ο ΛΥΤΡΩΤΗΣ"), κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9818/1990, 5735/1996 μη οριστικές, 2390/2002 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε έφεση και εκδόθηκε η 1712/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 13-9-2004 αίτησή της και με τους από 14-11-2006 πρόσθετους λόγους, επί των οποίων εκδόθηκε η 488/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η αναιρεσίβλητη ("Η ΧΑΡΙΣ") με την από 19-4-2007 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 6-12-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Ιωαννίδη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως της υπ' αριθ. 1712/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, που εκφράζουν γενικότερες ερμηνευτικές αρχές, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκαν ευθέως οι ερμηνευτικοί ως άνω κανόνες των δικαιοπραξιών.

Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων, ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα-παρεμβάσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διότι το δικαστήριο αυτό της ουσίας κατά την απόρριψη του ουσιώδους ισχυρισμού της για εικονικότητα των ...

και ... συμβολαίων πωλήσεως του συμβολαιογράφου Αθηνών Χριστόφορου Στοφορόπουλου ως προς το πρόσωπο του αγοραστή, πράγμα το οποίο γνώριζαν και θέλησαν οι συμβληθέντες, δεν προέβη σε ερμηνεία της αληθινής βούλησης των εκεί συμβαλλομένων, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, πράγμα το οποίο θα είχε ως αποτέλεσμα της αποδοχή της ως άνω ένστασής της.

Όμως, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δεν διαπίστωσε έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις προαναφερόμενες δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων. Έτσι, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν ήταν ανάγκη να προσφύγει στους προαναφερόμενους ερμηνευτικούς κανόνες και επομένως ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Επειδή, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία). Κατά δε το άρθρο 974 ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι προς κτήση κυριότητας επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται κατοχή τούτου με διάνοια κυρίου επί εικοσαετία, η διάνοια δε κυρίου δηλαδή το πνευματικό στοιχείο της νομής, υποδηλώνεται είτε ρητώς είτε σιωπηρώς με πράξεις, τις οποίες επιχειρεί συνήθως ο ιδιοκτήτης του πράγματος ή ο αντιπρόσωπος του.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7.2006). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση, γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στην πραγματικότητα όμως να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό το πρόσχημα ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οπότε στη περίπτωση αυτή ο σχετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό της περί κτήσεως ιδίας κυριότητας στο επίδικο οικόπεδο με έκτακτη χρησικτησία, γιατί απέρριψε τον ισχυρισμό της αυτό ως ουσία αβάσιμο, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι αποδείχθηκε από τις καταθέσεις των μαρτύρων της και να απορρίψει την αγωγή.

Σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΚ 1045) πλήττει την ανέλεγκτη από τον 'Αρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.

Επειδή, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί στερείται νομίμου βάσης, είτε διότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την ανέλεγκτη από τον 'Αρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι αυτή στερείται νομίμου βάσης. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της διατάξεως αυτής πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου για την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού στον οικείο λόγο αναίρεσης αναφέρεται ότι το Εφετείο εσφαλμένο δεν δέχθηκε την ένσταση περί εικονικότητας των τίτλων που αναφέρονται στον άνω δεύτερο λόγο αναίρεσης, ενώ αντίθετα έπρεπε να την δεχθεί.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό, επομένως και το λόγο έφεσης, και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 25/2002). Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως και τον πρώτο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια, με επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της που συνιστούν καταλυτικές ενστάσεις της αγωγής, και δη τις ενστάσεις περί ιδίας κυριότητας στα επίδικα ακίνητα και περί εικονικότητας των άνω τίτλων, με βάση τους οποίους μεταβιβάστηκαν τα επίδικα ακίνητα στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο εξέτασε τους ως άνω ισχυρισμούς και τους σχετικούς λόγους έφεσης και τους απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους. Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Επειδή, από το άρθρο 340 και 409 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας ανελέγκτως κρίνει την αξιοπιστία και την βαρύτητα των καταθέσεων των μαρτύρων και μπορεί να αποδώσει σε ορισμένους μάρτυρες είτε αυξημένη, είτε μειωμένη σε σχέση με τους υπόλοιπους αξιοπιστία και δεν υποχρεούται να εκθέσει στην απόφαση του τους λόγους που το οδήγησαν στην τέτοια ή άλλη εκτίμηση του. Εκ τούτων παρέπεται ότι δεν παρέχει ο νόμος στο διάδικο λόγο αναιρέσεως εκ των περιοριστικώς αναφερομένων στο άρθρο 559 και ιδία στον αριθμό 11 ΚΠολΔ για εκτίμηση καταθέσεων μαρτύρων και απόδοση σε ορισμένες από αυτές μεγαλύτερης βαρύτητας και αξιοπιστίας με σχέση με τις υπόλοιπες (ΑΠ 1286/2003). Στην προκείμενη περίπτωση με τον έβδομο λόγο αναίρεσης αποδίδεται από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια ότι το εφετείο έδωσε μεγαλύτερη αξιοπιστία στους μάρτυρες της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, απαξιώνοντας και μη λαμβάνοντας υπόψη τις καταθέσεις των δικών της μαρτύρων, κατά παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ. Έτσι όμως ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, για την άσκηση του δικαιώματος, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.

Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που ήδη έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάσταχτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αλλ' αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντα του επιπτώσεις.

Στην περίπτωση αυτήν, η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ. ΑΠ 8/2001, ΑΠ 1296/2006). Εξάλλου, ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο.

Περαιτέρω, όταν η πιο πάνω από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και επομένως η μη λήψη υπόψη και αυτού από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1296/2006, ΑΠ 90/2004).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα με την από 1-8-1988 αγωγή της ιστορούσε ότι είναι κυρία των περιγραφόμενων σ' αυτή ακινήτων, τα οποία κατέλαβε και κατείχε η εναγόμενη Ιερά Μονή Προφήτη Ηλία Βιλλίων Αττικής, ζητούσε δε να αναγνωριστεί η κυριότητα της επί των επίδικων ακινήτων, καθώς και η υποχρέωση της εναγομένης να της τα αποδώσει.

Επί της αγωγής εκδόθηκε αρχικά, ερήμην της εναγομένης, η 1823/1989 απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, η οποία δέχτηκε την αγωγή, στη συνέχεια δε η εναγομένη άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής την από 18-1-1990 ανακοπή ερημοδικίας, η δε ήδη αναιρεσείουσα Χριστιανική Αδελφότητα άσκησε την από 5-5-1990 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εναγομένης.

Η αναιρεσείουσα προσθέτως υπέρ του εναγομένου παρεμβάσα, με τις προτάσεις της που κατέθεσε κατά την πρώτη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου συζήτηση επί της ανακοπής ερημοδικίας και της πρόσθετης παρέμβασης, αποκρούοντας την αγωγή, προέβαλε επικουρικώς την ένσταση καταχρηστικής άσκησης από την ενάγουσα του πιο πάνω δικαιώματος της, την οποία το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη και με την έφεση της επανέφερε στο Εφετείο.

Για την επιστήριξή της δε είχε επικαλεστεί, όπως εκτιμώνται συνολικώς οι προαναφερόμενες προτάσεις της, ότι αυτή προέβη στην αξιοποίηση των επίδικων ακινήτων με την ανέγερση με δικά της έξοδα κτισμάτων και ειδικών εγκαταστάσεων, όπως τραπεζαρίας, κουζίνας, διαφόρων οικίσκων, παιδικής χαράς, καταβάλλοντος τις δαπάνες για την επίπλωση των κτισμάτων και κατασκευών αυτών και τη διαμόρφωση τους καταλλήλως για να στεγαστούν κατασκηνώσεις, στις οποίες φιλοξενούντα κορίτσια, μεταξύ των οποίων πάντοτε και αυτά του ορφανοτροφείου θηλέων που διατηρούσε και λειτουργούσε η ίδια, καθώς και οι τρόφιμοι του γηροκομείου της, και ότι η ενάγουσα αδράνησε για μακρό χρονικό διάστημα και διεκδικεί τα επίδικα μετά την πάροδο 18 ετών.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, εξετάζοντας την πιο πάνω ένσταση, δέχτηκε τα εξής: <μόνη η επικαλούμενη μη άσκηση του δικαιώματος για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν αρκεί για την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ.>, και κατόπιν τούτου το Εφετείο απέρριψε την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, έσφαλε, διότι δεν έλαβε υπόψη στο σύνολο τους, αλλά μόνο εν μέρει, όλα τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, που η αναιρεσείουσα προσθέτως παρεμβάσα επικαλέστηκε για τη θεμελίωση της προαναφερόμενης ένστασης της και ιδίως αγνόησε τα ουσιώδη, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ πραγματικά περιστατικά ότι η αναιρεσείουσα προέβη στην αξιοποίηση των επίδικων ακινήτων με την ανέγερση κτισμάτων, την επίπλωση αυτών και τη διαμόρφωση τους καταλλήλως για να στεγαστούν κατασκηνώσεις.

Επομένως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος, κατά το πρώτος μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την άνω ένσταση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικαστεί δε η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1712/2Θ03 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που απέρριψε την ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αντιδίκου της.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευ ρω.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ