Legislator Case Law & Legislation
1002/2006 AI generated

1002/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1002/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη – Εισηγητή, Αθανάσιο Μπρίλλη και Φώτιο Καϋμενάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1002/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πρέπει ακόμη, όμως, να εξεταστεί αν εν προκειμένω ο αιτών καταδικάστηκε αδίκως για βαρύτερο έγκλημα : Το ως άνω δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, καταδίκασε τον αιτούντα για απάτη, με την επιβαρυντική περίπτωση της τέλεσης αυτής κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (άρθρα : 94, 386§§3, 1 Π.Κ., όπως η παρ.3 αντικ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1002 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1002/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε΄ Ποινικό Τμήμα – Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη – Εισηγητή, Αθανάσιο Μπρίλλη και Φώτιο Καϋμενάκη, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παρασκευόπουλο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ΄ αριθμ. 1756, 1757/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13.10.2004 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1737/2004.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Απόστολου Οικονόμου με αριθμό 246/15.6.2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

Εισάγω την από 13-10-2004 αίτηση του Χ1 (7ο χιλιόμετρο ....), με την οποία ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας, ως καταδικασθείς, με την υπ' αριθμ. 1756-1757/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για κακουργήματα) και εκθέτω τα εξής : Κατά το άρθρο 525 παρ.1 περ.2 του Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, στις περιπτώσεις που προβλέπονται περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο, μεταξύ των οποίων είναι και η περίπτωση του εδαφίου 2, κατά την οποία : Αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα, που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και τα έγγραφα της δικογραφίας.

Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως, καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (Α.Π. (σε Συμβ.) 1717/2002, Π.Χ.

ΝΓ, 642). Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1756-1757/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, με την οποία ο αιτών καταδικάσθηκε αμετάκλητα για το κακούργημα της απάτης, με προξενηθείσα ζημία ιδιαίτερα μεγάλη, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (άρθρα : 94, 386 παρ.1 α'- β', 3 Π.Κ.

όπως η παρ.3 αντ. με το άρθρο 1§11 ν.2408/96) και με την οποία γίνεται επίκληση νέων γεγονότων και αποδείξεων που αποκαλύφθηκαν μετά την εν λόγω αμετάκλητη καταδίκη του και που κατά το περιεχόμενό της καθίσταται φανερό ότι ο ανωτέρω αιτών είναι αθώος για την αξιόποινη πράξη που καταδικάσθηκε, ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3, 528 παρ.1 Κ.Π.Δ.

και πρέπει περαιτέρω να εξετασθεί στην ουσία.

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της σχετικής δικογραφίας, με την υπ' αριθμ. 1756-1757/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η οποία έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη, δι' απορρίψεως ως ανυποστήρικτης της ασκηθείσης κατ' αυτής έφεσης, με την υπ' αριθμ. 955, 956/2000 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και δι' απορρίψεως της ασκηθείσης κατά της τελευταίας αίτησης αναίρεσης, με την υπ' αριθμ. 644/ 2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο αιτών καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών, για απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατά συρροή.

Συγκεκριμένα, ο αιτών καταδικάσθηκε, διότι : «Στην Αθήνα την 25 Ιουλίου 1990, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένες περιουσίες πείθοντας κάποιους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων, η προξενηθείσα δε ζημία από την απάτη αυτή είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, την πράξη του δε αυτή τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, τυγχάνοντας Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στην Αθήνα (....) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «STALCO ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗ και ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» παρέστησε εν γνώσει ψευδώς στους μηνυτές Ζ1 και Ζ2 συζ.

Ζ1, κατοίκους ...., ότι ήταν αξιόπιστος και φερέγγυος επιχειρηματίας με μεγάλη προσωπική ακίνητη περιουσία, ότι η ως άνω υπ' αυτού εκπροσωπουμένη ανώνυμη εταιρεία «STALCO A.E.» ήταν φερέγγυα, με μεγάλα περιουσιακά στοιχεία και με διεθνή κατασκευαστική δραστηριότητα και ότι είχε τη δυνατότητα να μεταβιβάσει αμέσως σ' αυτούς (μηνυτές) κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, το υπό στοιχεία

ΙΙΙ Ε-2 διαμέρισμα του Ε' ορόφου, του υπό ανέγερση κτιριακού συγκροτήματος, επί των οδών: .... της περιοχής ...., την ανέγερση του οποίου είχε αναλάβει εργολαβικώς η ανωτέρω υπ' αυτού εκπροσωπουμένη ανώνυμη εταιρεία «STALCO ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», επιφανείας (του διαμερίσματος) 117, 44 τετραγ. μέτρων, μαζί με την υπό στοιχεία

ΙΙΙ ΡΡ-21 θέση σταθμεύσεως αυτοκινήτου στο ανωτέρω υπό ανέγερση κτιριακό συγκρότημα, αντί συνολικού τιμήματος 21.500.000 δρχ. και έτσι έπεισε τους ανωτέρω μηνυτές, να του καταβάλουν το ποσόν των 2.000.000 δρχ., για την αγορά του ανωτέρω διαμερίσματος και της θέσεως σταθμεύσεως αυτοκινήτου, ως και να αποδεχθούν (για την αγορά του ανωτέρω διαμερίσματος και της ως άνω θέσεως σταθμεύσεως αυτοκινήτου) συναλλαγματικές ύψους 17.832.000 δρχ., εκδόσεως αυτού (κατηγορουμένου) ή της ως άνω υπ' αυτού εκπροσωπουμένης εταιρείας «STALCO Α.Ε.», πράξη στην οποία αυτοί (μηνυτές) δεν θα προέβαιναν, αν γνώριζαν την αλήθεια, την οποία ο κατηγορούμενος, καίτοι καλώς εγνώριζε, αθέμιτα τους απέκρυψε, δηλαδή, ότι αυτός δεν ήταν φερέγγυος επιχειρηματίας, αλλά κατάχρεως και τα επί της οδού .....

κείμενα ακίνητα αυτού ήταν βεβαρυμένα με προσημειώσεις υποθήκης, η δε υπ' αυτού εκπροσωπουμένη εταιρεία «STALCO ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» δεν είχε διεθνείς κατασκευαστικές δραστηριότητες αλλά είχε μόλις προ έτους συσταθεί και εστερείτο περιουσιακών στοιχείων, προσέτι δε αυτός (ο κατηγορούμενος) εξ υπαρχής δεν είχε την πρόθεση και δεν μπορούσε να μεταβιβάσει σ' αυτούς (μηνυτές) το ως άνω περιγραφόμενο διαμέρισμα μετά της θέσεως σταθμεύσεως αυτοκινήτου, καθόσον η υπ' αυτόν ως άνω εκπροσωπουμένη εταιρεία «STALCO ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» ευρίσκετο σε διαφωνία με τους ιδιοκτήτες του οικοπέδου, στο οποίο ανεγείρετο το ως άνω κτιριακό συγκρότημα (οικοπεδούχους), οι οποίοι ηρνούντο να συμπράξουν στη μεταβίβαση χιλιοστών στην ανωτέρω εταιρεία «STALCO Α.Ε.» και κατ' επέκταση στη μεταβίβαση προς τρίτους διαμερισμάτων του εργολαβικού ανταλλάγματος (και τελικώς η ανωτέρω εταιρεία «STALCO Α.Ε.» κηρύχθηκε έκπτωτη της εργολαβικής κατασκευής της ως άνω πολυκατοικίας) με αποτέλεσμα να ζημιωθούν οι παραπάνω μηνυτές με το ιδιαιτέρως μεγάλο ποσόν των 19.832.000 δρχ. (2.000.000 δραχμές μετρητά συν 17.832.000 δρχ.

που αντιστοιχεί στο συνολικό ποσόν των συναλλαγματικών, τις οποίες ο κατηγορούμενος προεξόφλησε στην Εμπορική Τράπεζα και οι μηνυτές ήσαν πλέον υπόχρεοι προς εξόφλησή τους, σ' αυτήν), με αντίστοιχη παράνομη περιουσιακή ωφέλεια του κατηγορουμένου και της ως άνω υπ' αυτού εκπροσωπουμένης εταιρείας, που εισέπραξαν τα παραπάνω χρηματικά ποσά, χωρίς να μεταβιβάσουν στους μηνυτές τα συμφωνηθέντα ακίνητα.

Η ζημία δε που προξενήθηκε από την πράξη αυτή του κατηγορουμένου στην περιουσία των μηνυτών είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, ανερχομένη στο ιδιαιτέρως μεγάλο ποσόν των 19.832.000 δραχμών. Την πράξη του δε αυτή ο κατηγορούμενος τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, ήτοι ρέποντας προς αυτήν με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσής της και με σκοπό να προσπορισθεί εισόδημα προς βιοπορισμό».

Ήδη ο αιτών επικαλείται, με την εξεταζόμενη αίτησή του, ως νέα αποδεικτικά στοιχεία : 1) Τις υπ' αριθμ.: α) 1106/1-4-1997, β) 3856/14-4-1997, γ) 1868/6-6-1997, αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, οι εξ αυτών πρώτη και τρίτη και του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) η δεύτερη, 2) της υπ' αριθμ.:

α) 15692/12-10-2004 και β) 15693/12-10-2004 ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, των μαρτύρων, Ψ1 και Ψ2, αντίστοιχα, 3) αντίγραφο της μερίδος του στο Υποθηκοφυλακείο Παλαιού Φαλήρου των ετών 1989-1993 και 4) έγγραφο του επιβλέποντος μηχανικού .....

Με τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες, ως άνω, ένορκες βεβαιώσεις εξέτασης μαρτύρων, οι μάρτυρες αυτοί καταθέτουν, ειδικότερα, τα εξής, κατά λέξη : 1) Ο μάρτυρας Ψ1: «Ήμουν δικηγόρος του Χ1 από μέσα 1991 και ήμουν στην πρωτοβάθμια δίκη μεταξύ αυτού και του ζεύγους Ζ1+Ζ2. Ο Χ1 και όταν συνήφθη η σύμβαση αγοραπωλησίας με το ζεύγος Ζ τον Ιούλιο του 1990 είχε ακίνητη περιουσία [βέβαια το διαπίστωσα αυτό αφής στιγμής, αργότερα και όπως παραπάνω εκθέτω, ανέλαβα τη νομική διαχείριση των υποθέσεών του] τη νομική και οικονομική κατάσταση της οποίας αποδείκνυαν έγγραφα, πιστοποιητικά Υποθηκοφυλακείου κ.λ.π.

καθώς επίσης ένα σημαντικό έγγραφο για την πορεία των εργασιών προ της υπογραφής του εργολαβικού από το οποίο προέκυπτε σειρά εργασιών με ανάλογο κόστος, δείγμα της πρόθεσής του να τελειώσει το έργο ο Χ1, το έγγραφο αυτό φέρει την υπογραφή του επιβλέποντος ...και έχει συνταχθεί σε ανύποπτο χρόνο, τα οποία όμως έγγραφα δεν προσκομίσθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη γιατί τα είχε στη φύλαξή του ο τότε συνήγορός του ...

ο οποίος δεν προσήλθε στο Δικαστήριο να τα προσκομίσει για λόγους ανωτέρας βίας» και 2) Ο μάρτυρας Ψ2: «Διετέλεσα, επί μια δεκαετία και, συγκεκριμένα, από το 1991, μέχρι και το έτος 2001, αποκλειστικός δικαστικός πληρεξούσιος του....., όπως και του Ζ1 και της Ζ2, εις την ένδικη και έντονη αντιδικία των, κατά του Χ1 και της «....», εις όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας.

Διαρκούσης της λειτουργίας μου, ως Δικηγόρου του ζεύγους .... και του ζεύγους Ζ1+Ζ2, περιήλθαν περί τας αρχάς του έτους 2000, εις γνώση μου, κρίσιμα στοιχεία, αφορώντα εις τον αντίδικο των ρηθέντων εντολέων μου, ήτοι τον Χ1, τα οποία, εις το όνομα της αλήθειας και του δικαίου και πέρα από κάθε άλλου είδους σκοπιμότητα, καταθέτω και βεβαιώνω :

Πρόκειται δια τας, υπ' αριθμ.3956/1997, 4485/1997, 1868/1997 όπως και η 1106/1997, Αποφάσεις του Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, άπασαι αθωωτικαί δια τον Χ1, αι οποίαι άγουν εις την αναθεωρητική σκέψην, ότι ούτος δεν υπήρξε δράστης και, δη, ηθελημένος δράστης των αποδιδομένων, εις βάρος του, κατηγοριών.

Ειδικότερα, από τας άνω Εφετειακάς Αποφάσεις και, ειδικότερα από την 1106/1997 του Εφετείου Κακουργημάτων συνάγονται ενδείξεις, ότι ο Χ1 υπήρξε θύμα συπαικτικής συμπεριφοράς - πλεκτάνης των οικοπεδούχων αδελφών Β1 και Β2, οι οποίοι τον περιήγαγαν εις οικονομικό αδιέξοδο.

Διότι, οι αδελφοί Β1 και Β2 παρεχώρησαν, το έτος 1988-1989, οικοπεδική έκταση της συνιδιοκτησίας των, δια να ανεγερθεί εις αυτήν, με το σύστημα της αντιπαροχής, συγκρότημα διαμερισμάτων από τον Χ1 και την τεχνική - κατασκευαστική εταιρεία του «STALCO Α.Ε.» εις την περιοχή Χαλανδρίου.

Αλλά και ενώ ήρξαντο αι εργασίαι της αντιπαροχής, οι οικοπεδούχοι παρασπόνδισαν - αθέτησαν τας συμβατικάς υποχρεώσεις των με τον Χ1 και την κατασκευαστική εταιρεία του «STALCO Α.Ε.», με αποτέλεσμα να περιαχθεί ούτος σε αντικειμενικήν αδυναμία να συνεχίσει την κατασκευή, εξ αιτίας του οποίου τούτου εξετέθη στους πελάτες - αγοραστάς.

Εις την, δια τους ρηθέντας τούτους λόγους της αθέτησης - υπαναχώρησης των οικοπεδούχων της αντιπαροχής, αντικειμενικήν αδυναμία του Χ1 και της τεχνικής εταιρείας του εντάσσεται-οφείλεται η ανεκπλήρωτη συμβατική υποχρέωσή του προς τους πελάτας-αγοραστάς και εντολείς μου, ζεύγος ..., όπως και εις το ζεύγος Ζ1.

Είμαι εις θέσην να γνωρίζω, ότι ο Χ1 αναγνωρίζει την ανειλημμένην υποχρέωσή του προς το ζεύγος ....και το ζεύγος Ζ1+Ζ2 και επανειλημμένα έχει εκφράσει την θέλησή του, την οποία θεωρώ ως ειλικρινή, ότι θα αποκαταστήσει την οποιανδήποτε προκληθείσαν ζημιά των εντολέων μου, ευθύς ως του παρασχεθεί η δυνατότητα. Η γνώμη μου είναι, όπως αυτή προέκυψε από τη μεταγενέστερη ενημέρωση-πληροφόρησή μου, ότι ο Χ1, κατά τον συγκεκριμένο χρόνο [καλοκαίρι 1990], που ενημέρωνε τους ενδιαφερομένους αγοραστάς διαμερισμάτων, όπως τους εντολείς μου, ζεύγος ....και ζεύγος Ζ1+Ζ2, δια την καλήν - ανθηρήν οικονομική κατάστασή του, δεν ήταν εκτός πραγματικότητας.

Διότι και σύμφωνα με την, μετέπειτα, πληροφόρησή μου, ο Χ1, μέχρι τουλάχιστον το καλοκαίρι του 1990, διέγραφε μιαν πολλά υποσχόμενη επιχειρηματική δραστηριότητα, ως κατασκευαστής διαμερισμάτων, με συγκεκριμένες και σοβαρές κατασκευές - ανεγέρσεις, τόσον εντός Ελλάδος [Εμπορικά Κέντρα .... και ....], όσον και εκτός Ελλάδος [Λιβύη κ.λ.π.]. Και μόνον δια το εμπορικό Κέντρο ..., πληροφορήθηκα δια την ανέγερση - περάτωση πενήντα, περίπου, καταστημάτων - γραφείων και αυτός είναι ο πραγματικός λόγος δια τον οποίον είχε μεγάλη πιστωτική ικανότητα και αξιοπιστία εις τον Τραπεζικό χώρο και, ιδίως, την ...., η οποία τον εχρηματοδοτούσε-δανειοδοτούσε με μεγάλα χρηματικά ποσά. Η αφετηρία της οικονομικής δυσπραγίας του Χ1 άρχισε να διαγράφεται μετά την εμπλοκή του εις την περιπέτεια-πλεκτάνη των ρηθέντων οικοπεδούχων του ακινήτου εις την περιοχήν του ..., οι οποίοι, με την αντισυμβατική υπαναχώρησή των από τους όρους της αντιπαροχής, τον επέβαλαν εις την αδυναμία εκπληρώσεως των συμβατικών υποχρεώσεών του. Με δεδομένη την, πράγματι, δυναμική παρουσία του Χ1 εις τον επιχειρηματικόν χώρον των μεγάλων κατασκευών [πολυόροφα κτίρια -Εμπορικά κέντρα] αντιστρατεύεται την λογική η άποψη, ότι διακινδύνευσε ούτος την πετυχημένη πορεία του, με το να επιχειρήσει ούτος και, δη, εσκεμμένη - ηθελημένη εξαπάτηση αγοραστών, μεθ' ων και οι εντολείς μου, ζεύγος Ζ1+Ζ2.

Διετέλεσα, όπως και εις την αρχήν της παρούσας ενόρκου βεβαιώσεώς μου καταθέτω και δηλώνω, επί μια ολόκληρη δεκαετία [1991-2001], σκληρός και ανυποχώρητος αντίδικος του Χ1 , με την ιδιότητά μου ως δικαστικός πληρεξούσιος των εντολέων μου, ...., όπως και του Ζ1 και Ζ2 και, δη εις όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας [1ου, 2ου, αναιρετ.]. Το πραγματικό, άνω, τούτο δεν αναιρεί την ηθική ευθύνη-υποχρέωσή μου προς την αλήθεια και το δίκιο, να καταθέσω και να βεβαιώσω, ότι η, με την δηλουμένην ιδιότητά μου, άποψη - γνώμη μου είναι ότι, όπως, μεταγενέστερα, εγνώρισα τον Χ1 , ούτος διαθέτει προικισμένην ευφυία επιχειρηματία, είναι δραστήριος, με φιλοδοξίες και προσδοκίες, ότι θα ευδοκιμήσει και πάλιν επιχειρηματικά, όπως τούτο συνέβαινε μέχρι τον χρόνο εμπλοκής του εις την πλεκτάνην των οικοπεδούχων αδελφών Β1, Β2». Όσον αφορά τα λοιπά προσκομιζόμενα έγγραφα :

1) Με την υπ' αριθμ. 1106/1-4-1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, κηρύχθηκε αθώος ο αιτών για απάτη, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, που φέρεται ότι διέπραξε αυτός στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο 1989 έως την 1-3-1990, σε βάρος των εγκαλούντων, Β1, Β2 και .... 2) Με την υπ' αριθμ. 3856/14-4-1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (για πλημμελήματα) Αθηνών, δικάσαντος μετά από έφεση κατά της υπ' αριθμ. 61279/93 απόφασης, κηρύχθηκε, επίσης, αθώος ο αιτών για απάτη, που φέρεται ότι διέπραξε στην Αθήνα, την 12-9-1990, σε βάρος του εγκαλούντος..... 3) Με την υπ'αριθμ.1868/6-6-1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, κηρύχθηκε, επίσης, αθώος ο αιτών για απάτη, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, που φέρεται ότι διέπραξε αυτός στην Αθήνα, περί τα μέσα του μηνός Μαίου 1991, σε βάρος του εγκαλούντος ...... 4) Από το αντίγραφο εκ του βιβλίου μερίδος του Υποθηκοφυλακείου Παλαιού Φαλήρου, στο όνομα του αιτούντος Χ1, προκύπτουν, κυρίως, πωλήσεις κατά τα έτη 1986-1996, εξ ακινήτου στο ... 5) Με το αντίγραφο του εγγράφου (προφανώς ημερολογίου) τον ...., επιβλέποντος μηχανικού του έργου, της κατασκευής «.....», περιγράφονται η κατάσταση του έργου και προσδιορίζονται οι σχετικές, διάφορες εντολές και παρατηρήσεις, κατά του μήνα Φεβρουάριο 1990.

Από την εκτίμηση του περιεχομένου όλων των ανωτέρω εγγράφων, συνάγεται ότι προβάλλονται ως νέα γεγονότα και αποδείξεις η ακίνητη περιουσία του αιτούντος, η οικονομική οντότητα και φερεγγυότητά του και η συμπεριφορά των οικοπεδούχων αδελφών Β1 και Β2. Όλα όμως αυτά, τα φερόμενα ως νέα γεγονότα και αποδείξεις, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της απόφασης, δεν ήταν άγνωστα στους δικάσαντας δικαστάς και είχαν υποβληθεί στην κρίση των δικασάντων δικαστών.

Και ειδικότερα ο μεν μάρτυρας ....., κατέθεσε ότι : «…έφτιαξε ένα εμπορικό κέντρο στα ..... Οι οικοπεδούχοι στο .... δημιουργούσαν προβλήματα για κάτι μετατροπές που ήθελαν.. Φταίνε οι οικοπεδούχοι.. Μέχρι το '90, που ήμουνα εκεί, είχε επιφάνεια.. Τα γραφεία ήταν στην ..., ένας ολόκληρος όροφος, είχε προσωπικό.. Είχε 2 πολυκατοικίες στη ...., στο ..., ένα οικόπεδο στην ...., όπου επίσης το εμπορικό κέντρο με 50 μαγαζιά και 28-30 διαμερίσματα.

Όλα αυτά τελειωμένα.. Δεν έκανε τίποτα δολίως ..», η δε μάρτυς ....., αγοράστρια μιας μαιζονέτας, κατέθεσε, αναφορικά με το στάδιο των εργασιών, ότι : «…Είχαν πέσει τα μπετά και σ'αυτό το στάδιο βρίσκεται ακόμη». Επίσης, ο μάρτυρας ...., κατέθεσε ότι : «.. Είχε ιδιόκτητο ακίνητο στο ...., μαγαζιά και διαμερίσματα. Είχε πιστώσεις στην Τράπεζα..

Η STALCO Α.Ε. είχε οικονομική επιφάνεια..». Ο μάρτυρας ....., κατέθεσε ότι : «Ο κατηγορούμενος είχε έναν όροφο γραφεία.. Είχε ένα εμπορικό κέντρο στο.... με μαγαζιά και διαμερίσματα. Μετά έβαλε ένα εργοτάξιο στο ... και ένα στα ... Στο ...είναι 4 πολυκατοικίες μισοκτισμένες και 78 μαιζονέτες μισοκτισμένες.. Είχε περιουσία..

Δεν είχε κανένα δόλο.. Όταν το '90 έκανε τη συμφωνία με τον Ζ1 είχε δικά του τα ακίνητα στο ....». Αλλά και ο κατηγορούμενος (αιτών), απολογούμενος, είπε ότι : «..Τον Μάιο του 90 ήμουν πραγματικά δυνατός. Στο ... σήκωνα οικοδομή με 65 καταστήματα και 32 διαμερίσματα, το οικόπεδο ήταν στο όνομά μου και μ' αντιπαροχή την ALCO, άλλη εταιρεία μου..

Τώρα οι 3 μόνο κατοικίες από τις 8 είναι τελειωμένες και κατοικημένες.. Τον Μάιο του 90 ήμουν γίγαντας. Είχα καθαρά ένα εμπορικό κέντρο στο ...με πάνω από 30 μαγαζιά ελεύθερα, με μέσο όρο 10.000.000 αξίας το καθένα, διαμερίσματα απούλητα. Τα είχα σαν άτομο, εγγυώμουν ατομικά όλες τις πωλήσεις. Στο .... είχα ήδη αρχίσει το έργο, ήταν κόστους 800.000.000 και ήδη το Μάιο του 90 οι εργασίες που είχαν γίνει ήταν κόστους 100.000.000 δρχ.

Έχω κάνει τα 240.000.000 από τα οκτακόσια. Είχα δικά μου τα 14 διαμερίσματα και τις 4 μονοκατοικίες… Οι οικοπεδούχοι με κήρυξαν έκπτωτο το 95.. Είχα τεράστια οικονομική επιφάνεια…». Επίσης, από την κατάθεση του μάρτυρα Ζ1, προκύπτει ότι ήταν γνωστό στους δικάσαντας δικαστάς το ότι είχε αθωωθεί ο αιτών (κατηγορούμενος), ως προς την απάτη, με εγκαλούντας τον ....

και τους : Β1, Β2 και ..... Ο φερόμενος ως παθών ...., είχε καταθέσει στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Το ότι με την άνω υπ'αριθμ.1868/6-6-1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, κηρύχθηκε αθώος ο αιτών, για το ως είρηται αδίκημα της απάτης, σε βάρος του άνω ...., είναι, αναμφισβήτητα, θέμα εκτίμησης των αποδείξεων εκ μέρους του δικαστηρίου.

Από τη σύγκριση των στοιχείων αυτών, που τέθηκαν υπόψη του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων) που εξέδωσε την προσβαλλομένη υπ'αριθμ.1756-1757/1997 απόφαση και των ως άνω στοιχείων που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών, ως άγνωστες και νέες αποδείξεις, δεν υπάρχει ουσιώδης διαφορά.

Πρέπει ακόμη, όμως, να εξεταστεί αν εν προκειμένω ο αιτών καταδικάστηκε αδίκως για βαρύτερο έγκλημα : Το ως άνω δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, καταδίκασε τον αιτούντα για απάτη, με την επιβαρυντική περίπτωση της τέλεσης αυτής κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (άρθρα : 94, 386§§3, 1 Π.Κ., όπως η παρ.3 αντικ.

με το άρθρο 1§11 ν.2408/1996) και επέβαλε σ'αυτόν συνολική ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών. Το δικαστήριο, στο αιτιολογικό της απόφασης του δέχθηκε ότι ο κατηγορουμένος (αιτών), τέλεσε την απάτη κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, «αφού προέκυψε, πρόθεση αυτού προς τέλεση της αξιόποινης αυτής πράξεως επανειλημμένως και ροπή αυτού προς τέλεσή της, διάπραξη δε αυτής από τον κατηγορούμενο με σκοπό να προσπορίζεται εισόδημα προς βιοπορισμό».

Από τα πρακτικά της απόφασης και δη από τις καταθέσεις των μαρτύρων, Ζ2, .... και ....., προκύπτει ότι οι παθόντες είναι 20-30 άτομα. Και η μάρτυς .... κατέθεσε ότι «κάναμε μήνυση και έφαγε 4 χρόνια». Ουδόλως, συνεπώς, προκύπτει ότι το δικάσαν δικαστήριο επλανήθη ως προς την συνδρομή της άνω επιβαρυντικής περίπτωσης.

Ούτε αναιρείται τούτο εκ των προσαγομένων ως άνω και φερομένων ως νέων γεγονότων και νέων αποδείξεων. Επομένως, από τα ως άνω προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία, είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως στο Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της ως άνω αξιόποινης πράξης ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Περαιτέρω, ως προς το αίτημα του αιτούντος να ανασταλεί η εκτέλεση της ποινής, που επέβαλε σ'αυτόν η άνω απόφαση, λόγω του ότι προϋπόθεση για την χορήγηση αυτής, είναι να εκτίεται η ποινή από τον καταδικασθέντα, προϋπόθεση που δεν αποδεικνύεται ότι συντρέχει εν προκειμένω, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο το αίτημα αυτό του αιτούντος (Α.Π. (Συμβ.) 111/1998, Α.Π.181/1984, Π.Χ.

ΛΔ/750, Αγγ.Μπουρόπουλου, Ερμ. Κωδ. Ποιν. Δικον., έκδ.1957, τ. β', σελ.319-320). Επειδή, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, είναι αβάσιμος ο λόγος που στηρίζεται στο άρθρο 525 παρ.1 περ.2 Κ.Π.Δ. και πρέπει να απορριφθεί και κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί και η υπό κρίση αίτηση ως αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 Κ.Π.Δ.).

Για τους λόγους αυτούςΠροτείνω: 1) Να απορριφθεί ως αβάσιμη η από 13-10-2004 αίτηση του Χ1 (7ο χλμ. ....), για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1756-1757/1997 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, 2) να απορριφθεί ως απαράδεκτο το αίτημα του ως άνω αιτούντος για χορήγηση αναστολής εκτέλεσης της επιβληθείσης με την άνω απόφαση ποινής και 3) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του ως άνω αιτούντος.

Αθήνα, 4 Μαίου 2005

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Απόστολος Οικονόμου

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό. Μεταξύ αυτών είναι και η περίπτωση κατά την οποία ύστερα από την οριστική καταδίκη αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές, που τον δίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προηγουμένως προσκομισθεί κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών, που με την υπ' αριθ. 1756-1757/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών καταδικάσθηκε αμετάκλητα για απάτη κατά συρροή, τελεσθείσα κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη, ζητεί με την υπό κρίση αίτησή του την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την έκδοση της πιο πάνω αποφάσεως, επικαλούμενος νέα γεγονότα και αποδείξεις, άγνωστα στους δικαστές που τον δίκασαν, από τα οποία προκύπτει, ότι ήταν αθώος για το παραπάνω αδίκημα, άλλως ότι καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Η αίτηση είναι νόμιμη, παραδεκτά εισαγόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου σε Συμβούλιο (άρθρα 527 παρ. 1 και 3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ) και πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν.

Επειδή από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. 1756-1757/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής ασκηθείσα έφεση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την υπ' αριθ. 955-956/2000 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και η κατά της τελευταίας ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 644/2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ο αιτών καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως οκτώ ετών, για κατά συρροή απάτη, με προξενηθείσα ζημία ιδιαίτερα μεγάλη, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, που συνίστατο στο ότι στην Αθήνα την 25.7.1990 τυγχάνοντας πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου, διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας «STALCO ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗ και ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» παρέστησε εν γνώσει ψευδώς στους μηνυτές Ζ1 και Ζ2 συζ. Ζ1, κατοίκους...., ότι ήταν αξιόπιστος και φερέγγυος επιχειρηματίας με μεγάλη προσωπική ακίνητη περιουσία, ότι η απ' αυτόν εκπροσωπουμένη πιο πάνω εταιρεία «STALCO A.E.» ήταν φερέγγυα, με μεγάλα περιουσιακά στοιχεία και με διεθνή κατασκευαστική δραστηριότητα και ότι είχε τη δυνατότητα να μεταβιβάσει αμέσως σ' αυτούς, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, αντί συνολικού τιμήματος 21.500.000 δρχ., το υπό στοιχεία

ΙΙΙ Ε-2 διαμέρισμα του Ε' ορόφου, επιφανείας 117, 44 τετραγ. μέτρων, και την υπό στοιχεία

ΙΙΙ ΡΡ-21 θέση σταθμεύσεως αυτοκινήτου, που βρισκόταν στο υπό ανέγερση κτιριακό συγκρότημα, επί των οδών .... του οποίου την ανέγερση είχε αναλάβει εργολαβικώς η ως άνω εταιρεία «STALCO ΑΕ». Έτσι έπεισε τους προαναφερόμενους υποψήφιους αγοραστές, να του καταβάλουν το ποσόν των 2.000.000 δρχ., για την αγορά του ανωτέρω διαμερίσματος και της θέσεως σταθμεύσεως αυτοκινήτου και να αποδεχθούν για την αιτία αυτή συναλλαγματικές ύψους 17.832.000 δρχ., εκδόσεως εκείνου ή της εταιρείας «STALCO Α.Ε.», πράξη στην οποία οι ως άνω μηνυτές δεν θα προέβαιναν, αν γνώριζαν την αλήθεια, την οποία ο κατηγορούμενος, καίτοι καλώς γνώριζε, αθέμιτα τους απέκρυψε, δηλαδή, ότι αυτός δεν ήταν φερέγγυος επιχειρηματίας, αλλά κατάχρεος και τα επί της .....του ...Αττικής κείμενα ακίνητά του ήταν βεβαρυμένα με προσημειώσεις, η δε απ' αυτόν εκπροσωπουμένη εταιρεία «STALCO ΑΕ» δεν είχε διεθνείς κατασκευαστικές δραστηριότητες αλλά μόλις προ έτους είχε συσταθεί και εστερείτο περιουσιακών στοιχείων, ενώ αυτός εξ υπαρχής δεν είχε την πρόθεση ούτε και μπορούσε να τους μεταβιβάσει το παραπάνω διαμέρισμα και τη θέση σταθμεύσεως αυτοκινήτου, δοθέντος ότι η εταιρεία «STALCO ΑΕ» βρισκόταν σε διαφωνία με τους οικοπεδούχους του οικοπέδου, στο οποίο ανεγειρόταν το κτιριακό συγκρότημα, οι οποίοι αρνούντο να συμπράξουν στη μεταβίβαση προς εκείνη ή προς τρίτους που θα υποδεικνύονταν απ' αυτή των περιλαμβανομένων στο συμφωνηθέν εργολαβικό αντάλλαγμα διαμερισμάτων, με αποτέλεσμα να ζημιωθούν οι μηνυτές με το ιδιαίτερα μεγάλο ποσό των 19.832.000 δρχ. (2.000.000 δραχμές σε μετρητά και 17.832.000 δρχ.

σε συναλλαγματικές, που ο κατηγορούμενος προεξόφλησε στην Εμπορική Τράπεζα και οι μηνυτές ήταν πλέον υπόχρεοι προς εξόφλησή τους, σ' εκείνην), με αντίστοιχη παράνομη περιουσιακή ωφέλεια του κατηγορουμένου και της εταιρείας «STALCO AE», που εισέπραξαν τα ανωτέρω ποσά, χωρίς να μεταβιβάσουν στους μηνυτές το συμφωνηθέν διαμέρισμα και την θέση σταθμεύσεως αυτοκινήτου.

Την πράξη δε αυτή ο κατηγορούμενος τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, ήτοι ρέποντος προς αυτήν με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως και με σκοπό να πορισθεί εισόδημα προς βιοπορισμό. Ήδη, ο νυν αιτών επικαλείται και προσκομίζει ως νέα στοιχεία, από τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, καθίσταται φανερή η αθωότητά του, άλλως ότι καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε 1) την υπ' αριθ. 1106/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε αθώος για απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και υπό περιστάσεις, που μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, την οποία φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Μάρτιο 1989 μέχρι την 1.3.1990 σε βάρος των εγκαλούντων Β1, Β2 και ...., την υπ' αριθ. 3856/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε αθώος σε δεύτερο βαθμό για απάτη, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα την 12.9.1990 σε βάρος του εγκαλούντος ... ...., 3) την υπ' αριθ. 1868/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε αθώος για απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα, περί τα μέσα Μαϊου 1991 σε βάρος του εγκαλούντος ...., 4) αντίγραφο του ευρετηρίου μερίδων του υποθηκοφυλακείου Παλαιού Φαλήρου, από το οποίο προκύπτουν πωλήσεις στο όνομα του (αιτούντος) κατά τα έτη 1986-1996, 5) αντίγραφο συνταγέντος από τον ...., επιβλέποντα μηχανικό του έργου κατασκευής «... .

στο ...ι», εγγράφου, όπου περιγράφεται η κατάσταση του έργου και προσδιορίζονται διάφορες σχετικές εντολές και παρατηρήσεις κατά το μήνα Φεβρουάριο 1990 και 6) τις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών συνταχθείσες υπ' αριθμούς 15692 και 15693/12.10.2004 ένορκες βεβαιώσεις, στην πρώτη από τις οποίες ο μάρτυρας Ψ1 βεβαιώνει ενόρκως, ότι κατά τον Ιούλιο 1990 που καταρτίσθηκε η σύμβαση αγοραπωλησίας μεταξύ του ζεύγους Ζ1+Ζ2 και του αιτούντος, ο τελευταίος είχε ακίνητη περιουσία, ενώ στη δεύτερη ο μάρτυρας Ψ2 βεβαιώνει ενόρκως, ότι από τις υπ' αριθ. 3959/1997, 4485/1997, 1868/1997 και 1106/1997 αθωωτικές αποφάσεις του Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που περιήλθαν σε γνώση του, άγεται στην «αναθεωρητική σκέψη» ότι ο αιτών δεν υπήρξε δράστης και δη ηθελημένος δράστης των αποδιδομένων σε βάρος του κατηγοριών.

Όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της παραπάνω αμετάκλητης αποφάσεως, με την οποία περατώθηκε η ποινική διαδικασία, της οποίας ζητείται η επανάληψη, τα επικαλούμενα ως νέα γεγονότα ή αποδείξεις δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που δίκασαν τον αιτούντα, αλλ' είχαν υποβληθεί στην κρίση τους. Ειδικότερα, ο μάρτυρας Ζ1 κατέθεσε ότι ο αιτών είχε αθωωθεί για την πράξη της απάτης μετά την υποβολή κατ' αυτού μηνύσεως από τον...

και από τους οικοπεδούχους Β1, Β2 και .....Περαιτέρω ο μάρτυρας κατηγορίας ..... κατέθεσε «ο κατηγορούμενος έφτιαξε ένα εμπορικό κέντρο στα .... Οι οικοπεδούχοι στο .... δημιουργούσαν προβλήματα για κάτι μετατροπές που ήθελαν. Μέχρι το 90 που ήμουνα εκεί είχε επιφάνεια. Τα γραφεία ήταν στην ...., ένας ολόκληρος όροφος, είχε προσωπικό.

Είχε δύο πολυκατοικίες στη . ..., στο ...., ένα οικόπεδο στην ...., όπου έκτισε το εμπορικό κέντρο με 50 μαγαζιά και 28-30 διαμερίσματα. Όλα αυτά τελειωμένα. Δεν έκανε τίποτε δολίως». Εξάλλου η μάρτυς κατηγορίας .... κατέθεσε «τον Μάιο του 91 εγώ και ο αδελφός μου γνωρίσαμε τον κατηγορούμενο. Είχαν πέσει τα μπετά και σ' αυτό το στάδιο και σ' αυτό το στάδιο βρίσκεται ακόμη».

Επίσης ο μάρτυρας υπερασπίσεως ..... κατέθεσε «ο κατηγορούμενος είχε ιδιόκτητο ακίνητο στο .... μαγαζιά και διαμερίσματα. Είχε πιστώσεις στην Τράπεζα. Η «STALCO AE» είχε οικονομική επιφάνεια». Τέλος, ο μάρτυρας υπερασπίσεως ....κατέθεσε «ο κατηγορούμενος είχε έναν όροφο γραφεία. Είχε ένα εμπορικό κέντρο στο ...με μαγαζιά και διαμερίσματα.

Μετά έβαλε ένα εργοτάξιο στο Χαλάνδρι και ένα στα .... Στο ... είναι 4 πολυκατοικίες μισοκτισμένες και 7-8 μαιζονέτες μισοκτισμένες. Είχε περιουσία …… Δεν είχε κανένα δόλο. Όταν το 90 έκανε τη συμφωνία με τον... είχε δικά του τα ακίνητα στο ...». Αλλά και ο αιτών απολογούμενος στο ακροατήριο του δικαστηρίου, που εξέδωσε την ως άνω απόφαση, με την οποία περατώθηκε η ποινική διαδικασία της οποίας ζητείται η επανάληψη, αναφέρει «Τον Μάιο του 90 ήμουν πραγματικά δυνατός.

Στο...σήκωνα οικοδομή με 65 καταστήματα και 32 διαμερίσματα, το οικόπεδο ήταν στο όνομά μου και με αντιπαροχή την ALCO, άλλη εταιρεία μου…….. Τώρα οι 3 μόνο κατοικίες από τις 8 είναι τελειωμένες και κατοικημένες………. Τον Μάιο του 90 ήμουν γίγαντας. Είχα καθαρά ένα εμπορικό κέντρο στο ...με πάνω από 30 μαγαζιά ελεύθερα, με μέσο όρο 10.000.000 αξίας το καθένα, διαμερίσματα απούλητα.

Τα είχα σαν άτομο, εγγυώμουν ατομικά όλες τις πωλήσεις. Στο ... είχα ήδη αρχίσει το έργο, ήταν κόστους 800.000.000 και τον Μάιο του 90 οι εργασίες που είχαν γίνει ήταν κόστους 100.000.000 δρχ. Έχω κάνει τα 240.000.000 από τα οκτακόσια. Είχα δικά μου τα 14 διαμερίσματα και τις 4 μονοκατοικίες………. Οι οικοπεδούχοι με κήρυξαν έκπτωτο το 95.

Είχα τεράστια οικονομική επιφάνεια……..». Περαιτέρω, από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ζ2 , ... και ..... προκύπτει ότι οι παθόντες είναι 20-30 άτομα, κατά δε την κατάθεση της ..... «κάναμε μήνυση και έφαγε 4 χρόνια». Κατά συνέπεια, από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με τις προσκομισθείσες προηγουμένως στο δικαστήριο, που εξέδωσε την περατώσασα την ποινική διαδικασία ως άνω αμετάκλητη απόφαση, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της προαναφερόμενης αξιόποινης πράξεως ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Επομένως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Ακόμη πρέπει να απορριφθεί και το αίτημα του αιτούντος, για αναστολή της εκτελέσεως της ποινής, που του επιβλήθηκε, δυνάμει της ως άνω αποφάσεως, αφού κατά τη διάταξη του άρθρου 529 ΚΠΔ προϋπόθεση αναστολής εκτελέσεως της ποινής, που εκτίεται δυνάμει αμετάκλητης καταδικαστικής αποφάσεως, όταν αυτή ζητείται μετά την υποβολή αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, είναι η ευδοκίμηση της τελευταίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13.10.2004 αίτηση του Χ1, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 1756-1757/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και το αίτημα αυτού για χορήγηση αναστολής εκτελέσεως της ποινής, που επιβλήθηκε με την παραπάνω απόφαση. Και

Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2006. Και,

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ