Legislator Case Law & Legislation
1002/2008 AI generated

1002/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1002/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1002/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Υπό την ιδιότητά του αυτή, ως τελευταίου επιβλέποντος μηχανικού και εν συνεχεία ως εκκαθαριστή του ειρημένου έργου και αφού εν τω μεταξύ η ανάδοχος εταιρεία είχε κηρυχθεί έκπτωτη με την υπ' αριθμ. ......... απόφαση της 2ης ΔΕΚΕ Πατρών, ο ενάγων; συνέταξε με τον συνάδελφο του Γ1 συνοπτικόν επιμετρητικό πίνακα του παραληφθέντος έργου και τη σχετική ..

Keywords

AI generated
resignation of the government political morality termination of benefits redundancy immediate termination for fraud unemployment benefits overpayment
AI generated
73/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
204/2026
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1407/2009
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Δημήτριο Μουστάκα (επειδή κωλύονται οι Αρεοπαγίτες Αθανάσιος Θεμέλης και Ειρήνη Αθανασίου) και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
545/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Του προσθέτως παρεμβαίνοντος Δικηγορικού Συλλόγου Αθήνας (ΝΠΔΔ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν παραστάθηκε.
1744/2024
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 72/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Απόστολο Φωτόπουλο και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1002 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1002/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας Χ1α 2. Χ2, 3. Χ3 και 4. Χ4, για τον εαυτό τους και ως κληρονόμων του αποβιώσαντος Χ, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καραγεώργο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Σπυρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 621/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1379/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-1-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 3-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής :

Ο εναγόμενος Χ, πολιτικός μηχανικός ήταν Διευθυντής της 2ης ΔΕΚΕ Πατρών, στην επίβλεψη της οποίας, ως Διευθύνουσας Υπηρεσίας, υπαγόταν το έργο "....." το οποίο είχε αναλάβει και εκτελούσε από 5-7-1985 η εδρεύουσα στη Θεσσαλονίκη εταιρία με την επωνυμία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΝΕΓΕΡΣΗ ΚΤΙΡΙΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ-ΜΑΚ-ΑΤΒΕ", με συμβατικό χρόνο παραδόσεως του έργου την 31-8-1998, ο δε ενάγων, επίσης πολιτικός μηχανικός - υπάλληλος της 2ης ΔΕΚΕ Πατρών, ορίστηκε, μαζί με τον συνάδελφο του Γ1, επιβλέπων μηχανικός του ανωτέρω έργου από 2- 7-10-1987 και εκτέλεσε τα καθήκοντα του αυτά μέχρι την 20-11-1987, οπότε η ανάδοχος του έργου ως άνω εταιρεία εγκατέλειψε το έργο.

Υπό την ιδιότητά του αυτή, ως τελευταίου επιβλέποντος μηχανικού και εν συνεχεία ως εκκαθαριστή του ειρημένου έργου και αφού εν τω μεταξύ η ανάδοχος εταιρεία είχε κηρυχθεί έκπτωτη με την υπ' αριθμ. ......... απόφαση της 2ης ΔΕΚΕ Πατρών, ο ενάγων; συνέταξε με τον συνάδελφο του Γ1 συνοπτικόν επιμετρητικό πίνακα του παραληφθέντος έργου και τη σχετική ..

πιστοποίηση, όπου με αριθμητικά δεδομένα και υπολογισμούς εμφάνιζε τη διαπιστωθείσα από αυτούς κατά την επιμέτρηση του έργου διαφορά μεταξύ των χωματουργικών Εργασιών που είχε πιστοποιήσει η ανάδοχος εταιρεία και εκείνων που πράγματι είχε εκτελέσει και 01 οποίες (εκτελεσθείσες εργασίες) ήταν λιγότερες από τις πρώτες (πιστοποιηθείσες εργασίες), βάσει δε της πιστοποιήσεως αυτής του ενάγοντος συντάχθηκε από τον ίδιο το έτος 1989, ο ...

μειωτικός λογαριασμός με τον οποίο βεβαιωνόταν ότι η ανάδοχος του έργου εταιρεία είχε εισπράξει αχρεωστήτως (για μη εκτελεσθείσες εργασίες) από το ελληνικό δημόσιο το ποσό των 88.395.650 δραχμών, το οποίο, μετά την αφαίρεση του ποσού των 30.000.000 δραχμών των εγγυήσεων που είχαν καταπέσει και την προσθήκη των τόκων υπερημερίας, ανήλθε στο ποσό των 234.531.540 δραχμών.

Με την από 24-10-1989 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. έγινε δεκτή αίτηση θεραπείας της αναδόχου εταιρείας με την οποία η τελευταία είχε ζητήσει τη διάλυση της ένδικης εργολαβίας, περαιτέρω δε α) με την υπ' αριθμ. 404/92 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών (πλειοψηφία) κρίθηκε ότι η εργολαβία αυτή διαλύθηκε νόμιμα, β) με την υπ' αριθμ. 405/92 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου (πλειοψηφία) ακυρώθηκαν μεταξύ των άλλων ο τελικός συνοπτικός επιμετρητικός πίνακας, η ειρημένη ...

πιστοποίηση και η σχετική 22η εντολή πληρωμής της 1-6-1989 για το ανωτέρω αρχικό ποσό των 88.395.650 δραχμών και κρίθηκε ότι τα επιμετρητικά στοιχεία πρέπει να επανασυνταγούν κατ' αντιπαράσταση με την προσφεύγουσα (ανάδοχο) εταιρεία και αφού ληφθούν υπόψη τα στοιχεία που η τελευταία ισχυρίζεται ότι έχει υποβάλει κατά καιρούς στην Υπηρεσία, υπαγόμενης της εκκαθαρίσεως της εργολαβίας στις αναφερόμενες διατάξεις που αφορούν την νόμιμη διάλυση της εργολαβικής σύμβασης και όχι σ' εκείνες που αφορούν την κήρυξη ως εκπτώτου της αναδόχου εταιρείας, βάσει των οποίων είχε γίνει η εκκαθάριση από τον ενάγοντα, γ) με την υπ' αριθμ. 671/2004 απόφαση του ίδιου Διοικητικού Εφετείου Πατρών αναπέμφθηκε η υπόθεση στη Διοίκηση, προκειμένου η παραλαβή των εκτελεσθεισών από την από την ανάδοχο εταιρεία εργασιών να γίνει μετά από προηγούμενη επανασύνταξη του τελικού επιμετρητικού πίνακα κ.λ.π.

σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προμνησθείσα υπ' αριθμ. 405/92 απόφαση του, ενώ, τέλος, δ) με την υπ' αριθμ. 672/2004 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου ακυρώθηκε και ο από 18-9-1996 τελικός λογαριασμός του έργου και η από 18-9-1996 σχετική εντολή πληρωμής που είχε κοινοποιηθεί στην ανάδοχο εταιρεία για το τελικό ως άνω ποσό των 234.531.540 δραχμών που κατά τα προεκτεθέντα είχε προκύψει από το αρχικό ποσό των 88.395.650 δραχμών του μειωτικού (αρνητικού) λογαριασμού του ενάγοντος, μετά την αφαίρεση του ποσού των εγγυήσεων και την προσθήκη των εν τω μεταξύ τόκων υπερημερίας, όλες δε οι ανωτέρω αποφάσεις έχουν καταστεί αμετάκλητες.

Κατά την ως άνω πορεία της υποθέσεως (ένδικη εργολαβία) ενώπιον των διοικητικών Αρχών και Δικαστηρίων και των σχετικών διενέξεων και κατόπιν μηνύσεων που υπέβαλαν κυρίως ο εναγόμενος και η ανάδοχος εταιρεία, αλλά και ο ενάγων, σχηματίστηκαν πολλές ποινικές δικογραφίες εις βάρος του ενάγοντος (και άλλων υπαλλήλων) και του εναγομένου, ως προς τον πρώτο των οποίων (ενάγοντα) όλες κατέληξαν στην έκδοση απαλλακτικών βουλευμάτων και αθωωτικών αποφάσεων.

Ειδικότερα, ο εναγόμενος 1) υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πατρών κατά του ενάγοντος α) την από 22-9-1992 μήνυση του για πλαστογραφία, ψευδή βεβαίωση και απάτη εις βάρος του δημοσίου, β) την από 2-1-1997 όμοια για παράβαση καθήκοντος και το σχετικό με αυτήν από Ι 12-5-1997 συμπληρωματικό υπόμνημα, γ) την από 4-12-1996 μηνυτήρια αναφορά του για "βαρύτατες παραλείψεις και αυθαίρετες και παράνομες πράξεις στις οποίες προέβη δολίως ο μηνυόμενος" (ενάγων), καθώς και 6) την από 17-10-1996 μήνυση, για παράνομες πράξεις από τις οποίες προήλθε ζημία πολλών εκατομμυρίων στο ελληνικό δημόσιο.

Από τις μηνύσεις αυτές η πρώτη κατέληξε σε έκδοση απαλλακτικού βουλεύματος, η κατά του οποίου έφεση, με το αυτό περιεχόμενο, του εναγομένου (μηνυτή) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, η δεύτερη σε απαλλακτική απόφαση και οι λοιπές δύο τέθηκαν στο αρχείο. Ο ίδιος εναγόμενος 2) εξετάστηκε ως μάρτυρας στις ανοιγείσες κατά του ενάγοντος ως - κατηγορουμένου δίκες και δη την 1-11-1993 στην Πταισματοδίκη Πατρών, την 2-11-1994 στον Τακτικό Ανακριτή Πατρών και την 11-1-1994 στην Γ' Πταισματοδίκη Πατρών και κατέθεσε εις βάρος του μεταξύ των άλλων ότι συνέταξε παράνομα τον ...

μειωτικό λογαριασμό, τον οποίο στήριξε σε αναληθή στοιχεία, και ότι ζημίωσε παρανόμως το ελληνικό δημόσιο εις όφελος της διαδόχου εταιρίας "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΑΤΕ" με υπέρογκα χρηματικά ποσά, 3) σε συνέντευξη του (τηλεφωνική παρέμβαση) στον τηλεοπτικό σταθμό Πατρών "....." την .. και ..... ανέφερε εις βάρος του ενάγοντος ότι με παράνομες ενέργειες του, συνιστάμενες σε "διπλοπληρωμές" εργασιών και πλαστογραφίες εγγράφων έχει ζημιώσει το δημόσιο με πολύ μεγάλα χρηματικά ποσά κ.λ.π., ενώ, τέλος, 4) κατέθεσε την από 4-7-1995 μήνυση του κατά του ....

στην οποία αναφέρει για αυθαιρεσίες, παράνομες πράξεις και ψεύδη του ενάγοντος. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι προαναφερθείσες μηνύσεις, αναφορές, καταθέσεις κ.λ.π. του εναγομένου εις βάρος του ενάγοντος ως πυρήνα έχουν την κατά τα προεκτεθέντα σύνταξη από τον τελευταίο του ... μειωτικού λογαριασμού εις βάρος της αναδόχου εταιρίας και των σχετικών επιμετρήσεων των εργασιών, που θα είχε δυσμενείς υπηρεσιακές και άλλες επιπτώσεις εις βάρος του εναγομένου, Διευθυντή, όπως προαναφέρθηκε, της επιβλέπουσας (Διευθύνουσας) Υπηρεσίας, τα αναφερόμενα δε στις μηνύσεις κ.λ.π.

γεγονότα που και ανωτέρω (συνοπτικά) αναφέρθηκαν ήταν ψευδή, αφού αα) ο ενάγων με την προρρηθείσα ιδιότητα του ως επιβλέποντος μηχανικού προέβη στις επιμετρήσεις και συνέταξε νομίμως, κατ' αρχήν, τον επίμαχο .... μειωτικό λογαριασμό, υπό το καθεστώς της εκπτώσεως της αναδόχου εταιρίας από το έργο που ίσχυε κατά τη σύνταξη του λογαριασμού, και δεν ασκεί επιρροή η μεταγενέστερη κατά τα προεκτεθέντα παραδοχή της Διοίκησης και της Διοικητικής δικαιοσύνης για νόμιμη διάλυση της ένδικης εργολαβίας και επανασύνταξη του λογαριασμού, ο ίδιος δε ενάγων ββ) ενήργησε ως ανωτέρω στα πλαίσια των υπηρεσιακών του καθηκόντων και υποχρεώσεων και με γνώμονα την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος, ενώ δεν προέβη σε παράνομες πράξεις και παραλείψεις και δεν προκάλεσε καμία ζημία στο ελληνικό δημόσιο, όπως άλλωστε έγινε δεκτό και με τις αλλεπάλληλες απαλλακτικές δικαστικές κρίσεις (βουλεύματα κ.λ.π.) που προαναφέρθηκαν.

Ο εναγόμενος, ως εκ της θέσεως του ως Προϊστάμενου της Διευθύνουσας Υπηρεσίας και έχοντας ενεργό υπηρεσιακή ανάμειξη στο έργο, γνώριζε την πραγματική κατάσταση και το κατά τα ανωτέρω σύννομο των ενεργειών του ενάγοντος - υφισταμένου του, ενήργησε δε εν γνώση της αναληθείας των καταγγελομένων κ.λ.π. περιστατικών με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του ενάγοντος, την οποία και πέτυχε άλλωστε, κατά τα προεκτεθέντα, βλάπτοντας συγχρόνως την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και προσβάλλοντας την προσωπικότητα του κατά τις εκφάνσεις της αυτές.

Με τις υπ' αριθμούς άλλωστε 663/19-3-99 και 29-30/13-1-2003 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η πρώτη από τις οποίες κατέστη αμετάκλητη, ως προς τη δεύτερη δε, κατόπιν αναιρέσεως, ο Άρειος Πάγος έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω του μεσολαβήσαντος θανάτου του εναγομένου - τότε κατηγορουμένου, ο τελευταίος καταδικάστηκε σε ποινές φυλακίσεως πέντε (5) και επτά (7) μηνών, αντίστοιχα, για τις πράξεις της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της ψευδούς καταμηνύσεως και συκοφαντικής επίσης δυσφημήσεως που είχε τελέσει με μερικές από τις ανωτέρω ενέργειες του εις βάρος του ενάγοντος και για τις οποίες είχε μηνυθεί από τον τελευταίο.

Από την προαναφερθείσα προσβολή της προσωπικότητας του ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την οποία δικαιούται κατά νόμον εύλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία ανέρχεται κατά την κρίση του δικαστηρίου και ενόψει ιδίως των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, του είδους της προσβολής, της υπαιτιότητας (δόλος) του εναγομένου, της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των μερών και των δεδομένων της ανθρώπινης εμπειρίας στο ποσό των 10.000 ευρώ.

Περαιτέρω και αναφορικά με την ασκηθείσα εκ μέρους του αρχικού εναγομένου ανταγωγή, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι ο εναγόμενος - αντενάγων με αφετηρία τον ισχυρισμό του ότι ο ... μειωτικός λογαριασμός συντάχθηκε παρανόμως και αβασίμως από τον ενάγοντα - αντεναγόμενο, ισχυρίζεται ότι ο τελευταίος (ενάγων - αντεναγόμενος) με σκοπό να τον εκθέσει στην υπηρεσία του υπέβαλε σε βάρος του τις αναφερόμενες μηνύσεις για ψευδορκία μάρτυρος, κατ' εξακολούθηση και ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος.

Όπως όμως προαναφέρθηκε οι αναφερόμενες ενέργειες του αντεναγομένου σχετικά με τη σύνταξη του 22ου μειωτικού λογαριασμού ήταν κατ' αρχήν σύννομες, περαιτέρω δε από τα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδεικνύεται σκοπός του αντεναγομένου να προκαλέσει τη δίωξη του αντενάγονος με την υποβολή ψευδών μηνύσεων και εν γνώσει της αναληθείας των καταγγελλομένων, πολλώ μάλλον που ο αντεναγόμενος υπέβαλε τις ανωτέρω μηνύσεις στην προσπάθειά του να αμυνθεί κατά του αντενάγοντος αλλά και να προστατεύσει το δημόσιο συμφέρον και θεωρώντας αληθές το περιεχόμενό τους.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση των εκκαλουσών και ήδη αναιρεσειουσών και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου και είχε επιδικασθεί σ' αυτόν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του δικαιοπαρόχου των πρώτων και αρχικού εναγομένων Χ, το ποσό των 10.000 ευρώ και είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η εκ μέρους του τελευταίου ασκηθείσα ανταγωγή. 'Ετσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών γι' αυτό και απορριπτέοι τυγχάνουν οι περί του αντιθέτου εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος, τρίτος, τέταρτος (κατά το 1ο με σκέλος του) και έκτος (κατά το πρώτος σκέλος του) λόγοι αναίρεσης.

Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης με τους οποίου αποδίδεται στην προσβαλλομένη ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 2 και 5, 3 παρ. 2 και 11 παρ. 2 ΝΔ 1266/1972, 44 παρ. 4, 5 και 6 και 37 ΠΔ 475/1976 σε συνδ. με το άρθρο 5 Ν. 889/1979 είναι ομοίως αβάσιμοι διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση αφού δεν εφαρμόστηκαν από το Εφετείο οι ανωτέρω διατάξεις, ούτε και υπήρχε έδαφος εφαρμογής τους.

Επειδή, στην παρ. 1 του άρθρου 50 ΝΔ 170/1973 "Περί Συμβουλίου της Επικρατείας" ορίζεται ότι η απόφαση που δέχεται την αίτηση ακύρωσης της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης συνεπάγεται τη νόμιμη κατάργηση της έναντι πάντων, στη δε παρ. 5 του ίδιου άρθρου ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας, ακυρωτικές και απορριπτικές, και των Τμημάτων αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο που ισχύει ενώπιον διοικητικής ή άλλης αρχής σε κάθε άλλη υπόθεση ή διαφορά κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσης ζήτημα, που κρίθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας.

Εξάλλου, από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 56 του ΠΔ 34/1978 "περί της ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων διαδικασίας κ.λ.π.", το οποίο εκδόθηκε βάσει της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 702/77, οι αποφάσεις που εκδίδονται επί προσφυγών, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 επ. ν. 702/77 και 19 επ.

ΠΔ 341/78, εφόσον δέχονται την προσφυγή και απαγγέλλουν την ακύρωση ή τροποποίηση της προσβαλλόμενης πράξης, ισχύουν έναντι όλων, ενώ κατά τη διάταξη της παρ. 5 του ίδιου άρθρου 56 (η οποία και είναι όμοια προς εκείνη της παρ. 5 του άρθρου 50 του ν.δ. 170/73 "περί του Σ.Τ.Ε." καθώς και προς εκείνη της παρ. 1 του άρθρου 119 του ν. 4125/60 "κύρωση του κώδικα φορολογικής δικονομίας κ.λ.π."), οι αποφάσεις του δικαστηρίου, ακυρωτικές ή απορριπτικές, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο, που ισχύει και σε κάθε άλλη, ενώπιον του δικαστικής ή άλλης αρχής, υπόθεση ή διαφορά, κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσης ζήτημα που κρίθηκε από το δικαστήριο.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις που κάνουν διαστολή μεταξύ του αποτελέσματος της ακύρωσης διοικητικής πράξης και δεδικασμένου που προκύπτει από την απόφαση, συνάγεται ότι η έκδοση αποφάσεων που ακυρώνουν την διοικητική πράξη, έχει ως αποτέλεσμα ότι η διοικητική πράξη που ακυρώθηκε λογίζεται ως ανύπαρκτη έναντι όλων, δηλαδή για κάθε διοικούμενο, έστω και αν δεν έλαβε μέρος στη δίκη για την ακύρωση.

Δεδικασμένο, όμως, δημιουργείται μόνο μεταξύ των διαδίκων και μόνο για το διοικητικής φύσεως ζήτημα που έλυσαν, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, για να θεμελιώσουν την κρίση τους περί του ότι η διοικητική πράξη είναι άκυρη. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

ισχυριζόμενοι ότι με το να δεχθεί το Εφετείο ότι ο αναιρεσίβλητος συνέταξε νόμιμα κατ' αρχήν υπό το καθεστώς εκπτώσεως της αναδόχου εταιρείας τον 22ο Μειωτικό Λογαριασμό της ένδικης εργολαβίας και δεν προέβη σε παράνομες πράξεις, παραβίασε το δεδικασμένο που προέκυπτε α) από τις 1858/1999, 1596/1999 αποφάσεις του ΣΤΕ και 404/92, 405/92 αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Πατρών με τις οποίες κηρύχθηκε άκυρη η έκπτωση της αναδόχου εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΚ-ΑΤΒΕ" και ακυρώθηκε ο ...

Μειωτικός Λογαριασμός και β) από τις με αριθμούς 671 και 672/2004 αποφάσεις του ίδιου ως άνω Διοικητικού Εφετείου, με τις οποίες έγιναν δεκτές οι προσφυγές της αναδόχου εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΚ ΑΤΒΕ" και ακυρώθηκαν τα πρωτόκολλα παραλαβής του έργου και ο τελικός λογαριασμός. Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προσκομιζομένων αντιγράφων των 1858 και 1596/1999 αποφάσεων του ΣΤΕ, που εκδόθηκαν επί αιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση των 404 και 405/2002 αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Πατρών και των 671 και 672/2004 αποφάσεων του ίδιου ως άνω Εφετείου, οι ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις εκδόθηκαν επί δικών που ανοίχθηκαν μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της ανωτέρω εταιρίας "ΜΑΚ - ΑΤΒΕ" ως διαδίκων και αφορούσαν το κύρος της πράξεως εκπτώσεως της αναδόχου του έργου "...." ως άνω εταιρίας και το κύρος των βάσει αυτής επακολουθεισών ενεργειών.

Εντεύθεν, μη υπαρχούσης, σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, ταυτότητος των διαδίκων και διαφοράς, δεν τίθεται, σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα, ζήτημα ύπαρξης δεδικασμένου και παραβίασης, ευθέως ή εμμέσως, τούτου και ο περί του αντιθέτου εκ του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος και έκτος , κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλλομένη η αυτή αιτίαση, λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Επειδή, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ. 1 577 αριθ. 3 και 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο από την τελευταία διάταξη λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές κατά λέξη περιεχόμενο του εγγράφου, καθώς και το περιεχόμενο του εγγράφου που δέχτηκε το δικαστήριο και να προκύπτει ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο αυτό.

Εξάλλου ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο, χωρίς να υποπίπτει σε σφάλμα ανάγνωσης του εγγράφου αλλά αναγιγνώσκοντας ορθώς, όπως ακριβώς έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό, κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος ότι ο αναιρεσίβλητος συνέταξε, νομίμως, κατ' αρχήν, τον επίμαχο ....

μειωτικό λογαριασμό υπό το καθεστώς της εκπτώσεως της αναδόχου εταιρίας από το έργο που ίσχυε κατά τη σύνταξη του λογαριασμού και ότι δεν ασκεί επιρροή η μεταγενέστερη παραδοχή της Διοίκησης και της Διοικητικής δικαιοσύνης για νόμιμη διάλυση της ένδικης εργολαβίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο των 1858/1999 και 1596/1999 αποφάσεων του ΣΤΕ και των 404, 405/1992 και 671, 62/2004 αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Πατρών.

Ωστόσο στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ποίο είναι το ακριβές κατά λέξη περιεχόμενο των ανωτέρω αποφάσεων, ούτε ποιο περιεχόμενο προσέδωσε σε αυτές το Εφετείο.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης ως και ο συναφής προς αυτόν έκτος λόγος κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλομένη η αυτή αιτίαση είναι απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους. Ανεξαρτήτως τούτου όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προσκομιζομένων αντιγράφων των με αριθμούς 1858 και 1596/1999 αποφάσεων του ΣΤΕ που εκδόθηκαν επί αιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση των 405 και 404/1992 αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Πατρών (αντίγραφα των 405 και 404/1992 αποφάσεων δεν προσκομίζονται το περιεχόμενο όμως αυτών αναφέρεται στις προσκομιζόμενες ανωτέρω αποφάσεις του ΣΤΕ) και των με αριθμούς 671/2004 και 672/2004 αποφάσεων του ίδιου ως άνω Διοικητικού Εφετείου κρίθηκε ότι α) η εργολαβία διαλύθηκε νόμιμα β) ακυρώθηκε, μεταξύ άλλων, ο τελικός συνοπτικός επιμερικός πίνακας, η 22η πιστοποίηση και η σχετική 22η εντολή πληρωμής και ότι τα επιμετρικά στοιχεία πρέπει να επανασυνταγούν κατ' αντιπαράσταση με την προσφεύγουσα εταιρία και αφού ληφθούν υπόψη τα στοιχεία που η τελευταία ισχυρίζεται ότι έχει υποβάλλει, υπαγομένης της εκκαθάρισης της εργολαβίας στις αναφερόμενες διατάξεις που αφορούν τη νόμιμη διάλυση της εργολαβικής σύμβασης και όχι σ' εκείνες που αφορούν την κήρυξη ως εκπτώτου της αναδόχου γ) αναπέμφθηκε η υπόθεση στη Διοίκηση προκειμένου η παραλαβή των εκτελεσθεισών από την ανάδοχο εταιρία εργασιών να γίνει μετά από προηγούμενη επανασύνταξη του τελικού επιμετηρτικού πίνακα κλπ σύμφωνα με τα οριζόμενα στην 405/1992 απόφαση και δ) ακυρώθηκε και ο από 18-9-1996 τελικός λογαριασμός του έργου και η από 18-9-1996 σχετική εντολή πληρωμής που είχε κοινοποιηθεί στην ανάδοχο εταιρία.

Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας οι παραδοχές κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω ζήτημα αναφέρονται κατά την αντίκρουση του πρώτου λόγου αναίρεσης, το Εφετείο ρητώς δέχεται τ' ανωτέρω, ανέγνωσε δηλαδή ορθώς τις ανωτέρω διοικητικές αποφάσεις, αλλά μετά συνεκτίμησή τους με τις λοιπές αποδείξεις έκρινε ότι η σύνταξη εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου του ...

Μειωτικού Λογαριασμού του έργου, υπό το καθεστώς της εκπτώσεως της αναδόχου εταιρίας, ήταν σύννομη, ότι ο αναιρεσίβλητος ενήργησε στα πλαίσια των υπηρεσιακών του καθηκόντων και ότι η μεταγενέστερη παραδοχή της Διοίκησης και της Διοικητικής δικαιοσύνης για νόμιμη διάλυση της ένδικής εργολαβίας και επανασύνταξη του λογαριασμού δεν ασκεί επιρροή.

Προκύπτει δηλαδή ότι το Εφετείο κατέληξε στο πόρισμά του μετά από συνεκτίμηση του περιεχομένου των προαναφερθέντων διοικητικών αποφάσεων με τις υπόλοιπες αποδείξεις και όχι μετά εσφαλμένη ανάγνωση του περιεχομένου αυτών. Επομένως, οι λόγοι αυτοί της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι και αβάσιμοι.

Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων 336 παρ. 3, 339 και 395 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο δύναται, υπό την προϋπόθεση ότι περί του αποδεικτέου θέματος επετράπη η απόδειξη με μάρτυρες, όπως, βάσει πραγματικών γεγονότων αποδεδειγμένων ήδη, από δημόσια ή και ιδιωτικά (μη πάντως καταρτισθέντα για να χρησιμεύσουν στη δίκη) έγγραφα συνάγει συμπεράσματα περί του αποδεικτέου θέματος (τεκμήρια), έστω και αν τα περιέχοντα τα χρήσιμα προς συναγωγή τεκμηρίων γεγονότα έγγραφα έπαυσαν, εξ οιουδήποτε λόγου, να ισχύουν για τον προορισμό για τον οποίο εκδόθηκαν. (Α.Π. 88/1985).

Ενόψει των ανωτέρω, η από το Εφετείο εκτίμηση της 29-30/13-1-2003 απόφασης του Τριμελούς Ποινικού Εφετείου Πατρών, με την οποία ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Χ καταδικάσθηκε για συκοφαντική δυσφήμηση, προς συναγωγή εξ αυτής τεκμηρίων περί της επελθούσης προσβολής της τιμής του αναιρεσιβλήτου, καίτοι η απόφαση αναιρέθηκε και έπαυσε οριστικά η κατά του κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη λόγω θανάτου του, δεν συνιστά πλημμέλεια από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γι' αυτό και είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι οι σχετικοί πέμπτος και έκτος (κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλομένη η αυτή αιτίαση) λόγοι αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-1-2007 αίτηση των 1) Χ1 ατομικά και ως ασκούσης τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της Χ1α, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, για αναίρεση της 1379/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ