Legislator Case Law & Legislation
1001/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for arguments raised for the first time on appeal.

Case Number 1001/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the single-member Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court erred in declaring the lawsuit inadmissible despite accepting her factual claims. The court ruled that since the appellant failed to raise these specific legal arguments in the initial lawsuit, they were inadmissible for the first time on appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal argument is inadmissible if it relies on facts or legal grounds not properly pleaded in the original lawsuit.

Keywords

AI generated
inadmissibility of appeal first instance pleading cassation procedure procedural default Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1001 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1001/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια , Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Α. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Ζάπρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αικατερίνη Πουλίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-11-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1048/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 95/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-3-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 29-3-2022 και με αριθ. κατ. 959/118/29-3-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 95/17-1-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών επί της από 20-5-2020 και με αριθ. κατ. 5864/551/21-5-2020 έφεσης κατά της με αριθ. 1048/28-1-2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια, ως άνω, διαδικασία επί της από 16-11-2018 και με αριθ. κατ. 25093/19675/16-11-2018 αγωγής.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με την ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από 16-11-2018 αγωγή, στρεφόμενη κατά του εναγομένου ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, η ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα, Α. Α., ισχυρίσθηκε ότι από 24-9-1997 έως 30-6-2004 εργαζόταν με διαδοχικές συμβάσεις έργου μερικής απασχόλησης, που στην πραγματικότητα ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, στο Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Παπάφειο Κέντρο Παιδικής Μέριμνας Αρρένων Θεσσαλονίκης", ως καθηγήτρια μουσικής και παιδαγωγός, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του, ως άνω, φορέα απασχόλησης. Ότι, μετά τη θέση σε ισχύ του π.δ. 164/2004 υπέβαλε νόμιμα τα δικαιολογητικά της για τη μετατροπή των συμβάσεών της σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ότι η σχετική αίτησή της απορρίφθηκε από το αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο και ακολούθως από το ΑΣΕΠ, με τη με αριθ. 534/2006 απόφαση του, το Φεβρουάριο του 2006, μετά δε από άσκηση αίτησης θεραπείας, το ΑΣΕΠ, με τη με αριθ. 192/2008 απόφαση του, κρίνοντας ότι υπάγεται στις ρυθμίσεις του άρθρου 11 π.δ. 164/2004, ανέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο για νέα συμπληρωματική πλήρως αιτιολογημένη κρίση.

Ότι με το με αριθ. 18-2016 πρακτικό του υπηρεσιακού συμβουλίου των υπαλλήλων του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, στο οποίο στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα υπήχθησαν οι Μονάδες Κοινωνικής Φροντίδας, όπως το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Παπάφειο Κέντρο Παιδικής Μέριμνας Αρρένων Θεσσαλονίκης", κρίθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 π.δ. 164/2004, για να θεωρηθούν οι διαδοχικές συμβάσεις που κατήρτισε μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ότι ομοίως έκρινε και το ΑΣΕΠ με τη με αριθ. 643/2016 απόφασή του, ακολούθως δε, με τη με αριθ. 23672/7428/29-12-2017 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Οικονομικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης αποφασίσθηκε η σύσταση τριών οργανικών θέσεων προσωπικού με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο, ως άνω, Ν.Π.Δ.Δ., προκειμένου να καλυφθούν οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες του κατ' εφαρμογή του π.δ. 164/2004, μεταξύ δε των θέσεων αυτών και μια θέση ΔΕ Μουσικών μερικής απασχόλησης.

Ότι μετά τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της εν λόγω ΚΥΑ, στις 4-6-2018 υπεγράφη η νέα σύμβαση εργασίας για τη θέση καθηγήτριας μουσικής με πενθήμερη απασχόληση 4 ωρών ημερησίως, αντί μηνιαίου μισθού 464 ευρώ. Ότι το εναγόμενο, δια των οργάνων του, υπαλλήλων του ΑΣΕΠ, παράνομα παρέλειψε να προσδώσει αναδρομική ισχύ στο διορισμό της από το Φεβρουάριο 2006, οπότε και έκρινε εσφαλμένα ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του π.δ. 164/2004, με αποτέλεσμα η ίδια να στερηθεί τις αποδοχές (μισθούς, επιδόματα εορτών και αδείας), που θα ελάμβανε στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τον Ιούνιο 2006 μέχρι τον οριστικό διορισμό της, το Μάιο 2018.

Με την επίκληση δε των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ, ζήτησε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει για τις, ως άνω, αιτίες το συνολικό ποσό των 108.139,30 ευρώ νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την, ως άνω, με αριθ. 1048/2020 οριστική απόφαση απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 95/2022 απόφαση, αφού έκρινε, ομοίως, ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την ασκηθείσα από την ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα, κατά της πρωτόδικης απόφασης από 20-5-2020 έφεση.

Στο άρθρο 105 εδ. α' του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα ορίζεται ότι "Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος" και στο άρθρο 106 ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι "Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους".

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) προς αποζημίωση, απαιτείται παράνομη πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενέργειας οργάνων του Δημοσίου ή του ΝΠΔΔ κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας εξουσίας, επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης ζημίας, καθώς και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας και της επελθούσας ζημίας.

Σε περίπτωση συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων αυτών, το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ υποχρεούνται να αποκαταστήσουν κάθε θετική ή αποθετική ζημία (ΑΠ 2261/2013). Περαιτέρω, με το άρθρο 2 του Ν. 2190/1994, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 61 παρ. 1 στοιχ. α' του ν. 4765/2021 (ΦΕΚ Α' 6), συνιστάται Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο λειτουργεί ως ανεξάρτητη αρχή, δεν υπόκειται σε έλεγχο από κυβερνητικά όργανα ή άλλη διοικητική αρχή και οι πράξεις του δεν υπόκεινται σε ιεραρχικό έλεγχο από άποψη νομιμότητας.

Το Α.Σ.Ε.Π. υπάγεται στον Υπουργό Προεδρίας της Κυβέρνησης και έχει ως αποκλειστική αποστολή την εφαρμογή των νόμων και κανονισμών, που διέπουν την επιλογή των διοριστέων στις δημόσιες υπηρεσίες, στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και στα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου, όπως ειδικότερα ορίζεται στις επί μέρους διατάξεις αυτού (ΑΠ 1617/2022).

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του ΑΣΕΠ δεν ευθύνεται το ίδιο, αλλά το Δημόσιο, το οποίο σε περίπτωση άσκησης αγωγής νομιμοποιείται παθητικώς στη σχετική δίκη (ΣτΕ 787/2017). Επίσης, με την παρ. 1 του άρθρου 50 του π.δ/τος 18/1989 " Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο Επικρατείας " ορίζεται ότι :" η απόφαση που δέχεται την αίτηση ακυρώσεως απαγγέλλει την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης και συνεπάγεται νόμιμη κατάργησή της έναντι όλων, είτε πρόκειται για κανονιστική, είτε πρόκειται για ατομική πράξη", με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι :" οι διοικητικές αρχές, σε εκτέλεση της υποχρέωσής τους, κατά το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος, πρέπει να συμμορφώνονται, ανάλογα με κάθε περίπτωση, με θετική ενέργεια προς το περιεχόμενο της απόφασης του Συμβουλίου, ή να απέχουν από κάθε ενέργεια που είναι αντίθετη προς όσα κρίθηκαν από αυτό.

Ο παραβάτης, εκτός από τη δίωξη, κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα, υπέχει και προσωπική ευθύνη για αποζημίωση " και με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι: " οι αποφάσεις της Ολομελείας, ακυρωτικές και απορριπτικές, καθώς και των Τμημάτων, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο, που ισχύει και σε κάθε υπόθεση ή διαφορά, ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής, κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσεως ζήτημα, που κρίθηκε από το Συμβούλιο ".

Από δε τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων και των διατάξεων των άρθρων 95 παρ. 5 του Συντάγματος και 1 και 4 παρ. 1 του Ν. 702/1977, προκύπτει ότι η Διοίκηση, μετά την έκδοση ακυρωτικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Διοικητικού Εφετείου, επί αίτησης ακύρωσης, υποχρεούται να συμμορφωθεί προς αυτήν και, μάλιστα, όχι μόνο να θεωρήσει ανίσχυρη και μη υφιστάμενη στον νομικό κόσμο την ακυρωθείσα διοικητική πράξη, αλλά και να προβεί σε θετικές ενέργειες, για την αναμόρφωση της νομικής κατάστασης που προέκυψε αμέσως ή εμμέσως, από την ακυρωθείσα πράξη, ανακαλώντας ή τροποποιώντας τις σχετικές στο μεταξύ, εκδοθείσες πράξεις ή εκδίδοντας άλλες, με αναδρομική ισχύ, εφόσον συντρέχει περίπτωση, με σκοπό να αποκαταστήσει τα πράγματα στη θέση, στην οποία θα βρίσκονταν αν από την αρχή δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη (Α.Π. 957/2013, ΣτΕ 1288/2020, ΣτΕ 787/2017 ΣτΕ 4016/2012, ΣτΕ 2557/2006).

Σε περίπτωση, δε, που η ακυρωτική απόφαση αφορά πράξη διορισμού, που εκδόθηκε από τον ίδιο τον φορέα διορισμού, ή σφάλμα της πράξης διορισμού του φορέα, που επικυρώθηκε από το Α.Σ.Ε.Π., του οποίου η απόφαση στη συνέχεια ακυρώθηκε από το ΣτΕ, ο φορέας διορισμού υποχρεούται, συμμορφούμενος με αυτή, να προσδώσει αναδρομικότητα στην πράξη που θα εκδώσει, με σκοπό την αποκατάσταση των πραγμάτων στη θέση, στην οποία θα βρίσκονταν, αν από την αρχή δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη (ΑΠ 1617/2022, Α.Π. 1402/2021, Α.Π. 282/2013, ΣτΕ 100/2011, ΣτΕ 957/2010).

Περαιτέρω, οι πράξεις διορισμού ισχύουν κατ' αρχήν για το μέλλον, εκτός από τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες, είτε ο νόμος έχει προβλέψει και επιτρέψει την αναδρομική τους ισχύ, είτε αυτές εκδίδονται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, προς συμμόρφωση σε ακυρωτική δικαστική απόφαση (ΣτΕ 2824/2020, ΣτΕ 3212/2013). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο. Ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του πραγματικού περιεχομένου της αγωγής.

Η εκτίμηση αυτή ελέγχεται αναιρετικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Η παραδοχή αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο της, ενώ στην αντίθετη περίπτωση καθιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠοΛΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκουμένου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε (ΑΠ 203/2019, ΑΠ 1596/17, ΑΠ 1063/14).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος προϋποθέτει ότι το Δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, διατυπώνοντας το αποδεικτικό του πόρισμα και δεν ιδρύεται όταν η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, αόριστη, ή για άλλο τυπικό λόγο (ΑΠ 135/2019, ΑΠ 1935/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ, το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 224 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3994/2011 "είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής.

Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής". Ως βάση της αγωγής, της οποίας δεν επιτρέπεται η μεταβολή, νοείται η ιστορική βάση αυτής, ήτοι το σύνολο των γεγονότων (πραγματικών περιστατικών), επί των οποίων θεμελιώνεται το αίτημα αυτής ( Ολ.

Α.Π. 2/1994, ΑΠ 718/2023) - ανεξαρτήτως του δοθέντος από τους διαδίκους νομικού χαρακτηρισμού - χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης (Α.Π. 1087/2014, Α.Π. 460/2013, Α.Π. 309/2011, Α.Π. 1261/1993). Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, που συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης, κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 111 του ΚΠολΔ αρχής της τήρησης προδικασίας και επάγεται το κατά τα ανωτέρω απαράδεκτο, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη νέων περιστατικών παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση ( Ολ.

Α.Π. 2/1994, ΑΠ 1183/2015, Α.Π. 962/2012, Α.Π. 389/2010). Εξάλλου, με την διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ ορίζεται:" Με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους", ενώ σύμφωνα με εκείνη του άρθρου 525 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα "είναι απαράδεκτη η υποβολή νέας αίτησης, όπως και η άσκηση ανταγωγής για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη, ακόμη και αν ο αντίδικος συναινεί.

Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως " και, τέλος, με εκείνη του άρθρου 526 του ίδιου Κώδικα :" Είναι απαράδεκτη στην κατ' έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής και αν ο αντίδικος συναινεί. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Επιτρέπεται, εξαιτίας γεγονότων που επήλθαν μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, να ζητηθεί, αντί για το αντικείμενο που ζητήθηκε αρχικά, άλλο ή η αξία του ή το διαφέρον ".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνη του άρθρου 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων, ως εκκαλών, δεν μπορεί να μεταβάλει την βάση της αγωγής. Δεν μπορεί, επίσης, να προτείνει νέους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν είχαν προβληθεί πρωτοδίκως. Ισχυρισμός που στηρίζει την βάση της αγωγής, απαραδέκτως προτείνεται το πρώτον με την έφεση ή με τις προτάσεις, που υποβάλλονται στο Εφετείο, οι δε διατάξεις, που επιτρέπουν, σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, την βραδεία προβολή νέων ισχυρισμών με τις προτάσεις ή και με την έφεση, στον δεύτερο βαθμό, αναφέρονται σε ισχυρισμούς άλλους, πλην εκείνων που θεμελιώνουν την αγωγική βάση (ενστάσεις, αντενστάσεις), δηλαδή σε καταλυτικούς του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, οι οποίοι μπορούν να προταθούν, μέχρι την τελευταία επί της ουσίας της υπόθεσης συζήτηση, τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και στο Εφετείο, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269 παρ. 2 και 527 του ΚΠολΔ και ήδη (μετά το Ν.4335/2015) μόνο του άρθρου 527 ΚΠολΔ, όπως τροποποιηθέν ισχύει, και δεν αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς που μεταβάλουν την βάση της αγωγής (Ολ.

Α.Π. 2/1994, Α.Π. 2070/2007). Από τον συνδυασμό δε των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 522, 525 παρ. 2 και 526 του ΚΠολΔ συνάγεται, περαιτέρω, ότι αντικείμενο της πολιτικής δίκης είναι και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, η δικονομική αξίωση που έχει υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκφράζεται με αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας για την προβαλλόμενη ιστορική αιτία, με απόφαση του δικαστηρίου, σύμφωνη προς το υποβαλλόμενο αίτημα.

Η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο της δίκης, αλλά αποτελεί, ανάλογα με το εάν η πρωτοβάθμια απόφαση ήταν δυσμενής ή ευνοϊκή για όποιον ζήτησε τη δικαστική προστασία, μέσο τελικής επίτευξης ή ματαίωσης της ικανοποίησης της δικανικής πιο πάνω αξίωσης με την υποβολή της σε νέα, δευτεροβάθμια, δικαστική κρίση (ΑΠ 473/2022, ΑΠ 1867/2017, ΑΠ 821/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για τη διαμόρφωση της κρίσης του ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, διέλαβε, μετά την παράθεση του, ως άνω, περιεχομένου αυτής, τις ακόλουθες παραδοχές: "Με τα δεδομένα αυτά καθίσταται σαφές ότι η υπό κρίση αγωγή είναι μη νόμιμη, καθώς αληθή υποτιθέμενα τα επικαλούμενα προς θεμελίωσή της περιστατικά, δεν είναι ικανά να επιφέρουν την έννομη συνέπεια, που η ενάγουσα επικαλείται, ήτοι τη θεμελίωση υποχρέωσης αποζημίωσης εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου για παράλειψη των οργάνων του ΑΣΕΠ.

Ειδικότερα, η αρμοδιότητα του ΑΣΕΠ, όπως αυτή καθορίζεται από τις διατάξεις του π.δ. 164/2004, ως εγγυητή της νομιμότητας, είναι να εκφέρει κρίση για το αν συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 αυτού στο πρόσωπο κάθε αιτούντος, ώστε οι συναφθείσες συμβάσεις ορισμένου χρόνου να θεωρηθούν μια ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου....Εξάλλου, οι πράξεις διορισμού υπαλλήλων ισχύουν για το μέλλον εκτός αν:

α) προβλέπεται ρητώς το αντίθετο στο νόμο, β) η σχετική πράξη εκδίδεται με συμμόρφωση της διοίκησης σε ακυρωτική δικαστική απόφαση κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 95 παρ. 5 του Συντάγματος και 50 παρ. 4 π.δ. 18/1989 περιπτώσεις που δεν συντρέχουν εν προκειμένω. Ειδικότερα αφενός μεν δεν υφίσταται ρητή αντίθετη διάταξη νόμου, αφετέρου δε κατά τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αγωγής η υπ' αριθ. 643/2016 απόφαση του ΑΣΕΠ δεν εκδόθηκε σε συμμόρφωση με προηγούμενη ακυρωτική δικαστική απόφαση, αλλά μετά από δική του απόφαση, με την οποία, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης θεραπείας, κρίθηκε ότι έπρεπε να αναπεμφθεί το ζήτημα της αίτησης της ενάγουσας συμβασιούχου περί μονιμοποίησής της στο αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο για νέα συμπληρωματική πλήρως αιτιολογημένη κρίση του.

Επομένως, αφού δεν προκύπτει υποχρέωση του ΑΣΕΠ να προσδώσει αναδρομική ισχύ στην κρίση του περί συνδρομής των προϋποθέσεων για να θεωρηθούν οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου της ενάγουσας μια ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου κατ' άρθρο 11 π.δ. 164/2004, δεν μπορεί να γίνει λόγος για παράνομη παράλειψη του ΑΣΕΠ και κατά συνέπεια για θεμελίωση αξίωσης αποζημίωσης της ενάγουσας σε βάρος του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου" Με τον πρώτο, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεοείουσα, επικαλούμενη ότι με την ένδικη αγωγή (το περιεχόμενο της οποίας δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο) και με την έφεση που άσκησε κατά της πρωτόδικης απόφασης ισχυρίσθηκε ότι η ζημία που υπέστη οφείλεται (και) στην εσφαλμένη με αριθ. 534/2006 απόφαση του ΑΣΕΠ, που αρχικά απέρριψε την αίτησή της για υπαγωγή στις ρυθμίσεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, καθώς και στην παράνομη καθυστέρηση έκδοσης από αυτό (ΑΣΕΠ) της με αριθ. 643/2016 απόφασής του, με την οποία αποφάνθηκε ότι συντρέχουν οι απαιτούμενες κατά νόμο προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στην, ως άνω, ρύθμιση, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να κρίνει ότι η αγωγή της είναι μη νόμιμη, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, με τις οποίες καθιερώνονται οι αρχές της νομιμότητας, της χρηστής διοίκησης, της αναλογικότητας και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, που επιβάλλουν στη διοίκηση (δηλαδή στο Δημόσιο) να διορθώνει εγκαίρως τις εσφαλμένες αποφάσεις του.

Από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, για να θεμελιώσει την αξίωσή της κατά του εναγομένου για αποζημίωση, προβάλλει τον ισχυρισμό, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ότι η ζημία που υπέστη οφείλεται στο γεγονός ότι το ΑΣΕΠ, διά των υπαλλήλων του, παρέλειψε παρανόμως, κατά την έννοια των άρθρων 105-106 ΕισΝΑΚ, να προσδώσει αναδρομική ισχύ στη με αριθ. 643/2016 απόφασή του, ενώ αντιθέτως δεν προβάλλει τους ισχυρισμούς ότι η ζημία της οφείλεται (και) στην εσφαλμένη με αριθ. 534/2006 απόφαση, καθώς και στην καθυστέρηση έκδοσής της με αριθ. 643/2016 ορθής απόφασης, κατά παράβαση των, ως άνω, συνταγματικών αρχών.

Τους νέους αυτούς ισχυρισμούς, οι οποίοι συνιστούν ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, αφού θεμελιώνονται σε νέα, μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, περιστατικά (προστιθεμένης έτσι σ' αυτήν και νέας ιστορικής βάσης), η αναιρεσείουσα τους πρότεινε για πρώτη φορά με την ασκηθείσα κατά της πρωτόδικης απόφασης έφεσή της, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του σχετικού δικογράφου, πλην όμως απαραδέκτως, καθόσον, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, είναι απαράδεκτη η μεταβολή της βάσης της αγωγής στην κατ' έφεση δίκη.

Δεδομένου δε ότι μόνο η αξίωση που είχε υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αποτελεί το αντικείμενο της δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το τελευταίο δεν υποχρεούτο να απαντήσει ρητά στους, ως άνω, απαραδέκτως προβληθέντες για πρώτη φορά ενώπιον του, ισχυρισμούς για παραβίαση των εν λόγω συνταγματικών αρχών, τις οποίες, επομένως, δεν παραβίασε.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, αφού, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, προϋπόθεση για την ίδρυσή του είναι η από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, που, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έλαβε χώρα, αφού η αγωγή κρίθηκε μη νόμιμη.

Για τον ίδιο λόγο πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να κρίνει ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, παρότι δέχθηκε ως αληθή τα επικαλούμενα με αυτήν πραγματικά περιστατικά, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 105, 106 ΕιΣΝΑΚ και 298 ΑΚ, καθόσον η εσφαλμένη με αριθ. 534/2006 απόφαση του ΑΣΕΠ, καθώς και η καθυστέρηση έκδοσης της με αριθ. 643/2016 απόφασης του τελευταίου και κατάταξής της σε οργανική θέση συνιστούν παράνομες πράξεις, που τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την αποθετική ζημία της.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον θεμελιώνεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν δέχθηκε τα επικαλούμενα με την αγωγή περιστατικά, ως αληθή, αλλά έκρινε ότι, αληθή υποτιθέμενα, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν υποχρέωση του εναγομένου για αποζημίωση, με αποτέλεσμα η αγωγή να είναι μη νόμιμη, με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, ως άνω, περιστατικά.

Ειδικότερα, σχετικά με την παράλειψη του ΑΣΕΠ να προσδώσει στο διορισμό της ενάγουσας αναδρομική ισχύ από το Φεβρουάριο 2006, την οποία και μόνο επικαλέσθηκε με την αγωγή της για τη θεμελίωση της ένδικης αξίωσής της, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά τη νομική αξιολόγησή της έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν συνιστά παράνομη ενέργεια.

Δεν έκρινε όμως (ούτε υποχρεούτο να κρίνει) αν η εσφαλμένη με αριθ. 534/2006 απόφαση και η καθυστέρηση έκδοσης της με αριθ. 643/2016 απόφασης και κατάταξής της σε οργανική θέση συνιστούν ή μη παράνομες ενέργειες, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η ενάγουσα δεν είχε προβάλει τους σχετικούς ισχυρισμούς παραδεκτώς, με την αγωγή της, αλλά απαραδέκτως, για πρώτη φορά με την έφεσή της κατά της πρωτόδικης απόφασης.

Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής (άρθρο 178 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-3-2022 και με αριθ. κατ. 959/118/2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 95/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.

Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ