1002/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1002/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η δήλωση γίνεται αυτοπροσώπως ή με ειδικό πληρεξούσιο, ο δε αρμόδιος υπάλληλος της γραμματείας συντάσσει έκθεση που υπογράφει ο ίδιος και εκείνος που κάνει τη δήλωση και καταχωρίζεται σε ευρετήριο με την αλφαβητική σειρά των επωνύμων. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι, η κλήση για συζήτηση της αναίρεσης μπορεί να επιδοθεί και στον αντίκλητο του καλουμένου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1002 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1002/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, που εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Κοκαλιάρη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΠΥΜΑΤ ΑΕΕ" που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2003 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3906/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 442/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 30-6-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 2-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν ο αναιρεσίβλητος, που έχει κληθεί νομίμως και εμπροθέσμως από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της αναίρεσης παριστάμενο αναιρεσείοντα, δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή κατά τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, το δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναίρεσης σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 142 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι κάθε διάδικος ή άλλος ενδιαφερόμενος μπορεί να διορίσει αντίκλητο για να παραλαμβάνει τα έγγραφα που του κοινοποιούνται. Ο διορισμός αυτός γίνεται με δήλωση στη γραμματεία του πρωτοδικείου της κατοικίας του και, αν τη δήλωση την κάνει κάτοικος του εξωτερικού, γίνεται στη γραμματεία του πρωτοδικείου της πρωτεύουσας.
Η δήλωση γίνεται αυτοπροσώπως ή με ειδικό πληρεξούσιο, ο δε αρμόδιος υπάλληλος της γραμματείας συντάσσει έκθεση που υπογράφει ο ίδιος και εκείνος που κάνει τη δήλωση και καταχωρίζεται σε ευρετήριο με την αλφαβητική σειρά των επωνύμων. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι, η κλήση για συζήτηση της αναίρεσης μπορεί να επιδοθεί και στον αντίκλητο του καλουμένου.
Τότε όμως, η ιδιότητα του λήπτη της επίδοσης ως αντικλήτου, που σύμφωνα με τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 212 Α.Κ. δεν τεκμαίρεται, πρέπει να αποδεικνύεται με την προσκομιδή αντιγράφου της κατά το άρθρο 142 § 1 ΚΠολΔ έκθεσης διορισμού του (ΑΠ 583/04). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την παριστάμενη αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, υπ' αριθμ. 3.043/8.9.2006 έκθεση επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ....
και την επίσης επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 23.4.1999 και με αριθμό κατάθεσης 4/1999 δήλωση διορισμού αντικλήτου ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με το άρθρο 142 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αντίγραφο της κρινόμενης από 30.6.2005 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 442/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την κάτω από την αίτηση αυτή πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου (13.11.2006), επιδόθηκε με εντολή της πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, στον δικηγόρο Θεσσαλονίκης Ιωάννη Αντωνιάδη, με την ιδιότητά του ως αντικλήτου της αναιρεσίβλητης, Ανώνυμης Εταιρείας (που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος έχει διορισθεί νομίμως αντίκλητος αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 142 παρ.1 ΚΠολΔ, με την παραπάνω αναφερόμενη δήλωση του νομίμου εκπροσώπου της, για όλες τις δικαστικές ή εξώδικες επιδόσεις που απευθύνονται σ΄ αυτή και αφορούν όλες τις υποθέσεις της, όπως από τη δήλωση αυτή προκύπτει.
Επομένως, αφού η νομίμως και εμπροθέσμως κληθείσα για τη συζήτηση της αναίρεσης αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παραπάνω αναφερομένη δικάσιμο (13.11.2006), κατά την οποία εκφωνήθηκε για συζήτηση η υπόθεση με τη σειρά της από το πινάκιο, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρούσα και αυτή.
Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 556 του Κ.Πολ.Δ, προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης αποτελεί η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος. Το έννομο συμφέρον πρέπει καταρχήν να υπάρχει κατά το χρόνο της άσκησης του ένδικου αυτού μέσου, αλλά και κατά το χρόνο της συζήτησης του.
Εξάλλου, με το άρθρο 934 του Κ.Πολ.Δ, καθιερώνεται το σύστημα της κατά στάδια προσβολής με ανακοπή του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ, των επί μέρους πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, η οποία ανακοπή αν αφορά ακυρότητες των πράξεων της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, που έλαβαν χώρα από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη και πέρα, που είναι η σύνταξη της έκθεσης κατάσχεσης, πρέπει να ασκείται με ποινή απαραδέκτου μέχρι την τελευταία πράξη που είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης.
Η ακυρότητα μιας προηγούμενης πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης συμπαρασύρει σε ακυρότητα και την επόμενη πράξη, μόνον εφόσον και η επόμενη πράξη προβληθεί με ανακοπή και κηρυχθεί από το δικαστήριο η ακυρότητα της. Διαφορετικά, παρά την κήρυξη της ακυρότητας μιας προηγούμενης πράξης, που αποτελεί την προϋπόθεση της, εφόσον προχώρησε η εκτελεστική διαδικασία και δεν προσβλήθηκε εμπροθέσμως αυτοτελώς, με ανακοπή, έστω και σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ.1 περ.δ' του Κ.Πολ.Δ και η επόμενη πράξη, η τελευταία ισχυροποιείται και παραμένει απρόσβλητη.
Τούτο συμβαίνει και με την τελευταία πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία στην εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων είναι η σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης. Ωστόσο, και στην περίπτωση αυτή, δεν εκλείπει το έννομο συμφέρον εκείνου που άσκησε ανακοπή κατά προγενέστερης πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας (και συνεπώς και του καθολικού διαδόχου του) να συνεχίσει τη δίκη για την ανακοπή, ασκώντας τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα και συνεπώς την αίτηση αναίρεσης, διότι μόνο μετά την αμετάκλητη ακύρωση της πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας που προσβλήθηκε με ανακοπή, μπορεί να επιδιώξει να επιδικασθεί σε αυτόν αποζημίωση για τη ζημία που συνδέεται αιτιωδώς με την πράξη που ακυρώθηκε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 940 παρ.3 Κ.Πολ.Δ, με την οποία ως αμετάκλητη ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης νοείται η αμετάκλητη ακύρωση κάθε επιμέρους πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας.
Συνεπώς υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση έννομο συμφέρον προς άσκηση και συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 442/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας και ακυρώθηκαν οι ανακοπτόμενες πράξεις της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, μολονότι, όπως η αναιρεσείουσα στην αίτηση της αναφέρει, ο πλειστηριασμός του κατασχεθέντος ακινήτου διενεργήθηκε με βάση την ανακοπτόμενη δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού, σύμφωνα με το άρθρο 973 παρ.3 ΚΠολΔ, της ήδη αναιρεσείουσας και επισπεύδουσας την αναγκαστική εκτέλεση μετά την άσκηση της ανακοπής επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του εφετείου.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση παραβιάσεων από το άρθρο 559 αρ.8, 9 και 14 ΚΠολΔ, αποδίδει στο εφετείο τις αιτιάσεις ότι με το να δεχθεί την ανακοπή και να ακυρώσει την προσβαλλόμενη δήλωση συνέχισης του πλειστηριασμού και την επίσης προσβαλλόμενη περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης, α) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προταθέντα και επαναφερθέντα στο εφετείο ισχυρισμό της ότι η ανακοπή της αναιρεσίβλητης καθής η αναγκαστική εκτέλεση έπρεπε να απορριφθεί ως εκπρόθεσμη β) ότι με το να δεχθεί την ανακοπή και ακυρώσει τις προσβαλλόμενες ως άνω πράξεις, κρίνοντας ότι η γενομένη από την επισπεύδουσα και ήδη αναιρεσείουσα αναγγελία με χαρακτήρα πλασματικής κατάσχεσης, με βάση την οποία συνεχίστηκε η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, είναι άκυρη, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε με την ανακοπή και γ) παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) την ανακοπή, είναι απορριπτέος και ως προς τα τρία ως άνω σκέλη του, ως προς το πρώτο και δεύτερο ως αβάσιμος, διότι το εφετείο έλαβε υπόψη του τον περί εκπροθέσμου της ανακοπής ισχυρισμό της ήδη αναιρεσείουσας και δεχόμενο την ανακοπή απέρριψε αυτόν, ακυρώνοντας τις άνω προσβαλλόμενες πράξεις, των οποίων την ακύρωση ζητούσε η ανακόπτουσα ως προς το τρίτο δε σκέλος του ως μη νόμιμος, αφού κατά τα εκτιθέμενα από την ίδια την αναιρεσείουσα η ανακοπή, με την οποία ζητείτο η ακύρωση των άνω πράξεων που έλαβαν χώρα μετά την κατάσχεση, ασκήθηκε πριν την διενέργεια του πλειστηριασμού.
Βάθρο της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης, αποτελεί η κατάσχεση η οποία κατά το άρθρο 951 ΚΠολΔ δεν μπορεί να επεκταθεί σε περισσότερα από όσα χρειάζονται για να ικανοποιηθεί η απαίτηση του επισπεύδοντα για την οποία αυτή επιβλήθηκε και να καλυφθούν τα έξοδα της εκτέλεσης, μετά δε την εγγραφή της κατάσχεσης απαγορεύεται να επιβληθεί ή να εγγραφεί άλλη πάνω στο ίδιο ακίνητο του οφειλέτη, υποχρεουμένων των δανειστών αυτού να αναγγείλουν τις τυχόν απαιτήσεις τους στο υπάλληλο του πλειστηριασμού και να συμμετάσχουν στη διαδικασία της διανομής του επιτευχθέντος πλειστηριάσματος.
Με τις διατάξεις όμως του άρθρου 973 παρ.2 και 3 ΚΠολΔ, προβλέπεται η δυνατότητα συνέχισης της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, με υποκατάσταση του επισπεύδοντος από άλλο δανειστή, ο οποίος αναλαμβάνει τα ηνία της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης εξοβελίζοντας τον μέχρι τότε επισεύδοντα, η οποία συνεχίζεται με βάση την υπάρχουσα και επιβληθείσα από τον προηγούμενο επισπεύδοντα κατάσχεση Σε υποκατάσταση δικαιούται κάθε δανειστής, που έχει απαίτηση εις βάρος του καθού, η οποία στηρίζεται σε τίτλο εκτελεστό και έχει επιδώσει στον καθού επιταγή προς εκτέλεση Τέτοιος δανειστής που δικαιούται να υποκαταστήσει τον αρχικό επισπεύδοντα, είναι και ο ίδιος ο επισπεύδων, του οποίου η απαίτηση, για την οποία είχε επιβάλλει κατάσχεση, αποσβήστηκε για οποιοδήποτε λόγο και έχει άλλη απαίτηση εις βάρος του καθού, η οποία στηρίζεται σε τίτλο εκτελεστό και έχει επιδώσει στον καθού επιταγή προς εκτέλεση.
Στην περίπτωση αυτή ο μέχρι τούδε επισπεύδων μεταπίπτει στην κατηγορία του κατά το άρθρο 973 παρ.3 ΚΠολΔ, "άλλου από τον επισπεύδοντα" δανειστή και υποχρεούται να ακολουθήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στη διάταξη αυτή. Η διαδικασία αυτή της υποκατάστασης, εφαρμόζεται και όταν η εκτέλεση (επίσπευση του πλειστηριασμού) έχει ως βάση όχι την επιβληθείσα από τον αρχικό επισπεύδοντα κατάσχεση ακινήτου του οφειλέτη, αλλά και όταν αυτή έχει ως βάση πλασματική, κατά το άρθρο 1006 παρ.4 ΚΠολΔ κατάσχεση, η οποία στηρίζει αυτοτελώς (ανεξάρτητα από την προηγούμενη κατάσχεση) τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης.
Και στις δύο όμως περιπτώσεις, τόσο δηλαδή εκείνη που η υποκατάσταση βάση έχει την αρχική κατάσχεση, όσο και εκείνη που ως βάση έχει την πλασματική κατά το άρθρο 1006 παρ.4 κατάσχεση, τα αντικειμενικά όρια της κατάσχεσης είναι εκείνα της αρχικής κατάσχεσης, διότι δεν νοείται αναγγελία, η οποία με την τήρηση των προϋποθέσεων του προαναφερομένου άρθρου έχει πλασματικά τα αποτελέσματα της αυτοτελούς κατάσχεσης, χωρίς προηγούμενη κατάσχεση, και κατ' ακολουθίαν η επέχουσα θέση πλασματικής κατάσχεσης αναγγελία δεν επεκτείνει τα όρια της αρχικής κατάσχεσης.
Από την ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 973 παρ.2, 3 και 1006 παρ.4 ΚΠολΔ, αλλά και από τον επιδιωκόμενο, ως άνω σκοπό της υποκατάστασης του αρχικού επισπεύδοντος, προκύπτει σαφώς, ότι ως "άλλη" απαίτηση του επισπεύδοντος νοείται εκείνη που στηρίζεται σε άλλο εκτελεστό τίτλο και όχι εκείνον για την εκτέλεση του οποίου επιδόθηκε επιταγή και επιβλήθηκε κατάσχεση σε ακίνητο του οφειλέτη.
Αντίθετη εκδοχή, ότι δηλαδή ο επισπεύδων μπορεί, κατά τη βούληση του, με βάση τον ίδιο τίτλο, να επιβάλλει κατάσχεση και να επισπεύσει πλειστηριασμό, για μέρος της εκ του τίτλου απαιτήσεως του, και στη συνέχεια με αναγγελία του για το υπόλοιπο της εκ του αυτού τίτλου απαιτήσεως του, που συνεπάγεται τα αποτελέσματα πλασματικής κατάσχεσης, να θεμελιώσει δικαίωμα υποκατάστασης, με βάση την πλασματική κατάσχεση, θα είχε ως αποτέλεσμα την καταστρατήγηση του επιδιωκόμενου με την υποκατάσταση σκοπού και τη διαιώνιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, την αποφυγή της οποίας επεδίωξε ο νομοθέτης με τη θέσπιση του δικαιώματος υποκατάστασης άλλου δανειστή.
Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: Ότι η ήδη αναιρεσείουσα τράπεζα, με τίτλο εκτελεστό την υπ' αριθμ. 4.390/1998 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας η αναιρεσίβλητη υποχρεούτο να καταβάλλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 281.724,37 ευρώ, επέδωσε στην αναιρεσίβλητη την από 10.7.2000 επιταγή προς πληρωμή για ποσό 298.957,22 ευρώ.
Ότι για την πληρωμή του ποσού αυτού η αναιρεσείουσα επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητα της οφειλέτιδας μόνο για ποσό 88.041,09 ευρώ από τον προαναφερόμενο τίτλο. Ότι με βάση την κατάσχεση αυτή επέσπευσε αναγκαστικό πλειστηριασμό των κατασχεθέντων στις 17.1.2001, 28.2.2001 και 18.4.2001, ημερομηνίες όμως που δεν διενεργήθηκε ο πλειστηριασμός.
Ότι η καθής η εκτέλεση με την από 18.3.2003 αίτησή της στο ειρηνοδικείο ζήτησε την ανατροπή της κατάσχεσης λόγω παρελεύσεως έτους από της επιβολής της χωρίς να διενεργηθεί ο πλειστηριασμός. Ότι πριν την έκδοση απόφασης επί της αιτήσεως αυτής και ειδικότερα την 26.3.2003, η επισπεύδουσα με αναγγελία της στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, που κοινοποιήθηκε και στον αρμόδιο υποθηκοφύλακα και εγγράφηκε στο περιθώριο της εγγραφής της κατάσχεσης την 27.3.2003 ανήγγειλε απαίτηση της ποσού 150.000 ευρώ, πηγάζουσα από τον ίδιο εκτελεστό τίτλο (την παραπάνω αναφερόμενη διαταγή πληρωμής) και αποτελούσα μέρος της από τον ίδιο τίτλο υπολειπόμενης απαίτησης για την οποία δεν είχε επιβληθεί κατάσχεση.
Ότι μετά την αναγγελία αυτή της επισπεύδουσας και ειδικότερα την 21.4.2003 δημοσιεύθηκε η υπ' αριθμ. 2.493/2003 απόφαση του ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η παραπάνω αίτηση της καθής η εκτέλεση και ανατράπηκε η επιβληθείσα από την επισπεύδουσα κατάσχεση. Ότι η επισπεύδουσα την 7.5.2003, μετά δηλαδή την ανατροπή της κατάσχεσης, με την υπ' αριθμ. 92848/7.5.2003 δήλωση της στο επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, δήλωσε, σύμφωνα με το άρθρο 973 παρ.3 ΚΠολΔ, ότι συνεχίζει τον αναγκαστικό πλειστηριασμό, ως άλλος δανειστής της καθής η εκτέλεση, με βάση την άνω επέχουσα θέση αυτοτελούς πλασματικής κατάσχεσης αναγγελία της, και με την υπ' αριθμ. 1377 β΄/2003 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης επέσπευσε εις βάρος της καθής η εκτέλεση αναγκαστικό πλειστηριασμό.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το εφετείο έκρινε , ότι οι στηριζόμενες στην άνω πλασματική κατάσχεση πράξεις της δήλωσης συνέχισης του πλειστηριασμού και της κατασχετήριας έκθεσης, είναι άκυρες, διότι η απαίτηση της επισπεύδουσας που αναγγέλθηκε με την άνω πλασματική κατάσχεση, που στήριζε τη δήλωση συνέχισης του πλειστηριασμού και την περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης δεν ήταν άλλη απαίτηση με την έννοια του άρθρου 973 παρ.3 ΚΠολΔ, αλλά μέρος της απαίτησης της από τον ίδιο τίτλο (διαταγή πληρωμής) και επομένως η επισπεύδουσα δεν είχε την ιδιότητα του άλλου δανειστή, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μη δικαιούμενη ως εκ τούτου να υποκαταστήσει τον εαυτό της, και ακύρωσε τις πράξεις αυτές της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης δεχόμενο την ανακοπή της καθής η εκτέλεση.
Έτσι που έκρινε το εφετείο, δεν εκήρυξε παρά το νόμο ακυρότητα, σύμφωνα με τα παραπάνω, και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του) κατ΄ ορθή εκτίμηση από τον αριθμ. 14 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο υποστηρίζονται τ΄ αντίθετα, είναι απορριπτέος.
Ο ίδιος πρώτος λόγος (κατά τα λοιπά μέρη του) καθώς και ο τρίτος, με τους οποίους η αναιρεσείουσα κατ' επίκληση παραβιάσεων από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 αντιστοίχως, αποδίδει το εφετείο τις αιτιάσεις ότι με το να δεχθεί την ανακοπή και ακυρώσει τις άνω προσβαλλόμενες πράξεις εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 973 παρ.3 ΚΠολΔ και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχτηκε την ανακοπή, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι η διάταξη αυτή του ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία υποκατάστασης είναι δικονομική και δεν ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους αυτούς. Ο τέταρτος λόγος είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής βλάβης στην καθής η εκτέλεση και ανακόπτουσα δεν ελέγχεται αναιρετικά. Ο πέμπτος λόγος είναι επίσης απορριπτέος ως αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα ζητεί την αναίρεση κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, χωρίς να αναφέρει ενάριθμα τη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβίασε το εφετείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Ιουνίου 2005 αίτηση της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ.442/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ